Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2002
Ο Μουσάραφ μεταξύ σφύρας και άκμονος
Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ του προέδρου Περβέζ Μουσάραφ πρέπει να αισθάνεται στριμωγμένη μεταξύ σφύρας και άκμονος. Στη θέση αυτή την έφεραν οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου.Μέσα σε μερικούς μήνες, το Πακιστάν έχασε το στρατηγικό βάθος που του προσέφερε η ύπαρξη ενός φιλικού καθεστώτος στο γειτονικό Αφγανιστάν, βρέθηκε στη δύσκολη θέση να βοηθά τις ΗΠΑ εναντίον των συγγενών φυλετικά και θρησκευτικά Ταλιμπάν και είδε την αμερικανική λογική του αγώνα κατά της τρομοκρατίας που το ίδιο εξυπηρέτησε να στρέφεται εναντίον του από την Ινδία, ερχόμενο για άλλη μια φορά στα πρόθυρα του πολέμου με τον γιγάντιο γείτονα.Από την πρώτη στιγμή ο πρόεδρος του Πακιστάν έπρεπε να ισορροπήσει ανάμεσα στην αναγκαστική συμμετοχή στον πόλεμο και την αντιμετώπιση μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης που όχι απλώς υποστήριζε, αλλά ταυτιζόταν με τους Ταλιμπάν τόσο για φυλετικούς όσο και για θρησκευτικούς λόγους.Για τους ίδιους λόγους, σε συνδυασμό με την εξυπηρέτηση των πακιστανικών συμφερόντων, έπρεπε να αντιμετωπίσει και τμήμα του πακιστανικού μηχανισμού, ιδίως των μυστικών υπηρεσιών, που σε μεγάλο βαθμό είχαν εκθρέψει τους Ταλιμπάν.Θα ήταν δικαιολογημένος λοιπόν να περίμενε κάποια ευγνωμοσύνη, τη θετικότερη αντιμετώπιση της χώρας του στη διένεξη με την Ινδία για το Κασμίρ. Αντ' αυτού είδε τις τελευταίες μέρες τις πιέσεις των ΗΠΑ και της Βρετανίας να ασκούνται απάνω του. Τόσο ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους όσο και ο βρετανός πρωθυπουργός, Τόνι Μπλερ κατά τη μεσολαβητική επίσκεψή του στην Ινδία και το Πακιστάν τον πίεσαν να αποκηρύξει πλήρως την τρομοκρατία και να εξαλείψει τις ομάδες που, με ορμητήριο το Πακιστάν, οργανώνουν επιθέσεις στο ινδικό Κασμίρ.Το κόστος του ρεαλισμούΚάνοντας την ανάγκη φιλοτιμία, ο πακιστανός πρόεδρος προχώρησε σε καταδίκη της τρομοκρατίας με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο. Αν και οι δηλώσεις του θεωρούνται ακόμα ανεπαρκείς από το Νέο Δελχί, οι προβλέψεις Αμερικανών και Βρετανών ότι η κρίση δεν έχει μεν ξεπεραστεί, βαίνει όμως προς αποκλιμάκωση, δείχνουν ότι τουλάχιστον γίνεται αντιληπτή η πραγματικότητα που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση του Πακιστάν, που καλείται μέσα σε λίγους μήνες να αποκηρύξει και να καταδιώξει τους συγγενείς συμμάχους της και στις δύο πλευρές της χώρας.Η στάση του προέδρου Μουσάραφ είναι ρεαλιστική. Τα περιθώρια ελιγμών εκ μέρους του ήταν περιορισμένα έως ανύπαρκτα. Προσπάθησε να πιέσει τις ΗΠΑ για θετικότερη στάση απέναντι στο Πακιστάν στη διένεξη με την Ινδία, ανακοινώνοντας ότι θα αποσύρει τα στρατεύματα που έχει αναπτύξει στη μεθόριο με το Αφγανιστάν για την αποτροπή διαφυγής στελεχών της Αλ Κάιντα, προκειμένου να ενισχύσει την απειλούμενη μεθόριο με την Ινδία.Ως απάντηση έλαβε την αμερικανική ανακοίνωση ότι, αν χρειαστεί, θα αναπτυχθούν αμερικανικά στρατεύματα στο πακιστανικό έδαφος για να σφραγίσουν τη μεθόριο με το Αφγανιστάν, κάτι που όχι μόνο αχρηστεύει την κίνησή του ως μοχλό πίεσης, αλλά και επιδεινώνει εκθετικά το κλίμα στο εσωτερικό της χώρας.Η πακιστανική κυβέρνηση έχει να αντιμετωπίσει ένα διπλό μέτωπο. Ο άμεσος κίνδυνος προέρχεται από τη στρατιωτική αντιπαράθεση με την Ινδία. Ομως μεσοπρόθεσμα ίσως αποδειχθεί μεγαλύτερος ο κίνδυνος εκ των έσω. Ενας κίνδυνος που προέρχεται από τις αντιδράσεις των εθνικιστών στις υποχωρήσεις στο θέμα του Κασμίρ, και την ανασύνταξη των ισλαμικών ομάδων, που αυτή τη στιγμή είναι μουδιασμένες από την καταστροφή των Ταλιμπάν και την καταστολή που ασκεί η πακιστανική κυβέρνηση.
Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2001
Δύο ξένοι στην ίδια χώρα
Πριν από μερικούς μήνες θα κυριαρχούσαν στις ειδήσεις. Σήμερα οι εξελίξεις μέσα και γύρω από τη Γιουγκοσλαβία έχουν δώσει τη θέση τους στο Αφγανιστάν και τη Μ. Ανατολή στην καταγραφή της επικαιρότητας.Ομως οι εξελίξεις δεν λείπουν: Πολιτική κρίση στη Γιουγκοσλαβία, αναβρασμός στα Σκόπια, νέες πολιτικές εξελίξεις στο Κοσσυφοπέδιο, πρόσθετες διώξεις κατά του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης, σφίξιμο του κλοιού γύρω από τους πάλαι ποτέ κραταιούς Ράντοβαν Κάρατζιτς και Ράτκο Μλάντιτς...Στο Βελιγράδι, η αντιπαλότητα ανάμεσα στον πρόεδρο της Γιουγκοσλαβίας Βόισλαβ Κοστούνιτσα και τον πρωθυπουργό της Σερβίας Ζόραν Τζίντζιτς, οδήγησε για άλλη μια φορά σε κρίση τον συνασπισμό που βρίσκεται στην εξουσία.Αυτή τη φορά η κρίση ξεκίνησε στις 3 Δεκεμβρίου, όταν το κοινοβούλιο της Σερβίας κλήθηκε να εξετάσει ένα νόμο σχετικά με την απασχόληση, και οδήγησε στις 6 Δεκεμβρίου στην παραίτηση του προέδρου του σερβικού Κοινοβουλίου, Ντράγκαν Μαρσιτσάνιν, στενού συνεργάτη του προέδρου Κοστούνιτσα.Η κρίσηΟ Μαρσιτσάνιν είχε κατηγορηθεί από το Δημοκρατικό Κόμμα του Τζίντζιτς ότι δεν έκανε ό,τι έπρεπε για να εξασφαλίσει την ψήφιση του νόμου που θεωρείται σημαντικός για την πορεία των οικονομικών μεταρρυθμίσεων. Οι φιλικές προς τον Κοστούνιτσα δυνάμεις κατηγορούνται ότι θέλουν να υπονομεύσουν τις μεταρρυθμίσεις αυτές.Μάλιστα οι βουλευτές του Δημοκρατικού Κόμματος της Σερβίας (το κόμμα του Κοστούνιτσα) αρνήθηκαν να ψηφίσουν το νόμο, ο οποίος εγκρίθηκε τελικά επί της αρχής με τις ψήφους του Δημοκρατικού Κόμματος και των άλλων κομμάτων.Ο αντιπρόεδρος του Δημοκρατικού Κόμματος Τσεντομίρ Γιοβάνοβιτς, έφθασε στο σημείο να προειδοποιήσει τους οπαδούς του Κοστούνιτσα ότι αν δεν συμφωνούν πλέον με τις επιλογές του συνασπισμού, δεν έχουν παρά να αποχωρήσουν.Η ένταση αυξήθηκε όταν λίγες μέρες αργότερα ο πρόεδρος Κοστούνιτσα ζήτησε να δοθεί η δυνατότητα στον πρόεδρο του Κοινοβουλίου να ανακαλέσει την παραίτησή του. Η πρότασή του απορρίφθηκε από τους 17 άλλους εταίρους του συνασπισμού, που δήλωσαν ότι «αρνούνται το τελεσίγραφο» του γιουγκοσλάβου προέδρου και τόνισαν ότι διαθέτουν 131 από τις 250 έδρες του Κοινοβουλίου, κάτι που τους επιτρέπει να προωθήσουν τις μεταρρυθμίσεις. Αναφερόμενος στην μελλοντική θέση του κόμματος του Κοστούνιτσα στον συνασπισμό, ο Ζόραν Τζίντζιτς επεσήμανε ότι αυτή «θα εξαρτηθεί από τη συμπεριφορά του».Η απάντηση του Δημοκρατικού Κόμματος της Σερβίας ήρθε την περασμένη Τρίτη: Με ανακοίνωσή του ζητά πρόωρες εκλογές. Το αίτημα αυτό αποτελεί απλώς πολιτική πίεση, καθώς το σερβικό Σύνταγμα προβλέπει ότι εκλογές προκηρύσσονται μόνο αν ο πρόεδρος της Σερβίας (ο Μίλαν Μιλουτίνοβιτς σήμερα) αποφασίσει να διαλύσει το Κοινοβούλιο ύστερα από αίτημα της κυβέρνησης, ή αν η κυβέρνηση παραιτηθεί και δεν καταστεί δυνατός ο σχηματισμός νέας.Επί του παρόντος πάντως, ούτε ο Κοστούνιτσα ούτε ο Τζίντζιτς δείχνουν διατεθειμένοι να διαλύσουν τον κυβερνητικό συνασπισμό, όμως η αντιπαλότητα μεταξύ τους δηλητηριάζει το πολιτικό κλίμα.Η αντιπαλότητα αυτή έγινε περισσότερο ορατή από τον περασμένο Ιούνιο, με την παράδοση του πρώην προέδρου, Μιλόσεβιτς, στο Δικαστήριο της Χάγης, ενέργεια που ο Κοστούνιτσα είχε ισχυρισθεί ότι έμαθε εκ των υστέρων και την έχει χαρακτηρίσει «αντισυνταγματική».Την εβδομάδα που πέρασε ο Μιλόσεβιτς βρέθηκε πάλι στην αίθουσα του δικαστηρίου, για να ακούσει την παραπομπή του και για εγκλήματα στη Βοσνία. Το δικαστήριο αποφάσισε ότι θα υπάρξουν χωριστές δίκες. Η πρώτη για το Κοσσυφοπέδιο, θα αρχίσει στις 12 Φεβρουαρίου.Τέλος η προστασίαΟ Ζόραν Τζίντζιτς δήλωσε την περασμένη Τρίτη ότι η Σερβία δεν προστατεύει πλέον δύο άλλους καταζητούμενους από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, τον πρώην πρόεδρο των Σέρβων της Βοσνίας Ράντοβαν Κάρατζιτς και τον στρατηγό Ράτκο Μλάντιτς.Τέσσερις μέρες νωρίτερα, ο αρχηγός των γιουγκοσλαβικών ενόπλων δυνάμεων, στρατηγός Νεμπόισα Πάβκοβιτς, είχε δηλώσει ότι ο γιουγκοσλαβικός στρατός «δεν προστατεύει» τον στρατηγό Μλάντιτς. Και μέσα στην προηγούμενη εβδομάδα, το ίδιο το Δημοκρατικό Σερβικό Κόμμα, το οποίο είχε ιδρυθεί από τον Κάρατζιτς, ανακοίνωσε ότι θα αλλάξει το καταστατικό του ώστε να αποκλείσει από τις τάξεις του τους κατηγορούμενους για εγκλήματα πολέμου.Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι την περασμένη Τετάρτη το ΝΑΤΟ ανακοίνωσε ότι θεωρεί πως τώρα είναι «η πλέον κατάλληλη στιγμή» για τη σύλληψη του Κάρατζιτς και του Μλάντιτς. Σύλληψη που, αν πραγματοποιηθεί, θα επιβαρύνει και άλλο το πολιτικό κλίμα στη Σερβία.
Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2001
ΚΟΛΙΝ ΠΑΟΥΕΛ Σεργιάνι σε δέκα χώρες
ΟΤΑΝ Ο ΑΜΕΡΙΚΑΝΟΣ υπουργός Εξωτερικών, Κόλιν Πάουελ, έφτασε στην Αγκυρα, το βράδυ της περασμένης Τρίτης, τα δευτερεύοντα θέματα της ατζέντας του ήταν ήδη δρομολογημένα. Λίγες ώρες πριν πατήσει το πόδι του στην Τουρκία, είχε πραγματοποιηθεί -και ευοδωθεί- η συνάντηση Κληρίδη-Ντενκτάς, δίνοντάς του τον αέρα να μιλήσει για το «πρώτο βήμα», στη λογική του «η αρχή είναι το ήμισυ του παντός».Νωρίτερα, η τουρκική κυβέρνηση είχε ανταποκριθεί στις πιέσεις για εξομάλυνση των σχέσεών της με την Ε.Ε. στον τομέα της ευρωπαϊκής δύναμης ταχείας επέμβασης, ανακοινώνοντας ικανοποιημένη από το αμερικανο-βρετανικό σχέδιο.Ετσι, όπως φάνηκε και στις δημόσιες δηλώσεις του Κόλιν Πάουελ και του τούρκου ομολόγου του, Ισμαήλ Τζεμ, κατά τις συνομιλίες η έμφαση δόθηκε στο καυτό θέμα του Αφγανιστάν και του ευρύτερου αγώνα κατά της τρομοκρατίας, έστω και αν αυτό επισκιάστηκε κάπως από την εκρηκτικότητα του Μεσανατολικού.Πέραν του ρόλου της Τουρκίας στο Αφγανιστάν, ιδιαίτερη σημασία για την Αγκυρα είχε η φιλολογία για ενδεχόμενη επίθεση εναντίον του Ιράκ, θέμα το οποίο η τουρκική κυβέρνηση βλέπει με μεγάλη επιφυλακτικότητα, έχοντας περισσότερα επενδεδυμένα συμφέροντα απ' όσα αφήνει να φανεί η δήλωση του Ισμαήλ Τζεμ ότι «καμία χώρα δεν θα ήθελε να δει φασαρίες στη γειτονιά της».Οι διαβεβαιώσεις του Πάουελ ήταν οι μεγαλύτερες που μπορούσε να προσφέρει χωρίς να άρει την επί δεκαετία συνεχώς επικρεμάμενη πάνω από την Βαγδάτη απειλή και χωρίς να προδώσει τις μελλοντικές κινήσεις της Ουάσιγκτον.Οπως είπε ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους, ανησυχεί γενικά για τις προσπάθειες του Σαντάμ Χουσέιν να αποκτήσει όπλα μαζικής καταστροφής (όπως ανησυχεί παγίως η αμερικανόστροφη «διεθνής κοινότητα»), όμως «ο πρόεδρος δεν έχει αποφασίσει σχετικά με το ποια μπορεί να είναι η επόμενη φάση της εκστρατείας μας κατά της τρομοκρατίας».Με τη ΡωσίαΟ αγώνας κατά της τρομοκρατίας είναι ο κεντρικός άξονας στο ταξίδι του Πάουελ σε δέκα χώρες: Ξεκίνησε από το Βουκουρέστι, με τη διάσκεψη του ΟΑΣΕ για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, συνεχίστηκε στην Τουρκία, από εκεί στις Βρυξέλλες, στις χώρες της πρώην σοβιετικής κεντρικής Ασίας, για να καταλήξει το Σαββατοκύριακο στη Μόσχα.Αλλο θέμα που ενδιαφέρει την αμερικανική εξωτερική πολιτική είναι οι σχέσεις ανάμεσα στη Ρωσία, τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Οι σχέσεις Ρωσίας-ΝΑΤΟ κυριάρχησαν στη σύνοδο του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες. Η διαμόρφωση της νέας εταιρικής σχέσης Ρωσίας-ΗΠΑ αποτελεί το επίκεντρο του ενδιαφέροντος της επίσκεψης στη Μόσχα και θα είναι η συνέχεια των όσων συζητήθηκαν κατά την επίσκεψη Πούτιν στις ΗΠΑ. Ταυτόχρονα οι συνομιλίες θα προετοιμάσουν την επίσκεψη Μπους στη Ρωσία όταν ο ρωσικός χειμώνας από καθαρά κλιματολογική άποψη δεν θα είναι τόσο παγωμένος για τον τεξανό πρόεδρο των ΗΠΑ.
Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2001
ΙΡΑΚ Και τρόφιμα και απειλή
ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ για την καθιερωμένη ιεροτελεστία: Κάθε φορά που λήγει το πρόγραμμα του ΟΗΕ «πετρέλαιο αντί τροφίμων» για το Ιράκ, οι τόνοι στη Βαγδάτη και στην Ουάσιγκτον ανεβαίνουν, φθάνοντας τις ανοιχτά πολεμικές ιαχές. Το συγκεκριμένο πρόγραμμα έληξε τα μεσάνυχτα της περασμένης Παρασκευής για να ανανεωθεί μετά από συμφωνία ΗΠΑ-Ρωσίας. Η γνωστή ιεροτελεστία είχε επαναληφθεί, λίγες μέρες πριν, με απειλητικές δηλώσεις του Τζορτζ Μπους, που ερμηνεύθηκαν από πολλούς ως απειλή για στρατιωτικό πλήγμα κατά του Ιράκ.Η αλήθεια είναι ότι οι δηλώσεις του αμερικανού προέδρου -που ζήτησε από το Ιράκ να αποδεχθεί την επιστροφή των διεθνών επιθεωρητών, για να πείσει ότι δεν αναπτύσσει όπλα μαζικής καταστροφής- δεν ήταν περισσότερο απειλητικές από τις πάγιες της αμερικανικής ηγεσίας κάθε χρόνο αυτή την εποχή. Θα μπορούσε μάλιστα κανείς να πει ότι το συνολικό επίπεδο της έντασης ήταν χαμηλότερο, ίσως επειδή η ίδια η Βαγδάτη φρόντισε να είναι πιο ήπια στην προβολή απαιτήσεων με την οποία συνήθως συνόδευε την ανανέωση του προγράμματος, αντιλαμβανόμενη πόσο ευαίσθητη είναι η μετά την 11η Σεπτεμβρίου εποχή.Ομως το συνολικό κλίμα των ημερών, σε συνδυασμό με την εμμονή τμήματος της αμερικανικής κυβέρνησης για επιθέσεις κατά του «πάντα πρόχειρου» Ιράκ, έκανε τις δηλώσεις Μπους να λειτουργήσουν διεθνώς σαν συναγερμός, αναγκάζοντας τον υπουργό Εξωτερικών, Κόλιν Πάουελ, να παρέμβει με δηλώσεις του για να εκτονώσει την ένταση.Οι προληπτικές αντιδράσεις των αραβικών χωρών και του Αραβικού Συνδέσμου, που χαρακτήρισαν «καταστροφικό» το ενδεχόμενο επίθεσης κατά του Ιράκ (ή οποιασδήποτε αραβικής χώρας) ήταν το ίδιο αυτονόητες με την απάντηση του Ιράκ ότι δεν φοβάται και ότι μπορεί να αμυνθεί μόνο του.Ενδεχόμενη αμερικανική επίθεση στο Ιράκ δεν απειλεί μόνο να καταστρέψει την ήδη τρωθείσα υποστήριξη ή ανοχή που δείχνουν οι αραβικές χώρες απέναντι στην αμερικανική εκστρατεία κατά της τρομοκρατίας, αλλά και να κλονίσει την αναδυόμενη αμερικανορωσική συνεργασία, καθώς η Μόσχα έχει διαμηνύσει με διάφορους τρόπους ότι δεν συμφωνεί με κάτι τέτοιο.*Ο υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, Ιγκόρ Ιβανόφ, απέφυγε να καταδικάσει εκ των προτέρων πιθανή επίθεση κατά του Ιράκ. «Αυτή τη στιγμή δεν είναι ώρα να εξετάζουμε σενάρια», είπε. «Το καθήκον μας είναι να ενισχύσουμε τις προσπάθειες της διεθνούς κοινότητας στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας και να επιδιώξουμε οι τρομοκράτες να μην αισθάνονται πουθενά ασφαλείς», πρόσθεσε, αφήνοντας έτσι ελαφρά υπονοούμενα για την ανάγκη διατήρησης της διεθνούς συνεργασίας.Αλλος στόχος*Πιο σαφής, ο ρώσος υφυπουργός Εξωτερικών, Αλεξάντρ Σαλτάνοφ, χαρακτήρισε «ανησυχητικούς» τους «θορύβους» για επίθεση κατά του Ιράκ και τόνισε ότι «στο πλαίσιο της εκστρατείας κατά της τρομοκρατίας δεν υπάρχει η παραμικρή απόδειξη που να συνδέει τη Βαγδάτη με τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου».Ελλείψει τέτοιων στοιχείων και δεδομένης της ανάγκης των ΗΠΑ να διατηρήσουν κάποια στοιχειώδη διεθνή συναίνεση στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας, αλλά και των τεχνικών περιορισμών που επιβάλλει η εμπλοκή των αμερικανικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν, είναι εξαιρετικά απίθανη οποιαδήποτε σημαντική αμερικανική πολεμική ενέργεια κατά του Ιράκ. Τουλάχιστον στη φάση αυτή, χωρίς κάτι τέτοιο να αποκλείει κάποια «συμβολικά» πλήγματα, όπως κάποια που έγιναν στο παρελθόν.Οι επόμενες θερμές εξελίξεις στο πλαίσιο της εκστρατείας κατά της τρομοκρατίας είναι πολύ πιθανότερο να κατευθυνθούν προς μουσουλμανικές, αλλά όχι αραβικές χώρες, όπως το Αφγανιστάν. Και στην πρώτη γραμμή φαίνεται να βρίσκεται η Σομαλία.
Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2001
Η Βουλγαρία «κοκκίνισε»
«Η ΦΤΩΧΕΙΑ εξέλεξε αρχηγό κράτους» σχολίασε η βουλγαρική εφημερίδα «Τσάσα» την απρόσμενη εκλογή του πρώην κομμουνιστή, Γκεόργκι Παρβάνοφ, στην προεδρία της Βουλγαρίας.Στη διαπίστωση αυτή συμφωνούν όλοι οι αναλυτές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν θεωρούν ότι ο απερχόμενος πρόεδρος, Πέταρ Στογιάνοφ, αλλά και ο πρωθυπουργός, πρώην βασιληάς Σιμέον Β' και νυν Σαξομπουργκότσκι, έκαναν σημαντικά λάθη κατά την προεκλογική του εκστρατεία, που ανέτρεψαν το προβάδισμα που είχε στις δημοσκοπήσεις και επέτρεψαν στον Παρβάνοφ να εξασφαλίσει το 54,3% των ψήφων στο δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών.Από τον περασμένο Ιούνιο, όταν εξελέγη στην πρωθυπουργία, ο Σαξομπουργκότσκι, ο οποίος εξελέγη υποσχόμενος βελτίωση του επιπέδου διαβίωσης, προσγείωσε απότομα το βουλγαρικό λαό.Εφαρμόζοντας την πολιτική λιτότητας που επέβαλε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, αύξησε τις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος και της θέρμανσης, καθώς και τους έμμεσους φόρους. Και φυσικά δεν έδωσε αυξήσεις στους συνταξιούχους, κάτι που είχε υποσχεθεί. Από την πλευρά του, κατά την προεκλογική εκστρατεία του, ο Στογιάνοφ δεν έδειξε να αντιλαμβάνεται την κόπωση του πληθυσμού, που ήθελε εδώ και τώρα βελτίωση της κατάστασής του. Ετσι έδωσε έμφαση στις εξωτερικές σχέσεις της χώρας και στη μελλοντική ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση και το ΝΑΤΟ.Επιπλέον, πολλοί από τους ψηφοφόρους που θα ψήφιζαν υπέρ του Στογιάνοφ δεν πήγαν στις κάλπες, μέσα στη σύγχυση που δημιούργησαν οι δηλώσεις του πρωθυπουργού που, θέλοντας να εμφανισθεί υπεράνω κομμάτων, δήλωσε ότι δεν θα πάει να ψηφίσει, έστω και αν αργότερα άλλαξε γνώμη.Λίγο μετά την εκλογή του, ο Παρβάνοφ έδειξε τάσεις αλλαγής τόνου και προσαρμογής των δηλώσεών του στην πραγματικότητα. Το πρώτο πράγμα που είπε είναι ότι θα επιδιώξει με όλες τις δυνάμεις του την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση και το ΝΑΤΟ, και ότι θα συνεχίσει στον τομέα αυτό την πολιτική των προκατόχων του, ζητώντας μάλιστα την επιτάχυνσή της.Τόνισε ακόμα ότι η Βουλγαρία πρέπει να προχωρήσει στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, αυτές δηλαδή που προωθούνταν ήδη στο παρελθόν, διότι «η επιτυχία των διαπραγματεύσεών μας με την Ε.Ε. θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από τα αποτελέσματά μας».Η μόνη ουσιαστική διαφορά που προκύπτει από τις αρχικές δηλώσεις του νέου προέδρου είναι ότι, παράλληλα με την ένταξη στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ, σκοπεύει να αναβιώσει τις κάποτε προνομιακές οικονομικές σχέσεις της Βουλγαρίας με την Ρωσία.
Κυριακή 18 Νοεμβρίου 2001
Συμφωνία φίλων και εταίρων
Οι συμβολισμοί ταίριαζαν απολύτως σε «φίλους και εταίρους». Οπως παρατήρησε ο πρόεδρος της Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν, είναι η πρώτη φορά που ένας ξένος ηγέτης τον καλεί στο σπίτι του και δεν είναι τυχαίο που το σπίτι αυτό είναι το ράντσο του αμερικανού προέδρου στο Τέξας.Δεν ήταν τυχαίο ακόμη ότι το προηγούμενο βράδυ, στον Λευκό Οίκο, η σύζυγος του Πούτιν εμφανίσθηκε με φόρεμα στα χρώματα της αμερικανικής σημαίας, κάτι που η κυρία Μπους χαρακτήρισε «ευγενική και συγκινητική χειρονομία».Χαλαρό κλίμαΤο κλίμα που επικράτησε στην αμερικανο-ρωσική συνάντηση κορυφής, τόσο στο επίσημο όσο και στο πιο χαλαρό σκέλος της στο ράντσο, ήταν πραγματικά καλό. Οι δύο ηγέτες συμφώνησαν πλήρως σε ό,τι αφορά τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας και το Αφγανιστάν. «Θα είμαστε φίλοι και εταίροι στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. Ο κοινός εχθρός μας δεν έχει εθνικότητα, θρησκεία ή πολιτισμό», είπε ο ρώσος πρόεδρος.Συμφώνησαν ακόμα ότι στη νέα κυβέρνηση του Αφγανιστάν δεν έχουν θέση οι Ταλιμπάν και ότι πρέπει να είναι αντιπροσωπευτική του αφγανικού πληθυσμού.Συμφωνία υπήρξε και στο θέμα της εκατέρωθεν μείωσης των στρατηγικών πυρηνικών όπλων. Στην πρόταση του Μπους για περιορισμό των αμερικανικών πυρηνικών όπλων σε 1.700 έως 2.200 έναντι των 7.000 που διαθέτουν σήμερα οι ΗΠΑ, ο Πούτιν απάντησε ότι η Ρωσία μπορεί να μειώσει τα 5.800 στρατηγικά πυρηνικά όπλα της το ένα τρίτο.Το μοναδικό σημείο διαφωνίας αφορά πλέον τον τρόπο που θα συμβεί αυτό. Ο αμερικανός πρόεδρος θεωρεί ότι θα πρέπει να υπάρξει εκατέρωθεν μονομερής μείωση, η οποία θα επισφραγισθεί με τη χειραψία τους.Η ρωσική πλευρά πιστεύει ότι πρέπει να υπάρξει μια επίσημη συμφωνία που θα μπορούσε να υπογραφεί στην επόμενη αμερικανο-ρωσική συνάντηση κορυφής που θα πραγματοποιηθεί στη Ρωσία, στις αρχές του 2002.Η διαφορά αυτή φαίνεται πάντως να εξομαλύνεται, καθώς ο Μπους εμφανίζεται πρόθυμος να αναζητήσει κάποια μορφή έγγραφης συμφωνίας που θα μπορούσε να προετοιμασθεί σύντομα.Οπως γράφει η ρωσική εφημερίδα «Νεζαβισίμαγια Γκαζέτα», «είναι αδύνατον να αγνοήσει κανείς ότι οι ΗΠΑ έκαναν μια χειρονομία καλής θέλησης. Η αμερικανική οικονομία θα μπορούσε να υποστηρίξει χωρίς δυσκολία τη διατήρηση του σημερινού πυρηνικού οπλοστασίου», σε αντίθεση με τη Ρωσία.Η εφημερίδα εκτιμά ότι η ατμόσφαιρα ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και τη Μόσχα, επιτρέπει πλέον να κλείνονται συμφωνίες με μια απλή χειραψία.Στενή σχέσηΟλα αυτά πάντως αποτελούν λεπτομέρειες, μέσα στο γενικό νέο κλίμα των σχέσεων ΗΠΑ-Ρωσίας. Οι δύο χώρες οδεύουν ταχύτατα προς μια στενή συνεργασία σε όλους τους τομείς, συζητώντας ακόμα και το συντονισμό της ψήφου τους στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ή την καθυστέρηση της ένταξης στο ΝΑΤΟ των χωρών της Βαλτικής.Η διαδικασία αυτή, η οποία ξεκίνησε από τη συνάντηση των δύο πριν από τη σύνοδο της Ομάδας των 8 στη Γένοβα, επιταχύνθηκε σε τέτοιο βαθμό μετά την 11η Σεπτεμβρίου ώστε να διακρίνεται η μελλοντική ανάδυση ενός διεθνούς διευθυντηρίου αποτελούμενου από τις δύο πρώην αντίπαλες υπερδυνάμεις.
Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2001
Σήκωσε μπαϊράκι
Η τελευταία φορά που τούρκοι στρατιώτες πάτησαν το έδαφος του Αφγανιστάν ήταν ένα χρόνο πριν από το τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όταν ο στρατηγός Εμβέρ Πασάς, έστειλε 90.000 στρατιώτες να πολεμήσουν κατά των Ρώσων στον Καύκασο και να προωθήσουν το όραμα μιας παν-τουρκικής αυτοκρατορίας.Πριν από λίγες μέρες η Τουρκία ανακοίνωσε ότι στέλνει στο Αφγανιστάν 90 άντρες των ειδικών δυνάμεων για να εκπαιδεύσουν τους στρατιώτες της αφγανικής αντιπολίτευσης, παρέχοντας την τεχνογνωσία που έχουν αποκτήσει από την αντιμετώπιση των κούρδων ανταρτών.Η Τουρκία ισχυρίσθηκε ότι στέλνει τους στρατιώτες αυτούς ύστερα από αίτημα της Ουάσιγκτον. Ομως ο αμερικανός υπουργός Αμύνης, Ντόναλντ Ράμσφελντ, δήλωσε ότι... έμαθε τα νέα από τα μέσα ενημέρωσης κι όταν ρωτήθηκε αν υπήρξε σχετικό αίτημα των ΗΠΑ απάντησε ξερά: «Ηταν απόφαση της τουρκικής κυβέρνησης».Αντιφατικές δηλώσειςΑπό την πρώτη στιγμή του πολέμου στο Αφγανιστάν η Τουρκία επιδίωξε να προβάλει την εικόνα της περιφερειακής δύναμης, προσφερόμενη να στείλει στρατιώτες. Προσφέρθηκε επίσης να αναλάβει επικεφαλής μιας μουσουλμανικής ειρηνευτικής δύναμης που ενδεχομένως θα αποσταλεί στο Αφγανιστάν μετά το τέλος των εχθροπραξιών. Προς μεγάλη της απογοήτευση, οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους δεν έσπευσαν να ζητήσουν την τουρκική βοήθεια.Η απόφαση να σταλούν οι 90 στρατιώτες δεν ελήφθη εύκολα στην Αγκυρα. Οι αλλεπάλληλες αντιφατικές δηλώσεις που προηγήθηκαν μαρτυρούν σημαντική διχογνωμία στους κόλπους της τουρκικής ηγεσίας, πολιτικής και στρατιωτικής. * Μία ημέρα πριν από την απόφαση, ο τούρκος πρωθυπουργός, Μπουλέντ Ετζεβίτ, δήλωνε ότι «δεν έχει ληφθεί τέτοια απόφαση». * Ο υπουργός Αμύνης, Σαμπαχατίν Τσακμάκογλου, δήλωσε αρχικά ότι η Τουρκία είναι έτοιμη να στείλει δυνάμεις. Λίγο αργότερα είπε πως το θέμα αυτό δεν βρίσκεται στην ημερήσια διάταξη. * Από την πλευρά του στρατού, ο στρατηγός Γιασάρ Μπουγιουκατίν είπε ότι το θέμα «δεν είναι στην ημερήσια διάταξη» και ότι δεν έχει πληροφορίες σχετικά με το αν οι ΗΠΑ έχουν υποβάλεi αίτημα.* Πέραν των διαφορετικών απόψεων για το αν η κίνηση αυτή εξυπηρετεί ή όχι τα συμφέροντα της Τουρκίας, η τουρκική ηγεσία είχε να αντιμετωπίσει την αρνητική στάση της κοινής γνώμης. Δημοσκόπηση που δημοσιεύθηκε στην τουρκική εφημερίδα «Τέρκις Ντέιλι Νιους» έδειξε ότι μόνο το 15% των Τούρκων είναι υπέρ της αποστολής Τούρκων στο Αφγανιστάν, ενώ το 80% δηλώνουν την αντίθεσή τους.* Η ανακοίνωση της αποστολής δυνάμεων προκάλεσε διαδηλώσεις διαμαρτυρίας, ιδίως την Παρασκευή έξω από τα τεμένη της χώρας.Η δυσφορία μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης ίσως έπαιξε το ρόλο της στην επίδειξη ισχύος της περασμένης εβδομάδας, με την αιματηρή επιδρομή της αστυνομίας εναντίον των απεργών πείνας και των υποστηρικτών τους. Φαίνεται όμως ότι μέτρησαν περισσότερο οι εκτιμήσεις για τα οφέλη που μπορεί να αντλήσει η Αγκυρα. Ο πολέμαρχος«Πρέπει να βρισκόμαστε στην πρώτη γραμμή» δήλωνε με ενθουσιασμό η εφημερίδα «Χουριέτ», ενώ ο καθηγητής διεθνών σχέσεων Χουσεΐν Μπαγκτζί δήλωνε ότι «αυτό θα φέρει κέρδη, τόσο στην εξωτερική πολιτική όσο και στις εσωτερικές υποθέσεις της χώρας» και ότι «αυτή η απόφαση είναι στο πλαίσιο της σταθερής πολιτικής της Τουρκίας, η οποία παραμένει στο πλευρό της Δύσης και των ΗΠΑ».Ομως οι ΗΠΑ δεν δείχνουν ιδιαίτερα ενθουσιασμένες. Ενας λόγος είναι ίσως το γεγονός ότι η Τουρκία διατηρεί ιδιαίτερες σχέσεις με έναν από τους πολέμαρχους της αφγανικής αντιπολίτευσης, τον Ρασίντ Ντοστούμ. Ο ουζμπέκος αυτός πολέμαρχος είχε αναζητήσει άσυλο στη Τουρκία όταν οι Ταλιμπάν νίκησαν τις δυνάμεις του το 1998. Εχοντας επιστρέψει σήμερα στο Αφγανιστάν αποκατέστησε τις σχέσεις του με τη Βόρεια Συμμαχία, η οποία πάντως τον αντιμετωπίζει με επιφύλαξη, λόγω των συχνών του αλλαγών πλεύσης.Τις τελευταίες μέρες, στελέχη της Βόρειας Συμμαχίας εκφράζουν έντονο προβληματισμό για τους ελιγμούς του Ντοστούμ, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ενδέχεται να τορπιλίσει τη συλλογική προσπάθεια.Απειλές για την ΚύπροΜέσα στο πλαίσιο αυτό, η τουρκική απόφαση φαίνεται να αντιμετωπίζεται περισσότερο σαν μια προσπάθεια αύξησης της επιρροής της στις ίδιες περιοχές που επιχειρούσε ο Εμβέρ Πασάς και λιγότερο ως δείγμα αξιοπιστίας της Τουρκίας ως συμμάχου περιφερειακής δύναμης.Ισως αυτή η συνειδητοποίηση εκ μέρους της Αγκυρας να έχει σχέση με τον εκνευρισμό που προδίδουν οι πρόσφατες δηλώσεις σχετικά με την Κύπρο και οι απειλές για προσάρτηση των κατεχομένων σε περίπτωση ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε.
Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2001
Τα Βατερλό των Δογμάτων
Την ώρα που οι ΗΠΑ εμπλέκονταν στρατιωτικά στο Αφγανιστάν, αξιωματούχος του Πενταγώνου δήλωνε ότι η τακτική της Ουάσιγκτον στον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας είναι «εξαιρετικά ρευστή» και παρατηρούσε ότι «τη διαμορφώνουμε στην πορεία»1.Είναι γεγονός ότι η 11η Σεπτεμβρίου ανάγκασε τις ΗΠΑ να αναθεωρήσουν τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τις πολεμικές επιχειρήσεις. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η τελευταία αναθεώρηση του αμερικανικού αμυντικού δόγματος, όπως διαμορφώθηκε στη μεταψυχροπολεμική εποχή προέβλεπε ότι οι ένοπλες δυνάμεις των ΗΠΑ θα έπρεπε να είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν ταυτοχρόνως δύο μεγάλους πολέμους σε δύο διαφορετικά σημεία του πλανήτη, σε συνδυασμό με μικρότερες, χαμηλής έντασης επιχειρήσεις, κατά προτίμηση σε συνεργασία με «φίλους και συμμάχους». Ακόμα και αυτό το αναθεωρημένο δόγμα βρισκόταν εσχάτως υπό νέα αναθεώρηση, προκαλώντας έριδες ανάμεσα στη στρατιωτική ηγεσία που επέμενε στη διατήρηση της ικανότητας διεξαγωγής δύο πολέμων ταυτοχρόνως και την πολιτική ηγεσία που επιθυμούσε τη συρρίκνωση της δυνατότητας αυτής χάριν τολμηρών τεχνολογικών προγραμμάτων όπως η Στρατηγική Αμυντική Πρωτοβουλία (SDI).Η ύπαρξη «ασύμμετρων απειλών», ακόμα και με τη μορφή που πήρε η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου, δεν είχε αγνοηθεί από την αμερικανική ηγεσία. Επί προεδρίας Κλίντον ο όρος αναφερόταν συνεχώς σε όλες τις επίσημες εκθέσεις. Οπως γράφει το 1998 ο τότε υφυπουργός Αμύνης των ΗΠΑ, δρ Εντουαρντ Λ. Ουόρνερ, καταθέτοντας στην επιτροπή Εθνικής Ασφαλείας της Βουλής των αντιπροσώπων «λόγω της κυριαρχίας των ΗΠΑ στη συμβατική στρατιωτική αρένα, πολλοί αντίπαλοι ενδέχεται να επιλέξουν ασύμμετρους τρόπους, όπως χημικά και βιολογικά όπλα, πόλεμο πληροφορικής και τρομοκρατία για να εκμεταλλευτούν τις αδυναμίες των ΗΠΑ. Οπως και η Επιτροπή Εθνικής Ασφαλείας, πιστεύουμε ότι τέτοιου είδους εκμετάλλευση μπορεί να συμπεριλάβει απειλές στο έδαφος των ΗΠΑ από τρομοκράτες... Και επειδή ποτέ δεν ήμασταν σε θέση να προβλέψουμε με βεβαιότητα πώς θα είναι το μελλοντικό περιβάλλον στον τομέα της ασφάλειας, επισημάναμε ιδιαίτερα την πιθανότητα μη προβλέψιμων σεναρίων, απίθανων αλλά όχι αδύνατων γεγονότων που θα μπορούσαν να αλλάξουν σημαντικά το διεθνές περιβάλλον ασφαλείας και να απειλήσουν τα συμφέροντα των ΗΠΑ»2.Ομως η νέα κυβέρνηση Μπους αντιμετώπισε τις «ασύμμετρες απειλές» μόνο ως επιχείρημα προώθησης του προγράμματος SDI έναντι υποθετικών εξωτικών απειλών, όπως οι βαλλιστικοί πύραυλοι.Η ανατροπή που έφερε η υλοποίηση της «ασύμμετρης απειλής» μέσα στην καρδιά των ΗΠΑ οδήγησε στη συνειδητοποίηση ότι ο νέος πόλεμος που αντιμετωπίζει η χώρα «θα είναι ένα διαφορετικό είδος σύγκρουσης εναντίον ενός διαφορετικού εχθρού»3.Σύμφωνα με τον Ουίλιαμ Πφαφ, «αυτός ο πόλεμος είναι αχανής στις φιλοδοξίες του και παγκόσμιος σε εύρος, δεν μπορεί όμως να κερδηθεί με τους όρους που έχει διατυπώσει μέχρι στιγμής η Ουάσιγκτον» και έρχεται σε αντίθεση με το πρόσφατα αναθεωρημένο αμερικανικό αμυντικό δόγμα που απαιτεί «ξεκάθαρη διατύπωση εφικτών πολιτικών στόχων και όρων, κάτω από τους οποίους οποιαδήποτε επέμβαση θα τερματιστεί»4.Αυτό που προκάλεσε τη σύγχυση είναι η ένταση και η μορφή με την οποία οι ΗΠΑ γνώρισαν στην πράξη τον «ασύμμετρο πόλεμο». Μέχρι τότε τον γνώριζαν από τον ορισμό που έδινε η αμερικανική Υπηρεσία Προωθημένων Προγραμμάτων Αμύνης (DARPA): «Πολεμικές ενέργειες με λιγότερους και δύσκολο να προσδιοριστούν στόχους, στις οποίες συμμετέχουν μικρότεροι αριθμοί δραστών ή/και συμμετεχόντων, με τη χρήση ανορθόδοξων τακτικών που συχνά έχουν μεγάλες επιπτώσεις (πολιτικές ή υλικές) σχετικά με το επίπεδο της ισχύος που χρησιμοποιείται»5.Ετσι, όταν ο υπουργός Αμυνας των ΗΠΑ, Ντόναλντ Ράμσφελντ, δήλωνε ότι «αυτό στο οποίο έχουμε εμπλακεί είναι πολύ διαφορετικό από αυτό που ο κόσμος σκέφτεται όταν χρησιμοποιεί τη λέξη «"πόλεμος" ή "εκστρατεία" ή "σύγκρουση". Θα χρειασθεί να δημιουργήσουμε ένα νέο λεξιλόγιο και μια νέα δομή σκέψης»6, είναι προφανές ότι εξέφραζε εν μέρει τον προβληματισμό -ή την αμηχανία- της αμερικανικής κυβέρνησης.Δεν είναι λοιπόν περίεργο το ότι η αρχική αμερικανική αντίδραση σε στρατιωτικό επίπεδο δεν ήταν παρά μια εφαρμογή της συνταγής που είχε διαμορφωθεί στη μεταψυχροπολεμική εποχή, και ιδίως μετά τον Πόλεμο του Κόλπου. Μια προσέγγιση που σταδιακά διαπιστώνεται ότι δεν είναι η πλέον κατάλληλη, όπως είχε προειδοποιήσει ο αναλυτής του ινστιτούτου Κάρνεγκι, Ανατόλ Λίβεν: «Ο άλλος παράγοντας που πρέπει να εξεταστεί είναι τα πιθανά αποτελέσματα σε περίπτωση που ο παραδοσιακός τρόπος των ΗΠΑ για τη διεξαγωγή χερσαίου πολέμου επαναληφθεί. Διότι αυτός συνίσταται στον περιορισμό των απωλειών μεταξύ των αμερικανικών δυνάμεων με την ανάπτυξη συντριπτικής ισχύος πυρός, με συχνά καταστροφικά αποτελέσματα για τον τοπικό άμαχο πληθυσμό....»7.Κάτω από την ψυχολογική φόρτιση του πλήγματος στο μητροπολιτικό έδαφος, οι ΗΠΑ δείχνουν τώρα έτοιμες να ξεπεράσουν τη μετά το Βιετνάμ αποστροφή απέναντι στην ύπαρξη απωλειών, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι δεν θα καταβάλουν κάθε προσπάθεια περιορισμού τους, συνδυάζοντας τη χρήση χερσαίων δυνάμεων με την ανάπτυξη «συντριπτικής ισχύος πυρός». Οπως δήλωσε ο Ράμσφελντ και επανέλαβε ο Τζορτζ Μπους, «λυπάμαι που θα το πω, αλλά αυτός δεν θα είναι ένας αντισηπτικός πόλεμος. Θα είναι δύσκολος. Θα είναι επικίνδυνος. Και όπως συνειδητοποιούμε -και λυπάμαι που το λέω- υπάρχει η πιθανότητα ότι θα χαθούν και άλλοι άνθρωποι»8.Ο πόλεμος που ήδη διεξάγεται στο Αφγανιστάν έχει χαρακτηριστεί ως ο «πρώτος πόλεμος» στη μακροχρόνια εκστρατεία κατά της τρομοκρατίας. Κάποιοι από τους επόμενους μπορεί να αποτελέσουν αποτέλεσμα σχεδιασμού εκ μέρους των ΗΠΑ, κάποιοι άλλοι ενδέχεται να προκύψουν ως αποτέλεσμα της αντίδρασης του αόρατου αντιπάλου. Η προοπτική αυτή δεν επιτρέπει πλέον στην κυβέρνηση Μπους να περιορίσει τις δυνατότητες των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στη διεξαγωγή ταυτοχρόνως δύο πολέμων. Αντιθέτως, οι δυνατότητες αυτές πρέπει να ενισχυθούν. Σε αυτές θα προστεθούν άλλες που στο παρελθόν έχουν συζητηθεί, χωρίς όμως να υλοποιηθούν. Σε αυτές περιλαμβάνεται η ενίσχυση των δυνατοτήτων πληγμάτων ακριβείας σε μεγάλες αποστάσεις, η περαιτέρω ανάπτυξη των δυνατοτήτων πληροφορικού πολέμου, η ενίσχυση των δυνατοτήτων στρατηγικών πληγμάτων χωρίς τη χρήση πυρηνικών όπλων, και κυρίως η αύξηση της ικανότητας των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων να αντιδρούν και να αναπτύσσονται με μεγάλη ταχύτητα όπου απαιτηθεί σε συνδυασμό με την αποτελεσματική άμυνα του εδάφους των ΗΠΑ στην οποία οι ένοπλες δυνάμεις θα κληθούν να παίξουν μεγαλύτερο ρόλο9.Ενα από τα βασικά στοιχεία έχει ήδη δρομολογηθεί από το πρόγραμμα Joint Vision 2010 (Κοινό Οραμα 2010) που ξεκίνησε επί προεδρίας Κλίντον και προβλέπει την αναβάθμιση της ικανότητας των ενόπλων δυνάμεων «να συλλέγουν, να επεξεργάζονται και να μεταδίδουν πληροφορίες σχετικές με τη μάχη»10.Σε ό,τι αφορά τις δυνατότητες ταχείας ανάπτυξης, αυτές θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τα σημεία ανάπτυξης των αμερικανικών δυνάμεων. Οπως επισημαίνει ο δρ Κρεπίνεβιτς, «οι ΗΠΑ θα πρέπει να αναπτύξουν ένα νέο σύστημα κριτηρίων για την παγκόσμια δομή των βάσεων. Ο σχεδιασμός των βάσεων, όπως έχει σήμερα, είναι αποτέλεσμα των εμπειριών μας στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και, σε μικρότερο βαθμό, στον Ψυχρό Πόλεμο... Το επίκεντρο του βασικού στρατιωτικού ανταγωνισμού απομακρύνεται από την Ευρώπη προς το τόξο της νοτιοανατολικής Ασίας11».Πέραν της γεωγραφικής θέσης, κριτήριο για την αναδιάταξη των αμερικανικών βάσεων θα είναι και η δυνατότητα πρόσβασης που θα προσφέρουν οι διάφορες χώρες, τόσο αυτές που θα παραχωρούν βάσεις όσο και αυτές που θα παρεμβάλλονται ανάμεσα στις βάσεις αυτές και τις περιοχές που θεωρούνται κρίσιμες. Τα πρώτα βήματα για την απόκτηση βάσεων, με αφορμή τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, έχουν ήδη γίνει. Ο πόλεμος αυτός είναι άλλωστε ο πρώτος που διεξάγουν οι ΗΠΑ σε χώρα προς την οποία δεν έχουν άμεση πρόσβαση από τη θάλασσα, κάτι που προάγει τη συνειδητοποίηση της ανάγκης απεξάρτησης από τις Ομάδες Μάχης Αεροπλανοφόρων.
Σημειώσεις1. NBC, 9 Οκτωβρίου 2001.2. Κατάθεση στην υποεπιτροπή Στρατιωτικού Προσωπικού της Επιτροπής Εθνικής Ασφάλειας της Βουλής, 29/1/1998.3. Τζορτζ Μπους, 15/9/2001, Washington File.4. International Herald Tribune, 27/9/2001.5. Jane's Intelligence Review, Οκτώβριος 2000.6. Washington File, 20/9/2001.7. Anatol Lieven, Fighting Terrorism, Lessons from the Cold War, Carnegie Endowment for International Peace.8. Ενημέρωση υπουργείου Αμύνης ΗΠΑ, 25/9/2001.9. Dr. Andrew F. Krepinevich jr. «Beyond the Two-MTW Posture», House Armed Services Committee.10. William S. Cohen, Statement in Connection with the FY 2001 Defence Budget, House Armed Services Committee.11. Dr. Andrew F. Krepinevich jr. «Beyond the Two-MTW Posture», House Armed Services Committee.
Σημειώσεις1. NBC, 9 Οκτωβρίου 2001.2. Κατάθεση στην υποεπιτροπή Στρατιωτικού Προσωπικού της Επιτροπής Εθνικής Ασφάλειας της Βουλής, 29/1/1998.3. Τζορτζ Μπους, 15/9/2001, Washington File.4. International Herald Tribune, 27/9/2001.5. Jane's Intelligence Review, Οκτώβριος 2000.6. Washington File, 20/9/2001.7. Anatol Lieven, Fighting Terrorism, Lessons from the Cold War, Carnegie Endowment for International Peace.8. Ενημέρωση υπουργείου Αμύνης ΗΠΑ, 25/9/2001.9. Dr. Andrew F. Krepinevich jr. «Beyond the Two-MTW Posture», House Armed Services Committee.10. William S. Cohen, Statement in Connection with the FY 2001 Defence Budget, House Armed Services Committee.11. Dr. Andrew F. Krepinevich jr. «Beyond the Two-MTW Posture», House Armed Services Committee.
Γιατί η Δύση πήρε τ' όπλο της
Οι βόμβες πέφτουν στο Αφγανιστάν και η τηλεοπτικού τύπου προσοχή, αυτή που παρακολουθεί απλώς την εντυπωσιακή επιφάνεια των πραγμάτων, είναι στραμμένη στο κατά πόσον οι επιχειρήσεις θα συνεχιστούν ή όχι στο Ραμαζάνι ή κατά τη διάρκεια του χειμώνα και στο αν οι ΗΠΑ θα καταφέρουν ή όχι να βάλουν στο χέρι τον Οσάμα Μπιν Λάντεν.Στο πλαίσιο της επίπεδης αυτής λογικής, ο πόλεμος ξεκίνησε με την πρώτη αμερικανική ή βρετανική βόμβα που έπεσε στο Αφγανιστάν και όχι στις 11 Σεπτεμβρίου, με τις επιθέσεις στη Νέα Υόρκη και την Ουάσιγκτον. Η σκοπίμως απλουστευτική λαϊκιστική λογιστική που διοχετεύεται από τις πολιτικές ηγεσίες των ΗΠΑ και πολλών συμμάχων τους θέλει να δίνει σάρκα, οστά και ονοματεπώνυμο στον εκάστοτε αντίπαλο. Σήμερα είναι ο Οσάμα Μπιν Λάντεν, χθες ο Μιλόσεβιτς, προχθές ο Σαντάμ. Ακόμα και αναδρομικά, ο πόλεμος κατά της ναζιστικής Γερμανίας θεωρείται πλέον «πολιτικώς ορθό» να αναφέρεται ως πόλεμος κατά του Χίτλερ.Η προπαγανδιστική αυτή ρητορική μπορεί να εξασφαλίζει το μέγιστο της υποστήριξης και το ελάχιστο των επιφυλάξεων, εμποδίζει όμως την πλήρη κατανόηση της κατάστασης έστω και αν τα ίδια στόματα κάνουν σχετικές νύξεις (που θα μπορούσαν να αποτελέσουν μελλοντικό άλλοθι).Ενθεν κακείθεν του Ατλαντικού, οι δηλώσεις περί δεκαετούς ή διετούς πολέμου είναι πολλές. Αρχισαν να περιορίζονται μόνο όταν διαπιστώθηκε ότι προκαλούσαν σύγχυση. Οταν δηλαδή θεωρήθηκε ότι αφορούν τον άμεσα προβαλλόμενο πόλεμο στο Αφγανιστάν ή, το πολύ, τον αγώνα κατά της οργάνωσης «Αλ Κάιντα», όπου γης.Ομως ο Μπιν Λάντεν, η «Αλ Κάιντα», οι Ταλιμπάν και το Αφγανιστάν δεν είναι παρά ένα σύμπτωμα, μια αρχική φάση σε έναν ευρύτερο πόλεμο με παγκόσμιες κοινωνικές επιπτώσεις που ξεκίνησε εκρηκτικά την 11η Σεπτεμβρίου, αλλά προετοιμαζόταν επί χρόνια, όπως επί χρόνια καταβάλλονταν προσπάθειες πρόληψής του. Προσπάθειες που ήταν καταδικασμένες σε αποτυχία, όπως κάθε προηγούμενη προσπάθεια κατασκευής αναχωμάτων στην εξέλιξη της Ιστορίας.Αυτό που έδειξε η 11η Σεπτεμβρίου είναι ότι η παγκόσμια κοινωνία βρέθηκε σε μια νέα καμπή, σε μεγάλο βαθμό καθοριζόμενη από τις τεχνολογικές εξελίξεις. Κάτι παρόμοιο είχε συμβεί κατά το 18ο και κυρίως στο 19ο αιώνα, όταν η διάδοση της πυρίτιδας στην Ευρώπης έφθασε σε σημείο ώστε να καθιστά τα ατομικά πυροβόλα όπλα προσιτά στους πάντες. Μέχρι τότε οι ειδικές στρατιωτικές ικανότητες που χρειαζόταν η μάχη με σπαθιά και λόγχες απαιτούσε συνεχή εκπαίδευση, το κόστος της οποίας μπορούσαν να αντιμετωπίσουν μόνο οι υποταγμένοι σε κάποιον ηγεμόνα στρατοί. Αγρότες ή και αστοί δεν μπορούσαν σε καμία περίπτωση να αντιμετωπίσουν τους επαγγελματίες της στρατιωτικής βίας. Ακόμα και με την εισαγωγή της πυρίτιδας, το πλεονέκτημα ανήκε στους επίσημους στρατούς που μόνοι αυτοί μπορούσαν να προμηθευτούν τα πανάκριβα και παραγόμενα υπό αυστηρό έλεγχο κανόνια.Τα πράγματα άλλαξαν όταν η πρόοδος της τεχνολογίας έφερε τα μουσκέτα. Ενας νεαρός αγρότης, ένας γέροντας ή μια γυναίκα, μπορούσε με μεγάλη ευκολία να αντιπαρατεθεί ακόμα και στον ικανότερο πολεμιστή. Αυτό το εργαλείο επέτρεψε στο 19ο αιώνα να χαρακτηριστεί ο «αιώνας των επαναστάσεων».Ακολούθησε μια περίοδος που η αιχμή της τεχνολογικής εξέλιξης δεν ήταν άμεσα προσβάσιμη στους πολίτες. Σιδηρόδρομοι, άρματα μάχης, αεροσκάφη, πύραυλοι, πυρηνικά όπλα, έδωσαν πάλι στα επίσημα κράτη το συντριπτικό προβάδισμα σε κάθε βίαιη αντιπαράθεση. Οι διάφορες επαναστάσεις-συγκρούσεις περιορίστηκαν σε τοπικό επίπεδο και σε περιοχές όπου η κοινωνία δεν είχε απομακρυνθεί πολύ από την αρχική ή ενδιάμεση βιομηχανική φάση (π.χ. Αφρική).Στη σημερινή μεταβιομηχανική εποχή, η οποία συνεπάγεται πολλά απ' όσα ρίπτονται στο χωνευτήρι της έννοιας «παγκοσμιοποίηση», ο βασικός συντελεστής παραγωγής και, άρα το βασικό όπλο, είναι πλέον η πληροφορία και βασική πλουτοπαραγωγική δραστηριότητα είναι η διακίνησή της. Αυτό καθιστά τις πληροφορίες, την τεχνογνωσία, τη μετακίνηση κεφαλαίων, προσβάσιμες σχεδόν στους πάντες, πέρα από τα όρια ενός «ιερατείου» κατά κανόνα στην υπηρεσία του όποιου status quo. Επιτρέπει λοιπόν στην οποιαδήποτε ομάδα, εντός ή πέραν εθνικών συνόρων, θεωρεί ότι έχει επαρκείς λόγους να τη χρησιμοποιήσει προς αμφισβήτηση αυτού του status quo. Η προοπτική αυτή είχε γίνει εδώ και χρόνια αντιληπτή από τους έχοντες το συμφέρον διατήρησης της ηγεμονίας τους.Οι σαμουράι της φεουδαλικής Ιαπωνίας χρησιμοποίησαν αρχικά την πυρίτιδα για τους δικούς τους στόχους αλλά στη συνέχεια απαγόρευσαν πλήρως τη χρήση της επί 250 χρόνια, φοβούμενοι αυτό που εν τέλει αποδείχθηκε πραγματικότητα: ότι η χρήση της θα εξίσωνε τους ευγενείς μαχητές με το χύδην όχλο και θα οδηγούσε στην ανατροπή του φεουδαλικού συστήματος. Κάτι παρόμοιο έκαναν οι σημερινοί κυρίαρχοι σε παγκόσμιο επίπεδο, η λεγόμενη «Δύση» με την ευρεία έννοια και ο πέραν του Ατλαντικού επικυρίαρχος, αναζητώντας τρόπους «ελέγχου» των πληροφοριών και της τεχνολογίας που ήταν καλή όσο παρέμενε στον αποκλειστικό έλεγχό της αλλά θα μπορούσε να της δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στα χέρια συμφερόντων «εκτός συστήματος».Η 11η Σεπτεμβρίου έδειξε ότι οι προσπάθειες πρόληψης δεν τελεσφόρησαν και θα πρέπει να συμπληρωθούν με καταστολή. Η καταστολή αυτή μοιραία ξεκίνησε από τον Μπιν Λάντεν, την «Αλ Κάιντα» και τον περίγυρό τους. Πέραν όμως των στρατιωτικών επιχειρήσεων που στοχεύουν αυτή τη στιγμή το Αφγανιστάν, διεξάγονται πολιτικές, οικονομικές και άλλες επιχειρήσεις που δεν αφορούν μόνο την οργάνωση «Αλ Κάιντα», αλλά και όλο το πλαίσιο αυτού που περιγράφεται με τον αόριστο και ευέλικτο όρο «τρομοκρατία».Το σχήμα αυτό προσφέρεται και σε μια ακόμα ιστορική αναλογία, την αντιμετώπιση της πειρατείας. Οπως ο Μπιν Λάντεν είναι σε μεγάλο βαθμό δημιούργημα της αντιπαράθεσης Δύσης - Ανατολής κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, που στη συνέχεια ακολούθησε τη δική του ατζέντα, έτσι και οι πειρατές ήταν κάποτε δημιούργημα της αντιπαράθεσης των μεγάλων αποικιακών δυνάμεων (Βρετανίας, Ισπανίας, Γαλλίας). Οταν σταδιακά αυτονομήθηκαν, αντιμετωπίστηκαν μέχρι πλήρους εξαλείψεώς τους απ' όλες τις δυνάμεις αυτές ενωμένες προ του κινδύνου ανατροπής τού τότε παγκόσμιου status quo.Με την ίδια έννοια, η σημερινή συσπείρωση κρατών κατά της «τρομοκρατίας», παρά τις μεταξύ τους οξύτατες διαφορές και τα συγκρουόμενα επιμέρους συμφέροντα, αποτελεί αναγκαστική υποταγή στο υπέρτατο συμφέρον. Καμία κυβέρνηση-ηγεσία δεν επιθυμεί το «χάος», δηλαδή την απώλεια του ελέγχου εκ μέρους της. Ανεξαρτήτως πολιτικής, πολιτισμικής ή γεωπολιτικής θέσης, ο αντίπαλος είναι ο ίδιος: η εμφάνιση υπολογίσιμων αντιπάλων εκτός του δομημένου διεθνούς συστήματος. Η σημερινή φάση της αντιπαράθεσης με μια μερίδα ακραίων ισλαμιστών είναι λοιπόν καθαρά συγκυριακή. Για κάποιους λόγους, ιστορικά ερμηνεύσιμους, αυτοί είναι που επέλεξαν να διεκδικήσουν πρώτοι έναν ανατρεπτικό ρόλο. Η στόχευσή τους είναι άσχετη με τα όποια πολιτισμικά χαρακτηριστικά τους.Ομως η ίδια η διαδικασία της αντιμετώπισής τους, σε συνδυασμό με την προβολή της ταυτότητάς τους από τους ίδιους, απειλεί να εισαγάγει γραμμές αντιπαράθεσης στο πολιτισμικό-θρησκευτικό επίπεδο, κάτι που θα αναιρούσε ή και θα αντέστρεφε την προσπάθεια εξουδετέρωσής τους. Θα υπονόμευε επίσης τη συνολική προσπάθεια να καταπνιγεί στη γέννησή της η τάση αμφισβήτησης του διεθνούς status quo από τον οποιονδήποτε.Ο κίνδυνος αυτός ενυπάρχει και στην ευρύτερη προσπάθεια, προληπτική με κατασταλτικά στοιχεία, που ξεκινά σε ευρύτερο επίπεδο στο πλαίσιο αυτού που αποκαλείται απλουστευτικά ως «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» διεθνώς. Μέτρα περιστολής ελευθεριών χάριν αντιμετώπισης του μείζονος εχθρού ενδέχεται να ενισχύσουν τις τάξεις του.Μια φάση αντιτρομοκρατικού μακαρθισμού έχει ήδη αρχίσει να διαμορφώνεται στις ΗΠΑ, μόνο που τώρα στόχος δεν είναι «οι κομμουνιστές ανάμεσά μας», αλλά «οι τρομοκράτες ανάμεσά μας».Η τάση αυτή εμφανίζεται πολύ πιο ήπια στην Ευρώπη, όπως συνέβαινε και την εποχή του ψυχρού πολέμου. Διότι είναι προφανές ότι με τα θερμά επεισόδια στις ΗΠΑ και το Αφγανιστάν εγκαινιάζεται μια μακροχρόνια περίοδος ψυχρού πολέμου, με διαφορετικούς παίκτες από κάθε πλευρά και ίσως λιγότερο εύκολα αναγνωρίσιμους. Οπως και στην εποχή του παλιού Ψυχρού Πολέμου, δεν θα λείψουν τα θερμά επεισόδια κυρίως στα σημεία εκείνα της υδρογείου όπου η κατεστημένη τάξη απειλείται, απειλώντας στη συνέχεια με το φαινόμενο του «ντόμινο» του οποίου η ανάσχεση στοίχισε τόσα πολλά σε χώρες όπως το Βιετνάμ.
Βιβλιογραφικές σημειώσεις1. John Keegan, «Η Ιστορία του πολέμου»2. F. Allen, «Influence of Technology on war»3. Marx, «Das Kabinett von Washington und die Westmaechte», Die Press, 25/12/18614. Alvin Toffeler, «Power Shift»5. Παναγιώτης Κονδύλης, «Θεωρία του Πολέμου»6. Engels, «Die Aussichten des Krieges», The Pall Mall Gazette, 8/12/18707. Φιλιπ Γκοσέ, «Η Ιστορία της πειρατείας».
Βιβλιογραφικές σημειώσεις1. John Keegan, «Η Ιστορία του πολέμου»2. F. Allen, «Influence of Technology on war»3. Marx, «Das Kabinett von Washington und die Westmaechte», Die Press, 25/12/18614. Alvin Toffeler, «Power Shift»5. Παναγιώτης Κονδύλης, «Θεωρία του Πολέμου»6. Engels, «Die Aussichten des Krieges», The Pall Mall Gazette, 8/12/18707. Φιλιπ Γκοσέ, «Η Ιστορία της πειρατείας».
Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2001
Δολοφόνοι με ευαισθηCIA
«Ζητούνται άτομα που επιθυμούν κάτι περισσότερο από μια απλή εργασία... με διάθεση για περιπέτεια... ισχυρή προσωπικότητα... ανώτερες πνευματικές ικανότητες... και το μέγιστο βαθμό προσωπικής ακεραιότητας».Η αγγελία αυτή που δημοσιεύεται σε αμερικανικά πανεπιστήμια φέρνει σήμερα πάνω από 500 αιτήσεις προσλήψεως την ημέρα στη CIA.Η έξαρση του πατριωτισμού στις ΗΠΑ σε συνδυασμό με την οικονομική ύφεση που περιορίζει τις δυνατότητες απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα, οδηγεί πολλούς απόφοιτους πανεπιστημίων να προτιμήσουν τη CIA.Νέοι με προσόνταΗ CIA, η οποία ζητά σήμερα να προσλάβει νέους υπαλλήλους, κυρίως ανθρώπους που έχουν μελετήσει τη Μέση Ανατολή ή την Κεντρική Αφρική και μιλούν τις τοπικές γλώσσες, δεν είναι αυτή που ήταν πριν από 45 ημέρες, όταν χαρακτηριζόταν ως μια «ξεδοντιασμένη» οργάνωση.Σήμερα ανακτά ακόμα και τη δυνατότητα διάπραξης δολοφονιών στο εξωτερικό, μια δραστηριότητα που απαγορεύτηκε από το 1975, μετά τις έρευνες της επιτροπής Τσερτς.Οπως έγραψε η αμερικανική εφημερίδα «Ουάσιγκτον Ποστ», ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους, έδωσε ξεκάθαρη εντολή στη CIA να προχωρήσει στην εξόντωση του Οσάμα Μπιν Λάντεν και άλλων στελεχών της οργάνωσής του, παρέχοντάς της μάλιστα πρόσθετη χρηματοδότηση ύψους ενός δισ. δολαρίων.Η CIA δεν ήταν πρόθυμη να αναλάβει πάλι επιχειρήσεις δολοφονίας στο εξωτερικό. Τα στελέχη της φοβούνται ότι θα βρεθούν κατηγορούμενα για ό,τι δεν πάει καλά.Οπως σχολιάζει ο πρώην υποδιευθυντής της CIA, Γκάνον, «θα ήθελα οι οδηγίες του προέδρου να είναι περισσότερο σαφείς συμπεριλαμβανομένων των ονομάτων. Πρέπει να έχει κανείς την υποστήριξη των πολιτικών έτσι ώστε οι άνθρωποι των μυστικών υπηρεσιών να μη βρεθούν εκτεθειμένοι».Σύμφωνα με πληροφορίες, προκειμένου να παρακαμφθούν οι αντιρρήσεις ο πρόεδρος Μπους υπέγραψε μια εντολή στην οποία διευκρινίζεται ότι η ευθύνη ανήκει πλήρως στον ίδιο τον πρόεδρο και τους συμβούλους του.Η εντολή στηρίζεται σε μια παρόμοια που είχε υπογράψει ο Κλίντον, μετά τις βομβιστικές επιθέσεις στις πρεσβείες των ΗΠΑ στην Κένυα και την Τανζανία με στόχο την Αλ Κάιντα.Πάντως πολλοί αμφιβάλουν για την ικανότητα της CIA να οργανώσει τέτοιου είδους επιχειρήσεις. Ηδη, παρά τις προσπάθειες, η υπηρεσία απέτυχε να οργανώσει την εκτέλεση του Μπιν Λάντεν στα τρία χρόνια που πέρασαν από την εντολή Κλίντον, παρά το γεγονός ότι παρουσιάστηκαν κάποιες ευκαιρίες.Οι επιδόσεις της δεν ήταν καλύτερες πριν από το 1975. Πράκτορες της CIA προσπάθησαν πολλές φορές να δολοφονήσουν τον Φιντέλ Κάστρο, χρησιμοποιώντας μικρόβια που είχαν τοποθετήσει μέσα στα αγαπημένα του πούρα, ή κοχύλια παγιδευμένα με εκρηκτικά, ακόμα και μια στολή δύτη εμποτισμένη με δηλητήριο. Αλλες αποτυχημένες προσπάθειες έγιναν στην κεντρική Αμερική, την Αφρική και το Ιράν.Οπως σχολιάζει ο συγγραφέας ενός βιβλίου για τη CIA, ο Τζέφρι Ρίτσελσον, «ποτέ δεν κατάφεραν να σκοτώσουν κανένα. Ηταν η συμμορία που δεν μπορούσε να σημαδέψει».Τίποτα δεν δείχνει ότι η σημερινή υπηρεσία είναι σε καλύτερη κατάσταση. Αντιθέτως, δέχεται πανταχόθεν επικρίσεις για την αδυναμία της να προβλέψει για την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου, στις οποίες απαντά ότι είχε δώσει στοιχεία στο FBI, το οποίο δεν τα αξιοποίησε.Κατηγορείται ακόμα και για την αδυναμία της να προστατεύσει τον ηγέτη της αφγανικής αντιπολίτευσης, Αμπντούλ Χακ, τον μοναδικό αξιόπιστο παστούν ηγέτη που πολεμούσε κατά των Ταλιμπάν, ο οποίος συνελήφθη και εκτελέστηκε μία μόλις ημέρα μετά την είσοδό του στο Αφγανιστάν.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)