Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009

Τι να το κάνουν το μυαλό όταν έχουν... κάμερες

Πριν από μερικές δεκαετίες, όταν πρωτοεμφανίστηκαν οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές χειρός, κυκλοφόρησε μια μικρή αφίσα με τον «Σνούπι», που κρατούσε ένα κομπιουτεράκι στο χέρι του και έλεγε: «Τι να το κάνεις το μυαλό, αν έχεις μπαταρίες».

Σήμερα, εν μέσω συζητήσεων για κάμερες, ΕΥΠικές συσκευές «συνακρόασης» κινητών τηλεφώνων και φακέλωμα του DNA, μπαίνει κανείς στον πειρασμό να αναρωτηθεί αν θα πρέπει να αποδεχθεί τις θεωρίες περί τεχνολογικού ντετερμινισμού και αν θα πρέπει να τις επεκτείνει στον κοινωνικό έλεγχο. Να προβληματιστεί, δηλαδή, για το κατά πόσον η προϋπάρχουσα πρόθεση άσκησης κοινωνικού ελέγχου εξυπηρετείται από τις προσφερόμενες τεχνολογίες ή αν από μόνη της η προσφορά τεχνολογιών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για κοινωνικό έλεγχο δημιουργεί την επιθυμία χρήσης τους. Ταυτοχρόνως όμως αναρωτιέται και για κάτι πολύ πιο απλό: «Τι να το κάνεις το μυαλό αν έχεις όλη αυτή την τεχνολογία στη διάθεσή σου» και, κατ' επέκταση, μήπως ο σχεδόν γραφικός λούμπεν χαφιές του παρελθόντος, με το μουστάκι-ποντικοουρά και το λίγδικο καβουράκι διέθετε περισσότερη ευφυΐα από τον αποχαυνωμένο μπροστά σε μια σειρά οθονών σύγχρονο εντεταλμένο μπανιστιρτζή.

Από την εποχή του Ιταλού εγκληματολόγου Τσέζαρε Λομπρόζο, τον 19ο αιώνα, και την ανάπτυξη των πρώτων βιομετρικών συστημάτων αναγνώρισης, η τεχνολογία έχει επιστρατευτεί για τον κοινωνικό έλεγχο, με την έννοια της επιβολής κανόνων, με την πρόληψη των παραβιάσεων και τη σχετική αύξηση της πιθανότητας εντοπισμού ή σύλληψης των όποιων παραβατών. Η τάση αυτή κορυφώθηκε προς το τέλος του 20ού αιώνα και την αρχή του 21ου, με την εξέλιξη και ωρίμανση τεχνολογιών παρακολούθησης, ελέγχου και βιομετρικής αναγνώρισης, που μετατρέπουν σταδιακά άψυχες συσκευές σε ελεγκτές της ανθρώπινης συμπεριφοράς [από τον ταχογράφο στα φορτηγά, ο οποίος τώρα εμπλουτίζεται με συστήματα GPS που επιτρέπουν την πλήρη παρακολούθηση της κίνησής τους, ώς τα κινητά τηλέφωνα που επιτρέπουν στους γονείς να παρακολουθούν τις κινήσεις των παιδιών τους ή τα προγράμματα γονικού (ή άλλου) ελέγχου στο Διαδίκτυο και αυτά που επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να μετρούν την αποδοτικότητα των υπαλλήλων τους, ακόμη και ώς τις κάρτες που επιτρέπουν στα σουπερμάρκετ να γνωρίζουν περισσότερα για τις συνήθειές σου απ' ό,τι εσύ ο ίδιος].

Στην ιδιωτική σφαίρα, η χρήση τεχνολογίας είναι εξαιρετικά ελκυστική, κυρίως επειδή είναι εντάσεως κεφαλαίου και όχι εργασίας. Για παράδειγμα, ένας γονιός αγοράζει ένα ασύρματο σύστημα παρακολούθησης του μωρού του και έτσι αποδεσμεύεται από την ανάγκη να είναι συνεχώς δίπλα του ή παρακολουθώντας μέσω κινητού τηλεφώνου τις κινήσεις του έφηβου γιου του, νομίζει ότι δεν χρειάζεται να αφιερώσει χρόνο και ενέργεια για να δημιουργήσει μια μακροχρόνια σχέση με το παιδί του ώστε να έχει έγκαιρη ειδοποίηση όταν κάτι πάει στραβά.

Στον βαθμό που παρόμοια κριτήρια κόστους-απόδοσης εισάγονται σταδιακά στον δημόσιο τομέα, η μετατόπιση προς τη χρήση της τεχνολογίας είναι απολύτως λογική. Ενα σύστημα κοινωνικού ελέγχου βασισμένο σε κάμερες, μικρόφωνα, αναγνώριση βιομετρικών δεδομένων, διασύνδεση ηλεκτρονικών αρχείων κ.λπ. είναι έντασης κεφαλαίου, ενώ ένα αντίστοιχης αποτελεσματικότητας σύστημα με επίσημους ή ανεπίσημους πληροφοριοδότες και αναλυτές είναι έντασης εργασίας. Στη βάση αυτή, λογικό είναι το ότι, αν και η ιδέα μιας πανίσχυρης αστυνομίας που γνωρίζει τα πάντα προκειμένου να προστατέψει το ύψιστο αγαθό, δηλαδή το κράτος, κυριάρχησε στη Γαλλία του 18ου αιώνα, η κυριαρχία της τεχνολογίας στον κοινωνικό έλεγχο βρήκε το πλέον πρόσφορο έδαφος στην αγγλοσαξονική λογική, με τη Βρετανία να κατέχει σήμερα τα πρωτεία παγκοσμίως στις κάμερες παρακολούθησης, ενδεχομένως και σε άλλες τεχνολογικές μεθόδους ελέγχου και επιβολής συμμόρφωσης.

Εν μέρει, ως άλλοθι για την όλο και μεγαλύτερη κρατική χρήση τεχνολογίας για τον κοινωνικό έλεγχο προβάλλεται η διαθεσιμότητα των τεχνολογιών προς χρήση από τα επί μέρους άτομα, κάτι υπό όρους ψευδές. Για παράδειγμα, μπορεί το Twitter και το YouTube να χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον πριν από λίγο καιρό στο Ιράν για τον συντονισμό και την επικοινωνία των διαδηλωτών προς τα έξω, όμως αυτή η δυνατότητα βρισκόταν υπό τον απόλυτο έλεγχο δύο εταιρειών. Και ίσως δεν θα παρεχόταν αδιαλείπτως, αν η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν είχε ζητήσει από την Twitter να μη διακόψει την παροχή για την τακτική συντήρηση του συστήματος, όπως ήταν προγραμματισμένο. Μπορεί κάλλιστα να υποθέσει κανείς ότι θα μπορούσε να είχε συμβεί το αντίθετο. Δεν πρόκειται λοιπόν για αντίσταση στην εξουσία και στον έλεγχο, αλλά για αντίσταση σε έναν συγκεκριμένο πόλο εξουσίας και ελέγχου, με την ενδεχόμενη υποταγή σε έναν άλλον, ίσως λιγότερο ευδιάκριτο.

Πέραν αυτού, με ή χωρίς προσχήματα, οι ασκούντες τον έλεγχο εξακολουθούν να διαθέτουν τα κλασικά όπλα. Με το πρόσχημα της παιδεραστίας ή της προστασίας των πνευματικών δικαιωμάτων, προσπαθούν να νομοθετήσουν περιορισμούς στο Διαδίκτυο. Μπορούν να νομοθετήσουν υποχρεώσεις παρόχων (υπηρεσιών δικτύου, κινητής ή σταθερής τηλεφωνίας) να λειτουργούν ως εκπρόσωποι των κρατικών μηχανισμών παρακολούθησης και ελέγχου. Μπορούν ακόμη να καταστήσουν αυτοτελή αδικήματα τη χρήση τεχνολογικών μέσων όταν αυτή είναι προς όφελος του πολίτη (όπως βιντεοσκόπηση ή μαγνητοφώνηση παρανομούντων αστυνομικών ή άλλων κρατικών υπαλλήλων) ή άλλων μέσων τεχνολογικής αντίστασης, όπως οι συσκευές εντοπισμού ραντάρ της Τροχαίας. Μπορούν επίσης να απαγορεύσουν την κατοχή ορισμένων «εξισωτικών» τεχνολογιών από ιδιώτες, με την ίδια λογική που η φεουδαλική Ιαπωνία είχε απαγορεύσει τη χρήση πυρίτιδας και πυροβόλων όπλων, καθώς κάτι τέτοιο θα εξίσωνε την ισχύ των απλών χωρικών με αυτή των σκληρά εκπαιδευμένων στην τέχνη του πολέμου με σπαθί ευγενών σαμουράι.

Ηεξάρτηση από την τεχνολογία παρακολούθησης και ελέγχου συνεπάγεται συνήθως και άλλες εξαρτήσεις, κυρίως από τις πηγές της τεχνολογίας. Είναι ασύνηθες, ο πάροχος μιας τέτοιου είδους τεχνολογίας, είτε ως ιδιώτης είτε ως κρατική οντότητα, να τη διαθέτει σε τρίτους χωρίς να έχει φροντίσει τη δική του θωράκιση απέναντί της ή ακόμη και τη χρήση της εκ μέρους του «από την πίσω πόρτα», ανάλογα με τα συμφέροντά του, τα οποία δεν ταυτίζονται απαραιτήτως πάντα με αυτά του τελικού χρήστη.

Σε ένα άλλο επίπεδο, η χρήση της τεχνολογίας, όπως στην περίπτωση των γιατρών που σταδιακά παραδίδουν τις διαγνωστικές ικανότητές τους σε όλο και πιο σύνθετες τεχνολογίες, οδηγεί σε μια όλο και στενότερη οπτική. Εστιάζοντας στο δέντρο και όχι στο δάσος, απειλεί να οδηγήσει σε μυωπία απέναντι σε ευρύτερα συστημικά πλαίσια και στην αναγνώριση μακροπρόθεσμων τάσεων και επιπτώσεων. Δηλαδή, η προώθηση τεχνολογίας για κοινωνικό έλεγχο με την εκμετάλλευση συγκυριών ανασφάλειας είναι αντιπαραγωγική. Ακόμη και όταν (και για όσους) ο κοινωνικός έλεγχος είναι το ζητούμενο.


Δεν υπάρχουν σχόλια: