Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2001

Η Βουλγαρία «κοκκίνισε»

«Η ΦΤΩΧΕΙΑ εξέλεξε αρχηγό κράτους» σχολίασε η βουλγαρική εφημερίδα «Τσάσα» την απρόσμενη εκλογή του πρώην κομμουνιστή, Γκεόργκι Παρβάνοφ, στην προεδρία της Βουλγαρίας.Στη διαπίστωση αυτή συμφωνούν όλοι οι αναλυτές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θεωρούν ότι ο απερχόμενος πρόεδρος, Πέταρ Στογιάνοφ, αλλά και ο πρωθυπουργός, πρώην βασιληάς Σιμέον Β' και νυν Σαξομπουργκότσκι, έκαναν σημαντικά λάθη κατά την προεκλογική του εκστρατεία, που ανέτρεψαν το προβάδισμα που είχε στις δημοσκοπήσεις και επέτρεψαν στον Παρβάνοφ να εξασφαλίσει το 54,3% των ψήφων στο δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών.Από τον περασμένο Ιούνιο, όταν εξελέγη στην πρωθυπουργία, ο Σαξομπουργκότσκι, ο οποίος εξελέγη υποσχόμενος βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης, προσγείωσε απότομα το βουλγαρικό λαό.Εφαρμόζοντας την πολιτική λιτότητας που επέβαλε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, αύξησε τις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος και της θέρμανσης, καθώς και τους έμμεσους φόρους. Και φυσικά δεν έδωσε αυξήσεις στους συνταξιούχους, κάτι που είχε υποσχεθεί. Από την πλευρά του, κατά την προεκλογική εκστρατεία του, ο Στογιάνοφ δεν έδειξε να αντιλαμβάνεται την κόπωση του πληθυσμού, που ήθελε εδώ και τώρα βελτίωση της κατάστασής του. Ετσι έδωσε έμφαση στις εξωτερικές σχέσεις της χώρας και στη μελλοντική ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση και το ΝΑΤΟ.Επιπλέον, πολλοί από τους ψηφοφόρους που θα ψήφιζαν υπέρ του Στογιάνοφ δεν πήγαν στις κάλπες, μέσα στη σύγχυση που δημιούργησαν οι δηλώσεις του πρωθυπουργού που, θέλοντας να εμφανισθεί υπεράνω κομμάτων, δήλωσε ότι δεν θα πάει να ψηφίσει, έστω και αν αργότερα άλλαξε γνώμη.Λίγο μετά την εκλογή του, ο Παρβάνοφ έδειξε τάσεις αλλαγής τόνου και προσαρμογής των δηλώσεών του στην πραγματικότητα. Το πρώτο πράγμα που είπε είναι ότι θα επιδιώξει με όλες τις δυνάμεις του την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση και το ΝΑΤΟ, και ότι θα συνεχίσει στον τομέα αυτό την πολιτική των προκατόχων του, ζητώντας μάλιστα την επιτάχυνσή της.Τόνισε ακόμα ότι η Βουλγαρία πρέπει να προχωρήσει στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, αυτές δηλαδή που προωθούνταν ήδη στο παρελθόν, διότι «η επιτυχία των διαπραγματεύσεών μας με την Ε.Ε. θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από τα αποτελέσματά μας».Η μόνη ουσιαστική διαφορά που προκύπτει από τις αρχικές δηλώσεις του νέου προέδρου είναι ότι, παράλληλα με την ένταξη στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ, σκοπεύει να αναβιώσει τις κάποτε προνομιακές οικονομικές σχέσεις της Βουλγαρίας με την Ρωσία.

Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2001

Συμφωνία φίλων και εταίρων

Οι συμβολισμοί ταίριαζαν απολύτως σε «φίλους και εταίρους». Οπως παρατήρησε ο πρόεδρος της Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν, είναι η πρώτη φορά που ένας ξένος ηγέτης τον καλεί στο σπίτι του και δεν είναι τυχαίο που το σπίτι αυτό είναι το ράντσο του αμερικανού προέδρου στο Τέξας.Δεν ήταν τυχαίο ακόμη ότι το προηγούμενο βράδυ, στον Λευκό Οίκο, η σύζυγος του Πούτιν εμφανίσθηκε με φόρεμα στα χρώματα της αμερικανικής σημαίας, κάτι που η κυρία Μπους χαρακτήρισε «ευγενική και συγκινητική χειρονομία».Χαλαρό κλίμαΤο κλίμα που επικράτησε στην αμερικανο-ρωσική συνάντηση κορυφής, τόσο στο επίσημο όσο και στο πιο χαλαρό σκέλος της στο ράντσο, ήταν πραγματικά καλό. Οι δύο ηγέτες συμφώνησαν πλήρως σε ό,τι αφορά τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας και το Αφγανιστάν. «Θα είμαστε φίλοι και εταίροι στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. Ο κοινός εχθρός μας δεν έχει εθνικότητα, θρησκεία ή πολιτισμό», είπε ο ρώσος πρόεδρος.Συμφώνησαν ακόμα ότι στη νέα κυβέρνηση του Αφγανιστάν δεν έχουν θέση οι Ταλιμπάν και ότι πρέπει να είναι αντιπροσωπευτική του αφγανικού πληθυσμού.Συμφωνία υπήρξε και στο θέμα της εκατέρωθεν μείωσης των στρατηγικών πυρηνικών όπλων. Στην πρόταση του Μπους για περιορισμό των αμερικανικών πυρηνικών όπλων σε 1.700 έως 2.200 έναντι των 7.000 που διαθέτουν σήμερα οι ΗΠΑ, ο Πούτιν απάντησε ότι η Ρωσία μπορεί να μειώσει τα 5.800 στρατηγικά πυρηνικά όπλα της το ένα τρίτο.Το μοναδικό σημείο διαφωνίας αφορά πλέον τον τρόπο που θα συμβεί αυτό. Ο αμερικανός πρόεδρος θεωρεί ότι θα πρέπει να υπάρξει εκατέρωθεν μονομερής μείωση, η οποία θα επισφραγισθεί με τη χειραψία τους.Η ρωσική πλευρά πιστεύει ότι πρέπει να υπάρξει μια επίσημη συμφωνία που θα μπορούσε να υπογραφεί στην επόμενη αμερικανο-ρωσική συνάντηση κορυφής που θα πραγματοποιηθεί στη Ρωσία, στις αρχές του 2002.Η διαφορά αυτή φαίνεται πάντως να εξομαλύνεται, καθώς ο Μπους εμφανίζεται πρόθυμος να αναζητήσει κάποια μορφή έγγραφης συμφωνίας που θα μπορούσε να προετοιμασθεί σύντομα.Οπως γράφει η ρωσική εφημερίδα «Νεζαβισίμαγια Γκαζέτα», «είναι αδύνατον να αγνοήσει κανείς ότι οι ΗΠΑ έκαναν μια χειρονομία καλής θέλησης. Η αμερικανική οικονομία θα μπορούσε να υποστηρίξει χωρίς δυσκολία τη διατήρηση του σημερινού πυρηνικού οπλοστασίου», σε αντίθεση με τη Ρωσία.Η εφημερίδα εκτιμά ότι η ατμόσφαιρα ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τη Μόσχα, επιτρέπει πλέον να κλείνονται συμφωνίες με μια απλή χειραψία.Στενή σχέσηΟλα αυτά πάντως αποτελούν λεπτομέρειες, μέσα στο γενικό νέο κλίμα των σχέσεων ΗΠΑ-Ρωσίας. Οι δύο χώρες οδεύουν ταχύτατα προς μια στενή συνεργασία σε όλους τους τομείς, συζητώντας ακόμα και το συντονισμό της ψήφου τους στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ή την καθυστέρηση της ένταξης στο ΝΑΤΟ των χωρών της Βαλτικής.Η διαδικασία αυτή, η οποία ξεκίνησε από τη συνάντηση των δύο πριν από τη σύνοδο της Ομάδας των 8 στη Γένοβα, επιταχύνθηκε σε τέτοιο βαθμό μετά την 11η Σεπτεμβρίου ώστε να διακρίνεται η μελλοντική ανάδυση ενός διεθνούς διευθυντηρίου αποτελούμενου από τις δύο πρώην αντίπαλες υπερδυνάμεις.

Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2001

Σήκωσε μπαϊράκι

Η τελευταία φορά που τούρκοι στρατιώτες πάτησαν το έδαφος του Αφγανιστάν ήταν ένα χρόνο πριν από το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όταν ο στρατηγός Εμβέρ Πασάς, έστειλε 90.000 στρατιώτες να πολεμήσουν κατά των Ρώσων στον Καύκασο και να προωθήσουν το όραμα μιας παν-τουρκικής αυτοκρατορίας.Πριν από λίγες μέρες η Τουρκία ανακοίνωσε ότι στέλνει στο Αφγανιστάν 90 άντρες των ειδικών δυνάμεων για να εκπαιδεύσουν τους στρατιώτες της αφγανικής αντιπολίτευσης, παρέχοντας την τεχνογνωσία που έχουν αποκτήσει από την αντιμετώπιση των κούρδων ανταρτών.Η Τουρκία ισχυρίσθηκε ότι στέλνει τους στρατιώτες αυτούς ύστερα από αίτημα της Ουάσιγκτον. Ομως ο αμερικανός υπουργός Αμύνης, Ντόναλντ Ράμσφελντ, δήλωσε ότι... έμαθε τα νέα από τα μέσα ενημέρωσης κι όταν ρωτήθηκε αν υπήρξε σχετικό αίτημα των ΗΠΑ απάντησε ξερά: «Ηταν απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης».Αντιφατικές δηλώσειςΑπό την πρώτη στιγμή του πολέμου στο Αφγανιστάν η Τουρκία επιδίωξε να προβάλει την εικόνα της περιφερειακής δύναμης, προσφερόμενη να στείλει στρατιώτες. Προσφέρθηκε επίσης να αναλάβει επικεφαλής μιας μουσουλμανικής ειρηνευτικής δύναμης που ενδεχομένως θα αποσταλεί στο Αφγανιστάν μετά το τέλος των εχθροπραξιών. Προς μεγάλη της απογοήτευση, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους δεν έσπευσαν να ζητήσουν την τουρκική βοήθεια.Η απόφαση να σταλούν οι 90 στρατιώτες δεν ελήφθη εύκολα στην Αγκυρα. Οι αλλεπάλληλες αντιφατικές δηλώσεις που προηγήθηκαν μαρτυρούν σημαντική διχογνωμία στους κόλπους της τουρκικής ηγεσίας, πολιτικής και στρατιωτικής. * Μία ημέρα πριν από την απόφαση, ο τούρκος πρωθυπουργός, Μπουλέντ Ετζεβίτ, δήλωνε ότι «δεν έχει ληφθεί τέτοια απόφαση». * Ο υπουργός Αμύνης, Σαμπαχατίν Τσακμάκογλου, δήλωσε αρχικά ότι η Τουρκία είναι έτοιμη να στείλει δυνάμεις. Λίγο αργότερα είπε πως το θέμα αυτό δεν βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη. * Από την πλευρά του στρατού, ο στρατηγός Γιασάρ Μπουγιουκατίν είπε ότι το θέμα «δεν είναι στην ημερήσια διάταξη» και ότι δεν έχει πληροφορίες σχετικά με το αν οι ΗΠΑ έχουν υποβάλεi αίτημα.* Πέραν των διαφορετικών απόψεων για το αν η κίνηση αυτή εξυπηρετεί ή όχι τα συμφέροντα της Τουρκίας, η τουρκική ηγεσία είχε να αντιμετωπίσει την αρνητική στάση της κοινής γνώμης. Δημοσκόπηση που δημοσιεύθηκε στην τουρκική εφημερίδα «Τέρκις Ντέιλι Νιους» έδειξε ότι μόνο το 15% των Τούρκων είναι υπέρ της αποστολής Τούρκων στο Αφγανιστάν, ενώ το 80% δηλώνουν την αντίθεσή τους.* Η ανακοίνωση της αποστολής δυνάμεων προκάλεσε διαδηλώσεις διαμαρτυρίας, ιδίως την Παρασκευή έξω από τα τεμένη της χώρας.Η δυσφορία μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης ίσως έπαιξε το ρόλο της στην επίδειξη ισχύος της περασμένης εβδομάδας, με την αιματηρή επιδρομή της αστυνομίας εναντίον των απεργών πείνας και των υποστηρικτών τους. Φαίνεται όμως ότι μέτρησαν περισσότερο οι εκτιμήσεις για τα οφέλη που μπορεί να αντλήσει η Αγκυρα. Ο πολέμαρχος«Πρέπει να βρισκόμαστε στην πρώτη γραμμή» δήλωνε με ενθουσιασμό η εφημερίδα «Χουριέτ», ενώ ο καθηγητής διεθνών σχέσεων Χουσεΐν Μπαγκτζί δήλωνε ότι «αυτό θα φέρει κέρδη, τόσο στην εξωτερική πολιτική όσο και στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας» και ότι «αυτή η απόφαση είναι στο πλαίσιο της σταθερής πολιτικής της Τουρκίας, η οποία παραμένει στο πλευρό της Δύσης και των ΗΠΑ».Ομως οι ΗΠΑ δεν δείχνουν ιδιαίτερα ενθουσιασμένες. Ενας λόγος είναι ίσως το γεγονός ότι η Τουρκία διατηρεί ιδιαίτερες σχέσεις με έναν από τους πολέμαρχους της αφγανικής αντιπολίτευσης, τον Ρασίντ Ντοστούμ. Ο ουζμπέκος αυτός πολέμαρχος είχε αναζητήσει άσυλο στη Τουρκία όταν οι Ταλιμπάν νίκησαν τις δυνάμεις του το 1998. Εχοντας επιστρέψει σήμερα στο Αφγανιστάν αποκατέστησε τις σχέσεις του με τη Βόρεια Συμμαχία, η οποία πάντως τον αντιμετωπίζει με επιφύλαξη, λόγω των συχνών του αλλαγών πλεύσης.Τις τελευταίες μέρες, στελέχη της Βόρειας Συμμαχίας εκφράζουν έντονο προβληματισμό για τους ελιγμούς του Ντοστούμ, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ενδέχεται να τορπιλίσει τη συλλογική προσπάθεια.Απειλές για την ΚύπροΜέσα στο πλαίσιο αυτό, η τουρκική απόφαση φαίνεται να αντιμετωπίζεται περισσότερο σαν μια προσπάθεια αύξησης της επιρροής της στις ίδιες περιοχές που επιχειρούσε ο Εμβέρ Πασάς και λιγότερο ως δείγμα αξιοπιστίας της Τουρκίας ως συμμάχου περιφερειακής δύναμης.Ισως αυτή η συνειδητοποίηση εκ μέρους της Αγκυρας να έχει σχέση με τον εκνευρισμό που προδίδουν οι πρόσφατες δηλώσεις σχετικά με την Κύπρο και οι απειλές για προσάρτηση των κατεχομένων σε περίπτωση ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε.

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2001

Τα Βατερλό των Δογμάτων

Την ώρα που οι ΗΠΑ εμπλέκονταν στρατιωτικά στο Αφγανιστάν, αξιωματούχος του Πενταγώνου δήλωνε ότι η τακτική της Ουάσιγκτον στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας είναι «εξαιρετικά ρευστή» και παρατηρούσε ότι «τη διαμορφώνουμε στην πορεία»1.Είναι γεγονός ότι η 11η Σεπτεμβρίου ανάγκασε τις ΗΠΑ να αναθεωρήσουν τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τις πολεμικές επιχειρήσεις. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η τελευταία αναθεώρηση του αμερικανικού αμυντικού δόγματος, όπως διαμορφώθηκε στη μεταψυχροπολεμική εποχή προέβλεπε ότι οι ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ θα έπρεπε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν ταυτοχρόνως δύο μεγάλους πολέμους σε δύο διαφορετικά σημεία του πλανήτη, σε συνδυασμό με μικρότερες, χαμηλής έντασης επιχειρήσεις, κατά προτίμηση σε συνεργασία με «φίλους και συμμάχους». Ακόμα και αυτό το αναθεωρημένο δόγμα βρισκόταν εσχάτως υπό νέα αναθεώρηση, προκαλώντας έριδες ανάμεσα στη στρατιωτική ηγεσία που επέμενε στη διατήρηση της ικανότητας διεξαγωγής δύο πολέμων ταυτοχρόνως και την πολιτική ηγεσία που επιθυμούσε τη συρρίκνωση της δυνατότητας αυτής χάριν τολμηρών τεχνολογικών προγραμμάτων όπως η Στρατηγική Αμυντική Πρωτοβουλία (SDI).Η ύπαρξη «ασύμμετρων απειλών», ακόμα και με τη μορφή που πήρε η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου, δεν είχε αγνοηθεί από την αμερικανική ηγεσία. Επί προεδρίας Κλίντον ο όρος αναφερόταν συνεχώς σε όλες τις επίσημες εκθέσεις. Οπως γράφει το 1998 ο τότε υφυπουργός Αμύνης των ΗΠΑ, δρ Εντουαρντ Λ. Ουόρνερ, καταθέτοντας στην επιτροπή Εθνικής Ασφαλείας της Βουλής των αντιπροσώπων «λόγω της κυριαρχίας των ΗΠΑ στη συμβατική στρατιωτική αρένα, πολλοί αντίπαλοι ενδέχεται να επιλέξουν ασύμμετρους τρόπους, όπως χημικά και βιολογικά όπλα, πόλεμο πληροφορικής και τρομοκρατία για να εκμεταλλευτούν τις αδυναμίες των ΗΠΑ. Οπως και η Επιτροπή Εθνικής Ασφαλείας, πιστεύουμε ότι τέτοιου είδους εκμετάλλευση μπορεί να συμπεριλάβει απειλές στο έδαφος των ΗΠΑ από τρομοκράτες... Και επειδή ποτέ δεν ήμασταν σε θέση να προβλέψουμε με βεβαιότητα πώς θα είναι το μελλοντικό περιβάλλον στον τομέα της ασφάλειας, επισημάναμε ιδιαίτερα την πιθανότητα μη προβλέψιμων σεναρίων, απίθανων αλλά όχι αδύνατων γεγονότων που θα μπορούσαν να αλλάξουν σημαντικά το διεθνές περιβάλλον ασφαλείας και να απειλήσουν τα συμφέροντα των ΗΠΑ»2.Ομως η νέα κυβέρνηση Μπους αντιμετώπισε τις «ασύμμετρες απειλές» μόνο ως επιχείρημα προώθησης του προγράμματος SDI έναντι υποθετικών εξωτικών απειλών, όπως οι βαλλιστικοί πύραυλοι.Η ανατροπή που έφερε η υλοποίηση της «ασύμμετρης απειλής» μέσα στην καρδιά των ΗΠΑ οδήγησε στη συνειδητοποίηση ότι ο νέος πόλεμος που αντιμετωπίζει η χώρα «θα είναι ένα διαφορετικό είδος σύγκρουσης εναντίον ενός διαφορετικού εχθρού»3.Σύμφωνα με τον Ουίλιαμ Πφαφ, «αυτός ο πόλεμος είναι αχανής στις φιλοδοξίες του και παγκόσμιος σε εύρος, δεν μπορεί όμως να κερδηθεί με τους όρους που έχει διατυπώσει μέχρι στιγμής η Ουάσιγκτον» και έρχεται σε αντίθεση με το πρόσφατα αναθεωρημένο αμερικανικό αμυντικό δόγμα που απαιτεί «ξεκάθαρη διατύπωση εφικτών πολιτικών στόχων και όρων, κάτω από τους οποίους οποιαδήποτε επέμβαση θα τερματιστεί»4.Αυτό που προκάλεσε τη σύγχυση είναι η ένταση και η μορφή με την οποία οι ΗΠΑ γνώρισαν στην πράξη τον «ασύμμετρο πόλεμο». Μέχρι τότε τον γνώριζαν από τον ορισμό που έδινε η αμερικανική Υπηρεσία Προωθημένων Προγραμμάτων Αμύνης (DARPA): «Πολεμικές ενέργειες με λιγότερους και δύσκολο να προσδιοριστούν στόχους, στις οποίες συμμετέχουν μικρότεροι αριθμοί δραστών ή/και συμμετεχόντων, με τη χρήση ανορθόδοξων τακτικών που συχνά έχουν μεγάλες επιπτώσεις (πολιτικές ή υλικές) σχετικά με το επίπεδο της ισχύος που χρησιμοποιείται»5.Ετσι, όταν ο υπουργός Αμυνας των ΗΠΑ, Ντόναλντ Ράμσφελντ, δήλωνε ότι «αυτό στο οποίο έχουμε εμπλακεί είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που ο κόσμος σκέφτεται όταν χρησιμοποιεί τη λέξη «"πόλεμος" ή "εκστρατεία" ή "σύγκρουση". Θα χρειασθεί να δημιουργήσουμε ένα νέο λεξιλόγιο και μια νέα δομή σκέψης»6, είναι προφανές ότι εξέφραζε εν μέρει τον προβληματισμό -ή την αμηχανία- της αμερικανικής κυβέρνησης.Δεν είναι λοιπόν περίεργο το ότι η αρχική αμερικανική αντίδραση σε στρατιωτικό επίπεδο δεν ήταν παρά μια εφαρμογή της συνταγής που είχε διαμορφωθεί στη μεταψυχροπολεμική εποχή, και ιδίως μετά τον Πόλεμο του Κόλπου. Μια προσέγγιση που σταδιακά διαπιστώνεται ότι δεν είναι η πλέον κατάλληλη, όπως είχε προειδοποιήσει ο αναλυτής του ινστιτούτου Κάρνεγκι, Ανατόλ Λίβεν: «Ο άλλος παράγοντας που πρέπει να εξεταστεί είναι τα πιθανά αποτελέσματα σε περίπτωση που ο παραδοσιακός τρόπος των ΗΠΑ για τη διεξαγωγή χερσαίου πολέμου επαναληφθεί. Διότι αυτός συνίσταται στον περιορισμό των απωλειών μεταξύ των αμερικανικών δυνάμεων με την ανάπτυξη συντριπτικής ισχύος πυρός, με συχνά καταστροφικά αποτελέσματα για τον τοπικό άμαχο πληθυσμό....»7.Κάτω από την ψυχολογική φόρτιση του πλήγματος στο μητροπολιτικό έδαφος, οι ΗΠΑ δείχνουν τώρα έτοιμες να ξεπεράσουν τη μετά το Βιετνάμ αποστροφή απέναντι στην ύπαρξη απωλειών, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια περιορισμού τους, συνδυάζοντας τη χρήση χερσαίων δυνάμεων με την ανάπτυξη «συντριπτικής ισχύος πυρός». Οπως δήλωσε ο Ράμσφελντ και επανέλαβε ο Τζορτζ Μπους, «λυπάμαι που θα το πω, αλλά αυτός δεν θα είναι ένας αντισηπτικός πόλεμος. Θα είναι δύσκολος. Θα είναι επικίνδυνος. Και όπως συνειδητοποιούμε -και λυπάμαι που το λέω- υπάρχει η πιθανότητα ότι θα χαθούν και άλλοι άνθρωποι»8.Ο πόλεμος που ήδη διεξάγεται στο Αφγανιστάν έχει χαρακτηριστεί ως ο «πρώτος πόλεμος» στη μακροχρόνια εκστρατεία κατά της τρομοκρατίας. Κάποιοι από τους επόμενους μπορεί να αποτελέσουν αποτέλεσμα σχεδιασμού εκ μέρους των ΗΠΑ, κάποιοι άλλοι ενδέχεται να προκύψουν ως αποτέλεσμα της αντίδρασης του αόρατου αντιπάλου. Η προοπτική αυτή δεν επιτρέπει πλέον στην κυβέρνηση Μπους να περιορίσει τις δυνατότητες των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στη διεξαγωγή ταυτοχρόνως δύο πολέμων. Αντιθέτως, οι δυνατότητες αυτές πρέπει να ενισχυθούν. Σε αυτές θα προστεθούν άλλες που στο παρελθόν έχουν συζητηθεί, χωρίς όμως να υλοποιηθούν. Σε αυτές περιλαμβάνεται η ενίσχυση των δυνατοτήτων πληγμάτων ακριβείας σε μεγάλες αποστάσεις, η περαιτέρω ανάπτυξη των δυνατοτήτων πληροφορικού πολέμου, η ενίσχυση των δυνατοτήτων στρατηγικών πληγμάτων χωρίς τη χρήση πυρηνικών όπλων, και κυρίως η αύξηση της ικανότητας των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων να αντιδρούν και να αναπτύσσονται με μεγάλη ταχύτητα όπου απαιτηθεί σε συνδυασμό με την αποτελεσματική άμυνα του εδάφους των ΗΠΑ στην οποία οι ένοπλες δυνάμεις θα κληθούν να παίξουν μεγαλύτερο ρόλο9.Ενα από τα βασικά στοιχεία έχει ήδη δρομολογηθεί από το πρόγραμμα Joint Vision 2010 (Κοινό Οραμα 2010) που ξεκίνησε επί προεδρίας Κλίντον και προβλέπει την αναβάθμιση της ικανότητας των ενόπλων δυνάμεων «να συλλέγουν, να επεξεργάζονται και να μεταδίδουν πληροφορίες σχετικές με τη μάχη»10.Σε ό,τι αφορά τις δυνατότητες ταχείας ανάπτυξης, αυτές θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τα σημεία ανάπτυξης των αμερικανικών δυνάμεων. Οπως επισημαίνει ο δρ Κρεπίνεβιτς, «οι ΗΠΑ θα πρέπει να αναπτύξουν ένα νέο σύστημα κριτηρίων για την παγκόσμια δομή των βάσεων. Ο σχεδιασμός των βάσεων, όπως έχει σήμερα, είναι αποτέλεσμα των εμπειριών μας στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και, σε μικρότερο βαθμό, στον Ψυχρό Πόλεμο... Το επίκεντρο του βασικού στρατιωτικού ανταγωνισμού απομακρύνεται από την Ευρώπη προς το τόξο της νοτιοανατολικής Ασίας11».Πέραν της γεωγραφικής θέσης, κριτήριο για την αναδιάταξη των αμερικανικών βάσεων θα είναι και η δυνατότητα πρόσβασης που θα προσφέρουν οι διάφορες χώρες, τόσο αυτές που θα παραχωρούν βάσεις όσο και αυτές που θα παρεμβάλλονται ανάμεσα στις βάσεις αυτές και τις περιοχές που θεωρούνται κρίσιμες. Τα πρώτα βήματα για την απόκτηση βάσεων, με αφορμή τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, έχουν ήδη γίνει. Ο πόλεμος αυτός είναι άλλωστε ο πρώτος που διεξάγουν οι ΗΠΑ σε χώρα προς την οποία δεν έχουν άμεση πρόσβαση από τη θάλασσα, κάτι που προάγει τη συνειδητοποίηση της ανάγκης απεξάρτησης από τις Ομάδες Μάχης Αεροπλανοφόρων.

Σημειώσεις1. NBC, 9 Οκτωβρίου 2001.2. Κατάθεση στην υποεπιτροπή Στρατιωτικού Προσωπικού της Επιτροπής Εθνικής Ασφάλειας της Βουλής, 29/1/1998.3. Τζορτζ Μπους, 15/9/2001, Washington File.4. International Herald Tribune, 27/9/2001.5. Jane's Intelligence Review, Οκτώβριος 2000.6. Washington File, 20/9/2001.7. Anatol Lieven, Fighting Terrorism, Lessons from the Cold War, Carnegie Endowment for International Peace.8. Ενημέρωση υπουργείου Αμύνης ΗΠΑ, 25/9/2001.9. Dr. Andrew F. Krepinevich jr. «Beyond the Two-MTW Posture», House Armed Services Committee.10. William S. Cohen, Statement in Connection with the FY 2001 Defence Budget, House Armed Services Committee.11. Dr. Andrew F. Krepinevich jr. «Beyond the Two-MTW Posture», House Armed Services Committee.

Γιατί η Δύση πήρε τ' όπλο της

Οι βόμβες πέφτουν στο Αφγανιστάν και η τηλεοπτικού τύπου προσοχή, αυτή που παρακολουθεί απλώς την εντυπωσιακή επιφάνεια των πραγμάτων, είναι στραμμένη στο κατά πόσον οι επιχειρήσεις θα συνεχιστούν ή όχι στο Ραμαζάνι ή κατά τη διάρκεια του χειμώνα και στο αν οι ΗΠΑ θα καταφέρουν ή όχι να βάλουν στο χέρι τον Οσάμα Μπιν Λάντεν.Στο πλαίσιο της επίπεδης αυτής λογικής, ο πόλεμος ξεκίνησε με την πρώτη αμερικανική ή βρετανική βόμβα που έπεσε στο Αφγανιστάν και όχι στις 11 Σεπτεμβρίου, με τις επιθέσεις στη Νέα Υόρκη και την Ουάσιγκτον. Η σκοπίμως απλουστευτική λαϊκιστική λογιστική που διοχετεύεται από τις πολιτικές ηγεσίες των ΗΠΑ και πολλών συμμάχων τους θέλει να δίνει σάρκα, οστά και ονοματεπώνυμο στον εκάστοτε αντίπαλο. Σήμερα είναι ο Οσάμα Μπιν Λάντεν, χθες ο Μιλόσεβιτς, προχθές ο Σαντάμ. Ακόμα και αναδρομικά, ο πόλεμος κατά της ναζιστικής Γερμανίας θεωρείται πλέον «πολιτικώς ορθό» να αναφέρεται ως πόλεμος κατά του Χίτλερ.Η προπαγανδιστική αυτή ρητορική μπορεί να εξασφαλίζει το μέγιστο της υποστήριξης και το ελάχιστο των επιφυλάξεων, εμποδίζει όμως την πλήρη κατανόηση της κατάστασης έστω και αν τα ίδια στόματα κάνουν σχετικές νύξεις (που θα μπορούσαν να αποτελέσουν μελλοντικό άλλοθι).Ενθεν κακείθεν του Ατλαντικού, οι δηλώσεις περί δεκαετούς ή διετούς πολέμου είναι πολλές. Αρχισαν να περιορίζονται μόνο όταν διαπιστώθηκε ότι προκαλούσαν σύγχυση. Οταν δηλαδή θεωρήθηκε ότι αφορούν τον άμεσα προβαλλόμενο πόλεμο στο Αφγανιστάν ή, το πολύ, τον αγώνα κατά της οργάνωσης «Αλ Κάιντα», όπου γης.Ομως ο Μπιν Λάντεν, η «Αλ Κάιντα», οι Ταλιμπάν και το Αφγανιστάν δεν είναι παρά ένα σύμπτωμα, μια αρχική φάση σε έναν ευρύτερο πόλεμο με παγκόσμιες κοινωνικές επιπτώσεις που ξεκίνησε εκρηκτικά την 11η Σεπτεμβρίου, αλλά προετοιμαζόταν επί χρόνια, όπως επί χρόνια καταβάλλονταν προσπάθειες πρόληψής του. Προσπάθειες που ήταν καταδικασμένες σε αποτυχία, όπως κάθε προηγούμενη προσπάθεια κατασκευής αναχωμάτων στην εξέλιξη της Ιστορίας.Αυτό που έδειξε η 11η Σεπτεμβρίου είναι ότι η παγκόσμια κοινωνία βρέθηκε σε μια νέα καμπή, σε μεγάλο βαθμό καθοριζόμενη από τις τεχνολογικές εξελίξεις. Κάτι παρόμοιο είχε συμβεί κατά το 18ο και κυρίως στο 19ο αιώνα, όταν η διάδοση της πυρίτιδας στην Ευρώπης έφθασε σε σημείο ώστε να καθιστά τα ατομικά πυροβόλα όπλα προσιτά στους πάντες. Μέχρι τότε οι ειδικές στρατιωτικές ικανότητες που χρειαζόταν η μάχη με σπαθιά και λόγχες απαιτούσε συνεχή εκπαίδευση, το κόστος της οποίας μπορούσαν να αντιμετωπίσουν μόνο οι υποταγμένοι σε κάποιον ηγεμόνα στρατοί. Αγρότες ή και αστοί δεν μπορούσαν σε καμία περίπτωση να αντιμετωπίσουν τους επαγγελματίες της στρατιωτικής βίας. Ακόμα και με την εισαγωγή της πυρίτιδας, το πλεονέκτημα ανήκε στους επίσημους στρατούς που μόνοι αυτοί μπορούσαν να προμηθευτούν τα πανάκριβα και παραγόμενα υπό αυστηρό έλεγχο κανόνια.Τα πράγματα άλλαξαν όταν η πρόοδος της τεχνολογίας έφερε τα μουσκέτα. Ενας νεαρός αγρότης, ένας γέροντας ή μια γυναίκα, μπορούσε με μεγάλη ευκολία να αντιπαρατεθεί ακόμα και στον ικανότερο πολεμιστή. Αυτό το εργαλείο επέτρεψε στο 19ο αιώνα να χαρακτηριστεί ο «αιώνας των επαναστάσεων».Ακολούθησε μια περίοδος που η αιχμή της τεχνολογικής εξέλιξης δεν ήταν άμεσα προσβάσιμη στους πολίτες. Σιδηρόδρομοι, άρματα μάχης, αεροσκάφη, πύραυλοι, πυρηνικά όπλα, έδωσαν πάλι στα επίσημα κράτη το συντριπτικό προβάδισμα σε κάθε βίαιη αντιπαράθεση. Οι διάφορες επαναστάσεις-συγκρούσεις περιορίστηκαν σε τοπικό επίπεδο και σε περιοχές όπου η κοινωνία δεν είχε απομακρυνθεί πολύ από την αρχική ή ενδιάμεση βιομηχανική φάση (π.χ. Αφρική).Στη σημερινή μεταβιομηχανική εποχή, η οποία συνεπάγεται πολλά απ' όσα ρίπτονται στο χωνευτήρι της έννοιας «παγκοσμιοποίηση», ο βασικός συντελεστής παραγωγής και, άρα το βασικό όπλο, είναι πλέον η πληροφορία και βασική πλουτοπαραγωγική δραστηριότητα είναι η διακίνησή της. Αυτό καθιστά τις πληροφορίες, την τεχνογνωσία, τη μετακίνηση κεφαλαίων, προσβάσιμες σχεδόν στους πάντες, πέρα από τα όρια ενός «ιερατείου» κατά κανόνα στην υπηρεσία του όποιου status quo. Επιτρέπει λοιπόν στην οποιαδήποτε ομάδα, εντός ή πέραν εθνικών συνόρων, θεωρεί ότι έχει επαρκείς λόγους να τη χρησιμοποιήσει προς αμφισβήτηση αυτού του status quo. Η προοπτική αυτή είχε γίνει εδώ και χρόνια αντιληπτή από τους έχοντες το συμφέρον διατήρησης της ηγεμονίας τους.Οι σαμουράι της φεουδαλικής Ιαπωνίας χρησιμοποίησαν αρχικά την πυρίτιδα για τους δικούς τους στόχους αλλά στη συνέχεια απαγόρευσαν πλήρως τη χρήση της επί 250 χρόνια, φοβούμενοι αυτό που εν τέλει αποδείχθηκε πραγματικότητα: ότι η χρήση της θα εξίσωνε τους ευγενείς μαχητές με το χύδην όχλο και θα οδηγούσε στην ανατροπή του φεουδαλικού συστήματος. Κάτι παρόμοιο έκαναν οι σημερινοί κυρίαρχοι σε παγκόσμιο επίπεδο, η λεγόμενη «Δύση» με την ευρεία έννοια και ο πέραν του Ατλαντικού επικυρίαρχος, αναζητώντας τρόπους «ελέγχου» των πληροφοριών και της τεχνολογίας που ήταν καλή όσο παρέμενε στον αποκλειστικό έλεγχό της αλλά θα μπορούσε να της δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στα χέρια συμφερόντων «εκτός συστήματος».Η 11η Σεπτεμβρίου έδειξε ότι οι προσπάθειες πρόληψης δεν τελεσφόρησαν και θα πρέπει να συμπληρωθούν με καταστολή. Η καταστολή αυτή μοιραία ξεκίνησε από τον Μπιν Λάντεν, την «Αλ Κάιντα» και τον περίγυρό τους. Πέραν όμως των στρατιωτικών επιχειρήσεων που στοχεύουν αυτή τη στιγμή το Αφγανιστάν, διεξάγονται πολιτικές, οικονομικές και άλλες επιχειρήσεις που δεν αφορούν μόνο την οργάνωση «Αλ Κάιντα», αλλά και όλο το πλαίσιο αυτού που περιγράφεται με τον αόριστο και ευέλικτο όρο «τρομοκρατία».Το σχήμα αυτό προσφέρεται και σε μια ακόμα ιστορική αναλογία, την αντιμετώπιση της πειρατείας. Οπως ο Μπιν Λάντεν είναι σε μεγάλο βαθμό δημιούργημα της αντιπαράθεσης Δύσης - Ανατολής κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, που στη συνέχεια ακολούθησε τη δική του ατζέντα, έτσι και οι πειρατές ήταν κάποτε δημιούργημα της αντιπαράθεσης των μεγάλων αποικιακών δυνάμεων (Βρετανίας, Ισπανίας, Γαλλίας). Οταν σταδιακά αυτονομήθηκαν, αντιμετωπίστηκαν μέχρι πλήρους εξαλείψεώς τους απ' όλες τις δυνάμεις αυτές ενωμένες προ του κινδύνου ανατροπής τού τότε παγκόσμιου status quo.Με την ίδια έννοια, η σημερινή συσπείρωση κρατών κατά της «τρομοκρατίας», παρά τις μεταξύ τους οξύτατες διαφορές και τα συγκρουόμενα επιμέρους συμφέροντα, αποτελεί αναγκαστική υποταγή στο υπέρτατο συμφέρον. Καμία κυβέρνηση-ηγεσία δεν επιθυμεί το «χάος», δηλαδή την απώλεια του ελέγχου εκ μέρους της. Ανεξαρτήτως πολιτικής, πολιτισμικής ή γεωπολιτικής θέσης, ο αντίπαλος είναι ο ίδιος: η εμφάνιση υπολογίσιμων αντιπάλων εκτός του δομημένου διεθνούς συστήματος. Η σημερινή φάση της αντιπαράθεσης με μια μερίδα ακραίων ισλαμιστών είναι λοιπόν καθαρά συγκυριακή. Για κάποιους λόγους, ιστορικά ερμηνεύσιμους, αυτοί είναι που επέλεξαν να διεκδικήσουν πρώτοι έναν ανατρεπτικό ρόλο. Η στόχευσή τους είναι άσχετη με τα όποια πολιτισμικά χαρακτηριστικά τους.Ομως η ίδια η διαδικασία της αντιμετώπισής τους, σε συνδυασμό με την προβολή της ταυτότητάς τους από τους ίδιους, απειλεί να εισαγάγει γραμμές αντιπαράθεσης στο πολιτισμικό-θρησκευτικό επίπεδο, κάτι που θα αναιρούσε ή και θα αντέστρεφε την προσπάθεια εξουδετέρωσής τους. Θα υπονόμευε επίσης τη συνολική προσπάθεια να καταπνιγεί στη γέννησή της η τάση αμφισβήτησης του διεθνούς status quo από τον οποιονδήποτε.Ο κίνδυνος αυτός ενυπάρχει και στην ευρύτερη προσπάθεια, προληπτική με κατασταλτικά στοιχεία, που ξεκινά σε ευρύτερο επίπεδο στο πλαίσιο αυτού που αποκαλείται απλουστευτικά ως «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» διεθνώς. Μέτρα περιστολής ελευθεριών χάριν αντιμετώπισης του μείζονος εχθρού ενδέχεται να ενισχύσουν τις τάξεις του.Μια φάση αντιτρομοκρατικού μακαρθισμού έχει ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται στις ΗΠΑ, μόνο που τώρα στόχος δεν είναι «οι κομμουνιστές ανάμεσά μας», αλλά «οι τρομοκράτες ανάμεσά μας».Η τάση αυτή εμφανίζεται πολύ πιο ήπια στην Ευρώπη, όπως συνέβαινε και την εποχή του ψυχρού πολέμου. Διότι είναι προφανές ότι με τα θερμά επεισόδια στις ΗΠΑ και το Αφγανιστάν εγκαινιάζεται μια μακροχρόνια περίοδος ψυχρού πολέμου, με διαφορετικούς παίκτες από κάθε πλευρά και ίσως λιγότερο εύκολα αναγνωρίσιμους. Οπως και στην εποχή του παλιού Ψυχρού Πολέμου, δεν θα λείψουν τα θερμά επεισόδια κυρίως στα σημεία εκείνα της υδρογείου όπου η κατεστημένη τάξη απειλείται, απειλώντας στη συνέχεια με το φαινόμενο του «ντόμινο» του οποίου η ανάσχεση στοίχισε τόσα πολλά σε χώρες όπως το Βιετνάμ.

Βιβλιογραφικές σημειώσεις1. John Keegan, «Η Ιστορία του πολέμου»2. F. Allen, «Influence of Technology on war»3. Marx, «Das Kabinett von Washington und die Westmaechte», Die Press, 25/12/18614. Alvin Toffeler, «Power Shift»5. Παναγιώτης Κονδύλης, «Θεωρία του Πολέμου»6. Engels, «Die Aussichten des Krieges», The Pall Mall Gazette, 8/12/18707. Φιλιπ Γκοσέ, «Η Ιστορία της πειρατείας».

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2001

Δολοφόνοι με ευαισθηCIA

«Ζητούνται άτομα που επιθυμούν κάτι περισσότερο από μια απλή εργασία... με διάθεση για περιπέτεια... ισχυρή προσωπικότητα... ανώτερες πνευματικές ικανότητες... και το μέγιστο βαθμό προσωπικής ακεραιότητας».Η αγγελία αυτή που δημοσιεύεται σε αμερικανικά πανεπιστήμια φέρνει σήμερα πάνω από 500 αιτήσεις προσλήψεως την ημέρα στη CIA.Η έξαρση του πατριωτισμού στις ΗΠΑ σε συνδυασμό με την οικονομική ύφεση που περιορίζει τις δυνατότητες απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα, οδηγεί πολλούς απόφοιτους πανεπιστημίων να προτιμήσουν τη CIA.Νέοι με προσόνταΗ CIA, η οποία ζητά σήμερα να προσλάβει νέους υπαλλήλους, κυρίως ανθρώπους που έχουν μελετήσει τη Μέση Ανατολή ή την Κεντρική Αφρική και μιλούν τις τοπικές γλώσσες, δεν είναι αυτή που ήταν πριν από 45 ημέρες, όταν χαρακτηριζόταν ως μια «ξεδοντιασμένη» οργάνωση.Σήμερα ανακτά ακόμα και τη δυνατότητα διάπραξης δολοφονιών στο εξωτερικό, μια δραστηριότητα που απαγορεύτηκε από το 1975, μετά τις έρευνες της επιτροπής Τσερτς.Οπως έγραψε η αμερικανική εφημερίδα «Ουάσιγκτον Ποστ», ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους, έδωσε ξεκάθαρη εντολή στη CIA να προχωρήσει στην εξόντωση του Οσάμα Μπιν Λάντεν και άλλων στελεχών της οργάνωσής του, παρέχοντάς της μάλιστα πρόσθετη χρηματοδότηση ύψους ενός δισ. δολαρίων.Η CIA δεν ήταν πρόθυμη να αναλάβει πάλι επιχειρήσεις δολοφονίας στο εξωτερικό. Τα στελέχη της φοβούνται ότι θα βρεθούν κατηγορούμενα για ό,τι δεν πάει καλά.Οπως σχολιάζει ο πρώην υποδιευθυντής της CIA, Γκάνον, «θα ήθελα οι οδηγίες του προέδρου να είναι περισσότερο σαφείς συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων. Πρέπει να έχει κανείς την υποστήριξη των πολιτικών έτσι ώστε οι άνθρωποι των μυστικών υπηρεσιών να μη βρεθούν εκτεθειμένοι».Σύμφωνα με πληροφορίες, προκειμένου να παρακαμφθούν οι αντιρρήσεις ο πρόεδρος Μπους υπέγραψε μια εντολή στην οποία διευκρινίζεται ότι η ευθύνη ανήκει πλήρως στον ίδιο τον πρόεδρο και τους συμβούλους του.Η εντολή στηρίζεται σε μια παρόμοια που είχε υπογράψει ο Κλίντον, μετά τις βομβιστικές επιθέσεις στις πρεσβείες των ΗΠΑ στην Κένυα και την Τανζανία με στόχο την Αλ Κάιντα.Πάντως πολλοί αμφιβάλουν για την ικανότητα της CIA να οργανώσει τέτοιου είδους επιχειρήσεις. Ηδη, παρά τις προσπάθειες, η υπηρεσία απέτυχε να οργανώσει την εκτέλεση του Μπιν Λάντεν στα τρία χρόνια που πέρασαν από την εντολή Κλίντον, παρά το γεγονός ότι παρουσιάστηκαν κάποιες ευκαιρίες.Οι επιδόσεις της δεν ήταν καλύτερες πριν από το 1975. Πράκτορες της CIA προσπάθησαν πολλές φορές να δολοφονήσουν τον Φιντέλ Κάστρο, χρησιμοποιώντας μικρόβια που είχαν τοποθετήσει μέσα στα αγαπημένα του πούρα, ή κοχύλια παγιδευμένα με εκρηκτικά, ακόμα και μια στολή δύτη εμποτισμένη με δηλητήριο. Αλλες αποτυχημένες προσπάθειες έγιναν στην κεντρική Αμερική, την Αφρική και το Ιράν.Οπως σχολιάζει ο συγγραφέας ενός βιβλίου για τη CIA, ο Τζέφρι Ρίτσελσον, «ποτέ δεν κατάφεραν να σκοτώσουν κανένα. Ηταν η συμμορία που δεν μπορούσε να σημαδέψει».Τίποτα δεν δείχνει ότι η σημερινή υπηρεσία είναι σε καλύτερη κατάσταση. Αντιθέτως, δέχεται πανταχόθεν επικρίσεις για την αδυναμία της να προβλέψει για την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου, στις οποίες απαντά ότι είχε δώσει στοιχεία στο FBI, το οποίο δεν τα αξιοποίησε.Κατηγορείται ακόμα και για την αδυναμία της να προστατεύσει τον ηγέτη της αφγανικής αντιπολίτευσης, Αμπντούλ Χακ, τον μοναδικό αξιόπιστο παστούν ηγέτη που πολεμούσε κατά των Ταλιμπάν, ο οποίος συνελήφθη και εκτελέστηκε μία μόλις ημέρα μετά την είσοδό του στο Αφγανιστάν.

Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2001

Μια παράπλευρη διένεξη

Από τη στιγμή που η προσοχή των ΗΠΑ επικεντρώθηκε στο Αφγανιστάν, προϋποθέτοντας τη μέγιστη συνεργασία εκ μέρους του Πακιστάν, οι πάντες προέβλεπαν ότι θα υπάρξει εκτόνωση της μόνιμης έντασης ανάμεσα στο Πακιστάν και την Ινδία για το θέμα του Κασμίρ, καθώς η Ουάσιγκτον θα πίεζε προκειμένου να μη διαταραχθούν τα δικά της πλέον συμφέροντα.Κάτω από αυτή την οπτική, ήταν περίεργο το γεγονός ότι τη στιγμή που ο αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Κόλιν Πάουελ, επισκεπτόταν το Πακιστάν και την Ινδία για να ζητήσει «να χαμηλώσουν οι τόνοι» , οι ινδικές δυνάμεις βομβάρδισαν με πυροβολικό μεθοριακά φυλάκια του Πακιστάν, κάτι που είχε να συμβεί πάνω από 10 μήνες.Τριπλό μήνυμαΕίναι προφανές ότι οι ινδικοί βομβαρδισμοί έστελναν μια προειδοποίηση. Με τον τρόπο αυτό, το Νέο Δελχί υπενθύμιζε αφενός στην Ουάσιγκτον τη δική του σημασία και αφετέρου ότι η Ινδία θα συνεχίσει το δικό της πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. Κυρίως όμως ήθελε να τονίσει ότι δεν πρόκειται να αποδεχθεί τη μεσολάβηση των ΗΠΑ σε ένα θέμα που θεωρεί εσωτερικό της.«Θέλουν να δείξουν στις ΗΠΑ ότι δεν πρέπει να κάνουν παραλληλισμούς ανάμεσα στην Παλαιστίνη και το Κασμίρ και να πουν ότι μπορούν να λύσουν μόνοι τους τα προβλήματά τους», σχολιάζει ο ειδικός σε θέματα Αμύνης, Μασούντ Χουσαΐν.Σκοπός της επίσκεψης Πάουελ δεν ήταν μόνο η ρύθμιση των θεμάτων που αφορούν τις αμερικανικές επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν. Ενας από τους βασικούς στόχους της ήταν να καθησυχάσει (ή να ανταμείψει) το Πακιστάν φροντίζοντας για την εκτόνωση της όποιας απειλής αισθάνεται εκ μέρους της Ινδίας και παράλληλά να πείσει την Ινδία ότι η σημασία που έχει αποκτήσει για τις ΗΠΑ η συνεργασία με το Πακιστάν δεν θα οδηγήσει σε παραγκωνισμό της.Ο ΠάουελΟι πρώτες ενδείξεις που πήρε το Νέο Δελχί κάθε άλλο παρά ικανοποιητικές ήταν. Ο αμερικανός υπουργός Εξωτερικών υιοθέτησε τη βασική θέση του Πακιστάν, σύμφωνα με την οποία το θέμα του Κασμίρ βρίσκεται στο επίκεντρο των σχέσεων ανάμεσα στην Ινδία και το Πακιστάν. Με τη θέση διαφωνεί η Ινδία.Παρ' όλ' αυτά, ο Κόλιν Πάουελ παρέμεινε στο ίδιο πνεύμα κατά την επίσκεψή του στο Νέο Δελχί, προσφέροντας τη «βοήθεια» των ΗΠΑ αν το επιθυμούν οι δύο.Την μεσολάβηση των ΗΠΑ ή του ΟΗΕ για το θέμα του Κασμίρ ζητεί το Ισλαμαμπάντ, ενώ η Ινδία επιμένει ότι δεν τίθεται θέμα συζήτησης για το Κασμίρ, καθώς αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της επικράτειάς της.Ακόμα χειρότερα για τις αμερικανικές προσπάθειες εξισορρόπησης, το Απελευθερωτικό Μέτωπο Τζαμού και Κασμίρ που ζητεί την αυτονομία του Κασμίρ, έστειλε συγχαρητήρια στον Πάουελ.Η Ινδία θεωρεί ότι στο Κασμίρ αντιμετωπίζει τρομοκρατία εισαγόμενη και υποστηριζόμενη από το Πακιστάν και θεωρεί ότι ο πόλεμος κατά της τρομοκρατίας που έχουν κηρύξει οι ΗΠΑ πρέπει να επεκταθεί και εκεί.Το αντίβαροΣτο σημείο αυτό βρίσκεται και το αντίβαρο που πρόσφερε ο Πάουελ στην Ινδία, εξισορροπώντας την υιοθέτηση των πακιστανικών θέσεων. Κατά την επίσκεψή του στο Νέο Δελχί υπέγραψε συμφωνία για τη συνεργασία ΗΠΑ - Ινδίας στην αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.Τα όποια θετικά αποτελέσματα της επίσκεψης Πάουελ σε ό,τι αφορά την ένταση ανάμεσα στην Ινδία και το Πακιστάν δεν ήταν άμεσα ορατά. Ενώ ακόμα βρισκόταν στο Νέο Δελχί, οι δύο χώρες συγκέντρωναν στρατιωτικές δυνάμεις στα σύνορά τους.

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2001

Αγώνας δρόμου για μια θέση στη νέα τάξη πραγμάτων

Αυτό δεν μπορούσε να το φανταστεί κανείς. Το ΝΑΤΟ δημιουργήθηκε για να προστατεύει την Ευρώπη με τη βοήθεια των ΗΠΑ, όχι για να προστατεύει τις ΗΠΑ με τη βοήθεια της Ευρώπης.
Αεροσκάφη AWACS του ΝΑΤΟ ήδη πέταξαν πάνω από το αμερικανικό έδαφος, προκειμένου να το προστατεύσουν από νέες επιθέσεις, αποδεσμεύοντας αντίστοιχα αμερικανικά που χρησιμοποιούνται στις επιχειρήσεις κατά του Μπιν Λάντεν και των Ταλιμπάν. Οι ευρωπαϊκές χώρες του ΝΑΤΟ ενεργοποιούν το άρθρο 5 λόγω επίθεσης που δέχθηκαν οι ΗΠΑ και όχι κάποια ευρωπαϊκή χώρα. Και η επίθεση αυτή δεν είναι ένα πυρηνικό πλήγμα από την ΕΣΣΔ, δηλαδή δεν είναι το μοναδικό άμεσο πλήγμα κατά των ΗΠΑ το οποίο μπορούσε να φανταστεί κανείς στην περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.Αυτή η πλήρης αλλαγή σκηνικού, σε συνδυασμό με την προσπάθεια συγκράτησης των αμερικανικών αντιδράσεων, εξηγεί τη σπουδή με την οποία οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι των ΗΠΑ έσπευσαν να συνταχθούν με τον υπερατλαντικό τους σύμμαχο, πλειοδοτώντας, πολλοί απ' αυτούς, σε προσφορά διευκολύνσεων αλλά και στρατιωτικών δυνάμεων. Οι πάντες γνωρίζουν ότι η προσφορά δυνάμεων στις ΗΠΑ έχει κυρίως συμβολική σημασία. Ακόμη και η ηχηρή βρετανική συμμετοχή στην πρώτη μέρα των αμερικανικών βομβαρδισμών στο Αφγανιστάν ήταν συμβολική. Οι ΗΠΑ δεν είχαν στην πραγματικότητα ανάγκη ακόμη ένα υποβρύχιο για να εκτοξεύσει έναν ή δύο πυραύλους. Για τις ΗΠΑ, αυτό που κυρίως έχει σημασία είναι η πολιτική υποστήριξη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν χρειάζονται κάποιες διευκολύνσεις διοικητικής μέριμνας ή τη συμβολή ορισμένων εξειδικευμένων μικρών μονάδων.Η συμμετοχή της ΕυρώπηςΟι χώρες της Ευρώπης χρειάζονται τη δική τους συμμετοχή στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας», πολύ περισσότερο απ' ό,τι την χρειάζονται οι ΗΠΑ. Πρέπει να διαφυλάξουν τον όποιο ρόλο τους στη διεθνή σκηνή και, αν είναι δυνατόν, να τον ενισχύσουν. Οι εξελίξεις που άρχισαν στις 11 Σεπτεμβρίου με την επίθεση κατά των ΗΠΑ ενισχύουν και επιταχύνουν την ήδη διαγραφόμενη τάση μεταφοράς του γεωστρατηγικού ενδιαφέροντος από την Ευρώπη -έστω και τη Μέση Ανατολή, που βρίσκεται στο κατώφλι της Ευρώπης- στην Ασία. Χώρες όπως η Κίνα, η Ινδία, το Πακιστάν, η Ινδονησία, η Μαλαισία, κάποιες πρώην σοβιετικές δημοκρατίες και, βεβαίως, η μεγαλύτερη ασιατική χώρα, η Ρωσία, αρχίζουν να αποκτούν σημαντικότερο ρόλο απ' ό,τι η Γερμανία, η Γαλλία, η Ιταλία, ακόμη και η Βρετανία.Μέχρι τώρα, η διαφαινόμενη πρόθεση των ΗΠΑ να απεμπλακούν από περιοχές ήσσονος γι' αυτές σημασίας, όπως τα Βαλκάνια, προκειμένου να μεταφέρουν πόρους στις κρισιμότερες περιοχές της Ασίας, προκαλούσε την έντονη αγωνία των Ευρωπαίων. Οι αντιδράσεις τους ανάγκασαν τη νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ να προχωρήσει σε ολόκληρη εκστρατεία διαβεβαιώσεων ότι δεν πρόκειται κάτι τέτοιο να συμβεί αμέσως και, πάντως, όχι με μονομερείς αποφάσεις της Ουάσιγκτον.Το τοπίο άλλαξε άρδην μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Προσαρμόζοντας τη στάση της στη διαμορφούμενη πραγματικότητα, αντιλαμβανόμενη ότι δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντά της δίνοντας μάχες εκεί όπου είναι βέβαιο ότι θα ηττηθεί, η Ευρώπη επιλέγει πλέον να προβάλει τη χρησιμότητά της, προσφέροντας δικές της δυνάμεις για να αντικαταστήσουν τις αμερικανικές, οι οποίες ενδεχομένως θα αποχωρήσουν από τα Βαλκάνια για να συμμετάσχουν στο «νέο πόλεμο της Αμερικής».Ρωσία, η κερδισμένηΗ πρώτη χώρα που αντελήφθη την ευκαιρία ανάκτησης σοβαρού ρόλου στις διεθνείς εξελίξεις είναι Ρωσία. Η πορεία απ' ευθείας συνεννόησης ανάμεσα στη Μόσχα και την Ουάσιγκτον που άρχισε την άνοιξη, λίγο πριν από τη σύνοδο κορυφής της Ομάδας των 8 στη Γένοβα, επιταχύνθηκε θεαματικά. Μια χώρα που δεν έχει ιδιαίτερους λόγους να χαίρεται με την εξέλιξη αυτή, η οποία της αφαιρεί το ρόλο της γέφυρας με τη Ρωσία, δηλαδή ένα σημαντικό στήριγμα στην προσπάθειά της να αποκτήσει ευρύτερη πολιτική υπόσταση στις διεθνείς εξελίξεις, αντίστοιχη με την οικονομική της, είναι η Γερμανία. Ο ενθουσιασμός με τον οποίο προσπαθεί σήμερα να στηρίξει τις αμερικανικές επιχειρήσεις, η προσφορά ακόμη και στρατιωτικών δυνάμεων, δεν είναι τίποτα περισσότερο από προσπάθεια περιορισμού της ζημιάς. Αβέβαιο για το κατά πόσον μπορεί να αυξήσει το διεθνή ρόλο του, το Βερολίνο προσπαθεί τουλάχιστον να περιορίσει κατά το δυνατόν τις απώλειες.Παρόμοιες είναι και οι προσπάθειες της Γαλλίας, η οποία βλέπει να μειώνεται ακόμη περισσότερο η σημασία της στους γεωστρατηγικούς σχεδιασμούς. Αυτή η αγωνία βρίσκεται πίσω από τις ενθουσιώδεις προσφορές του Ζακ Σιράκ για μελλοντική συμμετοχή δυνάμεων ή για το γεγονός ότι στο Αφγανιστάν βρίσκονται ήδη κάποιοι άνδρες των γαλλικών υπηρεσιών πληροφοριών (έστω και αν οι δηλώσεις αυτές αύξησαν τις πιθανότητες κακομεταχείρισης Γάλλων δημοσιογράφων, όπως αυτός που λιθοβολήθηκε στην Καμπούλ). Το Παρίσι έσπευσε μάλιστα να προχωρήσει ένα βήμα περισσότερο. Με βάση την αρχή «ουδέν κακόν αμιγές καλού», αποπειράται να εκμεταλλευθεί μια δύσκολη για το ίδιο κατάσταση, προκειμένου να πετύχει κάτι το θετικό, δηλαδή να προωθήσει και να επιταχύνει τη δημιουργία της ευρωπαϊκής αμυντικής οντότητας, με μεγαλύτερη ίσως ανεξαρτησία απ' ό,τι μέχρι τώρα γινόταν αποδεκτή, προβάλλοντας ως επιχείρημα το ώς τώρα απευκταίο, δηλαδή την ανάγκη αποδέσμευσης αμερικανικών δυνάμεων από την Ευρώπη.Βρετανικός ενθουσιασμόςΑκόμη και η Βρετανία, η οποία έχει τους λιγότερους λόγους να ανησυχεί λόγω των ειδικών σχέσεών της με τις ΗΠΑ, κινείται με υπέρμετρο ενθουσιασμό, ο οποίος κρύβει την αγωνία της ότι ο ρόλος του Ευρωπαίου αντιπροσώπου της Ουάσιγκτον θα είναι λιγότερο σημαντικός στο μέλλον.Στην ίδια λογική, η Τουρκία δεν αρκείται στο δεδομένο πλεονέκτημα που της εξασφαλίζει άλλη μια φορά η γεωγραφική θέση της και η πολιτισμική σχέση τόσο με το μουσουλμανικό κόσμο γενικά όσο και με τις τουρκογενείς χώρες της Κεντρικής Ασίας. Συνειδητοποιώντας ότι πρέπει να επιδείξει πρόσθετες ικανότητες, οι οποίες μπορούν να της εξασφαλίσουν σημαντικότερη θέση στο νέο αναδασμό ρόλων, προσφέρει ειδικές δυνάμεις και τεχνογνωσία αντιμετώπισης ανταρτοπολέμου.Η εικόνα θυμίζει το άνοιγμα της Οκλαχόμα στις ΗΠΑ, όταν οι «μπούμερς», τρέχοντας με άλογα, με κάρα ή και με τα πόδια, ξεκινούσαν με τον ήχο του κανονιού για να προλάβουν να κατοχυρώσουν για λογαριασμό τους τα καλύτερα κομμάτια από τις αχανείς εκτάσεις. Οπως και τότε, οι καθυστερημένοι και οι λιγότερο δραστήριοι παίρνουν τα αποφάγια.

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2001

Μισός αιώνας γεμάτος αίμα

Στα χρόνια μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, οι διαφορές μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης κρίσεων και απειλών γίνονται όλο και περισσότερο εμφανείς:* Οι ΗΠΑ χαρακτηρίζονται από μια μανιχαϊστική διάθεση απόλυτης διάκρισης ανάμεσα στο καλό και το κακό, με τον εαυτό τους, βεβαίως, πάντα στη θέση του απόλυτου καλού. * Αντιθέτως, η Ευρώπη διακρίνει αποχρώσεις τις οποίες λαμβάνει υπόψη στις επιλογές της.Αυτή η βασική διαφορά επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τις κρίσεις. * Στις ΗΠΑ η χρήση -ή η απειλή για χρήση- βίας για την επιβολή του «σωστού» ή του «καλού» έρχεται πολύ γρήγορα. * Αντιθέτως, στην Ευρώπη γίνονται συνεχείς προσπάθειες διαπραγμάτευσης, εξισορρόπησης, οικονομικής και πολιτικής πίεσης.Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των δύο αυτών διαφορετικών προσεγγίσεων έχει παίξει η γεωγραφία και η ιστορία. Το γεγονός δηλαδή ότι, σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή, η αμερικανική κοινωνία δεν έχει γνωρίσει την καταστροφή του πολέμου στο έδαφός της και αισθάνεται άτρωτη της επιτρέπει την πολυτέλεια της πάνοπλης αλαζονείας.Χιλιάδες νεκροίΤο ιστορικό των στρατιωτικών επεμβάσεων των ΗΠΑ στα διάφορα σημεία του πλανήτη μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, δείχνει τη συνεχή προσπάθειά τους να περιορίσουν στο ελάχιστο τις επιπτώσεις των συγκρούσεων για τους ίδιους τους Αμερικανούς, ακόμα και αυτούς που συμμετέχουν άμεσα στον πόλεμο.**Στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο οι ΗΠΑ είχαν 114.000 νεκρούς. Η χρήση της πυρηνικής βόμβας στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, πέραν όλων των άλλων, ήταν μια προσπάθεια να σταματήσει η αιμορραγία των ΗΠΑ.**Στην Κορέα (1950-1953), με νωπή ακόμη την πολεμική ψυχολογία, οι Αμερικανοί μπορούσαν να ανεχθούν την ύπαρξη 33.000 «δικών τους» νεκρών στον πόλεμο.**Λίγο αργότερα, όμως, οι 55.000 νεκροί στον πόλεμο του Βιετνάμ (1961-1975) δεν μπορούσαν να γίνουν δεκτοί από την αμερικανική κοινωνία, που επαναστάτησε σε τέτοιο βαθμό, ώστε από εκεί και πέρα οι μοναδικές στρατιωτικές επεμβάσεις των ΗΠΑ ήταν σχετικά μικρής έκτασης και σε συνθήκες που ελαχιστοποιούνταν οι πιθανότητες σημαντικών απωλειών.**Επεμβάσεις όπως αυτή στη Δομινικανή Δημοκρατία (Απρίλιος-Σεπτέμβριος 1965), η αποτυχημένη προσπάθεια απελευθέρωσης των αμερικανών ομήρων στην Τεχεράνη τον Απρίλιο του 1980, ο βομβαρδισμός συριακών θέσεων στο Λίβανο το 1983, η επέμβαση στη Γρανάδα το 1983, ο βομβαρδισμός στη Λιβύη το 1986 και η επέμβαση στον Παναμά το 1989 παρουσίαζαν εκ φύσεως (ή λόγω σχεδιασμού) εξαιρετικά μικρές πιθανότητες σοβαρών αμερικανικών απωλειών.Νέα τεχνολογίαΣτο διάστημα αυτό, όμως, προχωρούσε η πλήρης αναμόρφωση του αμερικανικού πολεμικού μηχανισμού, με την πλήρη «επαγγελματικοποίηση» των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων και την ανάπτυξη τεχνολογίας και αμυντικών (ή επιθετικών) δογμάτων που επιτρέπουν την προβολή συντριπτικής ισχύος με ταυτόχρονη ελαχιστοποίηση των κινδύνων για το προσωπικό.**Η πρώτη δοκιμασία των νέων αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων, τόσο στο πεδίο της μάχης όσο και μέσα στην αμερικανική κοινωνία, ήρθε το 1991 με τον Πόλεμο του Κόλπου. Η συντριπτική στρατιωτική επιτυχία (αν και πολιτική αποτυχία) είχε εντυπωσιακά ελάχιστο κόστος σε ανθρώπινες ζωές για την αμερικανική κοινωνία, που έβλεπε πλέον ότι οι ανθρώπινες απώλειες μπορούν να «εξαγορασθούν» με χρήματα που δαπανώνται στην ανάπτυξη στρατιωτικής τεχνολογίας.**Η εντύπωση αυτή ενισχύθηκε, έστω και με αρνητικό τρόπο, από την ταπεινωτική αποτυχία των ΗΠΑ σ' έναν πόλεμο χαμηλής έντασης, που δεν επέτρεπε πλήρη εκμετάλλευση του τεχνολογικού πλεονεκτήματος, στη Σομαλία, Οκτώβριο του 1993.* Εκτοτε όλες οι επεμβάσεις των ΗΠΑ ήταν αποκλειστικά «τεχνολογικές», με πρώτο τον βομβαρδισμό στο Σουδάν και το Αφγανιστάν τον Αύγουστο του 1998 με στόχο την οργάνωση του Μπιν Λάντεν, μετά τις επιθέσεις στις αμερικανικές πρεσβείες στην Κένυα και την Τανζανία.Στη Γιουγκοσλαβία**Το 1999, στο Κοσσυφοπέδιο, η στάση αυτή των ΗΠΑ έδειξε να φθάνει στο απόγειό της, καθώς έγινε πλέον εμφανής η απόφασή τους όχι μόνο να βασίζονται αποκλειστικά στην τεχνολογική στρατιωτική υπεροχή τους αλλά και να «χρησιμοποιούν» στις επικίνδυνες επιχειρήσεις εδάφους έμψυχο υλικό «φίλων και συμμάχων» στο οποίο παρέχουν τεχνική υποστήριξη.**Η αλλαγή πορείας ήρθε βίαια, με την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου στο ίδιο το έδαφος των ΗΠΑ. Αυτή έφερε τη συνειδητοποίηση ότι μόνη η εξάρτηση από τη δαπανηρή υψηλή τεχνολογία δεν αρκεί για να προστατεύσει αμερικανικές ζωές.* Οι ορατές επιχειρήσεις στο Αφγανιστάν μπορεί επί του παρόντος να διεξάγονται από αέρος και με όπλα μακρού πλήγματος, όμως συνοδεύονται ήδη σε κάποιο βαθμό από ειδικές επιχειρήσεις στο έδαφος εν μέσω της συνειδητοποίησης ότι πόλεμος χωρίς απώλειες δεν γίνεται.Η διαδικασία προς την αλλαγή τρόπου σκέψης στις ΗΠΑ έχει ήδη ξεκινήσει. Οποιες και αν είναι οι βραχυπρόθεσμες εμμονές, μεσοπρόθεσμα θα εξελιχθεί σε αλλαγή της συνολικής στάσης της υπερδύναμης, που μάλλον θα προσεγγίσει κάπως την ευρωπαϊκή.

Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2001

Κι όμως, οι ΗΠΑ σκέφτονται

Ο τίτλος του CNN «Πόλεμος κατά της Αμερικής» και αργότερα «Ο Νέος Πόλεμος της Αμερικής» προκάλεσε εντύπωση. Κάποιοι διέκριναν στην ταχύτητα με την οποία εμφανίστηκε ο τίτλος αυτός, λίγες μόνο ώρες μετά την επίθεση στη Νέα Υόρκη και την Ουάσιγκτον, μια σπουδή που κινεί υποψίες για σκόπιμη εκμετάλλευση του φρικτού πλήγματος.
Οι υποψίες δεν είναι αβάσιμες, αν στηρίζονται αποκλειστικά στις εμπειρίες τού σχετικά πρόσφατου παρελθόντος. Αν όμως αναφέρονται στην ικανότητα της αμερικανικής ηγεσίας και κοινωνίας -και της ηγεσίας και κοινωνίας γενικότερα- να αλλάζει, να προσαρμόζεται στις εξελίξεις του περιβάλλοντος, αντιμετωπίζοντας τις ΗΠΑ σαν τους σκύλους του Παβλόφ, προϋποθέτουν μια ευθύγραμμη ως στατική εξέλιξη στην πέραν του Ατλαντικού συλλογική σκέψη, παρόμοια με τη στατική έξωθεν αντιμετώπισή της· στην καλύτερη περίπτωση με βάση τη λογική της γαλλικής ρήσης: «Plus que ca change, plus c'est la meme chose» (Οσο περισσότερο αλλάζει, τόσο παραμένει ίδιο).Αλλάζει η έννοια «πόλεμος»Είναι προφανές ότι τα πάντα γύρω μας αλλάζουν εξελισσόμενα, όπως αλλάζει και η έννοια «πόλεμος» που χρησιμοποιήθηκε στους τίτλους. Βασικό ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι, τι ήταν η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου: τρομοκρατική ενέργεια, πόλεμος ή κάτι άλλο; Και αν είναι πόλεμος, είναι «νόμιμος» ή «παράνομος»; Τα κριτήρια είναι ποιοτικά, ποσοτικά, αλλά και κοινωνικά, πολιτισμικά και ιστορικά, δηλαδή στο σύνολό τους πολιτικά.Η ποσοτική διαφορά από τα ώς σήμερα γνωστά τρομοκρατικά πλήγματα είναι συντριπτική. Η ποιοτική διαφορά είναι επίσης εμφανής, στον τρόπο οργάνωσης της επιχείρησης όσο και στην ασυνήθιστη έλλειψη ανάληψης ευθύνης και διατύπωσης αιτημάτων-απαιτήσεων. (Κάτι που βέβαια θα μπορούσε να οφείλεται σε ανάγκη αυτοπροστασίας ή περαιτέρω σύγχυσης).Οπως επισημαίνει ο Νίκος Κοτζιάς, προλογίζοντας την ελληνική έκδοση του βιβλίου «Η Ιστορία του Πολέμου» του Τζον Κίγκαν, «είναι άλλο να υποστηρίζει κανείς, όπως ο Κίγκαν, ότι στους πολέμους και στον τρόπο διεξαγωγής τους εκφράζεται η διαφορετική πολιτισμική ταυτότητα των εμπολέμων, ότι υπάρχουν πολιτισμοί που αποφεύγουν συστηματικά τους πολέμους και άλλο να διατείνεται, όπως ο Σάμιουελ Χάντινγκτον, ότι αυτή καθ' εαυτή η παρουσία διαφορετικών πολιτισμών οδηγεί αναγκαστικά σε πολεμικές συγκρούσεις, οι οποίες καθορίζονται αποκλειστικά από τις πολιτισμικές διαφοροποιητικές - διαχωριστικές γραμμές».Μέσα στην ιστορική εξέλιξη του ίδιου πολιτισμού, η έννοια του πολέμου -και δη του «νόμιμου»- αλλάζει. Κανείς δεν θεωρεί πλέον ως μοναδικό «νόμιμο» ή «έντιμο» πόλεμο τον πόλεμο παρατάξεων, όπου πυκνά, συγκροτημένα και στατικά στρατιωτικά τμήματα περιμένουν ακάλυπτα να σφάξουν ή να σφαγούν. Κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης του 1821, π.χ. πολλοί ξένοι φιλέλληνες άλλαξαν στάση όταν είδαν τον τρόπο με τον οποίο οι Ελληνες πολεμούσαν τους Τούρκους και συνάντησαν την άρνησή τους να πολεμήσουν με «λογικό τρόπο», δηλαδή παρατεταγμένοι σε σταθερούς σχηματισμούς έναντι των αντιπάλων τους. Αδυνατώντας να ξεπεράσουν τις παγιωμένες απόψεις τους περί ηθικής (όχι του ίδιου του πολέμου-σφαγής, αλλά του τρόπου του αλληλοσφάζεσθαι) δεν μπορούσαν να αντιληφθούν όχι μόνο τις πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα στην Ελλάδα και την Πρωσία του 18ου αιώνα, ούτε τις τεχνικές του ανταρτοπολέμου που επιβάλλει η ασυμμετρία ισχύος, ακόμα και το ανάγλυφο κάθε περιοχής.Με την ίδια λογική, ο σημερινός δυτικός πολιτισμός δυσκολεύεται να αντιληφθεί ως «πόλεμο» μια μαζική επίθεση αυτοκτονίας εναντίον αμάχων, έστω και αν ο ίδιος ο δυτικός πολιτισμός είναι αυτός που κατ' εξοχήν μετέτρεψε τους αμάχους σε πολεμικούς στόχους, κυρίως κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, ολοκληρώνοντας (ή εκβιομηχανίζοντας) μια διαδικασία που είχε ξεκινήσει αιώνες νωρίτερα στην Ευρώπη, με τη μετατροπή των μισθοφορικών ή υποτελικών στρατών σε «λαϊκούς».Δυσκολεύεται ακόμη να διακρίνει την όποια συνάφεια ανάμεσα στη μετατροπή πολιτικών αεροσκαφών σε επανδρωμένα βλήματα «Κρουζ», που πλήττουν πολιτικούς στόχους, και τη χρήση κλασικών βλημάτων «Κρουζ» που επίσης πλήττουν και πολιτικούς στόχους.Η διάσταση, όμως, που απαιτεί ακόμη μεγαλύτερο διανοητικό άλμα από το δυτικό πολιτισμό, σχετίζεται με το ποιος διεξάγει τον πόλεμο. Διότι, σύμφωνα με το κυρίαρχο κατά τους τελευταίους αιώνες ευρωπαϊκό πολιτισμικό πρότυπο, ο πόλεμος διεξάγεται από κυρίαρχα κράτη εναντίον άλλων κυρίαρχων κρατών, ξεφεύγοντας από τον κανόνα αυτόν μόνο σε περιπτώσεις εμφύλιων ή εθνικιστικών συγκρούσεων που όμως περιορίζονται στο πλαίσιο κυρίαρχων κρατών. Για να διευκολυνθεί το άλμα αυτό πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι το δυτικό αυτονόητο δεν είναι απαραιτήτως αυτονόητο για άλλους πολιτισμούς, όσο και αν αυτοί, κατά την αποικιακή και μεταποικιακή φάση, έχουν αναγκαστεί να υποταγούν επιφανειακά στο δυτικό πολιτισμικό ιμπεριαλισμό, υιοθετώντας ή ανεχόμενοι τη δημιουργία δυτικής εμπνεύσεως κρατών που έρχονται σε αντίθεση με τη δική τους αίσθηση περί εθνότητος.Ποιος διεξάγει τον πόλεμο;Αν λοιπόν ξεφύγει κανείς από τους ιστορικά ρευστούς αυτούς περιορισμούς, μπορεί εύκολα να αναγνωρίσει στην επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου μια πολεμική πράξη, αν και όχι την κήρυξη ενός πολέμου. Διότι η κήρυξη είχε προηγηθεί κατά πολύ, έστω και αν οι πολιτισμικοί περιορισμοί δυσχέραιναν την αναγνώρισή της από την εθισμένη σε διαφορετικό τυπικό Δύση.Ετσι ο τίτλος «η Αμερική σε Πόλεμο» είναι απολύτως σωστός, άσχετα με το αν αυτό είναι αποτέλεσμα τύχης, οξυδέρκειας ή σκοπιμότητας. Αυτό που σίγουρα δεν είναι τυχαίο, είναι ο τρόπος με τον οποίο η Ουάσιγκτον αντιδρά στον πόλεμο που πλέον αναγνωρίζει. Είναι ήδη προφανές ότι η αντίδρασή της αυτή δεν αναλώνεται, όπως στο παρελθόν, σε πυροτεχνικές επιδείξεις για τις κάμερες της τηλεόρασης, ούτε στερείται πλήρως -όπως στο παρελθόν- ενδιαφέροντος, έστω και υποκριτικού, για τις αιτίες που οξύνουν τη γενική δυσφορία έναντι των ΗΠΑ. Το πλήγμα στην αίσθηση της ασυλίας που απολάμβαναν ως τώρα οι ΗΠΑ στο έδαφός τους έχει βέβαια παίξει το ρόλο του, όπως και η διελκυστίνδα ανάμεσα σε σκληροπυρηνικούς και ρεαλιστές στους κόλπους της αμερικανικής κυβέρνησης, ίσως και η αμηχανία που εκφράζει γλαφυρά το τηλεοπτικό πρόσωπο του προέδρου Μπους.Ωστόσο, το σημαντικότερο ρόλο παίζει η προβληματική που έχει προηγηθεί στα ανώτατα κλιμάκια των ΗΠΑ σχετικά με τις νέες μορφές απειλής για τις ΗΠΑ και την παγκόσμια επικυριαρχία τους. Βοηθούμενοι και από τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της ίδιας της αμερικανικής κοινωνίας -έστω και υπό την κυριαρχία του αγγλοσαξωνικού τμήματος του δυτικού πολιτισμού- πολλοί είχαν προβλέψει μια κατάσταση παρόμοια με τη σημερινή, φροντίζοντας να επεξεργαστούν, έστω και θεωρητικά, τρόπους υπεράσπισης των δικών τους συμφερόντων.Είναι μια διαδικασία που δεν είχε προχωρήσει στον ίδιο βαθμό στην εδώ πλευρά του Ατλαντικού, που για άλλη μια φορά σύρεται, παρά τις αμήχανες ενστάσεις, από τον υπερπόντιο «σύμμαχο» που δείχνει όχι μόνο πιο ισχυρός, αλλά και περισσότερο προετοιμασμένος.