Δευτέρα 25 Μαΐου 2009

Το δημοκρατικό έλλειμμα δεν είναι μόνο ευρωπαϊκό

Την τελευταία φορά, το ενδιαφέρον για εκλογές εκτός εθνικών ορίων ήταν συγκλονιστικό, η αγωνία έσφιγγε ολόκληρη την Ευρώπη και το αποτέλεσμα πυροδότησε οπαδικές εκρήξεις χαράς σε όποιες πλατείες ευρωπαϊκών πόλεων είχαν στηθεί γιγαντοοθόνες.

Οι Ευρωπαίοι πολίτες ήξεραν -ή έστω πίστευαν- ότι το αποτέλεσμα των εκλογών είχε μεγάλη σημασία για το μέλλον τους.

Σε αντίθεση με τις αμερικανικές εκλογές του περασμένου Νοεμβρίου, οι επικείμενες ευρωεκλογές ελάχιστα ενδιαφέρουν τους Ευρωπαίους πολίτες, με εξαίρεση εκείνους που, μέσω αυτών, έχουν να στείλουν μηνύματα με την ελπίδα ότι αυτή τη φορά θα μπορέσουν να διαπεράσουν τον έμφυτο αλλά και καλά γυμνασμένο παχυδερμισμό των κυρίαρχων εθνικών πολιτικών δυνάμεων που συνήθως κάνουν ότι δεν ακούν. Πέραν αυτού, ουδέν.

Για την ανά τετραετία προϊούσα αδιαφορία των Ευρωπαίων πολιτών για τις ευρωεκλογές (φέτος μόνο το 30% είναι ο κοινοτικός μέσος όρος των ενδιαφερομένων) έχει κατηγορηθεί κατά κόρον το «δημοκρατικό έλλειμμα» της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Από εκεί προκύπτει το -αφελές αν δεν είναι ρητορικό- ερώτημα, γιατί η αδιαφορία των Ευρωπαίων ψηφοφόρων να αυξάνεται σήμερα που το Ευρωκοινοβούλιο, δηλαδή οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι, έχει αποκτήσει μεγαλύτερες αρμοδιότητες, ακόμα και το δικαίωμα βέτο σε ορισμένες περιπτώσεις. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι λίγο μετά τη συγκρότησή του, το νέο Ευρωκοινοβούλιο μπορεί να ασκήσει βέτο στη δεύτερη θητεία του Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο στην προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αν μάλιστα η Ιρλανδία επικυρώσει τη συνθήκη της Λισαβόνας σε ένα καινούργιο δημοψήφισμα μέχρι το τέλος του χρόνου, ίσως κληθεί να ψηφίσει και για τον νέο πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αυτόν που θα αντικαταστήσει τη σημερινή κυλιόμενη εξαμηνιαία προεδρία της Ε.Ε., ίσως και τον νέο «υπουργό Εξωτερικών» της Ευρωπαϊκής Ενωσης που θα πάρει τη θέση του σημερινού ύπατου εκπροσώπου εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, Χαβιέρ Σολάνα.

Ομως, οι πάντες γνωρίζουν ότι ο μέγας Ποντίφιξ (γεφυροποιός) των Αζορών και νυν Μπαρόζο ο Εντρομος (φοβάται ακόμα και τη σκιά του, βλέποντας παντού τρομοκράτες έτοιμους να τον σκοτώσουν) φυτεύτηκε στην ηγεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής λόγω της εξυπηρέτησης προς τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους, και τις παραφυάδες του στην Ευρώπη (δες Τόνι Μπλερ) με τη σκηνοθεσία της συνάντησης των Αζορών προκειμένου να προωθηθεί η εισβολή στο Ιράκ. Οι ίδιοι (οι πάντες) ξέρουν ότι παρόμοια πορεία ακολούθησε και ο Χαβιέρ Σολάνα, δίνοντας εξετάσεις προ δεκαετίας ως γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, την εποχή που οι ΝΑΤΟϊκές βόμβες έπεφταν στη ραδιοτηλεόραση του Βελιγραδίου. Γνωρίζουν ότι την περασμένη εβδομάδα ο Σολάνα συνόδευε τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, στην περιοδεία του στα Βαλκάνια, αόρατος έστω και ως ξεναγός. Και ξέρουν ότι ο Αμερικανός αντιπρόεδρος και όχι ο Ευρωπαίος εκπρόσωπος (και αν το έκανε ποιος θα του έδινε σημασία) διαβεβαίωνε για στήριξη της πορείας των βαλκανικών χωρών προς την Ευρωπαϊκή Ενωση.

Ξέρουν ακόμα ότι η ψήφος τους στις ευρωεκλογές δεν θα αλλάξει πολλά πράγματα ακόμα και εκεί που το Ευρωκοινοβούλιο έχει αποκτήσει κάποιες ουσιαστικές αρμοδιότητες, καθώς, όπως και στα εθνικά Κοινοβούλια, οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται απαραίτητα στην αίθουσα της Ολομέλειας αλλά πολύ συχνά στα κομματικά γραφεία. Το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα έχει ήδη εκφράσει την υποστήριξή του προς τον Μπαρόζο, που προσπαθεί να μην ενοχλήσει κανέναν, δηλαδή να μην κάνει το παραμικρό. Την υποστήριξή τους στο πρόσωπό του έχουν εκφράσει ήδη ανοιχτά και οι Σοσιαλιστές Ισπανίας, Πορτογαλίας και Βρετανίας (και όχι τόσο ανοιχτά οι υπόλοιποι), κάτι που σημαίνει ότι είναι βέβαιο πως και το Κόμμα Ευρωπαίων Σοσιαλιστών δεν πρόκειται να προτείνει εναλλακτικό υποψήφιο.

Πέραν όλων αυτών, η ανυπαρξία ευρωπαϊκών κομμάτων (εκτός ίσως του «αντιευρωπαϊκού» Λίμπερτας, που όμως δεν κατάφερε να αναπτυχθεί πανευρωπαϊκά, όπως σχεδίαζε) σημαίνει ότι η ψήφος στις ευρωεκλογές σηκώνει όλο το φορτίο των εθνικών πολιτικών διαρθρώσεων και της διευρυνόμενης (αλλού περισσότερο αλλού λιγότερο) διάστασής τους από τη ζωντανή κοινωνική πραγματικότητα. Τα σκάνδαλα στην Ελλάδα και η αγανάκτηση με τους λογαριασμούς των βουλευτών στη Βρετανία, η ευρύτερη απαξίωση της «κομματικής» πολιτικής, μετράνε πολύ περισσότερο από αναφορές στο Ευρωκοινοβούλιο, ακόμα και όταν αυτές ξεπερνάνε διαβεβαιώσεις τύπου «η πολιτική είναι προσφορά» με τις οποίες ατυχείς διορισμένοι από τα κόμματα ευρωβουλευτές απαντάνε αναγκαστικά σε ερωτήσεις σχετικά με την παραμονή τους ή όχι στις Βρυξέλλες, γνωρίζοντας και οι ίδιοι ότι έτσι τροφοδοτούν τη σαρκαστική φαντασία της πλειονότητας των ακροατών τους.

Ως αντίδραση στην εθνική και όχι στην ευρωπαϊκή ασφυξία, η ψήφος στις ευρωεκλογές ανέκαθεν προωθούσε νέες πολιτικές εκφράσεις. Το 1984 έδωσε την πρώτη εκλογική επιτυχία στο γαλλικό Εθνικό Μέτωπο του Ζαν Μαρί Λεπέν και στους Πράσινους της Γερμανίας. Το 2004 πρόσφερε στο βρετανικό Κόμμα της Ανεξαρτησίας την πρώτη σημαντική κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Οι πολιτικές αυτές δυνάμεις, κάνοντας το ντεμπούτο τους στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή, ακολούθησαν στη συνέχεια αρκετά σημαντική πορεία στο εθνικό πολιτικό τοπίο των χωρών τους.

Με αυτή τη λογική, ίσως οι ευρωεκλογές αποτελούν μια ευκαιρία προόδου, με την έννοια της εισαγωγής νέων παραμέτρων, όσο μικρή, δειλή και ατελής και αν είναι. Διότι δίνει μια, έστω ελάχιστη, ευκαιρία να σπάσει ο συντηρητικός νάρθηκας των κατεστημένων πολιτικών εκφράσεων που, με νύχια και με δόντια, προσπαθούν να διατηρήσουν παγωμένο το πολιτικό τοπίο αποτρέποντας με κάθε μέσο την είσοδο νέων παικτών στο κεντρικό γήπεδο.


Δευτέρα 27 Απριλίου 2009

Οι 100 μέρες για «την ψυχή» των ΗΠΑ

Κανείς δεν θα μπορούσε να ικανοποιήσει όλες τις προσδοκίες ή να επουλώσει όλες τις πληγές, πόσω μάλλον μέσα σε 100 μέρες.

Καθώς ο Μπαράκ Ομπάμα συμπληρώνει αυτή την εβδομάδα 100 μέρες στον Λευκό Οίκο, έχει κάνει περισσότερα μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα από οποιονδήποτε άλλο πρόεδρο των ΗΠΑ στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα της πρώτης προεδρικής του θητείας. Ομως δεν είναι αρκετό για να εξαφανίσει το αίσθημα του ανικανοποίητου που εξακολουθεί να αιωρείται στις ΗΠΑ και διεθνώς.

Είναι αλήθεια ότι σε μερικές χώρες, όπως στην Ελλάδα, ένας πρόεδρος των ΗΠΑ θα χαρακτηριζόταν ανεπιφυλάκτως καλός, μόνον αν, στις πρώτες μέρες, αν όχι τις πρώτες ώρες μετά την ανάληψη της εξουσίας, ανακοίνωνε την πλήρη διάλυση της Ενωσης. Αν δηλαδή γινόταν ένας στιγμιαίος Γκορμπατσόφ, χωρίς τις καθυστερήσεις και τις ατελέσφορες προσπάθειες του τελευταίου προέδρου της ΕΣΣΔ να σώσει ό,τι μπορούσε να σωθεί στη χώρα του.

Το ενδιαφέρον είναι ότι για κάποιους συμπατριώτες του ο Ομπάμα κάνει ακριβώς αυτό. Βάζει τις ΗΠΑ στον δρόμο της καταστροφής. Οι ίδιοι που έκλαιγαν (στην κυριολεξία!) όταν το Κογκρέσο περνούσε τα μέτρα για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και εκείνοι θεωρούσαν ότι η χώρα παραδίδεται στον κομμουνισμό, βλέπουν τώρα την καταστροφή να έρχεται και τους εχθρούς να περνάνε μέσα από τα τείχη, με την υπόθεση της επίσημης αποκάλυψης έστω και υπό όρους, έστω και μέρους, των βασανιστηρίων που είχε εγκρίνει η κυβέρνηση Μπους. Πόσω μάλλον όταν αρχίζει να διαφαίνεται το ενδεχόμενο άσκησης ποινικών διώξεων στελεχών των κυβερνήσεων Μπους.

Στην περίπτωση αυτήν ο Μπαράκ Ομπάμα, αν και κατ' αρχήν πρόθυμος να αποκαλύψει τον εγκληματικό αμοραλισμό της περιόδου Μπους, αν μη τι άλλο για να σηματοδοτήσει και να διακηρύξει διεθνώς την αλλαγή, δείχνει να σύρεται από τη δυναμική που αναπτύσσεται στο ενδεχόμενο άσκησης ποινικών διώξεων, κάτι που αρχικά ίσως δεν επιθυμούσε.

Μια παρόμοια εικόνα ή μάλλον την αίσθηση ότι η πολιτική Ομπάμα δεν είναι πλήρως διαμορφωμένη και ότι σε μεγάλο βαθμό αποτελείται από αυτοσχεδιασμούς (που κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά συχνά δοκιμάζονται από την πραγματικότητα) δίνουν πολλά από τα συστατικά της, ιδίως σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική. Χαρακτηριστική η περίπτωση της πρώτης ευρωπαϊκής επίσκεψής του, κατά την οποία η υποστήριξη των Ευρωπαίων για το Αφγανιστάν ήταν χλιαρότερη του αναμενόμενου, κάτι που, όπως περιγράφει στην «Ε» του περασμένου Σαββάτου ο Δημήτρης Δήμας, οδήγησε τον Ομπάμα σε μια σχεδόν παρορμητική και μεγαλύτερη του προσχεδιασμένου αναβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας.

Μια διαφορετική οπτική θα αντικαθιστούσε τις λέξεις «αυτοσχεδιασμός» και «παρόρμηση», με τις «ευελιξία» και «προσαρμοστικότητα», κάτι που ενδεχομένως θα ήταν πιο κοντά στην πραγματικότητα και τις προκλήσεις που διαμορφώνει ένα ριζικά διαφορετικό περιβάλλον.

Κατ' αρχάς, ό,τι και να κάνει ο Μπαράκ Ομπάμα για να αποκαταστήσει το ηθικό κύρος και τον διεθνή ρόλο των ΗΠΑ, αυτό που οι Αμερικανοί αρέσκονται να χαρακτηρίζουν «αμερικανική ηγεσία», έχει να αντιμετωπίσει τα νέα αντισώματα που έχει δημιουργήσει στη διεθνή κοινότητα ο εμβολιασμός της με δύο δόσεις αμερικανικής προεδρίας του Τζορτζ Μπους. Στη συνέχεια έχει να αντιμετωπίσει έναν αμερικανικό πολιτικό πολιτισμό, που παραδοσιακά αντιστέκεται σε οποιονδήποτε συμβιβασμό απαιτείται για την ανάληψη συλλογικών πρωτοβουλιών σαν και αυτές που απαιτούνται στις σημερινές συνθήκες.

Ταυτοχρόνως, η εκκίνηση του σημερινού οικονομικού χάους από τις ΗΠΑ ή από τις αμερικανικής εμπνεύσεως οικονομικές πρακτικές αποδυναμώνει θεαματικά κάθε ιδέα «αμερικανικής ηγεσίας» στη διεθνή οικονομία. Η ανάδυση άλλων ισχυρών διεθνών παικτών, όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση και η Κίνα, μειώνει τη σχετική ισχύ των ΗΠΑ. Η δημιουργία και σταθεροποίηση περιφερειακών οργανισμών και θεσμών, στους οποίους οι ΗΠΑ ούτε καν συμμετέχουν, ιδίως σε περιοχές που θα πρωταγωνιστήσουν στο μέλλον, όπως η Ασία, δυσχεραίνουν τους χειρισμούς της Ουάσιγκτον.

Ομως, η πορεία σε όλους τους τομείς θα κριθεί, κατά πάσαν πιθανότητα, από την έκβαση δύο διαδικασιών που αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε εξέλιξη. Η μία αφορά το εσωτερικό των ΗΠΑ και είναι η διαδικασία «για να ξαναβρούμε την ψυχή της χώρας μας», όπως γράφει στους «Τάιμς της Νέας Υόρκης» ο νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν. Είναι η υπόθεση του Γκουαντάναμο, των βασανιστηρίων, του απόλυτου αμοραλισμού που συνεχίζει να εκφράζει ο πρώην αντιπρόεδρος Ντικ Τσένι, επιμένοντας ότι τα βασανιστήρια νομιμοποιούνται εκ του αποτελέσματος, δηλαδή από τις πληροφορίες που αποκτήθηκαν. Χωρίς την αίσθηση κάποιας, έστω ατελούς, κάθαρσης, οποιαδήποτε προσπάθεια «ηγεσίας» των ΗΠΑ ξεκινά υπονομευμένη.

Η δεύτερη διαδικασία αφορά το διεθνές πεδίο και είναι αυτή που βρίσκεται σε εξέλιξη στο Πακιστάν και στην περιοχή γύρω του. Η πολιτική των ΗΠΑ έχει οδηγήσει την κυβέρνηση της χώρας να πλησιάζει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η κυβέρνηση Καρζάι στο Αφγανιστάν, που στην πραγματικότητα απλώνει την εξουσία της στην Καμπούλ (και όχι σε όλες τις γειτονιές της). Μόλις την περασμένη εβδομάδα, οι Ταλιμπάν, ελέγχοντας ουσιαστικά για όσο διάστημα ήθελαν πόλη 80 χιλιόμετρα από το Ισλαμαμπάντ, έκαναν μια επίδειξη της ικανότητάς τους να ασκούν μεγαλύτερο έλεγχο από αυτόν της πακιστανικής κυβέρνησης.

Το Πακιστάν και η χώρα που αποτελεί το «στρατηγικό βάθος του», το Αφγανιστάν, αποτελούν αυτή τη στιγμή κομβικό σημείο για τις διεθνείς εξελίξεις, άρα και για την αμερικανική πολιτική. Δεν είναι μόνο το ότι διαθέτει πυρηνικά όπλα ως αντίβαρο στα πυρηνικά της Ινδίας. Είναι το ότι η εξομάλυνση της κατάστασης στην περιοχή είναι αποφασιστικής σημασίας για την πορεία όλων των κρίσιμων εξελίξεων στην περιοχή που ορίζεται από την Κεντρική Ασία και τους δύο ωκεανούς, τον Ινδικό και τον Ειρηνικό. Εκεί που οι πάντες και όχι μόνον οι ΗΠΑ θα δοκιμαστούν στο μέλλον. Και ελπίζεται η δοκιμασία να είναι μόνον πολιτική.


Δευτέρα 6 Απριλίου 2009

Η αμοιβαιότητα και το μέλλον του ΝΑΤΟ

Η Ελλάδα αποφασίζει να πάρει μέτρα τόνωσης για τη ραχοκοκκαλιά της ευρωπαϊκής οικονομίας, την αυτοκινητοβιομηχανία, έστω και αν η ίδια δεν παράγει αυτοκίνητα.

Η Τουρκία καταλήγει τελικά να ψηφίσει ως νέο γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ τον Αντερς Φογκ Ρασμούσεν, αίροντας τις όποιες επιφυλάξεις προέβαλε, ειλικρινά ή προσχηματικά.

Και στις δύο περιπτώσεις η λέξη-κλειδί είναι αυτή που χαρακτηρίζει κάθε μορφή διεθνούς (ή άλλης) σχέσης, η «αμοιβαιότητα», αυτό που κάποιοι θα έλεγαν «το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δυο το πρόσωπο» ή θα χαρακτήριζαν ως «παζάρι».

Κάποιες φορές, όπως στην περίπτωση της Τουρκίας και του νέου γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ, η «αμοιβαιότητα» έχει άμεσο χαρακτήρα, όπως δείχνει και η δήλωση του Μπαράκ Ομπάμα στην Πράγα έπειτα από λίγες ώρες, και έτσι το παζάρι γίνεται πιο σκληρό και χυδαίο. Η μία ή η άλλη πλευρά (μερικές φορές και οι δύο) απαιτεί να της καταβληθεί αμέσως και «στο χέρι» το αντίτιμο και «υποχωρεί» μόνον όταν και η άλλη πλευρά αποδείξει ότι οι υποχωρήσεις είναι όντως «αμοιβαίες».

Σε άλλες περιπτώσεις, όπως αυτή της Ελλάδας και της Ε.Ε., η ατμόσφαιρα είναι σαφώς πιο κομψή και πολιτισμένη. Η υποχώρηση ή η προσφορά της μίας πλευράς δεν γίνεται απαραίτητα με την προσδοκία άμεσου ανταποδοτικού οφέλους. Συχνά χρησιμοποιείται για να δείξει καλή θέληση, για να οικοδομήσει ένα θετικό κλίμα ή για να διώξει την αρνητική ενέργεια που έχει συσσωρευθεί. Οσο για το αντίτιμο, όποτε και αν έρθει, η αξία του είναι σχετική και εξαρτάται από τη σημασία που έχει για την κάθε πλευρά τη συγκεκριμένη στιγμή.

Αυτό το κλίμα κομψής «αμοιβαιότητας», που συχνά εκχυδαΐζεται σε παζάρι, επέτρεψε στο ΝΑΤΟ να γιορτάσει το Σάββατο τα 60ά γενέθλιά του. Κανονικά, με την αρτιμέλειά του να αποκαθίσταται με την επιστροφή της Γαλλίας στο στρατιωτικό σκέλος και με την είσοδο δύο νέων μελών, της Αλβανίας και της Κροατίας, η γιορτή θα έπρεπε να είναι μια έκρηξη χαράς. Η ξινίλα της Αγγέλας Μέρκελ απέναντι στον αγενώς τηλεφωνούντα Μπερλουσκόνι, τα τσαλιμάκια της Τουρκίας για τον γενικό γραμματέα, οι διαδηλώσεις στο Στρασβούργο και τη γειτονική γερμανική Κελ δεν θα μπορούσαν να καλύψουν το πανηγύρι για μια Συμμαχία που στα 40 της κέρδισε τον Ψυχρό Πόλεμο, για να αποδειχθεί στη συνέχεια περιζήτητη νύφη για τους μνηστήρες που στριμώχνονται στην πόρτα της.

Αν στα 40 και στα 50 του το ΝΑΤΟ κατάφερε να κρατηθεί, έστω και αμήχανα, στα πόδια του μέσα σε ένα ευμετάβλητο μεταβατικό περιβάλλον, στα 60 του δοκιμάζεται από την αμηχανία της προσαρμογής του σε έναν νέο κόσμο, όπου παγιώνονται τεκτονικές αλλαγές στη διεθνή δομή και καταρρέουν σχέσεις ισχύος που καθόρισαν δεκαετίες, ακόμα και αιώνες. Ανάμεσά τους δοκιμάζεται έντονα η αρχή της «αμοιβαιότητας», που αποτέλεσε τη βάση της Συμμαχίας και εκφράστηκε από το άρθρο 5 της Συνθήκης της Ουάσιγκτον. Με αντικειμενικό σκοπό να συνδέσει την ασφάλεια της Βόρειας Αμερικής με αυτή της Ευρώπης και να διασφαλίσει μια σταθερή και ελεγχόμενη σχέση με τη Ρωσία.

Σε κανένα από τα κείμενα δεν διατυπώνεται η ερμηνεία, το πνεύμα με το οποίο αυτή η «αμοιβαιότητα» γινόταν αντιληπτή στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Αυτή η διαφορά αντίληψης είναι που δοκιμάζει το ΝΑΤΟ τα τελευταία χρόνια, όταν οι ανατροπές στην ανατολική Ευρώπη και τη Ρωσία αφαίρεσαν το κεντρικό στοιχείο που καθόριζε μια κοινή αντίληψη της «αμοιβαιότητας». Εκεί που ήταν σχεδόν αυτονόητο ότι «αμοιβαιότητα» σήμαινε προπάντων ότι η Δυτική Ευρώπη πρόσφερε το αρχικό ανάχωμα απέναντι στον «κίνδυνο εξ ανατολών» και η Βόρεια Αμερική θα έσπευδε για την προστασία του, τα πράγματα μπλέχτηκαν όταν οι ΗΠΑ επικαλέστηκαν την αμοιβαιότητα για να ζητήσουν την αλληλεγγύη των συμμάχων τους και το μπλέξιμο αυτό γίνεται πλέον εξαιρετικά ορατό στην περίπτωση του Αφγανιστάν.

Ο συλλογικός ψυχισμός της κυβέρνησης Μπους στρίμωξε το ΝΑΤΟ στη γωνία του Αφγανιστάν, καθιστώντας το θέμα της ασιατικής χώρας καθοριστικής σημασίας για το μέλλον του Οργανισμού, έστω και αν δεν είναι το κομβικό στοιχείο για τη μακροπρόθεσμη πορεία του. Το ΝΑΤΟ δεν μπορεί να εγκαταλείψει το Αφγανιστάν «με την ουρά στα σκέλια», δεν μπορεί να αγνοήσει την εντολή του ΟΗΕ, αλλά και δεν μπορεί να «νικήσει», ενώ δοκιμάζεται συνεχώς η εσωτερική συνοχή του από τον διαφορετικό βαθμό προθυμίας των χωρών - μελών να συμμετάσχουν στην αποστολή. Μοναδική επιλογή, να διαμορφώσει μια σταδιακή απεμπλοκή που θα σώσει τα προσχήματα, κάτι προς το οποίο φαίνεται να στοχεύει ήδη η νέα αμερικανική ηγεσία.

Ομως, αν ξεπεραστούν οι τοξικές επιδράσεις του, το ίδιο το Αφγανιστάν μπορεί να αποτελέσει τον δρόμο μέσα από τον οποίο το ΝΑΤΟ θα εξασφαλίσει τον εορτασμό και των 70ών γενεθλίων του. Οπως γράφει στο «The World Today» ο πρεσβευτής της Ρωσίας στο ΝΑΤΟ, Ντμίτρι Ρογκόζιν, «μια ήττα του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν θα οδηγήσει τη συμμαχία σε μια απόλυτη κρίση. Εμείς (η Ρωσία) δεν θέλουμε μια τέτοια ήττα. Θέλουμε ένα ΝΑΤΟ που λειτουργεί σε πλήρη αρμονία με την εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας, να περιορίσει την απειλή που αποτελούν οι Ταλιμπάν και άλλα εξτρεμιστικά στοιχεία για όλους, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας και των γειτόνων της...».

Το Αφγανιστάν, αν δεν καταστρέψει το ΝΑΤΟ, μπορεί να του επιτρέψει να προχωρήσει στον επόμενο μετασχηματισμό του, στη βάση πολλαπλών «αμοιβαιοτήτων». Να εστιάσει στο επόμενο σημείο παγκόσμιας έντασης, την ευρύτερη περιοχή του Ινδικού Ωκεανού, εμπλουτίζοντας το δυναμικό του με τη συνεργασία της Ρωσίας και του Ιράν. Στη βάση των αμοιβαίων συμφερόντων, φυσικά.


Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009

«Αριστα στα προφορικά» βάζει και το Ιράν στον Ομπάμα

Ενας πρόεδρος, και μάλιστα ο πρόεδρος των ΗΠΑ, δεν συνηθίζει να εκτίθεται, εκτός αν έχει απεμπολήσει την όποια ευφυΐα του χάριν της ιδεοληψίας, όπως ο Μπους, και περιστοιχίζεται από συμβούλους «Ταλιμπάν» (όπως και πάλι ο Μπους). Για ό,τι και αν μπορεί κάποιος να κατηγορήσει τον Μπαράκ Ομπάμα, δύσκολα μπορεί, επί του παρόντος, να διακρίνει την τύφλωση της πίστης ή της ιδεολογίας στον ίδιο ή στους συνεργάτες του. Το τηλεοπτικό του μήνυμα προς το Ιράν, την περασμένη εβδομάδα, είναι βέβαιο ότι αποτελεί τμήμα και έκφραση μιας λογικά δομημένης ανάλυσης και όχι σποραδικών συναισθηματικών εξάρσεων.

Κατ' αρχάς είναι ο χρόνος. Την ευκαιρία για το μήνυμα έδωσε η ιρανική «πρωτοχρονιά», που συμπίπτει με την εαρινή ισημερία. Από την οπτική της Ουάσιγκτον, ο χρόνος είναι ιδανικός. Απέχει όσο χρειάζεται από την ανάληψη των καθηκόντων από τον νέο πρόεδρο, ώστε να δώσει εγκαίρως το στίγμα της διαφορετικότητάς του στην προσέγγιση της Τεχεράνης. Ταυτοχρόνως απέχει όσο χρειάζεται από τις ιρανικές εκλογές του Ιουνίου, ώστε να τροφοδοτηθεί η εσωτερική ιρανική πολιτική ζύμωση, που εκτιμάται ότι οδηγεί σε παραγκωνισμό τού θρησκοληπτικού / ιδεοληπτικού λαϊκιστικού οδοφράγματος που εκφράστηκε από τον πρόεδρο Αχμαντινετζάντ (με περίεργες ομοιότητες προς τον ταλιμπανισμό του Τζορτζ Μπους). Συμπίπτει επίσης με τις ζυμώσεις για σχηματισμό νέας κυβέρνησης στο Ισραήλ, με διαφαινόμενη τη σκλήρυνση της στάσης σε όλα τα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου και του Ιράν.

Για τους ίδιους λόγους, ο χρόνος είναι ιδανικός και για την πλευρά του Ιράν, όχι απαραίτητα για την Τεχεράνη, αλλά για την Κομ, όπου εδρεύει η ύπατη ηγεσία της χώρας, περί τον αγιατολλάχ Αλί Χαμενεΐ. Οπως όλα τα επιτυχημένα πολιτικά ή θρησκευτικά ανώτατα «ιερατεία», αυτό που καθοδηγεί την ιρανική κοινωνία δείχνει να αντιλαμβάνεται ότι οι θρησκείες και οι ιδεολογίες αποτελούν εξαιρετικό εργαλείο κοινωνικού και πολιτικού ελέγχου, φθάνει οι χειριστές του να κρατούν μια ψύχραιμη απόσταση και να μην παρασύρονται.

Η ουσιαστική απάντηση στην τηλεοπτική χειρονομία Ομπάμα ήρθε από την ομιλία του πνευματικού ηγέτη του Ιράν, δηλαδή του ύπατου ηγέτη της χώρας. Χωρίς ιδιαίτερες ιδεοληπτικές εξάρσεις, ακόμη και χωρίς την ολάνθιστη ανατολίτικη ρητορική, που συχνά γεννά παρεξηγήσεις στα δυτικά αυτιά, είπε το αυτονόητο, αυτό που ήδη έχει αναφερθεί σχετικά με τον Ομπάμα: «Αριστα στα προφορικά», κάτι που σημαίνει «να δούμε την πράξη». Κρατώντας από την Ανατολή τη διαφορετική ανάγνωση του χρόνου, απαραίτητο συστατικό του «παζαριού», ζήτησε από τις ΗΠΑ έργα και όχι μόνο λόγια. Εδειξε προς την κατεύθυνση των κυρώσεων κατά της Τεχεράνης -τόσο εκ μέρους του ΟΗΕ όσο και εκ μέρους των ΗΠΑ. Εδειξε επίσης την άνευ όρων, ουσιαστικά τυφλή υποστήριξη των ΗΠΑ προς το Ισραήλ.

Οπως συχνά συμβαίνει στο φλερτ, η απάντησή του ήταν ένα «ίσως», με τη γλώσσα του σώματος να στέλνει θετικά μηνύματα. Η επισήμανση ότι το Ιράν «δεν έχει εμπειρία τής νέας αμερικανικής κυβέρνησης και του νέου Αμερικανού προέδρου, θα τους παρατηρήσουμε και θα κρίνουμε», αποτελεί σημείο-κλειδί στη χορογραφία των δύο πλευρών. Δηλώνει ότι το Ιράν είναι διατεθειμένο να προσεγγίσει το θέμα χωρίς προκαταλήψεις, αφήνοντας πίσω τραύματα και παρεξηγήσεις του παρελθόντος... αν βρει σχετική ανταπόκριση.

Η πλήρης αναστροφή της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στο Ισραήλ είναι προφανές ότι δεν είναι κάτι που η Τεχεράνη (ή μάλλον η Κομ) περιμένει να δει από τη μια μέρα στην άλλη, αν και η εισαγωγή μιας, έστω και μικρής, δόσης εκλογίκευσης δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Αυτό που μπορεί να λειτουργήσει ως «ανθοδέσμη» στο φλερτ, είναι οι κυρώσεις που έχουν επιβληθεί κατά της Τεχεράνης και τις οποίες ο Μπαράκ Ομπάμα φρόντισε να ανανεώσει για άλλον ένα χρόνο, λίγες μόνον ώρες πριν στείλει το τηλεοπτικό του μήνυμα στο Ιράν. Κατά μια οπτική, κράτησε κάτι, για να μπορέσει να το προσφέρει στον κατάλληλο χρόνο.

Στις διεθνείς σχέσεις, οι δημόσιες δηλώσεις σπάνια είναι ασύνδετες με την παρασκηνιακή διπλωματία. Στις περισσότερες περιπτώσεις αποτελούν απλώς την κορυφή ενός παγόβουνου, που εμφανίζεται στην επιφάνεια μόνο και μόνο για να διευκολύνει, να επιταχύνει ή να δρομολογήσει την εφαρμογή όσων έχουν ήδη συζητηθεί μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Η συγκεκριμένη ομιλία του Μπαράκ Ομπάμα δείχνει να έχει ένα τέτοιο ρόλο. Εστειλε διεθνώς το μήνυμα για τις προθέσεις της Ουάσιγκτον. Αλλά, κυρίως, έδωσε την ευκαιρία στην ηγεσία του Ιράν, αυτή που πραγματικά μετράει, να κάνει τις δικές της δημόσιες δηλώσεις και μ' αυτές να «μαντρώσει» τις διάφορες φωνές που θα μπορούσαν να ακουστούν από την Τεχεράνη, ιδίως εν μέσω προεκλογικής περιόδου.

Οι δύο πρωταγωνιστές μπορούν έτσι να συνεχίσουν παρασκηνιακά τις πρόβες της χορογραφίας τους, αντιμετωπίζοντας όσο το δυνατόν λιγότερους περισπασμούς και περιορίζοντας την ανάγκη συχνότερης εμφάνισής τους, πριν είναι πλήρως προετοιμασμένοι. Η θεαματική πρεμιέρα θα πρέπει ίσως να αναμένεται μετά τις ιρανικές εκλογές του Ιουνίου, όταν θα έχουν δρομολογηθεί και άλλες εξελίξεις σε διπλανές «σκηνές», όπως στο Αφγανιστάν, το Πακιστάν, τη Συρία και την Τουρκία.

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2009

«Reset» και επανεκκίνηση του διεθνούς λειτουργικού συστήματος

Αν ο Τζορτζ Μπους έφυγε από τον Λευκό Οίκο σχεδόν αδιάφορος για τη γενική χλεύη, πεπεισμένος ότι θα δικαιωθεί από την Ιστορία, όσοι του εύχονταν να πάει «στον αγύριστο» ελπίζουν πως η Ιστορία θα καταχωρήσει την 8ετία Μπους ως μια παράκαμψη στη φυσιολογική της πορεία, ως μια παροδική νευρική κρίση ή ως μια παροδική αστοχία του λειτουργικού συστήματος, που συνήθως λύνεται με μια απλή επανεκκίνηση του υπολογιστή.

Η λογική αυτή, σε ό,τι αφορά ένα κεντρικό τμήμα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και κορυφαίο στοιχείο διεθνούς γαιο-πολιτικής, τις σχέσεις ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - Ρωσίας, διατυπώθηκε εξαιρετικά περιγραφικά από τον ίδιο τον πρόεδρο των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος δήλωσε την περασμένη εβδομάδα πως «πρέπει να κάνουμε επαναφορά συστήματος ή να επανεκκινήσουμε τη σχέση» και διατύπωσε την ελπίδα μιας «εποικοδομητικής σχέσης, μέσα στην οποία μπορούμε να προχωρήσουμε στη βάση του σεβασμού και του αμοιβαίου συμφέροντος».

Τα ίδια είπε ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν, τα ίδια η υπουργός Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον, παρόμοια ο πρόεδρος της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζί και ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Γιάπ ντε Χόοπ Σέφερ (που την Πέμπτη αποφάσισε την «επανεκκίνηση» των απ' ευθείας συνομιλιών του με τη Ρωσία). Σε παρόμοιο μήκος κύματος και ο πρόεδρος της Ρωσίας Ντμίτρι Μεντβιέντεφ, που θα συναντηθεί με τον Ομπάμα στις 2 Απριλίου.

Με τόσα δάχτυλα να πατάνε το κουμπί που γράφει «Reset», το κεντρικό λειτουργικό σύστημα των διεθνών σχέσεων προσπαθεί να προχωρήσει σε επανεκκίνηση «από την τελευταία ασφαλή ρύθμιση». Και η τελευταία ρύθμιση που κουτσά-στραβά λειτουργούσε για κάποιους, ήταν αυτή προ της αρχικής προσβολής του συστήματος από τον ιδεοληπτικό ιό Μπους και την πυροδοτική ανάδρασή του με τον εξ ίσου ιδεοληπτικό ιό Αλ Κάιντα μετά την 11η Σεπτεμβρίου.

Εκείνη την εποχή, φαινόταν να πλησιάζει μια πολύ στενή συνεργασία ανάμεσα στις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ από τη μία και τη Ρωσία από την άλλη. Τόσο στενή, που πολλοί συζητούσαν τη δημιουργία μιας κοινής διοίκησης ΝΑΤΟ - Ρωσίας, με έδρα στο ρωσικό έδαφος, που θα ήταν έτοιμη να αναλάβει δράση σε έκτακτες περιπτώσεις.

Μια τέτοια ιδέα πρωτοεμφανίστηκε ανεπισήμως το 1996 σε σχετική έκθεση του αμερικανικού γενικού επιτελείου, για να διαμορφωθεί στην πρόταση που έκανε τον Φεβρουάριο του 1997 η τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάντλεν Ολμπράιτ, για τη δημιουργία μιας «ταξιαρχίας ΝΑΤΟ - Ρωσίας» για την ανάληψη ειρηνευτικών επιχειρήσεων.

Οπως λέει ο τότε αξιωματικός πληροφοριών του γενικού επιτελείου της KFOR, συνταγματάρχης Πίτερ Ζβεκ, το 2002, ο βοηθός υπουργός Εξωτερικών για διεθνή θέματα και για θέματα ασφαλείας Φράνκλιν Κρέιμερ, επανέφερε την πρόταση μιας κοινής ταξιαρχίας, «που μπορεί να αποτελεί τμήμα της εκστρατευτικής δύναμης του ΝΑΤΟ». Αν και επισήμως η Ρωσία ουδέποτε απάντησε ευθέως σε κάτι τέτοιο, κατά τα χρόνια που πέρασαν το Κρεμλίνο επέτρεψε να συμβούν δύο αδιανόητα μέχρι τότε πράγματα, προς την κατεύθυνση της διαμόρφωσης κοινών πρωτοβουλιών ΝΑΤΟ - Ρωσίας: Ουσιαστικά αποδέχθηκε την επιχειρησιακή υποστήριξη των ΝΑΤΟϊκών και αμερικανικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν από βάσεις στο έδαφος πρώην σοβιετικών Δημοκρατιών και τον πρωτοφανή σιδηροδρομικό εφοδιασμό τους από την Ευρώπη μέσω του ρωσικού σιδηροδρομικού δικτύου. Ετσι, για πρώτη φορά η Ρωσία όχι μόνον αποδέχθηκε εμπράκτως τη λογική των ΝΑΤΟϊκών επιχειρήσεων «εκτός περιοχής» και μάλιστα στο «εγγύς εξωτερικό», αλλά και τη στήριξε, παρέχοντας ακόμα και σχετικές πληροφορίες στις ΝΑΤΟϊκές δυνάμεις.

Η ψυχοπαθολογία της κυβέρνησης Τσένι - Μπους και η έκφρασή της ιδίως στη Γεωργία, στην Ουκρανία και στην ευρωπαϊκή αντιπυραυλική ασπίδα, καθώς και στην υπόθεση του Κοσσυφοπεδίου αλλά και στην αντιμετώπιση του Ιράν, υπονόμευσε μια πορεία που έδειχνε να κατευθύνεται από κοινά συμφέροντα, δηλαδή από την πραγματικότητα. Γι' αυτό και η σημερινή συζήτηση περί «επανεκκίνησης» τροφοδοτείται από όλες τις πλευρές.

Ομως, το πλέον διαδεδομένο λειτουργικό σύστημα στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές προειδοποιεί ότι: «Η επαναφορά συστήματος δεν επηρεάζει τα έγγραφα, τις εικόνες ή άλλα προσωπικά δεδομένα και η διεργασία είναι αναστρέψιμη». Την περασμένη εβδομάδα όλες οι πλευρές έδειξαν μεγάλη προθυμία να ξεπεράσουν τις πρόσφατες «καταχωρήσεις» της Γεωργίας και να ερευνήσουν τρόπους διαγραφής ή τροποποίησης εκείνων που αφορούν την αντιπυραυλική ασπίδα, ενδεχομένως συνδέοντάς τις με τον φάκελο του Ιράν.

Κάποιες άλλες εγγραφές όμως δεν διαγράφονται εύκολα, όπως η αλλαγή του πολιτικού περιβάλλοντος στη Ρωσία επί Πούτιν και οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης. Οι τελευταίες ίσως και να διευκολύνουν την «επανεκκίνηση». Με τις ΗΠΑ να παλεύουν για να επιπλεύσουν στην οικονομική καταιγίδα και τη Ρωσία να χάνει το έδαφος (την υψηλή τιμή του πετρελαίου) κάτω από τα πόδια της, τόσο η Μόσχα όσο και η Ουάσιγκτον υποχρεούνται σε μεγαλύτερο ρεαλισμό.

Ο ρεαλισμός με τη σειρά του πιέζει τόσο τις ΗΠΑ όσο και τη Ρωσία προς την επείγουσα αντιμετώπιση της αστάθειας στην Κεντρική Ασία, κάτι που μοιραία περνάει από τη σταθεροποίηση του Αφγανιστάν και του Πακιστάν. Και, με τους ιούς των ιδεοληψιών να καταδιώκονται από το «antivirus» της αναγκαιότητας, η συνεργασία ΗΠΑ, Ρωσίας, Ιράν και των διαλλακτικότερων Ταλιμπάν ήδη έχει δρομολογηθεί με τη συμβολή και της Τουρκίας. Στο διάστημα μέχρι τη συνάντηση Ομπάμα - Μεντβιέντεφ, στις 2 Απριλίου, θα οργανωθούν οι τεχνικές λεπτομέρειες.

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2009

Θα πουν «όχι» στο κακομαθημένο παιδί;

Ο Αμερικανός αξιωματούχος προσπαθούσε να περιγράψει τις προθέσεις της κυβέρνησης Ομπάμα απέναντι στο Ισραήλ και τον τρόπο με τον οποίο θα αλλάξει η στάση της Ουάσιγκτον απέναντί του. Διευκρίνισε ότι η στάση θα είναι πάντα φιλική, όμως τώρα θα έχει περισσότερο τον χαρακτήρα αυτής ενός γονιού, που πρέπει να λέει και μερικά «όχι» στο παιδί του, «για το καλό του». Μόνο που το παιδί, το οποίο ανέκαθεν περνούσε μια δύσκολη εφηβεία, έχει αρχίσει να το ρίχνει στα «σκληρά» και δεν δείχνει ιδιαιτέρως συνεργάσιμο.

Ομως και ο «γονιός» δεν βρίσκεται στην καλύτερη κατάσταση, μετά την τραγική 8ετία Μπους. Σε ό,τι αφορά τη Μέση Ανατολή, η πολιτική της Ουάσιγκτον, από το 2001, όχι μόνο διατήρησε τις ΗΠΑ στον ρόλο του κληρονόμου κάθε σφάλματος που έκαναν και άφησαν πίσω τους οι αποικιακές γαλλικές και βρετανικές δυνάμεις και της συνακόλουθης αγανάκτησης, αλλά έκανε ό,τι μπορούσε για να τα μεγεθύνει.

Μπορεί η ομάδα Τσένι - Μπους και νεο-συντηρητικών να μη βρίσκεται πια στην κυβέρνηση των ΗΠΑ, όμως στην κυβέρνηση του Ισραήλ ετοιμάζεται να μπει, ενδεχομένως ως πρωθυπουργός, ο άνθρωπος που ταυτίστηκε περισσότερο με τη λογική τους ή μάλλον υπήρξε ένας από τους βασικούς συνδιαμορφωτές της. Ο Μπινιαμίν Νετανιάχου, όπως και αν βγει από το μετεκλογικό παζάρι για τον σχηματισμό κυβερνητικού συνασπισμού, υπόσχεται να δυσκολέψει το έργο της κυβέρνησης Ομπάμα, που θα είναι αναγκασμένη να ξοδεύει μεγαλύτερο μέρος του δυναμικού της για να προφυλάσσεται από τις τρικλοποδιές.

Επί κυβερνήσεων Τσένι - Μπους, η Ουάσιγκτον είχε κολλήσει τον μεσανατολικό ιό, που προκαλεί αδυναμία ανάπτυξης καινοτόμου στρατηγικής σκέψης ή, τουλάχιστον, αδυναμία διάσπασης του συναισθηματικού ναρκοπεδίου της περιοχής από πολιτικές ελίτ, που δεν μπορούν να σκεφτούν πέρα από τις επόμενες εκλογές και την εξυπηρέτηση των εκλογικών τους συμφερόντων (παράδειγμα, η πρόσφατη προεκλογική ισραηλινή επίθεση στη Λωρίδα της Γάζας).

Ο Νετανιάχου, συχνά αποκαλούμενος με το αμερικανότροπο Μπέντζαμιν αντί του εβραϊκού Μπινιαμίν ή Μπίμπι, βρισκόταν ανέκαθεν σε πλήρη πνευματική ταύτιση με τους διαμορφωτές της πολιτικής Μπους ή, μάλλον, αυτοί βρίσκονταν σε πλήρη ταύτιση μαζί του και με τους συντηρητικότερους Ισραηλινούς αναλυτές και τους εκπροσώπους τους στις ΗΠΑ. Το παγωμένο βλέμμα του και η προεκλογική δήλωσή του πως «το Ιράν δεν πρόκειται να αποκτήσει ποτέ πυρηνικά όπλα, τελεία και παύλα», ταυτίζονταν πλήρως με τη λογική Μπους για την πλήρη απομόνωση του Ιράν, αλλά και των θεωρούμενων ως συμμάχων του, συμπεριλαμβανομένης της Συρίας και, φυσικά, της Χεζμπολάχ. Η κυβέρνηση Μπους (και ο Μπίμπι) ήταν αντίθετη στις ειρηνευτικές συνομιλίες του Ισραήλ με τη Συρία και πιστή στην πάγια λογική της «όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας» και... όποιος είναι εναντίον μας μπορεί να βομβαρδιστεί.

Η λογική της κυβέρνησης Ομπάμα είναι διαφορετική, όχι μόνο σε ό,τι αφορά το «όχι» στο κακομαθημένο παιδί. Η μεγαλύτερη δοκιμασία της διαφοράς αυτής αναμένεται να προέλθει από την υπόθεση του Ιράν, το οποίο αποτελεί, για τους περισσότερους Ισραηλινούς πολιτικούς, την πλέον άμεση στρατηγική απειλή για τη χώρα τους. Ολα αυτά με τη βαριά συναισθηματική επιπλοκή που προκαλεί η κυρίαρχη άποψη περί «υπαρξιακής απειλής» και η οποία μπορεί να ωθήσει το Ισραήλ σε μονομερή δράση, αν δεν βρει απέναντί του όχι μόνο το σταθερά διατυπωμένο «όχι» της Ουάσιγκτον, αλλά και τη βεβαιότητα πρακτικής επιβολής του.

Στο θέμα του διαλόγου του Ισραήλ με τη Συρία, ο στόχος της κυβέρνησης Ομπάμα είναι να ενθαρρύνει την προώθησή του (και εδώ ταιριάζουν «γάντι» οι μεσολαβητικές προσπάθειες της Τουρκίας), όχι μόνο για να απομακρυνθεί ένα από τα αγκάθια της Μέσης Ανατολής, αλλά και για να απομονωθεί το Ιράν από τον μοναδικό του σύμμαχο στην περιοχή, έτσι ώστε να συνομιλεί υπό άλλους όρους με την Ουάσιγκτον.

Στην καρδιά του προβλήματος παραμένει όμως το Παλαιστινιακό. Μετά την οκταετία Μπους, αυτό που θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί το 2000 στο Καμπ Ντέιβιντ είναι απίθανο να συμβεί πλέον. Ακόμα και για το αραβικό σχέδιο του 2002, πρέπει να προηγηθεί μια περίοδος επούλωσης, την οποία η αμερικανική στάση μπορεί να διευκολύνει ή να δυσχεράνει (όπως στο παρελθόν), αλλά δεν μπορεί να καθορίσει. Για να οικοδομηθεί η απαραίτητη για κάθε θετική εξέλιξη ενότητα των Παλαιστινίων, οι ΗΠΑ μπορούν να παίξουν ρόλο, εμποδίζοντας κυρίως το Ισραήλ να κάνει ό,τι μπορεί για να την καταστρέψει, τροφοδοτώντας με αυτοκαταστροφική μανία μια συνεχή διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης, ιδίως στο «γκέτο» της Γάζας.

Ομως, η εθνική ενότητα δεν είναι ζητούμενη μόνο μεταξύ των Παλαιστινίων. Επικίνδυνες τάσεις εμφανίζονται όλο και πιο έντονες, κυρίως μεταξύ των πλέον σκληροπυρηνικών εποίκων στη Δυτική Οχθη, πολλοί από τους οποίους αμφισβητούν τη νομιμότητα του ισραηλινού στρατού και του ίδιου του ισραηλινού κράτους. Πάνοπλοι, στρέφουν πλέον συχνά τα όπλα τους, όχι μόνον εναντίον Παλαιστινίων, αλλά και εναντίον Ισραηλινών στρατιωτών.

Τη λογική των εποίκων αυτών εκφράζουν καλύτερα κάποια υπερσυντηρητικά κόμματα και ο υπερεθνικιστής Λίμπερμαν, που, με 15% στις εκλογές, απέκτησε κεντρικό ρυθμιστικό ρόλο. Ομως, πολλοί επέλεξαν να ψηφίσουν τον Μπινιαμίν Νετανιάχου, θεωρώντας το κόμμα του, το συντηρητικό Λικούντ, ως «κόμμα εξουσίας», που μπορεί να εφαρμόσει στην πράξη τις θέσεις του, έστω και αν είναι ελαφρώς ηπιότερες των δικών τους.

Μέσα σε όλη αυτή την κλασική μεσανατολική τρικυμία, πολλοί εκτιμούν ότι οι όποιες προθέσεις επούλωσης της κυβέρνησης Ομπάμα θα συναντήσουν πρόσθετα εμπόδια μετά τις ισραηλινές εκλογές της περασμένης εβδομάδας και τη στροφή της ισραηλινής πολιτικής σκηνής προς την εθνικιστική Δεξιά. Χωρίς όμως να αποκλειστεί και το αντίθετο. Διότι οι ριζικές αλλαγές πορείας απαιτούν «τιμονιέρηδες» πολιτικούς «υπεράνω υποψίας», που δύσκολα μπορεί να κατηγορηθούν για μειοδοσία. Για λόγους αρχής, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να αποκλειστεί. Δεν φαίνεται όμως και πιθανό.

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2009

Το Αφγανιστάν μάς φέρνει πιο κοντά

Ο Μπαράκ Ομπάμα θέλει να δώσει έμφαση στο Αφγανιστάν, μπας και αποτρέψει τον αμερικανικό εξευτελισμό από την κατάρρευση άλλης μιας από τις μεγαλειώδεις πολεμικές εκστρατείες του Μπους που είδε το φως με συγγενείς ανωμαλίες, ενδεχομένως μοιραίες. Δύσκολη υπόθεση, που δυσκολεύει ακόμα περισσότερο η απολύτως φυσιολογική δυσφορία των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ να συμβάλουν ακόμα περισσότερο στο να βγουν τα αμερικανικά κάστανα από τη φωτιά.

Αν η Ιστορία επαναληφθεί, Αμερικανοί, ΝΑΤΟϊκοί και άλλοι, αργά ή γρήγορα, θα κόψουν παπαρούνες (και όχι ρόδα) μυρωμένες από το Αφγανιστάν. Μέχρι τότε, όμως, χρειάζονται πρόσβαση, τόσο για να μπαίνουν όσο και για να βγαίνουν. Η κίνηση της Κιργιζίας, να καταργήσει την αεροπορική βάση του Μανάς, που είναι η μοναδική αμερικανο-ΝΑΤΟϊκή δίοδος προς το Αφγανιστάν, πέραν εκείνων του Πακιστάν, ρίχνει ακόμα περισσότερο τη λεγόμενη «Δύση» στην ανάγκη της Ρωσίας και του Ιράν. Και αν το Ιράν είναι ο απαραίτητος και φυσικός σύμμαχος της Δύσης αμφίπλευρα, δηλαδή τόσο προς την αραβική Μέση Ανατολή όσο και προς τη μουσουλμανική Ασία, η Ρωσία παίζει και αυτή διπλό συμμαχικό ρόλο: προσφέρει πρόσβαση στο Αφγανιστάν μέσω της Κεντρικής Ασίας, αλλά και δίαυλο προσέγγισης προς το Ιράν.

Τον διπλό αυτό ρόλο υπογραμμίζουν οι δηλώσεις του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, σχετικά με το ΝΑΤΟ και το Αφγανιστάν και οι δηλώσεις της Αμερικανίδας υπουργού Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον, για τη Ρωσία και το Ιράν.

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

Αριστα στα προφορικά

Ο τίτλος του άρθρου αυτού αρχικά αναφερόταν στις μέρες που πέρασαν από την ορκωμοσία του νέου προέδρου των ΗΠΑ μέχρι σήμερα. Ηταν ένας τρόπος να αναγνωριστούν η ρητορική και οι πρώτες -συμβολικές σε μεγάλο βαθμό- κινήσεις του Μπαράκ Ομπάμα προς την αποδόμηση της 8ετούς εκτροπής Μπους. Ηταν ένας τρόπος έκφρασης καλής πίστης απέναντι σε μια υπόσχεση θετικής αλλαγής, με υπονοούμενη την επιφύλαξη για το τι θα δείξουν τα «γραπτά», η πράξη. Μια προσπάθεια διατύπωσης καλοπροαίρετης αμφιβολίας, όχι τόσο για τις προσωπικές προθέσεις του υποσχόμενου, αλλά για τις αντικειμενικές δυνατότητες να τις πραγματοποιήσει, που πηγάζουν -και περιορίζονται- από τον ρόλο του.

Ομως, στο τέλος της περασμένης εβδομάδας, τη βαθμολογία «Αριστα στα προφορικά», με όλη την καλή πίστη αλλά και τις επιφυλάξεις που την συνοδεύουν, κέρδισε η εκπληκτική επίδοση του πρωθυπουργού της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο Νταβός. Με πέντε προτάσεις υποστηριζόμενες από εμφανή συγκρατημένη οργή, έδειξε πώς, με μόνα τα προφορικά και μέσα σε λίγα λεπτά, ένας πολιτικός μπορεί να διαμορφώσει τις ευνοϊκότερες δυνατές συνθήκες για τη χώρα του, για την κυβέρνησή του, για τον κοινωνικό χώρο που εκφράζει, για το κόμμα του και για τον εαυτό του. Ολα αυτά χωρίς τίποτα το υλικό, χωρίς παροχές, χωρίς προσλήψεις, χωρίς δαπάνες.

Είναι αλήθεια ότι η σύναξη του Νταβός και η συμμετοχή στο ίδιο πάνελ με τον Ισραηλινό πρόεδρο Σιμόν Πέρες ήρθε στην πλέον κατάλληλη στιγμή για τον Τούρκο πρωθυπουργό. Τόσο κατάλληλη που, αν δεν ήταν προγραμματισμένο στο πλαίσιο του Νταβός, ένα τέτοιο γεγονός θα έπρεπε και θα μπορούσε να οργανωθεί επί τούτου.

Στο εσωτερικό της Τουρκίας, η αλλαγή των ισορροπιών στη σχέση ανάμεσα στην παραδοσιακά κεμαλική ελίτ και τις αναδυόμενες σε μια νέα μεσαία τάξη κοινωνικές δυνάμεις εκφράζεται από την ένταση ανάμεσα στην κυβέρνηση και το «βαθύ κράτος» που έχει φτάσει σε σημείο καμπής, με τη συμβολή της υπόθεσης «Εργκενεκόν». Μετά το Νταβός, το «βαθύ κράτος» και το κεμαλικό κατεστημένο, είτε αυτό βρίσκεται στις ένοπλες δυνάμεις ή αλλού, θα βρει πολύ πιο δύσκολη την αντιμετώπιση ενός πρωθυπουργού που επέστρεψε ως «ο πορθητής του Νταβός» και έτυχε πανηγυρικής λαϊκής υποδοχής τύπου προπονητή τουρκικής ομάδας που μόλις κέρδισε το παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου.

Διεθνώς, η συγκυρία είναι ακόμη πιο βολική για τον ρόλο που οραματίζεται η Τουρκία για τον εαυτό της εδώ και καιρό. Η αλλαγή προεδρίας στις ΗΠΑ και οι μετέωρες δομικές ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή και το μουσουλμανικό τμήμα της Ασίας, που προκάλεσαν οι πειραματισμοί Τσένι, Ράμσφελντ, Μπους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, θα αρκούσαν από μόνες για να διαμορφώσουν το ευνοϊκό πλαίσιο, ακόμη και αν δεν είχε μεσολαβήσει η δυσεξήγητη ισραηλινή εισβολή στη Γάζα, που έδωσε σε όλο το εκρηκτικό μίγμα ακόμη πιο έντονο -αν είναι δυνατόν- χαρακτήρα επείγοντος.

Η αναδρομολόγηση της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας επί Τουργκούτ Οζάλ, αμέσως μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, δεν στέφθηκε με ιδιαίτερη επιτυχία, ούτε προς την κατεύθυνση της επιρροής στις εθνικά συγγενικές χώρες της Κεντρικής Ασίας ούτε προς την απόκτηση επιρροής στη Μέση Ανατολή, απ' όπου προέρχεται το σύνολο των απειλών ασφαλείας που αντιμετωπίζει ή θεωρεί ότι αντιμετωπίζει η Τουρκία, μετά την κατάρρευση της προηγούμενης μοναδικής απειλής από την ΕΣΣΔ.

Ηεπόμενη αναδρομολόγηση, στις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας, αποδείχθηκε πολύ πιο επιτυχής. Βοηθούντος και του αμερικανικού τυχοδιωκτισμού στο Ιράκ, η κουρδική «απειλή» έφερε κοντά τους πρώην αντιπάλους (Τουρκία, Συρία, Ιράν) και ο ενορχηστρωμένος από την Ουάσιγκτον αποκλεισμός της Τεχεράνης και της Δαμασκού διαμόρφωσε σταθερές διαδρομές έκφρασής τους προς τη διεθνή κοινότητα μέσω Αγκυρας.

Με εξαιρετικά καλές σχέσεις με το Ισραήλ από τα μέσα της 10ετίας του '90 (σχέσεις που στο Ισραήλ προσφέρουν διέξοδο από την περιφερειακή απομόνωση, ενώ προσφέρουν στην Τουρκία αμυντική τεχνολογία και τεχνογνωσία), η Αγκυρα δεν δίστασε να προσεγγίσει τον αραβικό κόσμο μετά το 2000, φτάνοντας στα μέσα της δεκαετίας να συνομιλεί απ' ευθείας ακόμη και με τη Χαμάς, τον ηγέτη της οποίας φιλοξένησε στην Αγκυρα, ή να καταδικάζει κάποιες από τις πλέον προκλητικές (και αιματηρές) ισραηλινές πρακτικές, όπως η εισβολή στον Λίβανο και η πρόσφατη στη Γάζα.

Είναι άγνωστο αν το Ισραήλ όντως πιστεύει αυτό που διεμήνυε προς την Αθήνα, όταν οι σχέσεις του με την Τουρκία προκαλούσαν αντιδράσεις στην Ελλάδα. Οτι δηλαδή κάθε σχέση είναι διμερής και ανεξάρτητη και ότι η σχέση με κάποιον δεν στρέφεται εναντίον κάποιου άλλου. Ισως να εκτίμησε τα πλεονεκτήματα που του δίνει η σχέση με την Τουρκία ή και να διαβλέπει ότι είναι και προς το συμφέρον του η διατήρηση ενός μεσολαβητικού διαύλου, όπως αυτός που πρόσφερε η Αγκυρα στις πρόσφατες «εκ του σύνεγγυς» διαπραγματεύσεις με τη Συρία. Αυτό μπορεί να εξηγεί την κάθε άλλο παρά χαρακτηριστική ανοχή που δείχνει στις τουρκικές επικρίσεις, συμπεριλαμβανομένης και της πλέον πρόσφατης στο Νταβός.

Με το τμήμα της αμερικανικής και ισραηλινής ελίτ, που διατηρεί κάποια επαφή με τη λογική, να θεωρεί ευλόγως τη μη αραβική μουσουλμανική Τουρκία καλύτερο πόλο αναφοράς της οργισμένης με τις ηγεσίες των αραβικών χωρών μουσουλμανικής αραβικής κοινής γνώμης απ' ό,τι το επίσης μη αραβικό μουσουλμανικό Ιράν, το εμπόδιο για την ανάληψη ενός τέτοιου ρόλου από την Αγκυρα προέρχεται από τις ιστορικές μνήμες τής οθωμανικής εποχής που, συνδεόμενες με τις σύγχρονες σχέσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, διατηρούν απέναντί της τείχη δυσπιστίας στον αραβικό κόσμο.

Ηδη ραγισμένα από την τουρκική πολιτική των τελευταίων ετών, τα τείχη αυτά σχεδόν κατέρρευσαν μέσα σε μία νύχτα από τις πρόσφατες δηλώσεις και το, αυθόρμητο ή σκηνοθετημένο, ξέσπασμα οργής του Ερντογάν. Καταφέρνοντας με λίγα λόγια να συνδέσει το συμφέρον της χώρας του με τις ανάγκες της διεθνούς συγκυρίας, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κέρδισε τον Μπαράκ Ομπάμα στη βαθμολογία. Διότι στην περίπτωσή του τα «προφορικά» αποτελούν τμήμα της πράξης.

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009

Το «ε, και;», το «ταρατατζούμ» και το μέλλον της «Δύσης»

Είναι λάθος να αντιμετωπίζεται με συγκατάβαση ή και με περιφρόνηση το αυριανό «ταρατατζούμ» του Μπαράκ Ομπάμα. Η αυριανή είναι μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις στη σύγχρονη ιστορία που η αλλαγή ηγεμόνα έχει τόσο μεγάλη σημασία και που δικαιολογεί φανφάρες και παράτες, αν και όχι τα «ωσαννά», τις δοξολογίες ή και τις μαύρες προφητείες που ξεπετάγονται δεξιά και αριστερά.

Δεν είναι τόσο το ότι οι ΗΠΑ αποκτούν τον πρώτο μαύρο πρόεδρο στην Ιστορία, κάτι που από μόνο του επιτρέπει το δάκρυ στην άκρη του ματιού κάθε ανθρώπου που κουβαλάει μνήμες αποκλεισμού στο κύτταρό του.

Δεν είναι ούτε το ότι κάποιοι, καλώς ή κακώς, έχουν επενδύσει στον Ομπάμα ελπίδες, συμφέροντα και προσδοκίες, βλέποντας σ' αυτόν ένα είδος θαυματουργού μεσσία που θα επουλώσει όλα τα τραύματα και θα άρει κάθε αδικία.

Δεν πρόκειται ούτε για τη φυσιολογική ικανοποίηση όσων, με λιγότερο ή περισσότερο ταπεινά κίνητρα, στο εσωτερικό των ΗΠΑ ή στο εξωτερικό, θεωρούν ότι συνέβαλαν στην πολιτική αλλαγή και αναμένουν τώρα την απόδοση της επένδυσής τους.

Αν η Ιστορία αντιμετωπιστεί σαν το «Βιβλίο Ρεκόρ του Γκίνες», ο Ομπάμα έχει ήδη εξασφαλίσει τη θέση του σ' αυτή, ως ο πρώτος μαύρος στον Λευκό Οίκο. Ακόμα και σε μια λιγότερο «λάιφ στάιλ» ιστορική προσέγγιση, ο νέος πρόεδρος παίρνει και δίνει «sans voir» από το ξεκίνημα μια υπόσχεση ιστορικότητας που λειτουργεί σχεδόν ερήμην του: είναι ήδη ιστορικό πρόσωπο διότι έρχεται στο προσκήνιο σε μια ιστορική στιγμή, σε ένα από τα πολυδαίδαλα σταυροδρόμια που κατασκευάζει κατά περιόδους η ιστορική εξέλιξη και έτσι οποιαδήποτε επιλογή κατεύθυνσης και να κάνει, αυτή θα είναι ιστορική. Ιστορικό θα είναι και το αποτέλεσμα ενδεχόμενης αδράνειας ή και αποτυχίας.

Η προεδρία Ομπάμα έρχεται αμέσως ύστερα από δύο επίσης ιστορικές (με την κακή έννοια) προεδρίες Μπους, που αφήνουν εξαιρετικά βαρύ αποτύπωμα στην εξέλιξη των ΗΠΑ, της Δύσης και, τελικά, της διεθνούς κοινότητας. Η ανερμάτιστη και σπασμωδική προσπάθεια μεγάλου τμήματος της αμερικανικής οικονομικής και πολιτικής ελίτ να προσαρμόσει προς όφελός της την πρωτοφανή απόλυτη διεθνή κυριαρχία της χώρας, κατά τα τέλη της δεκαετίας του '90 και τις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, αποδείχθηκε απολύτως αυτοκαταστροφική.

Το ότι το σύμπλεγμα ιδεοληψιών, στενών οικονομικών συμφερόντων, σχέσεων επιρροής, ακόμα και ψυχολογικών ιδιαιτεροτήτων του συνασπισμού Ντικ Τσένι - νεο-συντηρητικών συνάντησε μια κωμικοτραγική φιγούρα στη βιτρίνα του Λευκού Οίκου, κατά τη φάση μιας ιστορικής καμπής, ευθύνεται σίγουρα για την επιτάχυνση στη συρρίκνωση της αμερικανικής παντοκρατορίας ή τουλάχιστον, στην ταχύτερη συνειδητοποίησή της. Μεγαλύτερης ίσως ιστορικής σημασίας είναι οι συνακόλουθες επιταχύνσεις που αφορούν την ευρύτερη επί αιώνες παγκόσμια επικυριαρχία της λεγόμενης Δύσης.

Σίγουρα, μία από τις αποστολές που έχουν ανατεθεί στον Μπαράκ Ομπάμα είναι, αν όχι η αναστροφή, η επιβράδυνση της αμερικανικής και της ευρύτερης δυτικής πτώσης. Ομως η απόδοσή του ως αλεξιπτώτου, αν και σημαντική, δεν αρκεί για να προσδιορίσει τον ιστορικό χαρακτηρισμό που θα κερδίσει.

Ημεγαλύτερη πρόκληση δεν αφορά το κλείσιμο ή όχι του Γκουαντάναμο, την αποχώρηση από το Ιράκ, την αντιμετώπιση του χάους στο Αφγανιστάν και τον επαναπροσδιορισμό του αριθμού των έξυπνων βομβών που πέφτουν εδώ και κει. Δεν αφορά ούτε τους γεω-στρατηγικούς ελιγμούς και τις διεθνείς σχέσεις αλλά ούτε και τη διάσωση των αμερικανικών τραπεζών, αυτοκινητοβιομηχανιών και θέσεων εργασίας.

Τη μεγαλύτερη πρόκληση αποτελεί η φράση «ε, και;» που ξεστόμιζε με κάθε φυσικότητα και κυνισμό ο για λίγες ακόμα ώρες αντιπρόεδρος (και πραγματικός ώς πριν από μερικούς μήνες πρόεδρος) των ΗΠΑ, Ντικ Τσένι, κάθε φορά που κάποιος επισήμαινε τη συντριπτική λαϊκή αντίδραση στις επιλογές της αμερικανικής κυβέρνησης. Το «ε, και;» του Τσένι δεν αφορούσε μόνο τη γνώμη της διεθνούς κοινότητας των πολιτών ή της διεθνούς κοινότητας των κρατών, κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς ειλικρινής, αν και κυνική, παραδοχή του αυτονόητου για έναν Αμερικανό πολιτικό του είδους του. Ομως η ίδια φράση απαντούσε και σε οποιαδήποτε επισήμανση της ολοένα και μεγεθυνόμενης ώς και συντριπτικής (πρωτοφανούς στην αμερικανική ιστορία) απόρριψης των επιλογών της κυβέρνησης Μπους από τους Αμερικανούς πολίτες.

Αν μη τι άλλο, ο Τσένι ήταν ειλικρινής. Το «ε, και;» ήταν απολύτως συνεπές προς το έρπον πραξικόπημα που προώθησε με την τυπική υπογραφή ενός συνολικά ανυποψίαστου (με την έννοια του διανοητικά απόντος) Τζορτζ Μπους στα σχέδια της ομάδας του για ουσιαστική αναστολή συνταγματικών εγγυήσεων και δημοκρατικών ελευθεριών, με το πρόσχημα του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας». Οι ίδιες οι ΗΠΑ κατέληξαν να καταναλίσκουν το εξαγωγικό μοντέλο της «αυταρχικής δημοκρατίας» που προωθούσε επί χρόνια τα συμφέροντά τους διεθνώς. Πέφτοντας οι ίδιες θύματα του «bon pour l' Orient» εξαγώγιμου προϊόντος τους παρέσυραν μια πιθηκίζουσα Ευρώπη (αρχίζοντας από την πλησιέστερα ευρισκόμενη Βρετανία) σε μια καταιγίδα τρομονόμων, καμερών, ειδικών χαφιέδων και ηλεκτρονικού φακελώματος «για το καλό της». Ωθησαν έτσι ολόκληρη τη λεγόμενη «Δύση» σε επιτάχυνση της αποδυνάμωσής της, μέσω του εξευτελισμού ενός αποκλειστικά δυτικού στοιχείου πολιτισμικής υπεροχής: της Δημοκρατίας.

Αυτή είναι η βασική πρόκληση για τον Ομπάμα. Κρίνοντας από την αλλαγή δημόσιας στάσης δουλικών προς τις ΗΠΑ ευρωπαϊκών κυβερνήσεων που, δρυός (κυβέρνησης Μπους) πεσούσης, αποκηρύσσουν δημοσίως μετά βδελυγμίας αυτά που μέχρι χθες υποστήριζαν στα λόγια και την πράξη (βλέπε πρόσφατες δηλώσεις υπουργού Εξωτερικών της Βρετανίας, Ντέιβιντ Μίλιμπαντ), φαίνεται ότι οσμίζονται αλλαγή στον αέρα της Ουάσιγκτον. Αν πράγματι υπάρξει και αν πετύχει, ο Ομπάμα θα δικαιούται κάθε αυριανό «ταρατατζούμ».

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2009

Η αμερικανική «Πέμπτη Φάλαγγα» στην Ευρώπη και η επίθεση στη Γάζα

Δικαιώνοντας απολύτως τη λάμψη στο μάτι τού, αλήστου μνήμης, Ντόναλντ Ράμσφελντ όταν μιλούσε για «παλιά» και «νέα Ευρώπη», αλλά και τις επισημάνσεις του Τσέχου πρωθυπουργού Μίρεκ Τοπολάνεκ περί δημοκρατικού ελλείμματος και ελλείμματος εκπροσώπησης στην Ευρωπαϊκή Ενωση, η μόλις τριών ημερών τσεχική προεδρία της Ε.Ε. εκπροσώπησε αποτελεσματικά και εξέφρασε πλήρως τη συνισταμένη της... αμερικανικής και της ισραηλινής κοινής γνώμης, τοποθετούμενη το βράδυ του Σαββάτου για την προχθεσινή ισραηλινή χερσαία εισβολή στη Γάζα.

Η τσεχική συνιστώσα της αμερικανικής «Πέμπτης Φάλαγγας» στην Ευρώπη εκδηλώθηκε για άλλη μία φορά «με το καλημέρα», ξεπερνώντας λόγω υπερβάλλοντος ζήλου, δουλοπρέπειας, απειρίας ή απλής αφέλειας ακόμα και την αντίστοιχη ανακοίνωση του Λευκού Οίκου, που φρόντισε να εκτεθεί λιγότερο. Ηρθε επίσης σε πλήρη αντίθεση με την ανακοίνωση της Γαλλίας, που καταδίκασε αμέσως τη χερσαία ισραηλινή εισβολή. Ολα αυτά μία μέρα προτού η τρέχουσα τσεχική και η προηγούμενη γαλλική προεδρία της Ε.Ε. ξεκινήσουν τις διαφορετικές αποστολές τους στη Μέση Ανατολή, κάτι σαν τις χωριστές συγκεντρώσεις στην Αθήνα κατά την εργατική Πρωτομαγιά.

Δεν μπορεί βεβαίως να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να πρόκειται για ένα σατανικό προσυμφωνημένο σχέδιο, με τη συμμετοχή και του Ισραήλ. Μέσω της διαφοροποίησής του από τη σημερινή προεδρία της Ε.Ε. και με τη βοήθεια του πρόσφατου «αδειάσματος» της υπουργού Εξωτερικών Τζίπι Λίβνι κατά την επίσκεψή της στο Παρίσι, ακόμα και ο μάλλον φιλο-ισραηλινός Νικολά Σαρκοζί ξεκινά από σήμερα την ειρηνευτική του πρωτοβουλία στη Μέση Ανατολή έχοντας περιβληθεί για λίγο έναν μανδύα σχετικής αντικειμενικότητας.

Φυσιολογικά, οι από την ανατολική Ευρώπη προερχόμενοι «εισοδιστές», που ως απεσταλμένοι των ΗΠΑ υπονομεύουν εκ των έσω την εξέλιξη της Ε.Ε. σε έναν ισχυρό διεθνή πόλο, έχοντας οι ίδιοι βιώσει τη σοβιετική επικυριαρχία και το ψυχόδραμα που ακόμα και τόσα χρόνια μετά οδηγεί σε περιοδική εκλογή φαινομένων τύπου αδελφών Κατσίνσκι της Πολωνίας και σε αναβιώσεις ναζιστικών φαντασμάτων στη Βαλτική, θα έπρεπε να είναι οι πρώτοι οι οποίοι αντιλαμβάνονται τον μηχανισμό που ρίχνει τον παλαιστινιακό πληθυσμό στα χέρια της Χαμάς. Η ιστορική εμπειρία τους αυτή θα μπορούσε να εμπλουτίσει την Ε.Ε. αν η παρουσία τους σε αυτήν είχε λιγότερο καταστροφικό στόχο.

Αντιθέτως, η σαββατιάτικη αντίδραση της τσεχικής προεδρίας της Ε.Ε., όσο και αν επιχειρήθηκε να απαλυνθεί λίγες ώρες αργότερα, προφανώς μετά την έκρηξη αντιδράσεων από τις (υποτίθεται εκπροσωπούμενες) χώρες-μέλη, σχεδόν εγγυάται τον αποκλεισμό της Ευρωπαϊκής Ενωσης από κάθε ουσιαστικό ρόλο στην αντιμετώπιση της νέας κρίσης στη Μέση Ανατολή. Παραδόξως, ο «μπουνταλάδικος» χειρισμός του θέματος μπορεί να οδηγήσει σε αποτέλεσμα διαφορετικό από το επιδιωκόμενο, όπως όταν ο επόμενος διευθυντής της αμερικανικής μητρικής, Μπαράκ Ομπάμα, αναγκάστηκε να «αδειάσει» το παράρτημα Τσεχίας μετά την προσπάθεια της τοπικής διεύθυνσης να προκαταλάβει τις αποφάσεις του σχετικά με την αντιπυραυλική ασπίδα.

Αυτή τη φορά, η υπονόμευση της ευρωπαϊκής παρεμβατικής δυνατότητας δίνει την ευκαιρία στη Γαλλία του υπερκινητικού Νικολά Σαρκοζί να διεκδικήσει διεθνή ρόλο. Αν την προηγούμενη φορά η σαρκοζική παρέμβαση μεταξύ Ρωσίας και Γεωργίας πιστώθηκε εν μέρει στην Ε.Ε., καθώς η Γαλλία ασκούσε τότε την προεδρία, αυτή τη φορά η όποια επιτυχία θα ενισχύσει σχεδόν αποκλειστικά το γαλλικό προφίλ, όσες υποκριτικές προσπάθειες και αν γίνουν να συνδεθεί με την Ευρώπη.

Ακόμα και στην περίπτωση αποτυχίας του Γάλλου προέδρου να εξασφαλίσει ένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, και μόνη η περίβλεπτη διαφοροποίηση της Γαλλίας από την τρέχουσα ευρωπαϊκή προεδρία μπορεί να προβληθεί ως διάσωση της ευρωπαϊκής τιμής από το Παρίσι. Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη η ουσιαστική -αν και πολύ ευφυέστερα διατυπούμενη- σύμπλευση της Γερμανίας με την ισραηλινή, αμερικανική και τσεχική λογική, η Γαλλία την οποία ο Σαρκοζί επαναφέρει και στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ μπορεί να μετατραπεί σε ισχυρό πόλο συσπείρωσης (και ελέγχου) όσων επιθυμούν την επιστροφή στην πορεία μιας στενότερα συνδεδεμένης Ευρώπης, με ανεξάρτητο και αξιόπιστο διεθνή λόγο.

Το παράθυρο ευκαιρίας που αφήνει ανοιχτό η ουσιαστική ανυπαρξία αμερικανικής ηγεσίας μέχρι το τέλος του μηνός διευκολύνει τους διεθνείς παίκτες να ανακατέψουν την τράπουλα, κάτι σαν τους δοκιμαστικούς γύρους της Φόρμουλα 1 το Σάββατο προκειμένου να εξασφαλιστεί η καλύτερη σειρά εκκίνησης στον αγώνα της Κυριακής. Στις αρχές Φεβρουαρίου, όταν ο Μπαράκ Ομπάμα αναλάβει ουσιαστικά τα καθήκοντά του, το παράθυρο κλείνει, χωρίς να είναι βέβαιο τι θα ακολουθήσει και ποιοι θα μείνουν «στην απ' έξω».

Με τους επίδοξους διεθνείς παίκτες να παίζουν «μουσικές καρέκλες» και τη νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή να παρέχει τη μουσική που θα σταματήσει όταν οι ΗΠΑ αποκτήσουν νέο πρόεδρο, η σιωπή του Ομπάμα αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά. Σίγουρα, ό,τι και αν κάνει μετά την ανάληψη της προεδρίας του, θα απογοητεύσει όσους είναι τόσο αφελείς ώστε να θεωρούν ότι θα προχωρήσει σε πλήρη αντιπαράθεση με το Ισραήλ. Ομως ο επόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ εξελέγη με μια κυρίαρχη εντολή σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική: να αποκαταστήσει το κύρος, την επιρροή και την ισχύ των ΗΠΑ ύστερα από μια καταστροφική οκταετία και να διαφυλάξει όσο το δυνατόν καλύτερα την κυρίαρχη θέση της χώρας μέσα στο ραγδαία μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον. Το Μεσανατολικό είναι κομβικό σημείο σε οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια. Πριν κάνει οποιαδήποτε ουσιαστική κίνηση, ο Μπαράκ Ομπάμα ίσως χρειαστεί να κάνει μερικές θεαματικές κινήσεις που θα βουλώσουν τα στόματα όσων τον θεωρούν αδύναμο και (κάτι υβριστικό για μεγάλο μέρος της αμερικανικής κοινής γνώμης) «ειρηνιστή». Κατά πάσα πιθανότητα θα αναζητήσει κάποιες ισορροπίες ώστε η επίδειξη αυτή να μην τον κάνει να φανεί σαν συνέχεια του Τζορτζ Μπους. Οταν απλώσει τη συνταγή του για το Μεσανατολικό, το πιθανότερο είναι να έχει άρωμα γαλλικού κρασιού και όχι τσέχικης μπίρας. Προς μεγάλη λύπη της ζυθοποιίας Τοπολάνεκ.