Ο Αμερικανός αξιωματούχος προσπαθούσε να περιγράψει τις προθέσεις της κυβέρνησης Ομπάμα απέναντι στο Ισραήλ και τον τρόπο με τον οποίο θα αλλάξει η στάση της Ουάσιγκτον απέναντί του. Διευκρίνισε ότι η στάση θα είναι πάντα φιλική, όμως τώρα θα έχει περισσότερο τον χαρακτήρα αυτής ενός γονιού, που πρέπει να λέει και μερικά «όχι» στο παιδί του, «για το καλό του». Μόνο που το παιδί, το οποίο ανέκαθεν περνούσε μια δύσκολη εφηβεία, έχει αρχίσει να το ρίχνει στα «σκληρά» και δεν δείχνει ιδιαιτέρως συνεργάσιμο.
Ομως και ο «γονιός» δεν βρίσκεται στην καλύτερη κατάσταση, μετά την τραγική 8ετία Μπους. Σε ό,τι αφορά τη Μέση Ανατολή, η πολιτική της Ουάσιγκτον, από το 2001, όχι μόνο διατήρησε τις ΗΠΑ στον ρόλο του κληρονόμου κάθε σφάλματος που έκαναν και άφησαν πίσω τους οι αποικιακές γαλλικές και βρετανικές δυνάμεις και της συνακόλουθης αγανάκτησης, αλλά έκανε ό,τι μπορούσε για να τα μεγεθύνει.
Μπορεί η ομάδα Τσένι - Μπους και νεο-συντηρητικών να μη βρίσκεται πια στην κυβέρνηση των ΗΠΑ, όμως στην κυβέρνηση του Ισραήλ ετοιμάζεται να μπει, ενδεχομένως ως πρωθυπουργός, ο άνθρωπος που ταυτίστηκε περισσότερο με τη λογική τους ή μάλλον υπήρξε ένας από τους βασικούς συνδιαμορφωτές της. Ο Μπινιαμίν Νετανιάχου, όπως και αν βγει από το μετεκλογικό παζάρι για τον σχηματισμό κυβερνητικού συνασπισμού, υπόσχεται να δυσκολέψει το έργο της κυβέρνησης Ομπάμα, που θα είναι αναγκασμένη να ξοδεύει μεγαλύτερο μέρος του δυναμικού της για να προφυλάσσεται από τις τρικλοποδιές.
Επί κυβερνήσεων Τσένι - Μπους, η Ουάσιγκτον είχε κολλήσει τον μεσανατολικό ιό, που προκαλεί αδυναμία ανάπτυξης καινοτόμου στρατηγικής σκέψης ή, τουλάχιστον, αδυναμία διάσπασης του συναισθηματικού ναρκοπεδίου της περιοχής από πολιτικές ελίτ, που δεν μπορούν να σκεφτούν πέρα από τις επόμενες εκλογές και την εξυπηρέτηση των εκλογικών τους συμφερόντων (παράδειγμα, η πρόσφατη προεκλογική ισραηλινή επίθεση στη Λωρίδα της Γάζας).
Ο Νετανιάχου, συχνά αποκαλούμενος με το αμερικανότροπο Μπέντζαμιν αντί του εβραϊκού Μπινιαμίν ή Μπίμπι, βρισκόταν ανέκαθεν σε πλήρη πνευματική ταύτιση με τους διαμορφωτές της πολιτικής Μπους ή, μάλλον, αυτοί βρίσκονταν σε πλήρη ταύτιση μαζί του και με τους συντηρητικότερους Ισραηλινούς αναλυτές και τους εκπροσώπους τους στις ΗΠΑ. Το παγωμένο βλέμμα του και η προεκλογική δήλωσή του πως «το Ιράν δεν πρόκειται να αποκτήσει ποτέ πυρηνικά όπλα, τελεία και παύλα», ταυτίζονταν πλήρως με τη λογική Μπους για την πλήρη απομόνωση του Ιράν, αλλά και των θεωρούμενων ως συμμάχων του, συμπεριλαμβανομένης της Συρίας και, φυσικά, της Χεζμπολάχ. Η κυβέρνηση Μπους (και ο Μπίμπι) ήταν αντίθετη στις ειρηνευτικές συνομιλίες του Ισραήλ με τη Συρία και πιστή στην πάγια λογική της «όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας» και... όποιος είναι εναντίον μας μπορεί να βομβαρδιστεί.
Η λογική της κυβέρνησης Ομπάμα είναι διαφορετική, όχι μόνο σε ό,τι αφορά το «όχι» στο κακομαθημένο παιδί. Η μεγαλύτερη δοκιμασία της διαφοράς αυτής αναμένεται να προέλθει από την υπόθεση του Ιράν, το οποίο αποτελεί, για τους περισσότερους Ισραηλινούς πολιτικούς, την πλέον άμεση στρατηγική απειλή για τη χώρα τους. Ολα αυτά με τη βαριά συναισθηματική επιπλοκή που προκαλεί η κυρίαρχη άποψη περί «υπαρξιακής απειλής» και η οποία μπορεί να ωθήσει το Ισραήλ σε μονομερή δράση, αν δεν βρει απέναντί του όχι μόνο το σταθερά διατυπωμένο «όχι» της Ουάσιγκτον, αλλά και τη βεβαιότητα πρακτικής επιβολής του.
Στο θέμα του διαλόγου του Ισραήλ με τη Συρία, ο στόχος της κυβέρνησης Ομπάμα είναι να ενθαρρύνει την προώθησή του (και εδώ ταιριάζουν «γάντι» οι μεσολαβητικές προσπάθειες της Τουρκίας), όχι μόνο για να απομακρυνθεί ένα από τα αγκάθια της Μέσης Ανατολής, αλλά και για να απομονωθεί το Ιράν από τον μοναδικό του σύμμαχο στην περιοχή, έτσι ώστε να συνομιλεί υπό άλλους όρους με την Ουάσιγκτον.
Στην καρδιά του προβλήματος παραμένει όμως το Παλαιστινιακό. Μετά την οκταετία Μπους, αυτό που θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί το 2000 στο Καμπ Ντέιβιντ είναι απίθανο να συμβεί πλέον. Ακόμα και για το αραβικό σχέδιο του 2002, πρέπει να προηγηθεί μια περίοδος επούλωσης, την οποία η αμερικανική στάση μπορεί να διευκολύνει ή να δυσχεράνει (όπως στο παρελθόν), αλλά δεν μπορεί να καθορίσει. Για να οικοδομηθεί η απαραίτητη για κάθε θετική εξέλιξη ενότητα των Παλαιστινίων, οι ΗΠΑ μπορούν να παίξουν ρόλο, εμποδίζοντας κυρίως το Ισραήλ να κάνει ό,τι μπορεί για να την καταστρέψει, τροφοδοτώντας με αυτοκαταστροφική μανία μια συνεχή διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης, ιδίως στο «γκέτο» της Γάζας.
Ομως, η εθνική ενότητα δεν είναι ζητούμενη μόνο μεταξύ των Παλαιστινίων. Επικίνδυνες τάσεις εμφανίζονται όλο και πιο έντονες, κυρίως μεταξύ των πλέον σκληροπυρηνικών εποίκων στη Δυτική Οχθη, πολλοί από τους οποίους αμφισβητούν τη νομιμότητα του ισραηλινού στρατού και του ίδιου του ισραηλινού κράτους. Πάνοπλοι, στρέφουν πλέον συχνά τα όπλα τους, όχι μόνον εναντίον Παλαιστινίων, αλλά και εναντίον Ισραηλινών στρατιωτών.
Τη λογική των εποίκων αυτών εκφράζουν καλύτερα κάποια υπερσυντηρητικά κόμματα και ο υπερεθνικιστής Λίμπερμαν, που, με 15% στις εκλογές, απέκτησε κεντρικό ρυθμιστικό ρόλο. Ομως, πολλοί επέλεξαν να ψηφίσουν τον Μπινιαμίν Νετανιάχου, θεωρώντας το κόμμα του, το συντηρητικό Λικούντ, ως «κόμμα εξουσίας», που μπορεί να εφαρμόσει στην πράξη τις θέσεις του, έστω και αν είναι ελαφρώς ηπιότερες των δικών τους.
Μέσα σε όλη αυτή την κλασική μεσανατολική τρικυμία, πολλοί εκτιμούν ότι οι όποιες προθέσεις επούλωσης της κυβέρνησης Ομπάμα θα συναντήσουν πρόσθετα εμπόδια μετά τις ισραηλινές εκλογές της περασμένης εβδομάδας και τη στροφή της ισραηλινής πολιτικής σκηνής προς την εθνικιστική Δεξιά. Χωρίς όμως να αποκλειστεί και το αντίθετο. Διότι οι ριζικές αλλαγές πορείας απαιτούν «τιμονιέρηδες» πολιτικούς «υπεράνω υποψίας», που δύσκολα μπορεί να κατηγορηθούν για μειοδοσία. Για λόγους αρχής, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να αποκλειστεί. Δεν φαίνεται όμως και πιθανό.
Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2009
Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2009
Το Αφγανιστάν μάς φέρνει πιο κοντά
Ο Μπαράκ Ομπάμα θέλει να δώσει έμφαση στο Αφγανιστάν, μπας και αποτρέψει τον αμερικανικό εξευτελισμό από την κατάρρευση άλλης μιας από τις μεγαλειώδεις πολεμικές εκστρατείες του Μπους που είδε το φως με συγγενείς ανωμαλίες, ενδεχομένως μοιραίες. Δύσκολη υπόθεση, που δυσκολεύει ακόμα περισσότερο η απολύτως φυσιολογική δυσφορία των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ να συμβάλουν ακόμα περισσότερο στο να βγουν τα αμερικανικά κάστανα από τη φωτιά.
Αν η Ιστορία επαναληφθεί, Αμερικανοί, ΝΑΤΟϊκοί και άλλοι, αργά ή γρήγορα, θα κόψουν παπαρούνες (και όχι ρόδα) μυρωμένες από το Αφγανιστάν. Μέχρι τότε, όμως, χρειάζονται πρόσβαση, τόσο για να μπαίνουν όσο και για να βγαίνουν. Η κίνηση της Κιργιζίας, να καταργήσει την αεροπορική βάση του Μανάς, που είναι η μοναδική αμερικανο-ΝΑΤΟϊκή δίοδος προς το Αφγανιστάν, πέραν εκείνων του Πακιστάν, ρίχνει ακόμα περισσότερο τη λεγόμενη «Δύση» στην ανάγκη της Ρωσίας και του Ιράν. Και αν το Ιράν είναι ο απαραίτητος και φυσικός σύμμαχος της Δύσης αμφίπλευρα, δηλαδή τόσο προς την αραβική Μέση Ανατολή όσο και προς τη μουσουλμανική Ασία, η Ρωσία παίζει και αυτή διπλό συμμαχικό ρόλο: προσφέρει πρόσβαση στο Αφγανιστάν μέσω της Κεντρικής Ασίας, αλλά και δίαυλο προσέγγισης προς το Ιράν.
Τον διπλό αυτό ρόλο υπογραμμίζουν οι δηλώσεις του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, σχετικά με το ΝΑΤΟ και το Αφγανιστάν και οι δηλώσεις της Αμερικανίδας υπουργού Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον, για τη Ρωσία και το Ιράν.
Αν η Ιστορία επαναληφθεί, Αμερικανοί, ΝΑΤΟϊκοί και άλλοι, αργά ή γρήγορα, θα κόψουν παπαρούνες (και όχι ρόδα) μυρωμένες από το Αφγανιστάν. Μέχρι τότε, όμως, χρειάζονται πρόσβαση, τόσο για να μπαίνουν όσο και για να βγαίνουν. Η κίνηση της Κιργιζίας, να καταργήσει την αεροπορική βάση του Μανάς, που είναι η μοναδική αμερικανο-ΝΑΤΟϊκή δίοδος προς το Αφγανιστάν, πέραν εκείνων του Πακιστάν, ρίχνει ακόμα περισσότερο τη λεγόμενη «Δύση» στην ανάγκη της Ρωσίας και του Ιράν. Και αν το Ιράν είναι ο απαραίτητος και φυσικός σύμμαχος της Δύσης αμφίπλευρα, δηλαδή τόσο προς την αραβική Μέση Ανατολή όσο και προς τη μουσουλμανική Ασία, η Ρωσία παίζει και αυτή διπλό συμμαχικό ρόλο: προσφέρει πρόσβαση στο Αφγανιστάν μέσω της Κεντρικής Ασίας, αλλά και δίαυλο προσέγγισης προς το Ιράν.
Τον διπλό αυτό ρόλο υπογραμμίζουν οι δηλώσεις του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, σχετικά με το ΝΑΤΟ και το Αφγανιστάν και οι δηλώσεις της Αμερικανίδας υπουργού Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον, για τη Ρωσία και το Ιράν.
Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009
Αριστα στα προφορικά
Ο τίτλος του άρθρου αυτού αρχικά αναφερόταν στις μέρες που πέρασαν από την ορκωμοσία του νέου προέδρου των ΗΠΑ μέχρι σήμερα. Ηταν ένας τρόπος να αναγνωριστούν η ρητορική και οι πρώτες -συμβολικές σε μεγάλο βαθμό- κινήσεις του Μπαράκ Ομπάμα προς την αποδόμηση της 8ετούς εκτροπής Μπους. Ηταν ένας τρόπος έκφρασης καλής πίστης απέναντι σε μια υπόσχεση θετικής αλλαγής, με υπονοούμενη την επιφύλαξη για το τι θα δείξουν τα «γραπτά», η πράξη. Μια προσπάθεια διατύπωσης καλοπροαίρετης αμφιβολίας, όχι τόσο για τις προσωπικές προθέσεις του υποσχόμενου, αλλά για τις αντικειμενικές δυνατότητες να τις πραγματοποιήσει, που πηγάζουν -και περιορίζονται- από τον ρόλο του.
Ομως, στο τέλος της περασμένης εβδομάδας, τη βαθμολογία «Αριστα στα προφορικά», με όλη την καλή πίστη αλλά και τις επιφυλάξεις που την συνοδεύουν, κέρδισε η εκπληκτική επίδοση του πρωθυπουργού της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο Νταβός. Με πέντε προτάσεις υποστηριζόμενες από εμφανή συγκρατημένη οργή, έδειξε πώς, με μόνα τα προφορικά και μέσα σε λίγα λεπτά, ένας πολιτικός μπορεί να διαμορφώσει τις ευνοϊκότερες δυνατές συνθήκες για τη χώρα του, για την κυβέρνησή του, για τον κοινωνικό χώρο που εκφράζει, για το κόμμα του και για τον εαυτό του. Ολα αυτά χωρίς τίποτα το υλικό, χωρίς παροχές, χωρίς προσλήψεις, χωρίς δαπάνες.
Είναι αλήθεια ότι η σύναξη του Νταβός και η συμμετοχή στο ίδιο πάνελ με τον Ισραηλινό πρόεδρο Σιμόν Πέρες ήρθε στην πλέον κατάλληλη στιγμή για τον Τούρκο πρωθυπουργό. Τόσο κατάλληλη που, αν δεν ήταν προγραμματισμένο στο πλαίσιο του Νταβός, ένα τέτοιο γεγονός θα έπρεπε και θα μπορούσε να οργανωθεί επί τούτου.
Στο εσωτερικό της Τουρκίας, η αλλαγή των ισορροπιών στη σχέση ανάμεσα στην παραδοσιακά κεμαλική ελίτ και τις αναδυόμενες σε μια νέα μεσαία τάξη κοινωνικές δυνάμεις εκφράζεται από την ένταση ανάμεσα στην κυβέρνηση και το «βαθύ κράτος» που έχει φτάσει σε σημείο καμπής, με τη συμβολή της υπόθεσης «Εργκενεκόν». Μετά το Νταβός, το «βαθύ κράτος» και το κεμαλικό κατεστημένο, είτε αυτό βρίσκεται στις ένοπλες δυνάμεις ή αλλού, θα βρει πολύ πιο δύσκολη την αντιμετώπιση ενός πρωθυπουργού που επέστρεψε ως «ο πορθητής του Νταβός» και έτυχε πανηγυρικής λαϊκής υποδοχής τύπου προπονητή τουρκικής ομάδας που μόλις κέρδισε το παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου.
Διεθνώς, η συγκυρία είναι ακόμη πιο βολική για τον ρόλο που οραματίζεται η Τουρκία για τον εαυτό της εδώ και καιρό. Η αλλαγή προεδρίας στις ΗΠΑ και οι μετέωρες δομικές ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή και το μουσουλμανικό τμήμα της Ασίας, που προκάλεσαν οι πειραματισμοί Τσένι, Ράμσφελντ, Μπους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, θα αρκούσαν από μόνες για να διαμορφώσουν το ευνοϊκό πλαίσιο, ακόμη και αν δεν είχε μεσολαβήσει η δυσεξήγητη ισραηλινή εισβολή στη Γάζα, που έδωσε σε όλο το εκρηκτικό μίγμα ακόμη πιο έντονο -αν είναι δυνατόν- χαρακτήρα επείγοντος.
Η αναδρομολόγηση της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας επί Τουργκούτ Οζάλ, αμέσως μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, δεν στέφθηκε με ιδιαίτερη επιτυχία, ούτε προς την κατεύθυνση της επιρροής στις εθνικά συγγενικές χώρες της Κεντρικής Ασίας ούτε προς την απόκτηση επιρροής στη Μέση Ανατολή, απ' όπου προέρχεται το σύνολο των απειλών ασφαλείας που αντιμετωπίζει ή θεωρεί ότι αντιμετωπίζει η Τουρκία, μετά την κατάρρευση της προηγούμενης μοναδικής απειλής από την ΕΣΣΔ.
Ηεπόμενη αναδρομολόγηση, στις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας, αποδείχθηκε πολύ πιο επιτυχής. Βοηθούντος και του αμερικανικού τυχοδιωκτισμού στο Ιράκ, η κουρδική «απειλή» έφερε κοντά τους πρώην αντιπάλους (Τουρκία, Συρία, Ιράν) και ο ενορχηστρωμένος από την Ουάσιγκτον αποκλεισμός της Τεχεράνης και της Δαμασκού διαμόρφωσε σταθερές διαδρομές έκφρασής τους προς τη διεθνή κοινότητα μέσω Αγκυρας.
Με εξαιρετικά καλές σχέσεις με το Ισραήλ από τα μέσα της 10ετίας του '90 (σχέσεις που στο Ισραήλ προσφέρουν διέξοδο από την περιφερειακή απομόνωση, ενώ προσφέρουν στην Τουρκία αμυντική τεχνολογία και τεχνογνωσία), η Αγκυρα δεν δίστασε να προσεγγίσει τον αραβικό κόσμο μετά το 2000, φτάνοντας στα μέσα της δεκαετίας να συνομιλεί απ' ευθείας ακόμη και με τη Χαμάς, τον ηγέτη της οποίας φιλοξένησε στην Αγκυρα, ή να καταδικάζει κάποιες από τις πλέον προκλητικές (και αιματηρές) ισραηλινές πρακτικές, όπως η εισβολή στον Λίβανο και η πρόσφατη στη Γάζα.
Είναι άγνωστο αν το Ισραήλ όντως πιστεύει αυτό που διεμήνυε προς την Αθήνα, όταν οι σχέσεις του με την Τουρκία προκαλούσαν αντιδράσεις στην Ελλάδα. Οτι δηλαδή κάθε σχέση είναι διμερής και ανεξάρτητη και ότι η σχέση με κάποιον δεν στρέφεται εναντίον κάποιου άλλου. Ισως να εκτίμησε τα πλεονεκτήματα που του δίνει η σχέση με την Τουρκία ή και να διαβλέπει ότι είναι και προς το συμφέρον του η διατήρηση ενός μεσολαβητικού διαύλου, όπως αυτός που πρόσφερε η Αγκυρα στις πρόσφατες «εκ του σύνεγγυς» διαπραγματεύσεις με τη Συρία. Αυτό μπορεί να εξηγεί την κάθε άλλο παρά χαρακτηριστική ανοχή που δείχνει στις τουρκικές επικρίσεις, συμπεριλαμβανομένης και της πλέον πρόσφατης στο Νταβός.
Με το τμήμα της αμερικανικής και ισραηλινής ελίτ, που διατηρεί κάποια επαφή με τη λογική, να θεωρεί ευλόγως τη μη αραβική μουσουλμανική Τουρκία καλύτερο πόλο αναφοράς της οργισμένης με τις ηγεσίες των αραβικών χωρών μουσουλμανικής αραβικής κοινής γνώμης απ' ό,τι το επίσης μη αραβικό μουσουλμανικό Ιράν, το εμπόδιο για την ανάληψη ενός τέτοιου ρόλου από την Αγκυρα προέρχεται από τις ιστορικές μνήμες τής οθωμανικής εποχής που, συνδεόμενες με τις σύγχρονες σχέσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, διατηρούν απέναντί της τείχη δυσπιστίας στον αραβικό κόσμο.
Ηδη ραγισμένα από την τουρκική πολιτική των τελευταίων ετών, τα τείχη αυτά σχεδόν κατέρρευσαν μέσα σε μία νύχτα από τις πρόσφατες δηλώσεις και το, αυθόρμητο ή σκηνοθετημένο, ξέσπασμα οργής του Ερντογάν. Καταφέρνοντας με λίγα λόγια να συνδέσει το συμφέρον της χώρας του με τις ανάγκες της διεθνούς συγκυρίας, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κέρδισε τον Μπαράκ Ομπάμα στη βαθμολογία. Διότι στην περίπτωσή του τα «προφορικά» αποτελούν τμήμα της πράξης.
Ομως, στο τέλος της περασμένης εβδομάδας, τη βαθμολογία «Αριστα στα προφορικά», με όλη την καλή πίστη αλλά και τις επιφυλάξεις που την συνοδεύουν, κέρδισε η εκπληκτική επίδοση του πρωθυπουργού της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο Νταβός. Με πέντε προτάσεις υποστηριζόμενες από εμφανή συγκρατημένη οργή, έδειξε πώς, με μόνα τα προφορικά και μέσα σε λίγα λεπτά, ένας πολιτικός μπορεί να διαμορφώσει τις ευνοϊκότερες δυνατές συνθήκες για τη χώρα του, για την κυβέρνησή του, για τον κοινωνικό χώρο που εκφράζει, για το κόμμα του και για τον εαυτό του. Ολα αυτά χωρίς τίποτα το υλικό, χωρίς παροχές, χωρίς προσλήψεις, χωρίς δαπάνες.
Είναι αλήθεια ότι η σύναξη του Νταβός και η συμμετοχή στο ίδιο πάνελ με τον Ισραηλινό πρόεδρο Σιμόν Πέρες ήρθε στην πλέον κατάλληλη στιγμή για τον Τούρκο πρωθυπουργό. Τόσο κατάλληλη που, αν δεν ήταν προγραμματισμένο στο πλαίσιο του Νταβός, ένα τέτοιο γεγονός θα έπρεπε και θα μπορούσε να οργανωθεί επί τούτου.
Στο εσωτερικό της Τουρκίας, η αλλαγή των ισορροπιών στη σχέση ανάμεσα στην παραδοσιακά κεμαλική ελίτ και τις αναδυόμενες σε μια νέα μεσαία τάξη κοινωνικές δυνάμεις εκφράζεται από την ένταση ανάμεσα στην κυβέρνηση και το «βαθύ κράτος» που έχει φτάσει σε σημείο καμπής, με τη συμβολή της υπόθεσης «Εργκενεκόν». Μετά το Νταβός, το «βαθύ κράτος» και το κεμαλικό κατεστημένο, είτε αυτό βρίσκεται στις ένοπλες δυνάμεις ή αλλού, θα βρει πολύ πιο δύσκολη την αντιμετώπιση ενός πρωθυπουργού που επέστρεψε ως «ο πορθητής του Νταβός» και έτυχε πανηγυρικής λαϊκής υποδοχής τύπου προπονητή τουρκικής ομάδας που μόλις κέρδισε το παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου.
Διεθνώς, η συγκυρία είναι ακόμη πιο βολική για τον ρόλο που οραματίζεται η Τουρκία για τον εαυτό της εδώ και καιρό. Η αλλαγή προεδρίας στις ΗΠΑ και οι μετέωρες δομικές ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή και το μουσουλμανικό τμήμα της Ασίας, που προκάλεσαν οι πειραματισμοί Τσένι, Ράμσφελντ, Μπους στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, θα αρκούσαν από μόνες για να διαμορφώσουν το ευνοϊκό πλαίσιο, ακόμη και αν δεν είχε μεσολαβήσει η δυσεξήγητη ισραηλινή εισβολή στη Γάζα, που έδωσε σε όλο το εκρηκτικό μίγμα ακόμη πιο έντονο -αν είναι δυνατόν- χαρακτήρα επείγοντος.
Η αναδρομολόγηση της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας επί Τουργκούτ Οζάλ, αμέσως μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, δεν στέφθηκε με ιδιαίτερη επιτυχία, ούτε προς την κατεύθυνση της επιρροής στις εθνικά συγγενικές χώρες της Κεντρικής Ασίας ούτε προς την απόκτηση επιρροής στη Μέση Ανατολή, απ' όπου προέρχεται το σύνολο των απειλών ασφαλείας που αντιμετωπίζει ή θεωρεί ότι αντιμετωπίζει η Τουρκία, μετά την κατάρρευση της προηγούμενης μοναδικής απειλής από την ΕΣΣΔ.
Ηεπόμενη αναδρομολόγηση, στις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας, αποδείχθηκε πολύ πιο επιτυχής. Βοηθούντος και του αμερικανικού τυχοδιωκτισμού στο Ιράκ, η κουρδική «απειλή» έφερε κοντά τους πρώην αντιπάλους (Τουρκία, Συρία, Ιράν) και ο ενορχηστρωμένος από την Ουάσιγκτον αποκλεισμός της Τεχεράνης και της Δαμασκού διαμόρφωσε σταθερές διαδρομές έκφρασής τους προς τη διεθνή κοινότητα μέσω Αγκυρας.
Με εξαιρετικά καλές σχέσεις με το Ισραήλ από τα μέσα της 10ετίας του '90 (σχέσεις που στο Ισραήλ προσφέρουν διέξοδο από την περιφερειακή απομόνωση, ενώ προσφέρουν στην Τουρκία αμυντική τεχνολογία και τεχνογνωσία), η Αγκυρα δεν δίστασε να προσεγγίσει τον αραβικό κόσμο μετά το 2000, φτάνοντας στα μέσα της δεκαετίας να συνομιλεί απ' ευθείας ακόμη και με τη Χαμάς, τον ηγέτη της οποίας φιλοξένησε στην Αγκυρα, ή να καταδικάζει κάποιες από τις πλέον προκλητικές (και αιματηρές) ισραηλινές πρακτικές, όπως η εισβολή στον Λίβανο και η πρόσφατη στη Γάζα.
Είναι άγνωστο αν το Ισραήλ όντως πιστεύει αυτό που διεμήνυε προς την Αθήνα, όταν οι σχέσεις του με την Τουρκία προκαλούσαν αντιδράσεις στην Ελλάδα. Οτι δηλαδή κάθε σχέση είναι διμερής και ανεξάρτητη και ότι η σχέση με κάποιον δεν στρέφεται εναντίον κάποιου άλλου. Ισως να εκτίμησε τα πλεονεκτήματα που του δίνει η σχέση με την Τουρκία ή και να διαβλέπει ότι είναι και προς το συμφέρον του η διατήρηση ενός μεσολαβητικού διαύλου, όπως αυτός που πρόσφερε η Αγκυρα στις πρόσφατες «εκ του σύνεγγυς» διαπραγματεύσεις με τη Συρία. Αυτό μπορεί να εξηγεί την κάθε άλλο παρά χαρακτηριστική ανοχή που δείχνει στις τουρκικές επικρίσεις, συμπεριλαμβανομένης και της πλέον πρόσφατης στο Νταβός.
Με το τμήμα της αμερικανικής και ισραηλινής ελίτ, που διατηρεί κάποια επαφή με τη λογική, να θεωρεί ευλόγως τη μη αραβική μουσουλμανική Τουρκία καλύτερο πόλο αναφοράς της οργισμένης με τις ηγεσίες των αραβικών χωρών μουσουλμανικής αραβικής κοινής γνώμης απ' ό,τι το επίσης μη αραβικό μουσουλμανικό Ιράν, το εμπόδιο για την ανάληψη ενός τέτοιου ρόλου από την Αγκυρα προέρχεται από τις ιστορικές μνήμες τής οθωμανικής εποχής που, συνδεόμενες με τις σύγχρονες σχέσεις της Τουρκίας με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ, διατηρούν απέναντί της τείχη δυσπιστίας στον αραβικό κόσμο.
Ηδη ραγισμένα από την τουρκική πολιτική των τελευταίων ετών, τα τείχη αυτά σχεδόν κατέρρευσαν μέσα σε μία νύχτα από τις πρόσφατες δηλώσεις και το, αυθόρμητο ή σκηνοθετημένο, ξέσπασμα οργής του Ερντογάν. Καταφέρνοντας με λίγα λόγια να συνδέσει το συμφέρον της χώρας του με τις ανάγκες της διεθνούς συγκυρίας, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κέρδισε τον Μπαράκ Ομπάμα στη βαθμολογία. Διότι στην περίπτωσή του τα «προφορικά» αποτελούν τμήμα της πράξης.
Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009
Το «ε, και;», το «ταρατατζούμ» και το μέλλον της «Δύσης»
Είναι λάθος να αντιμετωπίζεται με συγκατάβαση ή και με περιφρόνηση το αυριανό «ταρατατζούμ» του Μπαράκ Ομπάμα. Η αυριανή είναι μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις στη σύγχρονη ιστορία που η αλλαγή ηγεμόνα έχει τόσο μεγάλη σημασία και που δικαιολογεί φανφάρες και παράτες, αν και όχι τα «ωσαννά», τις δοξολογίες ή και τις μαύρες προφητείες που ξεπετάγονται δεξιά και αριστερά.
Δεν είναι τόσο το ότι οι ΗΠΑ αποκτούν τον πρώτο μαύρο πρόεδρο στην Ιστορία, κάτι που από μόνο του επιτρέπει το δάκρυ στην άκρη του ματιού κάθε ανθρώπου που κουβαλάει μνήμες αποκλεισμού στο κύτταρό του.
Δεν είναι ούτε το ότι κάποιοι, καλώς ή κακώς, έχουν επενδύσει στον Ομπάμα ελπίδες, συμφέροντα και προσδοκίες, βλέποντας σ' αυτόν ένα είδος θαυματουργού μεσσία που θα επουλώσει όλα τα τραύματα και θα άρει κάθε αδικία.
Δεν πρόκειται ούτε για τη φυσιολογική ικανοποίηση όσων, με λιγότερο ή περισσότερο ταπεινά κίνητρα, στο εσωτερικό των ΗΠΑ ή στο εξωτερικό, θεωρούν ότι συνέβαλαν στην πολιτική αλλαγή και αναμένουν τώρα την απόδοση της επένδυσής τους.
Αν η Ιστορία αντιμετωπιστεί σαν το «Βιβλίο Ρεκόρ του Γκίνες», ο Ομπάμα έχει ήδη εξασφαλίσει τη θέση του σ' αυτή, ως ο πρώτος μαύρος στον Λευκό Οίκο. Ακόμα και σε μια λιγότερο «λάιφ στάιλ» ιστορική προσέγγιση, ο νέος πρόεδρος παίρνει και δίνει «sans voir» από το ξεκίνημα μια υπόσχεση ιστορικότητας που λειτουργεί σχεδόν ερήμην του: είναι ήδη ιστορικό πρόσωπο διότι έρχεται στο προσκήνιο σε μια ιστορική στιγμή, σε ένα από τα πολυδαίδαλα σταυροδρόμια που κατασκευάζει κατά περιόδους η ιστορική εξέλιξη και έτσι οποιαδήποτε επιλογή κατεύθυνσης και να κάνει, αυτή θα είναι ιστορική. Ιστορικό θα είναι και το αποτέλεσμα ενδεχόμενης αδράνειας ή και αποτυχίας.
Η προεδρία Ομπάμα έρχεται αμέσως ύστερα από δύο επίσης ιστορικές (με την κακή έννοια) προεδρίες Μπους, που αφήνουν εξαιρετικά βαρύ αποτύπωμα στην εξέλιξη των ΗΠΑ, της Δύσης και, τελικά, της διεθνούς κοινότητας. Η ανερμάτιστη και σπασμωδική προσπάθεια μεγάλου τμήματος της αμερικανικής οικονομικής και πολιτικής ελίτ να προσαρμόσει προς όφελός της την πρωτοφανή απόλυτη διεθνή κυριαρχία της χώρας, κατά τα τέλη της δεκαετίας του '90 και τις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, αποδείχθηκε απολύτως αυτοκαταστροφική.
Το ότι το σύμπλεγμα ιδεοληψιών, στενών οικονομικών συμφερόντων, σχέσεων επιρροής, ακόμα και ψυχολογικών ιδιαιτεροτήτων του συνασπισμού Ντικ Τσένι - νεο-συντηρητικών συνάντησε μια κωμικοτραγική φιγούρα στη βιτρίνα του Λευκού Οίκου, κατά τη φάση μιας ιστορικής καμπής, ευθύνεται σίγουρα για την επιτάχυνση στη συρρίκνωση της αμερικανικής παντοκρατορίας ή τουλάχιστον, στην ταχύτερη συνειδητοποίησή της. Μεγαλύτερης ίσως ιστορικής σημασίας είναι οι συνακόλουθες επιταχύνσεις που αφορούν την ευρύτερη επί αιώνες παγκόσμια επικυριαρχία της λεγόμενης Δύσης.
Σίγουρα, μία από τις αποστολές που έχουν ανατεθεί στον Μπαράκ Ομπάμα είναι, αν όχι η αναστροφή, η επιβράδυνση της αμερικανικής και της ευρύτερης δυτικής πτώσης. Ομως η απόδοσή του ως αλεξιπτώτου, αν και σημαντική, δεν αρκεί για να προσδιορίσει τον ιστορικό χαρακτηρισμό που θα κερδίσει.
Ημεγαλύτερη πρόκληση δεν αφορά το κλείσιμο ή όχι του Γκουαντάναμο, την αποχώρηση από το Ιράκ, την αντιμετώπιση του χάους στο Αφγανιστάν και τον επαναπροσδιορισμό του αριθμού των έξυπνων βομβών που πέφτουν εδώ και κει. Δεν αφορά ούτε τους γεω-στρατηγικούς ελιγμούς και τις διεθνείς σχέσεις αλλά ούτε και τη διάσωση των αμερικανικών τραπεζών, αυτοκινητοβιομηχανιών και θέσεων εργασίας.
Τη μεγαλύτερη πρόκληση αποτελεί η φράση «ε, και;» που ξεστόμιζε με κάθε φυσικότητα και κυνισμό ο για λίγες ακόμα ώρες αντιπρόεδρος (και πραγματικός ώς πριν από μερικούς μήνες πρόεδρος) των ΗΠΑ, Ντικ Τσένι, κάθε φορά που κάποιος επισήμαινε τη συντριπτική λαϊκή αντίδραση στις επιλογές της αμερικανικής κυβέρνησης. Το «ε, και;» του Τσένι δεν αφορούσε μόνο τη γνώμη της διεθνούς κοινότητας των πολιτών ή της διεθνούς κοινότητας των κρατών, κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς ειλικρινής, αν και κυνική, παραδοχή του αυτονόητου για έναν Αμερικανό πολιτικό του είδους του. Ομως η ίδια φράση απαντούσε και σε οποιαδήποτε επισήμανση της ολοένα και μεγεθυνόμενης ώς και συντριπτικής (πρωτοφανούς στην αμερικανική ιστορία) απόρριψης των επιλογών της κυβέρνησης Μπους από τους Αμερικανούς πολίτες.
Αν μη τι άλλο, ο Τσένι ήταν ειλικρινής. Το «ε, και;» ήταν απολύτως συνεπές προς το έρπον πραξικόπημα που προώθησε με την τυπική υπογραφή ενός συνολικά ανυποψίαστου (με την έννοια του διανοητικά απόντος) Τζορτζ Μπους στα σχέδια της ομάδας του για ουσιαστική αναστολή συνταγματικών εγγυήσεων και δημοκρατικών ελευθεριών, με το πρόσχημα του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας». Οι ίδιες οι ΗΠΑ κατέληξαν να καταναλίσκουν το εξαγωγικό μοντέλο της «αυταρχικής δημοκρατίας» που προωθούσε επί χρόνια τα συμφέροντά τους διεθνώς. Πέφτοντας οι ίδιες θύματα του «bon pour l' Orient» εξαγώγιμου προϊόντος τους παρέσυραν μια πιθηκίζουσα Ευρώπη (αρχίζοντας από την πλησιέστερα ευρισκόμενη Βρετανία) σε μια καταιγίδα τρομονόμων, καμερών, ειδικών χαφιέδων και ηλεκτρονικού φακελώματος «για το καλό της». Ωθησαν έτσι ολόκληρη τη λεγόμενη «Δύση» σε επιτάχυνση της αποδυνάμωσής της, μέσω του εξευτελισμού ενός αποκλειστικά δυτικού στοιχείου πολιτισμικής υπεροχής: της Δημοκρατίας.
Αυτή είναι η βασική πρόκληση για τον Ομπάμα. Κρίνοντας από την αλλαγή δημόσιας στάσης δουλικών προς τις ΗΠΑ ευρωπαϊκών κυβερνήσεων που, δρυός (κυβέρνησης Μπους) πεσούσης, αποκηρύσσουν δημοσίως μετά βδελυγμίας αυτά που μέχρι χθες υποστήριζαν στα λόγια και την πράξη (βλέπε πρόσφατες δηλώσεις υπουργού Εξωτερικών της Βρετανίας, Ντέιβιντ Μίλιμπαντ), φαίνεται ότι οσμίζονται αλλαγή στον αέρα της Ουάσιγκτον. Αν πράγματι υπάρξει και αν πετύχει, ο Ομπάμα θα δικαιούται κάθε αυριανό «ταρατατζούμ».
Δεν είναι τόσο το ότι οι ΗΠΑ αποκτούν τον πρώτο μαύρο πρόεδρο στην Ιστορία, κάτι που από μόνο του επιτρέπει το δάκρυ στην άκρη του ματιού κάθε ανθρώπου που κουβαλάει μνήμες αποκλεισμού στο κύτταρό του.
Δεν είναι ούτε το ότι κάποιοι, καλώς ή κακώς, έχουν επενδύσει στον Ομπάμα ελπίδες, συμφέροντα και προσδοκίες, βλέποντας σ' αυτόν ένα είδος θαυματουργού μεσσία που θα επουλώσει όλα τα τραύματα και θα άρει κάθε αδικία.
Δεν πρόκειται ούτε για τη φυσιολογική ικανοποίηση όσων, με λιγότερο ή περισσότερο ταπεινά κίνητρα, στο εσωτερικό των ΗΠΑ ή στο εξωτερικό, θεωρούν ότι συνέβαλαν στην πολιτική αλλαγή και αναμένουν τώρα την απόδοση της επένδυσής τους.
Αν η Ιστορία αντιμετωπιστεί σαν το «Βιβλίο Ρεκόρ του Γκίνες», ο Ομπάμα έχει ήδη εξασφαλίσει τη θέση του σ' αυτή, ως ο πρώτος μαύρος στον Λευκό Οίκο. Ακόμα και σε μια λιγότερο «λάιφ στάιλ» ιστορική προσέγγιση, ο νέος πρόεδρος παίρνει και δίνει «sans voir» από το ξεκίνημα μια υπόσχεση ιστορικότητας που λειτουργεί σχεδόν ερήμην του: είναι ήδη ιστορικό πρόσωπο διότι έρχεται στο προσκήνιο σε μια ιστορική στιγμή, σε ένα από τα πολυδαίδαλα σταυροδρόμια που κατασκευάζει κατά περιόδους η ιστορική εξέλιξη και έτσι οποιαδήποτε επιλογή κατεύθυνσης και να κάνει, αυτή θα είναι ιστορική. Ιστορικό θα είναι και το αποτέλεσμα ενδεχόμενης αδράνειας ή και αποτυχίας.
Η προεδρία Ομπάμα έρχεται αμέσως ύστερα από δύο επίσης ιστορικές (με την κακή έννοια) προεδρίες Μπους, που αφήνουν εξαιρετικά βαρύ αποτύπωμα στην εξέλιξη των ΗΠΑ, της Δύσης και, τελικά, της διεθνούς κοινότητας. Η ανερμάτιστη και σπασμωδική προσπάθεια μεγάλου τμήματος της αμερικανικής οικονομικής και πολιτικής ελίτ να προσαρμόσει προς όφελός της την πρωτοφανή απόλυτη διεθνή κυριαρχία της χώρας, κατά τα τέλη της δεκαετίας του '90 και τις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, αποδείχθηκε απολύτως αυτοκαταστροφική.
Το ότι το σύμπλεγμα ιδεοληψιών, στενών οικονομικών συμφερόντων, σχέσεων επιρροής, ακόμα και ψυχολογικών ιδιαιτεροτήτων του συνασπισμού Ντικ Τσένι - νεο-συντηρητικών συνάντησε μια κωμικοτραγική φιγούρα στη βιτρίνα του Λευκού Οίκου, κατά τη φάση μιας ιστορικής καμπής, ευθύνεται σίγουρα για την επιτάχυνση στη συρρίκνωση της αμερικανικής παντοκρατορίας ή τουλάχιστον, στην ταχύτερη συνειδητοποίησή της. Μεγαλύτερης ίσως ιστορικής σημασίας είναι οι συνακόλουθες επιταχύνσεις που αφορούν την ευρύτερη επί αιώνες παγκόσμια επικυριαρχία της λεγόμενης Δύσης.
Σίγουρα, μία από τις αποστολές που έχουν ανατεθεί στον Μπαράκ Ομπάμα είναι, αν όχι η αναστροφή, η επιβράδυνση της αμερικανικής και της ευρύτερης δυτικής πτώσης. Ομως η απόδοσή του ως αλεξιπτώτου, αν και σημαντική, δεν αρκεί για να προσδιορίσει τον ιστορικό χαρακτηρισμό που θα κερδίσει.
Ημεγαλύτερη πρόκληση δεν αφορά το κλείσιμο ή όχι του Γκουαντάναμο, την αποχώρηση από το Ιράκ, την αντιμετώπιση του χάους στο Αφγανιστάν και τον επαναπροσδιορισμό του αριθμού των έξυπνων βομβών που πέφτουν εδώ και κει. Δεν αφορά ούτε τους γεω-στρατηγικούς ελιγμούς και τις διεθνείς σχέσεις αλλά ούτε και τη διάσωση των αμερικανικών τραπεζών, αυτοκινητοβιομηχανιών και θέσεων εργασίας.
Τη μεγαλύτερη πρόκληση αποτελεί η φράση «ε, και;» που ξεστόμιζε με κάθε φυσικότητα και κυνισμό ο για λίγες ακόμα ώρες αντιπρόεδρος (και πραγματικός ώς πριν από μερικούς μήνες πρόεδρος) των ΗΠΑ, Ντικ Τσένι, κάθε φορά που κάποιος επισήμαινε τη συντριπτική λαϊκή αντίδραση στις επιλογές της αμερικανικής κυβέρνησης. Το «ε, και;» του Τσένι δεν αφορούσε μόνο τη γνώμη της διεθνούς κοινότητας των πολιτών ή της διεθνούς κοινότητας των κρατών, κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς ειλικρινής, αν και κυνική, παραδοχή του αυτονόητου για έναν Αμερικανό πολιτικό του είδους του. Ομως η ίδια φράση απαντούσε και σε οποιαδήποτε επισήμανση της ολοένα και μεγεθυνόμενης ώς και συντριπτικής (πρωτοφανούς στην αμερικανική ιστορία) απόρριψης των επιλογών της κυβέρνησης Μπους από τους Αμερικανούς πολίτες.
Αν μη τι άλλο, ο Τσένι ήταν ειλικρινής. Το «ε, και;» ήταν απολύτως συνεπές προς το έρπον πραξικόπημα που προώθησε με την τυπική υπογραφή ενός συνολικά ανυποψίαστου (με την έννοια του διανοητικά απόντος) Τζορτζ Μπους στα σχέδια της ομάδας του για ουσιαστική αναστολή συνταγματικών εγγυήσεων και δημοκρατικών ελευθεριών, με το πρόσχημα του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας». Οι ίδιες οι ΗΠΑ κατέληξαν να καταναλίσκουν το εξαγωγικό μοντέλο της «αυταρχικής δημοκρατίας» που προωθούσε επί χρόνια τα συμφέροντά τους διεθνώς. Πέφτοντας οι ίδιες θύματα του «bon pour l' Orient» εξαγώγιμου προϊόντος τους παρέσυραν μια πιθηκίζουσα Ευρώπη (αρχίζοντας από την πλησιέστερα ευρισκόμενη Βρετανία) σε μια καταιγίδα τρομονόμων, καμερών, ειδικών χαφιέδων και ηλεκτρονικού φακελώματος «για το καλό της». Ωθησαν έτσι ολόκληρη τη λεγόμενη «Δύση» σε επιτάχυνση της αποδυνάμωσής της, μέσω του εξευτελισμού ενός αποκλειστικά δυτικού στοιχείου πολιτισμικής υπεροχής: της Δημοκρατίας.
Αυτή είναι η βασική πρόκληση για τον Ομπάμα. Κρίνοντας από την αλλαγή δημόσιας στάσης δουλικών προς τις ΗΠΑ ευρωπαϊκών κυβερνήσεων που, δρυός (κυβέρνησης Μπους) πεσούσης, αποκηρύσσουν δημοσίως μετά βδελυγμίας αυτά που μέχρι χθες υποστήριζαν στα λόγια και την πράξη (βλέπε πρόσφατες δηλώσεις υπουργού Εξωτερικών της Βρετανίας, Ντέιβιντ Μίλιμπαντ), φαίνεται ότι οσμίζονται αλλαγή στον αέρα της Ουάσιγκτον. Αν πράγματι υπάρξει και αν πετύχει, ο Ομπάμα θα δικαιούται κάθε αυριανό «ταρατατζούμ».
Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2009
Η αμερικανική «Πέμπτη Φάλαγγα» στην Ευρώπη και η επίθεση στη Γάζα
Δικαιώνοντας απολύτως τη λάμψη στο μάτι τού, αλήστου μνήμης, Ντόναλντ Ράμσφελντ όταν μιλούσε για «παλιά» και «νέα Ευρώπη», αλλά και τις επισημάνσεις του Τσέχου πρωθυπουργού Μίρεκ Τοπολάνεκ περί δημοκρατικού ελλείμματος και ελλείμματος εκπροσώπησης στην Ευρωπαϊκή Ενωση, η μόλις τριών ημερών τσεχική προεδρία της Ε.Ε. εκπροσώπησε αποτελεσματικά και εξέφρασε πλήρως τη συνισταμένη της... αμερικανικής και της ισραηλινής κοινής γνώμης, τοποθετούμενη το βράδυ του Σαββάτου για την προχθεσινή ισραηλινή χερσαία εισβολή στη Γάζα.
Η τσεχική συνιστώσα της αμερικανικής «Πέμπτης Φάλαγγας» στην Ευρώπη εκδηλώθηκε για άλλη μία φορά «με το καλημέρα», ξεπερνώντας λόγω υπερβάλλοντος ζήλου, δουλοπρέπειας, απειρίας ή απλής αφέλειας ακόμα και την αντίστοιχη ανακοίνωση του Λευκού Οίκου, που φρόντισε να εκτεθεί λιγότερο. Ηρθε επίσης σε πλήρη αντίθεση με την ανακοίνωση της Γαλλίας, που καταδίκασε αμέσως τη χερσαία ισραηλινή εισβολή. Ολα αυτά μία μέρα προτού η τρέχουσα τσεχική και η προηγούμενη γαλλική προεδρία της Ε.Ε. ξεκινήσουν τις διαφορετικές αποστολές τους στη Μέση Ανατολή, κάτι σαν τις χωριστές συγκεντρώσεις στην Αθήνα κατά την εργατική Πρωτομαγιά.
Δεν μπορεί βεβαίως να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να πρόκειται για ένα σατανικό προσυμφωνημένο σχέδιο, με τη συμμετοχή και του Ισραήλ. Μέσω της διαφοροποίησής του από τη σημερινή προεδρία της Ε.Ε. και με τη βοήθεια του πρόσφατου «αδειάσματος» της υπουργού Εξωτερικών Τζίπι Λίβνι κατά την επίσκεψή της στο Παρίσι, ακόμα και ο μάλλον φιλο-ισραηλινός Νικολά Σαρκοζί ξεκινά από σήμερα την ειρηνευτική του πρωτοβουλία στη Μέση Ανατολή έχοντας περιβληθεί για λίγο έναν μανδύα σχετικής αντικειμενικότητας.
Φυσιολογικά, οι από την ανατολική Ευρώπη προερχόμενοι «εισοδιστές», που ως απεσταλμένοι των ΗΠΑ υπονομεύουν εκ των έσω την εξέλιξη της Ε.Ε. σε έναν ισχυρό διεθνή πόλο, έχοντας οι ίδιοι βιώσει τη σοβιετική επικυριαρχία και το ψυχόδραμα που ακόμα και τόσα χρόνια μετά οδηγεί σε περιοδική εκλογή φαινομένων τύπου αδελφών Κατσίνσκι της Πολωνίας και σε αναβιώσεις ναζιστικών φαντασμάτων στη Βαλτική, θα έπρεπε να είναι οι πρώτοι οι οποίοι αντιλαμβάνονται τον μηχανισμό που ρίχνει τον παλαιστινιακό πληθυσμό στα χέρια της Χαμάς. Η ιστορική εμπειρία τους αυτή θα μπορούσε να εμπλουτίσει την Ε.Ε. αν η παρουσία τους σε αυτήν είχε λιγότερο καταστροφικό στόχο.
Αντιθέτως, η σαββατιάτικη αντίδραση της τσεχικής προεδρίας της Ε.Ε., όσο και αν επιχειρήθηκε να απαλυνθεί λίγες ώρες αργότερα, προφανώς μετά την έκρηξη αντιδράσεων από τις (υποτίθεται εκπροσωπούμενες) χώρες-μέλη, σχεδόν εγγυάται τον αποκλεισμό της Ευρωπαϊκής Ενωσης από κάθε ουσιαστικό ρόλο στην αντιμετώπιση της νέας κρίσης στη Μέση Ανατολή. Παραδόξως, ο «μπουνταλάδικος» χειρισμός του θέματος μπορεί να οδηγήσει σε αποτέλεσμα διαφορετικό από το επιδιωκόμενο, όπως όταν ο επόμενος διευθυντής της αμερικανικής μητρικής, Μπαράκ Ομπάμα, αναγκάστηκε να «αδειάσει» το παράρτημα Τσεχίας μετά την προσπάθεια της τοπικής διεύθυνσης να προκαταλάβει τις αποφάσεις του σχετικά με την αντιπυραυλική ασπίδα.
Αυτή τη φορά, η υπονόμευση της ευρωπαϊκής παρεμβατικής δυνατότητας δίνει την ευκαιρία στη Γαλλία του υπερκινητικού Νικολά Σαρκοζί να διεκδικήσει διεθνή ρόλο. Αν την προηγούμενη φορά η σαρκοζική παρέμβαση μεταξύ Ρωσίας και Γεωργίας πιστώθηκε εν μέρει στην Ε.Ε., καθώς η Γαλλία ασκούσε τότε την προεδρία, αυτή τη φορά η όποια επιτυχία θα ενισχύσει σχεδόν αποκλειστικά το γαλλικό προφίλ, όσες υποκριτικές προσπάθειες και αν γίνουν να συνδεθεί με την Ευρώπη.
Ακόμα και στην περίπτωση αποτυχίας του Γάλλου προέδρου να εξασφαλίσει ένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, και μόνη η περίβλεπτη διαφοροποίηση της Γαλλίας από την τρέχουσα ευρωπαϊκή προεδρία μπορεί να προβληθεί ως διάσωση της ευρωπαϊκής τιμής από το Παρίσι. Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη η ουσιαστική -αν και πολύ ευφυέστερα διατυπούμενη- σύμπλευση της Γερμανίας με την ισραηλινή, αμερικανική και τσεχική λογική, η Γαλλία την οποία ο Σαρκοζί επαναφέρει και στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ μπορεί να μετατραπεί σε ισχυρό πόλο συσπείρωσης (και ελέγχου) όσων επιθυμούν την επιστροφή στην πορεία μιας στενότερα συνδεδεμένης Ευρώπης, με ανεξάρτητο και αξιόπιστο διεθνή λόγο.
Το παράθυρο ευκαιρίας που αφήνει ανοιχτό η ουσιαστική ανυπαρξία αμερικανικής ηγεσίας μέχρι το τέλος του μηνός διευκολύνει τους διεθνείς παίκτες να ανακατέψουν την τράπουλα, κάτι σαν τους δοκιμαστικούς γύρους της Φόρμουλα 1 το Σάββατο προκειμένου να εξασφαλιστεί η καλύτερη σειρά εκκίνησης στον αγώνα της Κυριακής. Στις αρχές Φεβρουαρίου, όταν ο Μπαράκ Ομπάμα αναλάβει ουσιαστικά τα καθήκοντά του, το παράθυρο κλείνει, χωρίς να είναι βέβαιο τι θα ακολουθήσει και ποιοι θα μείνουν «στην απ' έξω».
Με τους επίδοξους διεθνείς παίκτες να παίζουν «μουσικές καρέκλες» και τη νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή να παρέχει τη μουσική που θα σταματήσει όταν οι ΗΠΑ αποκτήσουν νέο πρόεδρο, η σιωπή του Ομπάμα αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά. Σίγουρα, ό,τι και αν κάνει μετά την ανάληψη της προεδρίας του, θα απογοητεύσει όσους είναι τόσο αφελείς ώστε να θεωρούν ότι θα προχωρήσει σε πλήρη αντιπαράθεση με το Ισραήλ. Ομως ο επόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ εξελέγη με μια κυρίαρχη εντολή σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική: να αποκαταστήσει το κύρος, την επιρροή και την ισχύ των ΗΠΑ ύστερα από μια καταστροφική οκταετία και να διαφυλάξει όσο το δυνατόν καλύτερα την κυρίαρχη θέση της χώρας μέσα στο ραγδαία μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον. Το Μεσανατολικό είναι κομβικό σημείο σε οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια. Πριν κάνει οποιαδήποτε ουσιαστική κίνηση, ο Μπαράκ Ομπάμα ίσως χρειαστεί να κάνει μερικές θεαματικές κινήσεις που θα βουλώσουν τα στόματα όσων τον θεωρούν αδύναμο και (κάτι υβριστικό για μεγάλο μέρος της αμερικανικής κοινής γνώμης) «ειρηνιστή». Κατά πάσα πιθανότητα θα αναζητήσει κάποιες ισορροπίες ώστε η επίδειξη αυτή να μην τον κάνει να φανεί σαν συνέχεια του Τζορτζ Μπους. Οταν απλώσει τη συνταγή του για το Μεσανατολικό, το πιθανότερο είναι να έχει άρωμα γαλλικού κρασιού και όχι τσέχικης μπίρας. Προς μεγάλη λύπη της ζυθοποιίας Τοπολάνεκ.
Η τσεχική συνιστώσα της αμερικανικής «Πέμπτης Φάλαγγας» στην Ευρώπη εκδηλώθηκε για άλλη μία φορά «με το καλημέρα», ξεπερνώντας λόγω υπερβάλλοντος ζήλου, δουλοπρέπειας, απειρίας ή απλής αφέλειας ακόμα και την αντίστοιχη ανακοίνωση του Λευκού Οίκου, που φρόντισε να εκτεθεί λιγότερο. Ηρθε επίσης σε πλήρη αντίθεση με την ανακοίνωση της Γαλλίας, που καταδίκασε αμέσως τη χερσαία ισραηλινή εισβολή. Ολα αυτά μία μέρα προτού η τρέχουσα τσεχική και η προηγούμενη γαλλική προεδρία της Ε.Ε. ξεκινήσουν τις διαφορετικές αποστολές τους στη Μέση Ανατολή, κάτι σαν τις χωριστές συγκεντρώσεις στην Αθήνα κατά την εργατική Πρωτομαγιά.
Δεν μπορεί βεβαίως να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να πρόκειται για ένα σατανικό προσυμφωνημένο σχέδιο, με τη συμμετοχή και του Ισραήλ. Μέσω της διαφοροποίησής του από τη σημερινή προεδρία της Ε.Ε. και με τη βοήθεια του πρόσφατου «αδειάσματος» της υπουργού Εξωτερικών Τζίπι Λίβνι κατά την επίσκεψή της στο Παρίσι, ακόμα και ο μάλλον φιλο-ισραηλινός Νικολά Σαρκοζί ξεκινά από σήμερα την ειρηνευτική του πρωτοβουλία στη Μέση Ανατολή έχοντας περιβληθεί για λίγο έναν μανδύα σχετικής αντικειμενικότητας.
Φυσιολογικά, οι από την ανατολική Ευρώπη προερχόμενοι «εισοδιστές», που ως απεσταλμένοι των ΗΠΑ υπονομεύουν εκ των έσω την εξέλιξη της Ε.Ε. σε έναν ισχυρό διεθνή πόλο, έχοντας οι ίδιοι βιώσει τη σοβιετική επικυριαρχία και το ψυχόδραμα που ακόμα και τόσα χρόνια μετά οδηγεί σε περιοδική εκλογή φαινομένων τύπου αδελφών Κατσίνσκι της Πολωνίας και σε αναβιώσεις ναζιστικών φαντασμάτων στη Βαλτική, θα έπρεπε να είναι οι πρώτοι οι οποίοι αντιλαμβάνονται τον μηχανισμό που ρίχνει τον παλαιστινιακό πληθυσμό στα χέρια της Χαμάς. Η ιστορική εμπειρία τους αυτή θα μπορούσε να εμπλουτίσει την Ε.Ε. αν η παρουσία τους σε αυτήν είχε λιγότερο καταστροφικό στόχο.
Αντιθέτως, η σαββατιάτικη αντίδραση της τσεχικής προεδρίας της Ε.Ε., όσο και αν επιχειρήθηκε να απαλυνθεί λίγες ώρες αργότερα, προφανώς μετά την έκρηξη αντιδράσεων από τις (υποτίθεται εκπροσωπούμενες) χώρες-μέλη, σχεδόν εγγυάται τον αποκλεισμό της Ευρωπαϊκής Ενωσης από κάθε ουσιαστικό ρόλο στην αντιμετώπιση της νέας κρίσης στη Μέση Ανατολή. Παραδόξως, ο «μπουνταλάδικος» χειρισμός του θέματος μπορεί να οδηγήσει σε αποτέλεσμα διαφορετικό από το επιδιωκόμενο, όπως όταν ο επόμενος διευθυντής της αμερικανικής μητρικής, Μπαράκ Ομπάμα, αναγκάστηκε να «αδειάσει» το παράρτημα Τσεχίας μετά την προσπάθεια της τοπικής διεύθυνσης να προκαταλάβει τις αποφάσεις του σχετικά με την αντιπυραυλική ασπίδα.
Αυτή τη φορά, η υπονόμευση της ευρωπαϊκής παρεμβατικής δυνατότητας δίνει την ευκαιρία στη Γαλλία του υπερκινητικού Νικολά Σαρκοζί να διεκδικήσει διεθνή ρόλο. Αν την προηγούμενη φορά η σαρκοζική παρέμβαση μεταξύ Ρωσίας και Γεωργίας πιστώθηκε εν μέρει στην Ε.Ε., καθώς η Γαλλία ασκούσε τότε την προεδρία, αυτή τη φορά η όποια επιτυχία θα ενισχύσει σχεδόν αποκλειστικά το γαλλικό προφίλ, όσες υποκριτικές προσπάθειες και αν γίνουν να συνδεθεί με την Ευρώπη.
Ακόμα και στην περίπτωση αποτυχίας του Γάλλου προέδρου να εξασφαλίσει ένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, και μόνη η περίβλεπτη διαφοροποίηση της Γαλλίας από την τρέχουσα ευρωπαϊκή προεδρία μπορεί να προβληθεί ως διάσωση της ευρωπαϊκής τιμής από το Παρίσι. Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη η ουσιαστική -αν και πολύ ευφυέστερα διατυπούμενη- σύμπλευση της Γερμανίας με την ισραηλινή, αμερικανική και τσεχική λογική, η Γαλλία την οποία ο Σαρκοζί επαναφέρει και στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ μπορεί να μετατραπεί σε ισχυρό πόλο συσπείρωσης (και ελέγχου) όσων επιθυμούν την επιστροφή στην πορεία μιας στενότερα συνδεδεμένης Ευρώπης, με ανεξάρτητο και αξιόπιστο διεθνή λόγο.
Το παράθυρο ευκαιρίας που αφήνει ανοιχτό η ουσιαστική ανυπαρξία αμερικανικής ηγεσίας μέχρι το τέλος του μηνός διευκολύνει τους διεθνείς παίκτες να ανακατέψουν την τράπουλα, κάτι σαν τους δοκιμαστικούς γύρους της Φόρμουλα 1 το Σάββατο προκειμένου να εξασφαλιστεί η καλύτερη σειρά εκκίνησης στον αγώνα της Κυριακής. Στις αρχές Φεβρουαρίου, όταν ο Μπαράκ Ομπάμα αναλάβει ουσιαστικά τα καθήκοντά του, το παράθυρο κλείνει, χωρίς να είναι βέβαιο τι θα ακολουθήσει και ποιοι θα μείνουν «στην απ' έξω».
Με τους επίδοξους διεθνείς παίκτες να παίζουν «μουσικές καρέκλες» και τη νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή να παρέχει τη μουσική που θα σταματήσει όταν οι ΗΠΑ αποκτήσουν νέο πρόεδρο, η σιωπή του Ομπάμα αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά. Σίγουρα, ό,τι και αν κάνει μετά την ανάληψη της προεδρίας του, θα απογοητεύσει όσους είναι τόσο αφελείς ώστε να θεωρούν ότι θα προχωρήσει σε πλήρη αντιπαράθεση με το Ισραήλ. Ομως ο επόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ εξελέγη με μια κυρίαρχη εντολή σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική: να αποκαταστήσει το κύρος, την επιρροή και την ισχύ των ΗΠΑ ύστερα από μια καταστροφική οκταετία και να διαφυλάξει όσο το δυνατόν καλύτερα την κυρίαρχη θέση της χώρας μέσα στο ραγδαία μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον. Το Μεσανατολικό είναι κομβικό σημείο σε οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια. Πριν κάνει οποιαδήποτε ουσιαστική κίνηση, ο Μπαράκ Ομπάμα ίσως χρειαστεί να κάνει μερικές θεαματικές κινήσεις που θα βουλώσουν τα στόματα όσων τον θεωρούν αδύναμο και (κάτι υβριστικό για μεγάλο μέρος της αμερικανικής κοινής γνώμης) «ειρηνιστή». Κατά πάσα πιθανότητα θα αναζητήσει κάποιες ισορροπίες ώστε η επίδειξη αυτή να μην τον κάνει να φανεί σαν συνέχεια του Τζορτζ Μπους. Οταν απλώσει τη συνταγή του για το Μεσανατολικό, το πιθανότερο είναι να έχει άρωμα γαλλικού κρασιού και όχι τσέχικης μπίρας. Προς μεγάλη λύπη της ζυθοποιίας Τοπολάνεκ.
Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2009
Στρακαστρούκες και ξεροκέφαλοι
Οι ρουκέτες της Χαμάς, λίγο περισσότερο από στρακαστρούκες από στρατιωτικής απόψεως, ανέκαθεν είχαν κυρίως συμβολική σημασία. Η διατήρηση της δυνατότητας εκτόξευσής τους έπειτα από 7 ημέρες σαρωτικών ισραηλινών επιθέσεων αποτελεί μια συμβολική νίκη της Χαμάς, έστω και αν η ισλαμική οργάνωση έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα στην υποδομή και στα στελέχη της. Με την έννοια αυτή, το Ισραήλ βρίσκεται ήδη στον δρόμο της επανάληψης της ήττας του 2006 στον Λίβανο, ανεξαρτήτως τελικής στρατιωτικής έκβασης και απολογισμού αίματος.
Σε συνδυασμό με την άρνηση της Χεζμπολάχ να πέσει στη παγίδα της ένοπλης εμπλοκής με το Ισραήλ στη φάση αυτή και την ευφυή επιλογή του Ιράν να μην «τσιμπήσει» και να αποφύγει τις υπερβολικές αντι-ισραηλινές κορόνες, το Ισραήλ δεν φαίνεται να πετυχαίνει ιδιαίτερα έναν από τους σημαντικούς πάγιους στόχους του, την αποδυνάμωση της ιρανικής επιρροής.
Προς μεγάλη απογοήτευση και των αραβικών καθεστώτων, όπως αυτού της Αιγύπτου, που ανησυχούν για την αυξανόμενη (και με τη βοήθεια της αμερικανικής ξεροκεφαλιάς) ιρανική επιρροή, η Τεχεράνη χρησιμοποιεί την όλο και μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση που κερδίζει τον τελευταίο καιρό για να προβάλλει την εικόνα μιας «ήρεμης δύναμης» που εκφράζει αξιόπιστα αυτό που αδυνατούν να κάνουν τα καθεστώτα των αραβικών χωρών, την αγανάκτηση της αραβικής κοινωνίας.
Αυτό υπονόμευσε την αυτοπεποίθηση Αράβων ηγετών, που μετά τη σημαντική αρχική καθυστέρηση, προσπάθησαν να καταδικάσουν φραστικά την ισραηλινή επίθεση, μη θέλοντας να αφήσουν μια μη αραβική χώρα, το Ιράν, να μονοπωλεί την έκφραση του αισθήματος των Αράβων.
Σε συνδυασμό με την άρνηση της Χεζμπολάχ να πέσει στη παγίδα της ένοπλης εμπλοκής με το Ισραήλ στη φάση αυτή και την ευφυή επιλογή του Ιράν να μην «τσιμπήσει» και να αποφύγει τις υπερβολικές αντι-ισραηλινές κορόνες, το Ισραήλ δεν φαίνεται να πετυχαίνει ιδιαίτερα έναν από τους σημαντικούς πάγιους στόχους του, την αποδυνάμωση της ιρανικής επιρροής.
Προς μεγάλη απογοήτευση και των αραβικών καθεστώτων, όπως αυτού της Αιγύπτου, που ανησυχούν για την αυξανόμενη (και με τη βοήθεια της αμερικανικής ξεροκεφαλιάς) ιρανική επιρροή, η Τεχεράνη χρησιμοποιεί την όλο και μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση που κερδίζει τον τελευταίο καιρό για να προβάλλει την εικόνα μιας «ήρεμης δύναμης» που εκφράζει αξιόπιστα αυτό που αδυνατούν να κάνουν τα καθεστώτα των αραβικών χωρών, την αγανάκτηση της αραβικής κοινωνίας.
Αυτό υπονόμευσε την αυτοπεποίθηση Αράβων ηγετών, που μετά τη σημαντική αρχική καθυστέρηση, προσπάθησαν να καταδικάσουν φραστικά την ισραηλινή επίθεση, μη θέλοντας να αφήσουν μια μη αραβική χώρα, το Ιράν, να μονοπωλεί την έκφραση του αισθήματος των Αράβων.
Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008
Εξέγερση ή φυγή απέναντι στην εγγυημένη μιζέρια
Η πλειονότητα των νέων ανθρώπων, που εγκατέλειπαν τις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού ξεκινώντας μια δύσκολη και συχνά επικίνδυνη πορεία στο άγνωστο της «Δύσης», δεν μιλούσαν για ιδεολογία και ιδεολογικά κίνητρα, παρά μόνον όταν καταλάβαιναν ότι αυτό μόνο γινόταν κατανοητό από τον δυτικό συνομιλητή τους. Περιγράφοντας ειλικρινά αυτό που τους ανάγκασε να φύγουν, μιλούσαν για το αίσθημα ασφυξίας μπροστά σε μιά προδιαγεγραμμένη ζωή, την απελπισία της συνειδητοποίησης ότι καμία δική τους ικανότητα, ενέργεια, πράξη ή επιλογή δεν μπορούσε να επηρεάσει ουσιαστικά το, ερήμην τους προαποφασισμένο και έξωθεν καθοδηγούμενο, μέλλον τους. Προτιμούσαν τον κίνδυνο της λάθος επιλογής από τη μίζερη ασφάλεια της έλλειψης επιλογών.
Την περασμένη εβδομάδα, η φράση ενός μαθητή της τρίτης λυκείου θύμισε κάτι από τους τότε συνομηλίκους του της τότε Ανατολικής Ευρώπης: «Πολλοί συμμαθητές μου σκέφτονται να φύγουν από την Ελλάδα», είπε, κάνοντας σαφές ότι δεν αναφερόταν μόνο στις σπουδές. Διατύπωσε ακόμα το ήδη εμφανές: Οτι η πλειονότητα των συμμαθητών του αντιμετωπίζει ως προσβολή οποιαδήποτε προσπάθεια ταύτισής τους με οποιαδήποτε κόμματα. Στις δύο φράσεις αυτές περιέχονται πολλές από τις ερμηνείες για τα όσα συμβαίνουν τις τελευταίες μέρες, τουλάχιστον από την πλευρά των νέων, πηγαίνοντας πολύ πέρα από την συγκυριακή καραμέλα της οικονομικής κρίσης που, ούτως ή άλλως, είναι ακόμα πολύ πιο «λάιτ» στην Ελλάδα.
Σε ολόκληρο τον λεγόμενο «δυτικό κόσμο» και σίγουρα στην Ευρώπη, οι σημερινοί νέοι βρίσκονται αντιμέτωποι με την προοπτική να είναι η πρώτη μεταπολεμική γενιά που θα έχει συνολικά χαμηλότερο επίπεδο διαβίωσης απ' ό,τι η προηγούμενη. Η κατάχρηση αστυνομικής βίας και η εγκληματική συμπεριφορά αστυνομικών δεν λείπει από καμία αστυνομία, όπως και από κανένα σύστημα απονομής δικαιοσύνης δεν έχει πλήρως εξοβελισθεί η φυσική τάση μιας κρατικής εξουσίας να αντιμετωπίζει «φιλικά» και με κάποια «κατανόηση» τις εκτροπές κρατικών οργάνων. Φυσικά, υπάρχουν τεράστιες ποσοτικές και ποιοτικές διαφορές, που θα μπορούσαν από μόνες τους να εξηγήσουν γιατί στην Ελλάδα νέοι της μεσαίας τάξης μπορεί να αισθάνονται το ίδιο με τους αποκλεισμένους στο περιθώριο μετανάστες δεύτερης γενιάς στη Γαλλία.
Ομως η ασφυξία είναι πολύ βαθύτερη και σχεδόν αταξική για τους νέους μιας κοινωνίας που ακόμα δεν έχει ξεφύγει από τα σύνδρομα μιας παρελθούσας διαδικασίας αστικοποίησης. Η κοινωνική πίεση προς μία, οποιαδήποτε, τριτοβάθμια εκπαίδευση απλώς και μόνον ως γραφειοκρατική διαδικασία πρόσληψης στο Δημόσιο και ως εισιτήριο απόδρασης από την επαρχιακή μιζέρια εξακολουθεί να ασκείται από τις προηγούμενες γενιές που βίωσαν την πορεία αυτή, συνθλίβοντας ακόμα περισσότερο τους νέους στην άλλη πλευρά της τανάλιας ενός στείρου εξετασιοκεντρικού αποστηθιστικού συστήματος δομημένου γύρω από την ίδια λογική. Η ανολοκλήρωτη ακόμα διαδικασία κοινωνικοποίησης, δηλαδή η όχι επαρκής απεμπόληση κάθε δημιουργικής ικμάδας, επιτρέπει ακόμα στις νεαρές ηλικίες να βλέπουν το προδιαγεγραμμένο μέλλον στο Δημόσιο ή στην ιδιωτική σύμβαση των 700 ευρώ ως κατάντια ονείρων και όχι ως όνειρο βολέματος. Η κοινωνική απαξία κάθε δημιουργικής, άρα επικίνδυνης, πρωτοβουλίας διαιωνίζει έναν κύκλο συρρικνούμενης δημόσιας και μεταπρατικής ιδιωτικής μιζέριας, που καταρρέει όσο κλείνουν οι στρόφιγγες δανεισμού (ή αρπαγής σε μερικές περιπτώσεις). Αν οι συνομήλικοί τους αλλού ζούν την οικονομική κρίση ως συγκυριακό φαινόμενο, γνωρίζοντας ότι κάποια στιγμή η κοινωνία τους είναι σε θέση να παραγάγει και να δημιουργήσει την έξοδό της από την κρίση, οι Ελληνες αισθάνονται το αντίθετο.
Οι νέοι, στην ηλικία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δεν έχουν στην πλειονότητά τους ακόμα αρπαγεί από τα, καραδοκούντα να τους προσφέρουν ελεγχόμενη εκτόνωση, πολιτικά κόμματα, τα οποία ούτως ή άλλως αδυνατούν όλο και περισσότερο να πείσουν ότι δεν αποτελούν μέρος του προβλήματος. Ασφυκτιούν, καθώς όχι μόνο δεν μπορούν να επηρεάσουν το μέλλον τους αλλά δεν μπορούν ούτε καν να εκφράσουν τη δυσφορία τους για όσα κληρονομούνται ως κοινωνικά αυτονόητα. Σε ακόμα χειρότερη θέση βρίσκονται οι οικονομικοί μετανάστες, που αποτελούν πλέον πάνω από το 10% του πληθυσμού της Ελλάδας. Γι' αυτούς και ιδίως για τα γεννημένα στην Ελλάδα παιδιά τους, η ασφυξία είναι απόλυτη, καθώς σχεδόν δεν τους αναγνωρίζεται η ίδια η ύπαρξη.
Με αυτή τη λογική, τηρουμένων των αναλογιών, υπάρχουν αρκετά στοιχεία κοινά με την προ του Μαΐου '68 ευρωπαϊκή κατάσταση, όταν το πολιτισμικό χάσμα ανάμεσα σε μια κοινωνία διαμορφωμένη σε άλλες συνθήκες και τους νέους που ζούσαν στις τρέχουσες (τότε) συνθήκες έπρεπε με κάποιο τρόπο να κλείσει.
Η βάση αυτή της κοινωνικής πολιτισμικής υστέρησης δεν στηρίζει σήμερα στον ίδιο βαθμό τη δυσφορία των νέων παντού στην Ευρώπη. Η μεταπολεμική ευημερούσα αποχαύνωση του «Β.Β.Β.Β.D» (Boulot, Bouffer, Boir, Baiser, Dormir - Δουλειά, Φαΐ, Ποτό, Πήδημα, Υπνος) της δεκαετίας του '60 καθυστέρησε να φτάσει στον Νότο της Ευρώπης ή καλύφθηκε από άλλα, πιο επείγοντα θέματα (εμφύλιος και μετεμφυλιακή περίοδος στην Ελλάδα, δικτατορία στην Ισπανία και την Ελλάδα, κοινωνικοί και πολιτικοί σπασμοί στην Ιταλία με το προβληματικό οικονομικό υπόβαθρο για όλους). Ετσι, κατά μία έννοια, η διατυπωμένη με κλασικούς ασφαλίτικους όρους ανάλυση των γαλλικών μυστικών υπηρεσιών περί ύπαρξης ενός «τόξου» συνεργασίας γενικώς «επικίνδυνων για την δημόσια τάξη» ομάδων στην Νότια Ευρώπη (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία) μπορεί να περιέχει κάποια ψήγματα κοινωνικής ανάλυσης. Διότι στην περιοχή αυτή και ιδίως στην Ελλάδα, η ωρίμανση των συνθηκών ασφυξίας στο τμήμα της κοινωνίας που δεν έχει αποχαυνωθεί ακόμα συμπίπτει χρονικά με την παγκόσμια οικονομική κρίση (τον Μάιο του '68 οι νεανικές εξεγέρσεις έγιναν εν μέσω καλπάζουσας οικονομικής ευημερίας).
Την περασμένη εβδομάδα, η φράση ενός μαθητή της τρίτης λυκείου θύμισε κάτι από τους τότε συνομηλίκους του της τότε Ανατολικής Ευρώπης: «Πολλοί συμμαθητές μου σκέφτονται να φύγουν από την Ελλάδα», είπε, κάνοντας σαφές ότι δεν αναφερόταν μόνο στις σπουδές. Διατύπωσε ακόμα το ήδη εμφανές: Οτι η πλειονότητα των συμμαθητών του αντιμετωπίζει ως προσβολή οποιαδήποτε προσπάθεια ταύτισής τους με οποιαδήποτε κόμματα. Στις δύο φράσεις αυτές περιέχονται πολλές από τις ερμηνείες για τα όσα συμβαίνουν τις τελευταίες μέρες, τουλάχιστον από την πλευρά των νέων, πηγαίνοντας πολύ πέρα από την συγκυριακή καραμέλα της οικονομικής κρίσης που, ούτως ή άλλως, είναι ακόμα πολύ πιο «λάιτ» στην Ελλάδα.
Σε ολόκληρο τον λεγόμενο «δυτικό κόσμο» και σίγουρα στην Ευρώπη, οι σημερινοί νέοι βρίσκονται αντιμέτωποι με την προοπτική να είναι η πρώτη μεταπολεμική γενιά που θα έχει συνολικά χαμηλότερο επίπεδο διαβίωσης απ' ό,τι η προηγούμενη. Η κατάχρηση αστυνομικής βίας και η εγκληματική συμπεριφορά αστυνομικών δεν λείπει από καμία αστυνομία, όπως και από κανένα σύστημα απονομής δικαιοσύνης δεν έχει πλήρως εξοβελισθεί η φυσική τάση μιας κρατικής εξουσίας να αντιμετωπίζει «φιλικά» και με κάποια «κατανόηση» τις εκτροπές κρατικών οργάνων. Φυσικά, υπάρχουν τεράστιες ποσοτικές και ποιοτικές διαφορές, που θα μπορούσαν από μόνες τους να εξηγήσουν γιατί στην Ελλάδα νέοι της μεσαίας τάξης μπορεί να αισθάνονται το ίδιο με τους αποκλεισμένους στο περιθώριο μετανάστες δεύτερης γενιάς στη Γαλλία.
Ομως η ασφυξία είναι πολύ βαθύτερη και σχεδόν αταξική για τους νέους μιας κοινωνίας που ακόμα δεν έχει ξεφύγει από τα σύνδρομα μιας παρελθούσας διαδικασίας αστικοποίησης. Η κοινωνική πίεση προς μία, οποιαδήποτε, τριτοβάθμια εκπαίδευση απλώς και μόνον ως γραφειοκρατική διαδικασία πρόσληψης στο Δημόσιο και ως εισιτήριο απόδρασης από την επαρχιακή μιζέρια εξακολουθεί να ασκείται από τις προηγούμενες γενιές που βίωσαν την πορεία αυτή, συνθλίβοντας ακόμα περισσότερο τους νέους στην άλλη πλευρά της τανάλιας ενός στείρου εξετασιοκεντρικού αποστηθιστικού συστήματος δομημένου γύρω από την ίδια λογική. Η ανολοκλήρωτη ακόμα διαδικασία κοινωνικοποίησης, δηλαδή η όχι επαρκής απεμπόληση κάθε δημιουργικής ικμάδας, επιτρέπει ακόμα στις νεαρές ηλικίες να βλέπουν το προδιαγεγραμμένο μέλλον στο Δημόσιο ή στην ιδιωτική σύμβαση των 700 ευρώ ως κατάντια ονείρων και όχι ως όνειρο βολέματος. Η κοινωνική απαξία κάθε δημιουργικής, άρα επικίνδυνης, πρωτοβουλίας διαιωνίζει έναν κύκλο συρρικνούμενης δημόσιας και μεταπρατικής ιδιωτικής μιζέριας, που καταρρέει όσο κλείνουν οι στρόφιγγες δανεισμού (ή αρπαγής σε μερικές περιπτώσεις). Αν οι συνομήλικοί τους αλλού ζούν την οικονομική κρίση ως συγκυριακό φαινόμενο, γνωρίζοντας ότι κάποια στιγμή η κοινωνία τους είναι σε θέση να παραγάγει και να δημιουργήσει την έξοδό της από την κρίση, οι Ελληνες αισθάνονται το αντίθετο.
Οι νέοι, στην ηλικία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δεν έχουν στην πλειονότητά τους ακόμα αρπαγεί από τα, καραδοκούντα να τους προσφέρουν ελεγχόμενη εκτόνωση, πολιτικά κόμματα, τα οποία ούτως ή άλλως αδυνατούν όλο και περισσότερο να πείσουν ότι δεν αποτελούν μέρος του προβλήματος. Ασφυκτιούν, καθώς όχι μόνο δεν μπορούν να επηρεάσουν το μέλλον τους αλλά δεν μπορούν ούτε καν να εκφράσουν τη δυσφορία τους για όσα κληρονομούνται ως κοινωνικά αυτονόητα. Σε ακόμα χειρότερη θέση βρίσκονται οι οικονομικοί μετανάστες, που αποτελούν πλέον πάνω από το 10% του πληθυσμού της Ελλάδας. Γι' αυτούς και ιδίως για τα γεννημένα στην Ελλάδα παιδιά τους, η ασφυξία είναι απόλυτη, καθώς σχεδόν δεν τους αναγνωρίζεται η ίδια η ύπαρξη.
Με αυτή τη λογική, τηρουμένων των αναλογιών, υπάρχουν αρκετά στοιχεία κοινά με την προ του Μαΐου '68 ευρωπαϊκή κατάσταση, όταν το πολιτισμικό χάσμα ανάμεσα σε μια κοινωνία διαμορφωμένη σε άλλες συνθήκες και τους νέους που ζούσαν στις τρέχουσες (τότε) συνθήκες έπρεπε με κάποιο τρόπο να κλείσει.
Η βάση αυτή της κοινωνικής πολιτισμικής υστέρησης δεν στηρίζει σήμερα στον ίδιο βαθμό τη δυσφορία των νέων παντού στην Ευρώπη. Η μεταπολεμική ευημερούσα αποχαύνωση του «Β.Β.Β.Β.D» (Boulot, Bouffer, Boir, Baiser, Dormir - Δουλειά, Φαΐ, Ποτό, Πήδημα, Υπνος) της δεκαετίας του '60 καθυστέρησε να φτάσει στον Νότο της Ευρώπης ή καλύφθηκε από άλλα, πιο επείγοντα θέματα (εμφύλιος και μετεμφυλιακή περίοδος στην Ελλάδα, δικτατορία στην Ισπανία και την Ελλάδα, κοινωνικοί και πολιτικοί σπασμοί στην Ιταλία με το προβληματικό οικονομικό υπόβαθρο για όλους). Ετσι, κατά μία έννοια, η διατυπωμένη με κλασικούς ασφαλίτικους όρους ανάλυση των γαλλικών μυστικών υπηρεσιών περί ύπαρξης ενός «τόξου» συνεργασίας γενικώς «επικίνδυνων για την δημόσια τάξη» ομάδων στην Νότια Ευρώπη (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία) μπορεί να περιέχει κάποια ψήγματα κοινωνικής ανάλυσης. Διότι στην περιοχή αυτή και ιδίως στην Ελλάδα, η ωρίμανση των συνθηκών ασφυξίας στο τμήμα της κοινωνίας που δεν έχει αποχαυνωθεί ακόμα συμπίπτει χρονικά με την παγκόσμια οικονομική κρίση (τον Μάιο του '68 οι νεανικές εξεγέρσεις έγιναν εν μέσω καλπάζουσας οικονομικής ευημερίας).
Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2008
«Λόξυγγας», τέλος
Η αλλαγή τόνου δείχνει ότι ο «λόξυγγας» που προκάλεσε στις σχέσεις της Ευρώπης με τη Ρωσία η υπόθεση της Γεωργίας τελειώνει, καθώς το θυμικό υποχωρεί, επιτρέποντας και πάλι τη σταδιακή έκφραση του ρεαλισμού. Αυτό υπαινίσσονται η χθεσινή συνάντηση του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ και του Ρώσου πρεσβευτή στη Συμμαχία, που έγινε στις Βρυξέλλες, για πρώτη φορά μετά την εμπλοκή, καθώς και οι απευθείας συνομιλίες της Μόσχας με τη Βαρσοβία και την Πράγα για την αντιπυραυλική ασπίδα και τα ρωσικά αντίποινα.
Μια παράλληλη εξέλιξη, η χθεσινή δήλωση του διοικητή των ρωσικών στρατηγικών δυνάμεων, σύμφωνα με την οποία η Ρωσία δεν πρόκειται να προχωρήσει σε εγκατάσταση νέων πυραυλικών συστημάτων αν οι ΗΠΑ εγκαταλείψουν την ανάπτυξη του σχεδιαζόμενου αντιπυραυλικού συστήματος στην Τσεχία και την Πολωνία, αποτελεί στην πραγματικότητα επανάληψη της απειλής. Ομως η αλλαγή διατύπωσης επιτρέπει τη μετάβαση σε μια νέα φάση εκτόνωσης, αν και η άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ υπό τη νέα διοίκηση Ομπάμα, το θελήσει.
Θα πρόκειται στην πραγματικότητα για μια επαναδιαπραγμάτευση, για την οποία η Μόσχα έχει ήδη τοποθετήσει τα αρχικά όρια με μια σειρά κινήσεων: επίσκεψη ρωσικού στόλου στη Βενεζουέλα και την Κούβα, επιστροφή στις πωλήσεις όπλων προς τη Μέση Ανατολή (Λίβανος), πυρηνική και στρατιωτική συνεργασία με το Ιράν, έξοδος του ρωσικού στόλου (ό,τι έχει απομείνει) και υπογράμμιση των ρωσικών διεκδικήσεων στον όλο και πιο γυμνό από πάγους Βόρειο Πόλο. Οι λεπτομέρειες του μηνύματος πρέπει να είναι αρκετά ξεκάθαρες μέχρι ο βασικός συνομιλητής, ο Μπαράκ Ομπάμα, να αναλάβει τα καθήκοντά του στις 20 Ιανουαρίου.
Μια παράλληλη εξέλιξη, η χθεσινή δήλωση του διοικητή των ρωσικών στρατηγικών δυνάμεων, σύμφωνα με την οποία η Ρωσία δεν πρόκειται να προχωρήσει σε εγκατάσταση νέων πυραυλικών συστημάτων αν οι ΗΠΑ εγκαταλείψουν την ανάπτυξη του σχεδιαζόμενου αντιπυραυλικού συστήματος στην Τσεχία και την Πολωνία, αποτελεί στην πραγματικότητα επανάληψη της απειλής. Ομως η αλλαγή διατύπωσης επιτρέπει τη μετάβαση σε μια νέα φάση εκτόνωσης, αν και η άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ υπό τη νέα διοίκηση Ομπάμα, το θελήσει.
Θα πρόκειται στην πραγματικότητα για μια επαναδιαπραγμάτευση, για την οποία η Μόσχα έχει ήδη τοποθετήσει τα αρχικά όρια με μια σειρά κινήσεων: επίσκεψη ρωσικού στόλου στη Βενεζουέλα και την Κούβα, επιστροφή στις πωλήσεις όπλων προς τη Μέση Ανατολή (Λίβανος), πυρηνική και στρατιωτική συνεργασία με το Ιράν, έξοδος του ρωσικού στόλου (ό,τι έχει απομείνει) και υπογράμμιση των ρωσικών διεκδικήσεων στον όλο και πιο γυμνό από πάγους Βόρειο Πόλο. Οι λεπτομέρειες του μηνύματος πρέπει να είναι αρκετά ξεκάθαρες μέχρι ο βασικός συνομιλητής, ο Μπαράκ Ομπάμα, να αναλάβει τα καθήκοντά του στις 20 Ιανουαρίου.
Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2008
Τι είδε ο ανταποκριτής
Εμφανής η δυσκολία των απεσταλμένων ξένων ΜΜΕ στην Αθήνα να κατανοήσουν τα όσα συμβαίνουν τις τελευταίες μέρες, τουλάχιστον μέχρι να αποβάλουν την οπτική που έφεραν μαζί από τις χώρες τους. Με εξαίρεση κάποιους καλούς γνώστες της Ελλάδας, κανείς δεν μπορούσε να οργανώσει γρήγορα τη σκέψη του γύρω από μια κατάσταση αποκοπής όχι απλώς μιας κυβέρνησης από την κοινωνία, αλλά ενός κράτους σε διαρκή εχθρότητα και σύγκρουση με την κοινωνία. Αναζητούσαν όντως υπαρκτές αναλογίες με τα προβλήματα που ζουν οι κοινωνίες τους (οικονομική κρίση, αποκλεισμός κ.λπ.) με τον ίδιο τρόπο που κάποιοι ιθαγενείς οραματίζονταν αυτάρεσκα την εξέγερση που θα ανατρέψει τον καπιταλισμό να ξεκινά από τους δρόμους μιας Ελλάδας που φαντασιώνεται ότι ανήκει στον καπιταλιστικό σκληρό πυρήνα.
Η αλλοδαπή αυτή σκέψη, προβάλλοντας στην Ελλάδα ιδιότητες του «φυσιολογικού» κόσμου, δεν διανοείται την ιδιαιτερότητα της ιστορικής διαμόρφωσης ενός κράτους που λειτουργεί απέναντι στην κοινωνία σαν διορισμένο από μια ξένη δύναμη κατοχής και αντιμετωπίζεται ως τέτοιο.
Με τους πυλώνες της κρατικής συγκρότησης στην Ελλάδα να ομονοούν μόνο απέναντι στον κοινό εχθρό, την κοινωνία, είναι φυσικό εκείνη να διαμορφώνεται από ομάδες συμφερόντων που δοκιμάζουν, ανάλογα με τις συνθήκες, διάφορες αναλογίες αντίστασης, δωσιλογισμού, σαμποτάζ και μαυραγοριτισμού.
Με τον ρυθμό ανανέωσης ρόλων να ξεπερνά τα Hertz μιας επίπεδης τηλεόρασης, το αγύμναστο μάτι του «απεσταλμένου» δικαιολογείται να μην αναγνωρίζει πρόσωπα, πράγματα και βαθύτερες αιτίες, προβάλλοντας από άλλες κοινωνίες που φοβούνται (ακόμα) τον «Κλέφτη» πιο πολύ απ' ό,τι τον «Αστυνόμο» τις πιο ευθύγραμμες σχέσεις αιτίου και αιτιατού. Εκφράζοντας μια έντιμη απορία.
Η αλλοδαπή αυτή σκέψη, προβάλλοντας στην Ελλάδα ιδιότητες του «φυσιολογικού» κόσμου, δεν διανοείται την ιδιαιτερότητα της ιστορικής διαμόρφωσης ενός κράτους που λειτουργεί απέναντι στην κοινωνία σαν διορισμένο από μια ξένη δύναμη κατοχής και αντιμετωπίζεται ως τέτοιο.
Με τους πυλώνες της κρατικής συγκρότησης στην Ελλάδα να ομονοούν μόνο απέναντι στον κοινό εχθρό, την κοινωνία, είναι φυσικό εκείνη να διαμορφώνεται από ομάδες συμφερόντων που δοκιμάζουν, ανάλογα με τις συνθήκες, διάφορες αναλογίες αντίστασης, δωσιλογισμού, σαμποτάζ και μαυραγοριτισμού.
Με τον ρυθμό ανανέωσης ρόλων να ξεπερνά τα Hertz μιας επίπεδης τηλεόρασης, το αγύμναστο μάτι του «απεσταλμένου» δικαιολογείται να μην αναγνωρίζει πρόσωπα, πράγματα και βαθύτερες αιτίες, προβάλλοντας από άλλες κοινωνίες που φοβούνται (ακόμα) τον «Κλέφτη» πιο πολύ απ' ό,τι τον «Αστυνόμο» τις πιο ευθύγραμμες σχέσεις αιτίου και αιτιατού. Εκφράζοντας μια έντιμη απορία.
Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2008
Η κρίση ως ευκαιρία αφύπνισης
Ο οικονομικός κατακλυσμός κάποτε θα περάσει. Οταν τραβηχτούν τα νερά, το τοπίο θα έχει αλλάξει. Οχι μόνον επειδή πολλά οικοδομήματα θα έχουν γκρεμιστεί, αλλά και επειδή η ανάγκη της επιβίωσης θα έχει οδηγήσει άτομα, ομάδες και χώρες σε αναζήτηση νέας ταυτότητας και ρόλου, φέρνοντάς τους αναγκαστικά σε επαφή με την πραγματικότητα.
Η εμμονή σε βολικές βεβαιότητες και η αποχαύνωση σε εικονικές πραγματικότητες χρειάζεται ίσως την οδυνηρή αυτή σύγκρουση για να υποχωρήσει, ώστε να επιτρέψει την αναζήτηση ρεαλιστικών επιλογών. Και με αυτή τη λογική, η οικονομική κρίση μπορεί εν τέλει να αποδειχθεί ευεργετική για χώρες, όπως η Ελλάδα.
Κατά τη δεκαετία του '70, το τεχνολογικό άλμα που άνοιγε τον δρόμο στη φτηνή υπολογιστική ισχύ επέτρεπε σε άτομα και συλλογικότητες να οραματίζονται την απελευθέρωσή τους από τα δεσμά της έντασης κεφαλαίου που είχε δημιουργήσει η ώριμη, ώς υπερώριμη, βιομηχανική εποχή. Ατομα και συλλογικότητες, που έμεναν έξω από το διαμορφωμένο βιομηχανικό περιβάλλον, έχοντας φθάσει αργά για να εξασφαλίσουν το εισιτήριο της συσσώρευσης κεφαλαίου, διέκριναν τη δυνατότητα να ξεφύγουν από την εξορία στις παρυφές του οικονομικού γίγνεσθαι μέσα από την παράκαμψη που πρόσφερε ο νέος συντελεστής παραγωγής, η πληροφορία και η προστιθέμενη αξία της διάδοσης και της επεξεργασίας της.
Οσοι έβλεπαν να έρχεται μια εποχή απόλυτης χειραφέτησης του ατόμου, το οποίο θα μπορούσε να διαθέτει πλέον πρόσβαση και δυνατότητα επεξεργασίας γνώσεων και πληροφοριών, που μέχρι τότε διέθεταν μόνον κρατικές ή μεγάλες επιχειρηματικές οντότητες, όσοι περίμεναν ότι μικρές χώρες που είχαν χάσει την ευκαιρία της βιομηχανικής επανάστασης θα έπαιρναν το επόμενο τρένο, διαψεύσθηκαν εν μέρει, όπως συχνά συμβαίνει με τους οραματιστές, όμως σε πολύ μικρότερο βαθμό απ' ό,τι περίμεναν και οι ίδιοι στις πλέον νηφάλιες στιγμές τους.
Ισχυρές βιομηχανικές δυνάμεις, σε κρατικό ή επιχειρηματικό επίπεδο, επέδειξαν την αναμενόμενη, ανάλογη του μεγέθους και του βολέματός τους, αδράνεια. Επιχειρήσεις, όπως η ΙΒΜ, αναγκάστηκαν να καταπιούν με εξαιρετικά οδυνηρό τρόπο τον αυτάρεσκο σαρκασμό τους απέναντι στους πιτσιρικάδες που άλλαξαν τον κόσμο από το γκαράζ του σπιτιού τους, φτιάχνοντας τους πρώτους προσωπικούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές.
Κρατικές οντότητες, όπως η ΕΣΣΔ, κλονίστηκαν συθέμελα όταν δεν μπόρεσαν να προσαρμόσουν τα εργαλεία της βιομηχανικής επιδίωξης «εξηλεκτρισμού» στη μετα-βιομηχανική ανάγκη «εξηλεκτρονισμού». Διαθέτοντας εργαλεία που κερδήθηκαν και διαμορφώθηκαν με μεγάλο κόπο και κόστος για να αναλύσουν, να περιγράψουν και να διαμορφώσουν μια συγκεκριμένη βιομηχανική κοινωνική πραγματικότητα, κατέβαλαν τελικά το κόστος της προσπάθειάς τους να σταματήσουν την ιστορία με τον δικό τους τρόπο, παγώνοντάς την στη φάση αναφοράς των εργαλείων τους αυτών.
Αλλοι προσαρμόστηκαν εξαιρετικά γρήγορα στη νέα πραγματικότητα, και το αποτέλεσμα δικαίωσε σε μεγάλο βαθμό όσους προέβλεπαν ότι οι παραδοσιακές βιομηχανικές δυνάμεις θα βρουν νέους ανταγωνιστές. Χώρες όπως οι ΗΠΑ ξαφνιάζονται έτσι από την απώλεια της σχετικής προπορείας τους, όχι τόσο διότι οι ίδιες επιβράδυναν τον βηματισμό τους όσο διότι άλλοι επιτάχυναν τον δικό τους.
Η Ελλάδα δεν βρέθηκε ανάμεσα στις χώρες αυτές. Την ώρα που άλλες κοινωνίες αναζητούσαν μια δημιουργική παραγωγική θέση στη διεθνή οικονομία, η ελληνική κοινωνία αναζητούσε επιδοτήσεις από την ΕΟΚ και εξωτερικό δανεισμό για να χρηματοδοτήσει την καταναλωτική της πείνα. Οταν άλλοι επένδυαν παραγωγικά στη γνώση και στην πληροφορία, μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος, η ελληνική κοινωνία έβλεπε όλο και περισσότερο την εκπαίδευση -και ιδίως την ανώτατη- ως μια γραφειοκρατική διαδικασία για την εισαγωγή στο Δημόσιο. Η αδιαφορία της ή και η καχυποψία απέναντι σε κάθε δημιουργική εκδήλωση της γνώσης έσπρωξε το μεγαλύτερο μέρος των δημιουργικών μυαλών στο εξωτερικό για να προσφέρουν εκεί το βασικό υλικό της μετα-βιομηχανικής εποχής, την καινοτομία. Για να περηφανεύεται στη συνέχεια για τις επιτυχίες τους, φτάνει να μην απειλήσουν την τοπική παρασιτική χλωρίδα επιστρέφοντας στην Ελλάδα.
Η ελληνική φούσκα της εικονικής πραγματικότητας κάποια στιγμή θα έσκαγε, ανεξαρτήτως διεθνούς οικονομικής κρίσης. Το θέμα ήταν πότε θα έφθανε αυτή η στιγμή. Διότι τα νοικοκυριά, όπως και το ελληνικό κράτος, έχουν την τάση να διατηρήσουν ή και να αυξήσουν το επίπεδο διαβίωσης το οποίο, κάποια στιγμή, καλώς ή κακώς, τους προσφέρθηκε, στρεφόμενα αρχικά στις αποταμιεύσεις και, στη συνέχεια, στον δανεισμό. Μόνον όταν εξαντληθούν πλήρως και οι δυνατότητες δανεισμού, αρχίζει η επώδυνη προσαρμογή στην πραγματικότητα και στις αληθινές δυνατότητες.
Αν η διεθνής οικονομική κρίση επισπεύδει το σκάσιμο της φούσκας, δηλαδή την επαφή με την πραγματικότητα, θα έχει προσφέρει μια οδυνηρή, αλλά και πολύτιμη υπηρεσία. Αν η ελληνική κοινωνία, κακομαθημένη, όπως και πολλά από τα μεμονωμένα μέλη της από την «παραμύθα», ότι το σύμπαν τής χρωστάει χάρη για μόνη την ύπαρξή της, χρησιμοποιήσει την ευκαιρία αυτή για να ξεφύγει από τη στειρότητα, υπάρχει η περίπτωση να δημιουργήσει και να παράξει κάτι, έστω και αν αργήσει ακόμα να συνειδητοποιήσει τι δημιουργείται και τι παράγεται αλλού, σε όλους τους τομείς.
Από την οικονομική κρίση κερδισμένες -ή τουλάχιστον όχι χαμένες- δεν θα βγουν οι κοινωνίες όπου το θεωρητικά πιο δημιουργικό κομμάτι τους, οι νέοι, αναγκάζονται να διοχετεύσουν την ορμή τους σε όλο και πιο απελπισμένες διεκδικήσεις ενός συρρικνούμενου μεριδίου μιζέριας, αλλά εκείνες που ενθαρρύνουν, αναμένουν και απαιτούν τη δημιουργική συμμετοχή τους.
Η εμμονή σε βολικές βεβαιότητες και η αποχαύνωση σε εικονικές πραγματικότητες χρειάζεται ίσως την οδυνηρή αυτή σύγκρουση για να υποχωρήσει, ώστε να επιτρέψει την αναζήτηση ρεαλιστικών επιλογών. Και με αυτή τη λογική, η οικονομική κρίση μπορεί εν τέλει να αποδειχθεί ευεργετική για χώρες, όπως η Ελλάδα.
Κατά τη δεκαετία του '70, το τεχνολογικό άλμα που άνοιγε τον δρόμο στη φτηνή υπολογιστική ισχύ επέτρεπε σε άτομα και συλλογικότητες να οραματίζονται την απελευθέρωσή τους από τα δεσμά της έντασης κεφαλαίου που είχε δημιουργήσει η ώριμη, ώς υπερώριμη, βιομηχανική εποχή. Ατομα και συλλογικότητες, που έμεναν έξω από το διαμορφωμένο βιομηχανικό περιβάλλον, έχοντας φθάσει αργά για να εξασφαλίσουν το εισιτήριο της συσσώρευσης κεφαλαίου, διέκριναν τη δυνατότητα να ξεφύγουν από την εξορία στις παρυφές του οικονομικού γίγνεσθαι μέσα από την παράκαμψη που πρόσφερε ο νέος συντελεστής παραγωγής, η πληροφορία και η προστιθέμενη αξία της διάδοσης και της επεξεργασίας της.
Οσοι έβλεπαν να έρχεται μια εποχή απόλυτης χειραφέτησης του ατόμου, το οποίο θα μπορούσε να διαθέτει πλέον πρόσβαση και δυνατότητα επεξεργασίας γνώσεων και πληροφοριών, που μέχρι τότε διέθεταν μόνον κρατικές ή μεγάλες επιχειρηματικές οντότητες, όσοι περίμεναν ότι μικρές χώρες που είχαν χάσει την ευκαιρία της βιομηχανικής επανάστασης θα έπαιρναν το επόμενο τρένο, διαψεύσθηκαν εν μέρει, όπως συχνά συμβαίνει με τους οραματιστές, όμως σε πολύ μικρότερο βαθμό απ' ό,τι περίμεναν και οι ίδιοι στις πλέον νηφάλιες στιγμές τους.
Ισχυρές βιομηχανικές δυνάμεις, σε κρατικό ή επιχειρηματικό επίπεδο, επέδειξαν την αναμενόμενη, ανάλογη του μεγέθους και του βολέματός τους, αδράνεια. Επιχειρήσεις, όπως η ΙΒΜ, αναγκάστηκαν να καταπιούν με εξαιρετικά οδυνηρό τρόπο τον αυτάρεσκο σαρκασμό τους απέναντι στους πιτσιρικάδες που άλλαξαν τον κόσμο από το γκαράζ του σπιτιού τους, φτιάχνοντας τους πρώτους προσωπικούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές.
Κρατικές οντότητες, όπως η ΕΣΣΔ, κλονίστηκαν συθέμελα όταν δεν μπόρεσαν να προσαρμόσουν τα εργαλεία της βιομηχανικής επιδίωξης «εξηλεκτρισμού» στη μετα-βιομηχανική ανάγκη «εξηλεκτρονισμού». Διαθέτοντας εργαλεία που κερδήθηκαν και διαμορφώθηκαν με μεγάλο κόπο και κόστος για να αναλύσουν, να περιγράψουν και να διαμορφώσουν μια συγκεκριμένη βιομηχανική κοινωνική πραγματικότητα, κατέβαλαν τελικά το κόστος της προσπάθειάς τους να σταματήσουν την ιστορία με τον δικό τους τρόπο, παγώνοντάς την στη φάση αναφοράς των εργαλείων τους αυτών.
Αλλοι προσαρμόστηκαν εξαιρετικά γρήγορα στη νέα πραγματικότητα, και το αποτέλεσμα δικαίωσε σε μεγάλο βαθμό όσους προέβλεπαν ότι οι παραδοσιακές βιομηχανικές δυνάμεις θα βρουν νέους ανταγωνιστές. Χώρες όπως οι ΗΠΑ ξαφνιάζονται έτσι από την απώλεια της σχετικής προπορείας τους, όχι τόσο διότι οι ίδιες επιβράδυναν τον βηματισμό τους όσο διότι άλλοι επιτάχυναν τον δικό τους.
Η Ελλάδα δεν βρέθηκε ανάμεσα στις χώρες αυτές. Την ώρα που άλλες κοινωνίες αναζητούσαν μια δημιουργική παραγωγική θέση στη διεθνή οικονομία, η ελληνική κοινωνία αναζητούσε επιδοτήσεις από την ΕΟΚ και εξωτερικό δανεισμό για να χρηματοδοτήσει την καταναλωτική της πείνα. Οταν άλλοι επένδυαν παραγωγικά στη γνώση και στην πληροφορία, μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος, η ελληνική κοινωνία έβλεπε όλο και περισσότερο την εκπαίδευση -και ιδίως την ανώτατη- ως μια γραφειοκρατική διαδικασία για την εισαγωγή στο Δημόσιο. Η αδιαφορία της ή και η καχυποψία απέναντι σε κάθε δημιουργική εκδήλωση της γνώσης έσπρωξε το μεγαλύτερο μέρος των δημιουργικών μυαλών στο εξωτερικό για να προσφέρουν εκεί το βασικό υλικό της μετα-βιομηχανικής εποχής, την καινοτομία. Για να περηφανεύεται στη συνέχεια για τις επιτυχίες τους, φτάνει να μην απειλήσουν την τοπική παρασιτική χλωρίδα επιστρέφοντας στην Ελλάδα.
Η ελληνική φούσκα της εικονικής πραγματικότητας κάποια στιγμή θα έσκαγε, ανεξαρτήτως διεθνούς οικονομικής κρίσης. Το θέμα ήταν πότε θα έφθανε αυτή η στιγμή. Διότι τα νοικοκυριά, όπως και το ελληνικό κράτος, έχουν την τάση να διατηρήσουν ή και να αυξήσουν το επίπεδο διαβίωσης το οποίο, κάποια στιγμή, καλώς ή κακώς, τους προσφέρθηκε, στρεφόμενα αρχικά στις αποταμιεύσεις και, στη συνέχεια, στον δανεισμό. Μόνον όταν εξαντληθούν πλήρως και οι δυνατότητες δανεισμού, αρχίζει η επώδυνη προσαρμογή στην πραγματικότητα και στις αληθινές δυνατότητες.
Αν η διεθνής οικονομική κρίση επισπεύδει το σκάσιμο της φούσκας, δηλαδή την επαφή με την πραγματικότητα, θα έχει προσφέρει μια οδυνηρή, αλλά και πολύτιμη υπηρεσία. Αν η ελληνική κοινωνία, κακομαθημένη, όπως και πολλά από τα μεμονωμένα μέλη της από την «παραμύθα», ότι το σύμπαν τής χρωστάει χάρη για μόνη την ύπαρξή της, χρησιμοποιήσει την ευκαιρία αυτή για να ξεφύγει από τη στειρότητα, υπάρχει η περίπτωση να δημιουργήσει και να παράξει κάτι, έστω και αν αργήσει ακόμα να συνειδητοποιήσει τι δημιουργείται και τι παράγεται αλλού, σε όλους τους τομείς.
Από την οικονομική κρίση κερδισμένες -ή τουλάχιστον όχι χαμένες- δεν θα βγουν οι κοινωνίες όπου το θεωρητικά πιο δημιουργικό κομμάτι τους, οι νέοι, αναγκάζονται να διοχετεύσουν την ορμή τους σε όλο και πιο απελπισμένες διεκδικήσεις ενός συρρικνούμενου μεριδίου μιζέριας, αλλά εκείνες που ενθαρρύνουν, αναμένουν και απαιτούν τη δημιουργική συμμετοχή τους.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)