Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

Ο Νταβούτογλου, η Τουρκία, τα οράματα και οι άλλοι

Γύρω στα δεκαπέντε χρόνια πέρασαν από τότε που βρέθηκα, σχεδόν από λάθος ύστερα από παρεξήγηση για την ώρα πραγματοποίησης μιας συνέντευξης, στον τελευταίο όροφο ενός ξενοδοχείου, πάνω στην πλατεία Ταξίμ της Κωνσταντινούπολης, όπου ο τότε αντιπρόεδρος της κυβέρνησης τής Τανσού Τσιλέρ και υπουργός Εξωτερικών, Χικμέτ Τσετίν, μιλούσε σε Τούρκους πρεσβευτές και πανεπιστημιακούς για την τουρκική εξωτερική πολιτική.

Η σχετικά «κλειστή» εκείνη ομιλία, με μοναδική ξένη παρουσία αυτήν της «Ε», δεν είχε μετάφραση, έτσι ο ανταποκριτής της «Ε», Αρης Αμπατζής, ανέλαβε να μεταφράζει ψιθυριστά στο αυτί μου επί δύο ολόκληρες ώρες, όσο κράτησε η ομιλία. Αντίδοτο στη φυσική υπνωτική δράση μιας δίωρης ομιλίας μεταφρασμένης ψιθυριστά και, ενδεχομένως, χωρίς τις λεπτές αποχρώσεις λόγου με τις οποίες ο ομιλητής προσπαθούσε να διατηρήσει την προσήλωση του ακροατηρίου, ήταν η προσμονή της σίγουρα ενδιαφέρουσας αναφοράς στην Ελλάδα. Πλήρης απογοήτευση. Λίγο πριν από το τέλος της δίωρης ομιλίας, ο Χικμέτ Τσετίν είπε: «Υπάρχουν και μερικά προβλήματα στη σχέση μας με την Ελλάδα». Αυτό ήταν!

Την εποχή εκείνη η Τουρκία αναζητούσε τον νέο ρόλο της μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου και την κατάρρευση του Συμφώνου της Βαρσοβίας, την αστάθεια στον Καύκασο, την ανάδυση νέων (συχνά τουρκόφωνων) κρατών στην Κεντρική Ασία μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ και τον χρωματισμό των σχέσεων με τις γειτονικές χώρες, όπως η Συρία, το Ιράκ και το Ιράν από το Κουρδικό. Η ομιλία τού Χικμέτ Τσετίν αποτελούσε έκφραση εκείνης της αναζήτησης, στην οποία η Ελλάδα είχε παρεμπίπτοντα ρόλο.

Η ωρίμανση αυτής της αναζήτησης αλλά και οι αλλαγές που η ωρίμανση αυτή έχει προκαλέσει στο εσωτερικό της Τουρκίας εκφράστηκαν πριν από μερικές μέρες, όταν στις 10 Ιανουαρίου ο σημερινός υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Αχμέτ Νταβούτογλου, μίλησε στο 2ο συνέδριο πρέσβεων, στη πόλη Μάρντιν, με θέμα «Από τον αρχαίο πολιτισμό στην παγκοσμιοποιημένη τάξη».

Ολόκληρη η ομιλία, αλλά ακόμα και η ίδια η γλώσσα που χρησιμοποίησε, δίνει την εικόνα της κατεύθυνσης που έχει επιλέξει αυτή τη στιγμή η Τουρκία αλλά και των μεθόδων που χρησιμοποιεί. Ανασυνθέτει την παγκοσμιοποίηση, με την ευρεία έννοια, με τα περί πολιτισμών του Σάμιουελ Χάντιγκτον, σε μια σύνθεση που έχει χαρακτηριστεί «νεο-οθωμανική». Αναφέρεται στον Μωάμεθ τον Πορθητή για να δείξει τη συνθετική απορρόφηση των αρχαίων πολιτισμών από την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ώστε να καταλήξει στη διαπίστωση ότι «εμείς τους εκπροσωπούμε όλους. Γιατί ο αρχαίος πλούτος που έχουμε μας κάνει να συναντιόμαστε με όλους τους πολιτισμούς της Ανατολής, έχουμε πάρει κάτι από όλες αυτές τις κουλτούρες, ταυτόχρονα όμως με την έννοια της πολιτικής κουλτούρας βρισκόμαστε στο κέντρο της Δύσης». Και τονίζει ότι η Τουρκία έχει πλέον αυτό που της έλειπε: την «αυτοπεποίθηση».

Σε συνδυασμό με την ορθή διαπίστωση πως ο 19ος αιώνας ήταν «ευρωκεντρικός», ο 20ός αιώνας είχε κέντρο τον Ατλαντικό, αλλά ο 21ος αιώνας μπορεί να γίνει «συμμετοχικός», επιδεικνύει αρκετή αυτοπεποίθηση ώστε να περιγράψει ένα νέο παγκόσμιο σύστημα με βάση τις αρχές της «δεκτικότητας», της «συμμετοχικότητας», της «συνθετικότητας», όλα στοιχεία της «αρχαίας» αλλά και της σημερινής τουρκικής πολιτικής, όπως λέει.

Με το βλέμμα κυρίως προς τη Μέση Ανατολή, την Κεντρική Ασία και τη Βόρεια Αφρική μιλά για «κατάργηση συνόρων» με τη λογική της Ε.Ε. στην Ευρώπη, προφανώς με κεντρικό πόλο την Τουρκία που, μαζί με τα Βαλκάνια, αποτελεί γέφυρα προς την Ευρώπη.

Ολα αυτά θα μπορούσαν πολύ εύκολα να απορριφθούν ως συνηθισμένες, ιδίως στα Βαλκάνια και την πρώην «Εγγύς» Ανατολή, μεγαλοστομίες, μικρομεγαλισμοί και μεγαλοϊδεατισμοί. Ακόμα και αν αντιμετωπιστούν ως κάτι περισσότερο από όνειρα θερινής ή άλλης, νυκτός, θα μπορούσε να υποτεθεί ότι θα ήταν δυνατόν να ξυπνήσουν τα αμυντικά αντανακλαστικά κατεστημένων παγκόσμιων δυνάμεων απέναντι στο διεκδικητικό θράσος ενός υπερφιλόδοξου σφετεριστή.

Δεν συμβαίνει όμως κάτι τέτοιο. Σε πλήρη αντίθεση με ό,τι κάνουν συνήθως οι μεγαλόστομοι μεγαλοϊδεατιστές, η σημερινή πολιτική της Τουρκίας, όπως διαμορφώνεται από τον Νταβούτογλου και την κυβέρνηση Ερντογάν, έχει καταφέρει να εμπλέξει τους δικούς της στόχους και τα δικά της συμφέροντα με τους γενικότερους στόχους και συμφέροντα αυτών που θα μπορούσαν να τους καταρρίψουν, μια ταύτιση στον πυρήνα που επιτρέπει την πολυτέλεια ακόμα και συγκρούσεων στην περιφέρεια.

Το μείζον περιγράφεται συνοπτικά από την έκθεση της STRATFOR για τις παγκόσμιες εξελίξεις κατά τη δεκαετία 2010 - 2020: «Η Τουρκία αναδύεται ως περιφερειακός ηγέτης με αυτοπεποίθηση, με ισχυρό στρατό και οικονομία. Αναμένουμε να συνεχιστεί αυτή η τάση και βλέπουμε την Τουρκία να αναδύεται ως η κυρίαρχη περιφερειακή δύναμη. Η αύξηση της τουρκικής ισχύος και επιρροής κατά την επόμενη δεκαετία είναι ένας από τους λόγους που προβλέπουμε με εμπιστοσύνη την αποκλιμάκωση του πολέμου ΗΠΑ - Τζιχαντιστών και τη μεταμόρφωση του θέματος του Ιράν. Η δυναμική στην περιοχή ανάμεσα στη Μεσόγειο και το Ιράν -ακόμα και στον Καύκασο και την Κεντρική Ασία- θα επαναπροσδιοριστεί από την επανανάδυση της Τουρκίας...»

Σε ό,τι αφορά τους πληθυσμούς «μέχρι την Υεμένη» -που διατηρούν αναμνήσεις, όχι απαραίτητα θετικές, από την εποχή της οθωμανικής επικυριαρχίας- το στρίμωγμά τους ανάμεσα στις ακρότητες των φανατικών και τη διεφθαρμένη αυταρχικότητα των φιλοδυτικών καθεστώτων ή τον υποβοηθούμενο από τον ισλαμικό εξτρεμισμό δυτικό ρατσιστικό αποκλεισμό, κάνει την τουρκική ομπρέλα να φαίνεται ελκυστική (βλέπε υποδοχή των Τούρκων στην αποκλεισμένη Λωρίδα της Γάζας). Ακόμα και κυβερνήσεις χωρών όπως η Αίγυπτος, που φυσιολογικά θα ανησυχούσαν από την αμφισβήτηση της δικής τους πρωτοκαθεδρίας στην έκφραση του αραβικού/μουσουλμανικού κόσμου, αναγκάζονται να συμβιβαστούν σε μια συνεργατική σχέση με την Τουρκία.

Ολα αυτά δεν είναι άσχετα με τη μέχρι στιγμής επιτυχία της κυβέρνησης Ερντογάν, όχι απλώς να παραμείνει στην εξουσία, παρά τις λυσσαλέες αντιδράσεις του κεμαλικού κατεστημένου, αλλά και να προχωρήσει στη συνεχή αποδυνάμωσή του. Για τον απλούστατο λόγο ότι κάθε Τούρκος εθνικιστής/κεμαλιστής δυσκολεύεται να τα βάλει με μια κυβέρνηση που υπόσχεται, και δείχνει να πετυχαίνει, την ανάκτηση, μέρους έστω, της παλιάς δόξας.

Η κυβέρνηση Ερντογάν καταφέρνει έτσι να εξασφαλίσει στο εσωτερικό και το εξωτερικό ένα μείγμα αναγκαίας υποστήριξης και ανοχής, ώστε να προχωρήσει -για να διατηρήσουμε τις οθωμανικές αναλογίες, προφανώς αγαπητές στον Νταβούτογλου- σε ένα είδος σύγχρονου Τανζιμάτ. Η δυτικόστροφη φιλελεύθερη μεταρρύθμιση, που ξεκίνησε το 1839, μπορεί να μη διέσωσε την ήδη καταρρέουσα τότε οθωμανική αυτοκρατορία, επέτρεψε όμως την ανάδυση των δυνάμεων που διαμόρφωσαν τη σύγχρονη Τουρκία. Που τώρα οραματίζεται νέες ισορροπίες. Και η διαφορά ανάμεσα στους οραματιστές πολιτικούς και τους ονειροπαρμένους λαϊκιστές είναι η επιτυχία.


Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010

Ενα κεράκι, χωρίς φλόγα, για τον Μπαράκ Ομπάμα

Σε μερικές χώρες υπάρχουν κάποιοι που θα εκτιμούσαν τον Μπαράκ Ομπάμα μόνο αν αποδεικνυόταν ένα είδος Αμερικανού Μιχαήλ Γκορμπατσόφ.
Αν δηλαδή κατέληγε ο τελευταίος πρόεδρος των ΗΠΑ που θα προήδρευε της διάλυσής τους κατά την κορύφωση των εσωτερικών συστημικών αδιεξόδων τους.

Οι περισσότεροι απ' αυτούς διατηρούσαν και διατηρούν κάποια, έστω ελάχιστη, επαφή με το περιβάλλον, με αποτέλεσμα να θεωρούν κάτι τέτοιο εξ αρχής αδύνατον και, άρα, να απορρίπτουν ολοκληρωτικά τον Ομπάμα από την πρώτη στιγμή. Κάποιοι άλλοι, ελάχιστοι, που φαντάζονταν τον μετασχηματισμό των ΗΠΑ σε κάτι ανάμεσα στην Ανδόρα και τη Σάνγκρι Λα, με καταλύτη τον Ομπάμα, είναι βέβαιο ότι σήμερα, ένα χρόνο μετά την ορκωμοσία του στις 20 Ιανουαρίου του 2009, αισθάνονται απογοήτευση.

Το θέμα όμως είναι ότι η λέξη «απογοήτευση» ακούγεται και μεταξύ «κανονικών» ανθρώπων, κυρίως στο εσωτερικό των ΗΠΑ, με αποτέλεσμα ο Μπαράκ Ομπάμα να έχει απολέσει δημοφιλία ταχύτερα από κάθε άλλο πρόεδρο (ακόμα και από τον Τζορτζ Μπους, ο οποίος αντιθέτως ήταν πιο δημοφιλής ένα χρόνο μετά την εκλογή του, με ό,τι και αν σημαίνει αυτό για τον προβληματισμό σχετικά με την ευθυκρισία του κοινού/εκλογικού σώματος). Η ερμηνεία είναι απλή. Για τους αντιπάλους του, τους Ρεπουμπλικάνους, ο Μπαράκ Ομπάμα απλώς επιβεβαίωσε τους χειρότερους φόβους τους: ότι πρόκειται για έναν Σοσιαλιστή, δηλαδή έναν πράκτορα του σκότους, που απεργάζεται την καταστροφή κάθε τι καλού και ιερού στον κόσμο. Οπως δηλαδή βλέπει σήμερα τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και την «αντεπανάσταση» το ΚΚΕ, για να επιστρέψουμε στην αρχική αναλογία.

Κατά τον χρόνο που πέρασε, κάθε δήλωση του Μπαράκ Ομπάμπα, για την οικονομία, το Γκουαντάναμο, τα βασανιστήρια και, πάνω απ' όλα, το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης απλώς επιβεβαίωσε τους χειρότερους φόβους τους. Από την άλλη πλευρά, για πολλούς απ' αυτούς που τον ψήφισαν, κάθε πράξη του για την οικονομία, το Γκουαντάναμο, τα βασανιστήρια και, πάνω απ' όλα, το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης, δείχνει ότι κακώς ανέστειλαν τον κυνισμό τους κατά τις τελευταίες εκλογές, επιτρέποντας στον εαυτό τους να επενδύσει κάποιες ελπίδες ουσιαστικής αλλαγής. Οπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Νόαμ Τσόμσκι στη συνέντευξή του που δημοσιεύεται στη χθεσινή «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία», ο Μπαράκ Ομπάμα είναι ένας «κεντρώος» πολιτικός. Ομως, σε σύγκριση με τον Τζορτζ Μπους (ή μάλλον τον Ντικ Τσένι και την αυλή των Πριγκίπων του Σκότους) το «κεντρώος» ακούγεται για κάποιους ριζοσπαστικό, έστω και αν αφήνει άλλους ανικανοποίητους.

Περιέργως, ο Ομπάμα διατηρεί περισσότερο την αίγλη του διεθνώς, παρά και το ισχυρό πλήγμα που του κατάφερε η άκαιρη βράβευσή του με το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης, για την οποία προσπάθησε να δείξει ότι δεν φέρει ευθύνη ο ίδιος. Εκτός των ΗΠΑ, η ανακούφιση από την εξαφάνιση των ιδεοληπτικών υστεριών της εποχής Μπους και η επιστροφή ενός, έστω και ατελούς, ρεαλισμού στις διεθνείς κινήσεις των ΗΠΑ επιτρέπουν επί του παρόντος να διατηρείται μια στάση αναμονής, προκειμένου να φανούν τα τελικά αποτελέσματα των διεθνών πρωτοβουλιών της Ουάσιγκτον.

Μέσα σε ένα χρόνο, η κυβέρνηση Ομπάμα επανέφερε τη σχέση με τη Ρωσία σε λειτουργικό «επαγγελματικό» επίπεδο, σταμάτησε τις χοντροκομμένες διχαστικές κινήσεις στην Ευρώπη και διεύρυνε τους διαύλους επικοινωνίας με την Κίνα. Δεν είναι ξεκάθαρο τι ακριβώς έκανε στο Ιράκ (με την έννοια του τελικού αποτελέσματος), όπου η κατάσταση παραμένει ουσιαστικά απρόβλεπτη, ενώ είναι σαφές ότι ενισχύει τη στρατιωτική παρουσία στο Αφγανιστάν, ενδεχομένως και ως άλλοθι πριν αποφασίσει να αφήσει τη χώρα στην τύχη της.

Στην πραγματικότητα, ο Μπαράκ Ομπάμα δεν θα κριθεί τελικά από το πόσους στρατιώτες θα στείλει στο Αφγανιστάν ή θα αποσύρει από το Ιράκ. Σταδιακά, η αμερικανική εμπλοκή στις δύο αυτές χώρες μετατρέπεται σε ένα είδος αντιπερισπασμού, σε κάτι που τραβά την προσοχή από τα δύο κομβικά σημεία όπου η κρισιμότητα των διακυβευμάτων και των χειρισμών επιβάλλει πιο ψύχραιμες μεθόδους: το Μεσανατολικό και το Πακιστάν.

Σε ό,τι αφορά το Μεσανατολικό, αρχίζει πλέον να γίνεται εμφανές ότι η Ουάσιγκτον του Ομπάμα έχει αποφασίσει να αναθέσει τη σχετική εργολαβία στην Αγκυρα του Ερντογάν. Ξεκινώντας από το περυσινό Νταβός (συμπτωματικά μόλις είχε αναλάβει την προεδρία ο Μπαράκ Ομπάμα), οι τουρκικές επιθέσεις στο Ισραήλ γίνονται όλο και πιο έντονες. Με την Ουάσιγκτον να μην αντιδρά στην ένταση μεταξύ των δύο κομβικών συμμάχων της, ενισχύεται σταθερά η αίσθηση ότι ο Μπαράκ Ομπάμα είναι αυτός που μιλά στο Ισραήλ διά στόματος Ερντογάν, ο οποίος λέει όσα δεν μπορεί να πει δημοσίως ο Αμερικανός πρόεδρος. Είναι επίσης εμφανές ότι η Τουρκία λειτουργεί στην ευρύτερη Μέση Ανατολή «in loco» ΗΠΑ, αποτελεί δηλαδή ένα είδος «αντ' αυτού» μέσω της οποίας ο Μπαράκ Ομπάμα τηρεί τις υποσχέσεις του για διάλογο όχι μόνο με τους φίλους αλλά και με τους αντιπάλους, συνδιαλεγόμενος, μέσω Αγκυρας, με τη Συρία, τη Χαμάς, τη Χεζμπολάχ και το Ιράν.

Στο Ιράν, καθώς η ισλαμική επανάσταση περνάει τις εσωτερικές αναταράξεις που ιστορικά συγκλονίζουν κάθε επαναστατικό καθεστώς στην εξέλιξή του (φυσικά και φυσιολογικά αντικείμενο εκμετάλλευσης ή και υποδαύλισης από άλλες δυνάμεις), οι ΗΠΑ μαζί με το Ισραήλ και, πιθανώς, τη Βρετανία χρησιμοποιούν με το ένα χέρι όσα αποσταθεροποιητικά εργαλεία διαθέτουν, προετοιμάζουν όμως με το άλλο χέρι την Τουρκία, ως μελλοντικό συνομιλητή της διάδοχης κατάστασης.

Εκεί που τα πράγματα καλύπτονται από τον ανοιχτό πόλεμο, είναι στο Πακιστάν. Με τα αμερικανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη να χτυπούν συνεχώς στόχους στις φυλετικές περιοχές του Πακιστάν και τις αμερικανικές δυνάμεις να κυνηγούν Ταλιμπάν από την άλλη πλευρά των βουνών, στο Αφγανιστάν (και τις «ειδικές δυνάμεις» να δρουν κρυφά ένθεν κακείθεν) σηκώνεται κουρνιαχτός που σκεπάζει τις άλλες προετοιμασίες, τόσο σε ό,τι αφορά τον ρόλο της Ινδίας όσο και τον μελλοντικό ρόλο που θα αναλάβει το Ιράν αλλά και, πάλι, η Τουρκία, που ήδη προσφέρθηκε να μεσολαβήσει ανάμεσα στο ΝΑΤΟ και τους Ταλιμπάν.

Κατά μία έννοια, οι συμβολικές ημερομηνίες (100 πρώτες ημέρες, 6μηνο, ένα έτος), που όλο και περισσότερο χρησιμοποιούνται με κάποια αυθαιρεσία για τη μέτρηση των επιδόσεων, αδικούν έναν πρόεδρο ή μία κυβέρνηση, καθώς δεν επιτρέπουν πάντα να προβλεφθεί η απόδοση πολιτικών, πρωτοβουλιών και κινήσεων που έχουν ήδη δρομολογηθεί. Με τον Ομπάμα να κλείνει την ερχόμενη Πέμπτη ένα χρόνο στην εξουσία, το μόνο σίγουρο είναι αυτό που, πέραν συναισθηματικών παραισθήσεων, ήταν προφανές εξ αρχής: δεν πρόκειται για έναν αντισυστημικό επαναστάτη αλλά για έναν κεντρώο ρεαλιστή πολιτικό. Για τα υπόλοιπα... το αποτέλεσμα θα δείξει.

Δευτέρα 28 Δεκεμβρίου 2009

«Τα πάντα ρει» και στη νέα δεκαετία

Τέτοιες μέρες, πριν από δέκα χρόνια, ολόκληρος ο κόσμος περίμενε με αγωνία την πρώτη Πρωτοχρονιά του 21ου αιώνα, την αρχή της τρίτης χιλιετίας για τους χριστιανούς και την κατάρρευση των υπολογιστών σε όλο τον κόσμο, με τον «ιό της χιλιετίας», τον γνωστό και με το χαϊδευτικό Υ2Κ, εν μέσω απίστευτης τερατολογίας και θεωριών συνωμοσίας.

Θα έλεγε κανείς πως ελάχιστα άλλαξαν, διότι, λίγο πριν από το κλείσιμο της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, ασχολούμαστε με έναν άλλο ιό, τον γνωστό και με το χαϊδευτικό Η1Ν1, εν μέσω νέας απίστευτης τερατολογίας και θεωριών συνωμοσίας.

Η εντύπωση, όμως, είναι απατηλή. Κατά την εναρκτήρια δεκαετία του αιώνα, σχεδόν το μόνο που παρέμεινε σταθερό είναι η ανθρώπινη φύση (άρα και η εμμονή στις θεωρίες συνωμοσίας). Ξεκίνησε με έναν νωθρό εφησυχασμό και με την ελπίδα, που, για κάποιο λόγο, συνοδεύει πάντα τις «στρογγυλές» ημερομηνίες, για να καταλήξει σε έναν απολογισμό κρίσεων. Κρίση περιβάλλοντος. Κρίση κλίματος. Κρίση οικονομική. Κρίση χρηματοπιστωτική. Κρίση τρομοκρατίας. Κρίση πολεμική. Κρίση διαφθοράς. Κρίση διακυβέρνησης. Κρίση κοινωνική. Κρίση ιδεολογική.

Επιτέλους, όλα πάνε καλά...

Οι εσχατολογικές προσδοκίες συνοδεύουν κάθε «στρογγυλή» ημερομηνία, όσο αυθαίρετη και αν είναι η ημερομηνία αναφοράς. Από κτίσεως Ρώμης, από τη γέννηση του Χριστού, από την 6η μέρα της δημιουργίας ή από την Εγίρα, η μεταφυσική σημασία των αιώνων και των χιλιετιών αγγίζει, στο μυαλό ακόμα και των λιγότερο επιρρεπών, μέχρι και τα κυκλώματα των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Ομως, ο κόσμος δεν τελείωσε στο 2000 των χριστιανών, που, ελέω πολιτισμικού ιμπεριαλισμού, αποτελεί σημείο αναφοράς και για όλους τους υπόλοιπους.

Θα φλέρταρε ίσως κανείς με τη μεταφυσική, αν αναζητούσε, στη δεκαετία που κλείνει σε τρεις μέρες, την επιβεβαίωση μιας άλλης επένδυσης συναισθημάτων στις «στρογγυλλές» ημερομηνίες, αυτή τη φορά με την έννοια του ξεκινήματος. Ομως, το διάστημα 2000 ώς 2009, που κλείνει, δύσκολα σε αφήνει «να αγιάσεις».

Από το 2000 και μετά εκδηλώθηκαν, έγιναν αντιληπτές ή συνειδητοποιήθηκαν αλλαγές, που έχουν συντελεστεί, δρομολογηθεί ή αναζητούν προς το παρόν κατεύθυνση. Οι αλλεπάλληλες κρίσεις μαρτυρούν τους σπασμούς μιας εποχής, που αναζητά τον διάδοχό της και το ταρακούνημα, που διακόπτει και αναστρέφει την εντροπία, δηλαδή την πορεία από μια κατάσταση πλήρους αναταραχής στην πλήρη ηρεμία (του τάφου).

Ακόμα και χωρίς τη μεσολάβηση πρακτόρων της Ιστορίας, όπως οι αρπακτικοί τραπεζίτες και χρηματιστές ή οι φανατικοί κυνικοί ιδεολόγοι της παρέας Τζορτζ Μπους και Οσάμα Μπιν Λάντεν, η οσμή της αλλαγής θα γινόταν, αργά ή γρήγορα, αντιληπτή, ακόμα και από τους χρόνια συναχωμένους. Αυτό που ακόμα αργεί να γίνει αντιληπτό είναι το βάθος και η έκταση της αλλαγής που πρέπει να ξεκινήσει από την πλήρη αναγνώριση της ίδιας της ταυτότητας της κρίσης (του συνόλου των επί μέρους κρίσεων).

Εδώ και καιρό, ο φυσικός ανθρώπινος συντηρητισμός, η ανάγκη δικαίωσης ελπίδων και απόδοσης συναισθηματικών επενδύσεων εμποδίζει την πλήρη αντίληψη. Στο τέλος του 20ού αιώνα και τις αρχές του 21ου, κάποιοι είδαν το τέλος του σοσιαλισμού, το τέλος της Ιστορίας, το τέλος του καπιταλισμού, το τέλος της παγκοσμιοποίησης κ.λπ., ανάλογα με τις προσωπικές επενδύσεις τους, με τον ίδιο τρόπο που επιμένουν να αναλύουν τον αναδυόμενο κόσμο με τα εργαλεία και τη ρητορική του παρελθόντος, ενισχύοντας την απορία και την αμηχανία.

Οπως επισημαίνει ο Stanley Feldman, γράφοντας περί Αξιών, Ιδεολογίας και της Δομής των Πολιτικών Απόψεων στο Εγχειρίδιο Πολιτικής Ψυχολογίας της Οξφόρδης (Oxford Hanbook of Political Psychology, Oxford University Press), «αν και πολιτικοί, φιλόσοφοι και πολιτικοί επιστήμονες συχνά συζητούν για την πολιτική σαν να ήταν οργανωμένη σε μια και μοναδική διάσταση Δεξιάς - Αριστεράς, πάνω από 50 χρόνια έρευνας της κοινής γνώμης έχει δείξει ότι ένα μονοδιάστατο πρότυπο ιδεολογίας αποτελεί κακή περιγραφή των πολιτικών απόψεων για τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων οπουδήποτε».

Αν η πραγματικότητα αυτή δεν κατάφερε να διαπεράσει επί τόσα χρόνια το βόλεμα σε ένα απλουστευτικό πρότυπο, που στηρίχτηκε στη γαλλική εθνοσυνέλευση του 1791, οι αλλαγές στην ίδια την αντίληψη της ατομικής και συλλογικής ταυτότητας, που σημειώθηκαν παγκοσμίως μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, φαίνεται να μην έχουν καμιά ελπίδα έκφρασης προς το παρόν, όπως μαρτυρεί και η αμήχανη χρήση προθεμάτων τύπου «νέο» ή «μετά» μπροστά από τους διάφορους -ισμούς.

Η γαλλική επανάσταση διαμόρφωσε επί δύο αιώνες, όχι μόνο την ευρωπαϊκή, αλλά και τη διεθνή πολιτική σκηνή. Διαμόρφωσε το ατομικό και το συλλογικό φαντασιακό και την αίσθηση ατομικής και συλλογικής ταυτότητας, σε σχέση με την έννοια του εθνικού κράτους. Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, όμως, μια σειρά εξελίξεων μεταμόρφωσε τόσο έντονα το περιβάλλον, ώστε η εμμονή σε εργαλεία και πρότυπα που προέρχονται από την Ευρώπη και αναφέρονται στις ευρωπαϊκές εξελίξεις των τελευταίων δύο αιώνων της δεύτερης χιλιετίας, αφήνει όλο και περισσότερο μια αίσθηση ανεπάρκειας και παρακμής.

Με τις προς την αντίθετη κατεύθυνση εκδηλώσεις θυμικού να έχουν όλο και περισσότερο τον χαρακτήρα απεγνωσμένης αμυντικής συναισθηματικής έκρηξης μπροστά στο αχαρτογράφητο, και τον προβληματισμό περί «παγκοσμιοποίησης» να αναζητά βάλσαμο, εστιάζοντας παραπλανητικά στην οικονομία, το άτομο προσδιορίζεται όλο και λιγότερο από εθνικά στοιχεία και εκφράζει τη συλλογικότητά του όλο και περισσότερο σε υπερ-εθνικές ή μετα-εθνικές ομάδες.

Με όλες τις επιμέρους κρίσεις του τοκετού, διαμορφώνεται έτσι μια παγκόσμια πραγματικότητα, που δεν μπορεί να περιγραφεί με μοντέλα παγωμένα στον τόπο (Ευρώπη) και τον χρόνο (ευρωπαϊκό/χριστιανικό). Κατά πάσα πιθανότητα, διαμορφώνεται μια πραγματικότητα πολύ πιο σύνθετη, η περιγραφή της οποίας είναι, ακόμα, αδύνατη.

Με αυτή την έννοια, πέρα από τα πεπερασμένα της ατομικής μας καθημερινότητας, ο υπόλοιπος αιώνας, η υπόλοιπη χιλιετία, υπόσχονται πολλά.


Δευτέρα 14 Δεκεμβρίου 2009

Οικονομική κρίση και περιβάλλον ζητούν επαναστατικές λύσεις

Κατά μία έννοια, περιβάλλον και διαφθορά λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο. Ο καθένας ενοχλείται με την περιβαλλοντική αναισθησία των άλλων με τον ίδιο τρόπο που εξοργίζεται με την αλλότρια διαφθορά, συχνά χωρίς να υποπτεύεται την προσωπική του ευθύνη ή υποκρινόμενος ότι την αγνοεί.

Ακόμα και ο τρόπος που «κρύβονται» μέσα στα αυτονόητα κάθε κοινωνίας, η δυσκολία αναγνώρισής τους -πέρα από την περιπτωσιολογία- έχει κοινά στοιχεία.

Την ίδια την αναγνώριση του προβλήματος εμποδίζουν, τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, χρόνιες δυσπιστίες και ελλείψεις αξιοπιστίας, ιστορικά τραύματα, συντηρητικές αγκυλώσεις και έλλειψη φαντασίας.

Με τις 192 κρατικές οντότητες που συνομιλούν εδώ και μία εβδομάδα για την κλιματική αλλαγή, αυτή η δυναμική έχει μεταφερθεί στην Κοπεγχάγη. Και εκεί γίνεται το πρώτο λάθος. Η συζήτηση αφορά την «κλιματική αλλαγή», ένα τμήμα μόνο του ευρύτερου προβλήματος σχετικά με την αλλαγή του περιβάλλοντος. Διότι αυτό που αλλάζει γύρω μας δεν είναι μόνο το κλίμα, αλλά τα πάντα. Και αλλάζουν εδώ και καιρό. Η υπεράντληση νερού από τον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα δεν έχει σχέση (τουλάχιστον όχι άμεση) με την εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου, όμως έχει μεγάλες επιπτώσεις στο περιβάλλον, οδηγώντας ακόμα και σε καθιζήσεις εδαφών. Το ίδιο ισχύει με την υπεραλίευση, τη μεταφορά νέων ειδών σε περιβάλλοντα όπου η εισαγωγή τους ανατρέπει την οικολογική ισορροπία (παράδειγμα, τα τοξικά φύκια στη Μεσόγειο), ο ευτροφισμός συνεπεία αγροτικών πρακτικών, η συσσώρευση τοξικών ουσιών από τη γεωργία και τη βιομηχανία, η αλλαγή της μορφολογίας του εδάφους με τεράστια τεχνικά έργα (φράγματα, εκτροπές ποταμών, αποξηράνσεις ελών, αλλαγές ακτογραμμών).

Με τον ίδιο τρόπο που κατοικημένες περιοχές της Ελλάδας πλημμυρίζουν επειδή κάποιοι μπάζωσαν τους χειμάρρους ή κατασκεύασαν με λάθος τρόπο κάποιο τεχνικό έργο, ολόκληρη η Νέα Ορλεάνη στις ΗΠΑ πλημμύρισε από τον τυφώνα Κατρίνα σε μεγάλο βαθμό επειδή τα τεχνικά έργα που είχαν γίνει για την προστασία της ήταν λάθος σχεδιασμένα και εκτελεσμένα. Στην Αθήνα ρίχνει συχνότερα λασποβροχή επειδή τα αυτοκίνητα 4x4 τρίβουν με τα λάστιχά τους την κρούστα που κρατά σταθερή την άμμο της Σαχάρας. Το σημαντικότερο: στις αρχές του 20ού αιώνα, η Γη είχε 1,65 δισ. κατοίκους. Σήμερα, έναν αιώνα μετά, έχει πάνω από 6 δισ. και σε μερικά χρόνια θα έχει πάνω από 7 δισ.

Ολα αυτά δεν περιλαμβάνονται στη συζητούμενη ενότητα «κλιματική αλλαγή», αν και συνδέονται αμφίδρομα μαζί της σε μια συνέργεια που ενισχύει τις επιπτώσεις τους. Οσο σημαντική και αν είναι, πρόκειται για μία μόνο παράμετρο της «αλλαγής του περιβάλλοντος».

Χρειάστηκε πολύς χρόνος και ενέργεια, απλώς και μόνο για να αναγνωριστεί η ύπαρξή της. Μέχρι σήμερα παραμένουν οι διχογνωμίες σχετικά με το αν είναι ανθρωπογενής ή όχι. Ακόμα και στην ιδανική περίπτωση που μέσα στην εβδομάδα η σύνοδος καταλήξει στην τέλεια συμφωνία και όχι απλώς στον καλύτερο δυνατό συμβιβασμό, αυτή θα αφορά ένα σημαντικό τμήμα του προβλήματος της «περιβαλλοντικής αλλαγής».

Το κλίμα και οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου χρειάζονται διεθνείς διασκέψεις και διεθνείς συμφωνίες διότι είναι πλανητικά. Δεν αναγνωρίζουν σύνορα, εθνικές κυριαρχίες, εθνικές ευαισθησίες, ανασφάλειες, ταυτότητες ή συμφέροντα. Το κλίμα αλλάζει και αλλάζει για όλους, έστω και αν κάποιοι φαντάζονται ότι είναι καλύτερα προετοιμασμένοι για να αντιμετωπίσουν τις αλλαγές ή ενδέχεται να ευνοηθούν απ' αυτές. Είναι κάτι σαν την παγκόσμια χρηματοπιστωτική και, εν τέλει, οικονομική κρίση. Οι περισσότερες εξαιρέσεις αποδεικνύονται βραχυπρόθεσμες.

Οπως και στην περίπτωση της οικονομικής κρίσης, υπάρχει η διεθνής διάσταση που προϋποθέτει τυπικές ή άτυπες συμφωνίες μεταξύ διεθνών παικτών. Υπάρχει όμως και η διάσταση που αντιμετωπίζεται με εθνικές συνεννοήσεις και μέτρα, έστω και αν κάποια απ' αυτά απαιτούν διεθνή συντονισμό.

Η αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων απαιτεί συνδυασμό έκτακτων και μόνιμων δομικών μέτρων, εγκατάλειψη στρεβλών πρακτικών και παγιωμένων δομών που φθάνουν στα όριά τους. Χρειάζεται ταυτόχρονη περικοπή δαπανών και αύξηση εσόδων. Προϋποθέτει συνεχή προσαρμογή στο διεθνές περιβάλλον και διαρκή αναζήτηση καινοτομίας για διατήρηση ή αύξηση της ανταγωνιστικότητας.

Ακριβώς τα ίδια ισχύουν για το περιβάλλον. Η κρίση του κλίματος, πόσω μάλλον η ευρύτερη κρίση του περιβάλλοντος, δεν πρόκειται να αντιμετωπιστεί απλώς και μόνο με τη μείωση των εκπομπών ή με την αποτροπή περαιτέρω δυσμενών ανθρωπογενών παρεμβάσεων, που σε κάποιο βαθμό είναι και αναπόφευκτες. Απαιτούνται σοβαρές επενδύσεις σε καινοτομία και συνεργασία για την ισοστάθμισή τους και την ανάταξη των σημαντικότερων ζημιών που έχουν ήδη γίνει.

Και στις δύο περιπτώσεις, όλα αυτά μοιραία συνεπάγονται συγκρούσεις. Δεδομένου του μεγέθους των προβλημάτων και της μακροχρόνιας εδραίωσής τους, το μέγεθος των συγκρούσεων αυτών οδηγεί σε περιβάλλον που αγγίζει το επαναστατικό. Και καθώς οι επαναστάσεις, ό,τι και αν αφορούν, είναι οδυνηρές γενεσιουργοί διαδικασίες, η συγγένεια οικονομίας και περιβάλλοντος ίσως επιτρέψει την «με έναν πόνο γέννα», έναν τοκετό διδύμων ή και τριδύμων, αν συμπεριληφθεί και η διαφθορά.


Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

Οταν έχει ξαστεριά, πώς να «πέσεις από τα σύννεφα»;

Μεγάλο μέρος της ανθρώπινης κοινωνικής οργάνωσης είναι αφιερωμένο σε ένα και μοναδικό σκοπό: την πρόβλεψη του μέλλοντος. Η διαδικασία της κοινωνικοποίησης, της ένταξης δηλαδή ενός μεμονωμένου ατόμου σε ένα πλαίσιο κανόνων, συνηθειών, ηθών και εθίμων που ρυθμίζουν τη δική του συμπεριφορά απέναντι στους υπόλοιπους, αλλά και τη συμπεριφορά των υπολοίπων απέναντί του εξυπηρετεί αυτό τον σκοπό.

Τόσο το άτομο όσο και το κοινωνικό σύνολο μπορεί έτσι, με βάση κάποιες σταθερές και με σχετική ασφάλεια, να προβλέψει το μέλλον. Είναι σε θέση να προβλέψει ότι αν περάσει ένα φανάρι με πράσινο, δεν πρόκειται να συγκρουστεί (τηρουμένων των επιφυλάξεων για τις ατέλειες της διαδικασίας κοινωνικοποίησης στην Ελλάδα), ξέρει ότι αν χαμογελάσει ευγενικά και χαιρετήσει κάποιον συνήθως θα αντιμετωπίσει αντίστοιχη συμπεριφορά και ότι αν συμπεριφερθεί προσβλητικά, συνήθως θα προκαλέσει αρνητική αντίδραση, μερικές φορές βίαιη.

Στην ίδια λογική, τη χρήση της εμπειρίας του παρελθόντος για την πρόβλεψη του μέλλοντος, βασίζεται κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα στη Γη. Κάποιες βασικές σταθερές, όπως το ότι δεν «θα ανοίξει η γη να σε καταπιεί», δεν «θα σου πέσει ο ουρανός στο κεφάλι» ή εσύ ο ίδιος δεν «θα πέσεις από τα σύννεφα» έστω και αν καμιά φορά μπορείς να «φας κεραμίδα στο κεφάλι», παρέχουν ένα στοιχειώδες πλαίσιο ασφάλειας τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Οταν για σημαντικά θέματα, όπως ο θάνατος και τα επέκεινα, δεν διατίθενται αρκετές πληροφορίες, είναι τέτοια η ανάγκη πρόβλεψης του μέλλοντος, ώστε καλύπτει το κενό με μεταφυσικά σωσίβια.

Η ίδια διαδικασία ισχύει στη διεθνή κοινωνία. Με τον ρόλο των ατόμων να καλύπτεται από τα κράτη ή άλλες συλλογικότητες με υπερ-κρατικό ή υπο-κρατικό χαρακτήρα, η ύπαρξη ενός βασικού σταθερού φυσικού πλαισίου αναφοράς επιτρέπει τη δευτερογενή ανάπτυξη συστημάτων κοινωνικής οργάνωσης, είτε ατύπων εθιμικών είτε τυπικών, όπως διεθνείς συνθήκες και συμφωνίες. Το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, διεθνείς συνθήκες ναυσιπλοΐας, οικονομικής εκμετάλλευσης, χρήσης υδάτινων πόρων ή δικαιωμάτων αλιείας, στηρίζονται στην αποδοχή ότι οι φυσικές συνθήκες στις οποίες αναφέρονται παραμένουν, πάνω-κάτω, σταθερές.

Τι γίνεται, όμως, όταν τα ποτάμια στερεύουν, οι ακτογραμμές αλλάζουν, οι υφαλοκρηπίδες μεταβάλλονται, οι πληθυσμοί των ψαριών εξαφανίζονται; Τι συμβαίνει όταν ηπειρωτικού μεγέθους πάγοι παύουν να σκεπάζουν την Αρκτική, αποκαλύπτοντας τη θάλασσα ή όταν πάγοι που παρέμεναν εκτός της θάλασσας στην Ανταρκτική, σκεπάζουν σταδιακά ως νερό τις ακτές; Τι γίνεται όταν το πρωτοφανές βάρος των πάνω από 7 δισεκατομμύρια κατοίκων ξεπερνά τις δυνατότητες παραγωγής τροφίμων που έφερε η «πράσινη επανάσταση»;

Από την ερχόμενη εβδομάδα, ο κόσμος συζητά στην Κοπεγχάγη την κλιματική αλλαγή και τους τρόπους επιβράδυνσης και, αν είναι δυνατόν, ανάσχεσης της εξέλιξής της. Μετά την αλλαγή της στάσης της Κίνας και των ΗΠΑ σε ό,τι αφορά την υιοθέτηση συγκεκριμένων στόχων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, αναμένεται να γίνει ένα βήμα προς τα εμπρός, έστω και δειλό, για την αντιμετώπιση της απειλής για τις παγκόσμιες βασικές παραδοχές.

Ακόμα όμως και σε περίπτωση πλήρους επιτυχίας της συνόδου της Κοπεγχάγης και άλλων παρόμοιων, ακόμα και στην ιδανική έκβαση των προσπαθειών για την ανακοπή της ανθρωπογενούς κλιματικής αλλαγής, δεν πρόκειται να εξαλειφθούν οι ήδη δρομολογημένες αλλαγές που θα μεταβάλουν την εικόνα του φυσικού κόσμου, όπως έχουμε μάθει να τον θεωρούμε δεδομένο και, κατά συνέπεια, όλα τα πρότυπα ζωής και ανάπτυξης, καθιστώντας επείγουσα την αναζήτηση νέων.

Τα αναπτυξιακά πρότυπα άρχισαν να αμφισβητούνται πριν προκύψει το θέμα της κλιματικής αλλαγής. Από τη δεκαετία του '60, «Τα όρια της Ανάπτυξης» της Λέσχης της Ρώμης έθεσαν το θέμα και εισήγαγαν στο λεξιλόγιο των όλο και πιο αμήχανων πολιτικών των τελευταίων δεκαετιών του προηγούμενου αιώνα τον όρο πασπαρτού «αειφόρος ανάπτυξη». Σήμερα, με την κλιματική αλλαγή να έχει προστεθεί στην εξίσωση, ο όρος έχει εξελιχθεί, συχνά κρύβοντας την ίδια αμηχανία, σε «πράσινη ανάπτυξη». Ακόμα και όταν δεν πρόκειται περί απλών πολιτικών πυροτεχνημάτων, η αμηχανία είναι αναπόφευκτη, από τη στιγμή που αναγνωρίζεται μεν η ανάγκη προσαρμογής των αναπτυξιακών και των οικονομικών μοντέλων και εργαλείων στις βασικές φυσικές αλλαγές, διατηρείται όμως η απορία σχετικά με το ποια μοντέλα και εργαλεία είναι αυτά που καλούνται να προσαρμοστούν και με το κατά πόσο πρέπει να προηγηθούν άλλες, ήδη πολύ καθυστερημένες προσαρμογές τους σε τεχνολογικές και κοινωνικές αλλαγές.

Στο «Η Τέχνη του Πολέμου», ο Σουν Τζου γράφει ότι πριν από οποιαδήποτε στρατιωτική ενέργεια πρέπει να ληφθούν υπόψη και να υπολογιστούν πέντε παράγοντες, ο καιρός, το έδαφος, το ηθικό, η πολιτική και η ηγεσία. Ο καιρός και το έδαφος συνδέονται προφανώς και αμέσως με την κλιματική αλλαγή. Το ηθικό, η πολιτική και η ηγεσία, μεταφερόμενα στον αέναο εσωτερικό «πόλεμο» των ανθρώπινων κοινωνιών, έχουν ήδη υπονομευθεί από την ανεπάρκεια των απαντήσεων του παρελθόντος. Οι τοπικές και υπερ-τοπικές πιέσεις που αναμένεται να ασκήσουν στους πληθυσμούς οι αλλαγές στους δύο πρώτους συντελεστές (καιρός, έδαφος) ενδέχεται να οδηγήσουν τον τρίτο (ηθικό) σε σημείο ανατροπής, που θα καταστήσει πλέον υποχρεωτική την αλλαγή των τελευταίων δύο (πολιτική, ηγεσία).


Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2009

Εξω οι Αζόρες από τη Λισαβόνα (και τις Βρυξέλλες)

Κάθονται μέσα στη μέση του Ατλαντικού Ωκεανού. Ανήκουν στην Πορτογαλία, δηλαδή στην Ευρώπη, αλλά δύο απ' αυτά ακουμπάνε στην ηπειρωτική πλάκα της Αμερικής. Στις ειδήσεις, οι Αζόρες απασχολούν κυρίως τα δελτία καιρού, όταν μιλάνε για τον «αντικυκλώνα των Αζορών» που θρονιάζεται από πάνω τους και αλλάζει την πορεία των αεροχειμάρρων πάνω από την Ευρώπη.

Ομως, κατά τα τελευταία χρόνια, τα 17 μικρά και μεγάλα νησιά του αρχιπελάγους των Αζορών επηρεάζουν την Ευρώπη πολύ περισσότερο απ' ό,τι ως ρυθμιστές του υετού που την ποτίζει ή την πλημμυρίζει. Και, καθώς η οδυνηρή διαδικασία επικύρωσης της συνθήκης της Λισαβόνας, της μητροπολιτικής πρωτεύουσας των Αζορών, οδεύει προς το τέλος της, όλα δείχνουν ότι ετοιμάζονται να την επηρεάσουν ακόμη περισσότερο.

Στις 16 Μαρτίου 2003, η συμβολική θέση των Αζορών στο μέσον της απόστασης ανάμεσα στις ΗΠΑ και την Ευρώπη χρησιμοποιήθηκε ως σκηνικό για τη συνάντηση κορυφής όσων ήθελαν να σύρουν με κάθε τρόπο όσο το δυνατόν περισσότερους σε έναν πόλεμο στο Ιράκ, δηλαδή τους Τζορτζ Μπους και Τόνι Μπλερ, με την ευγενή φιλοξενία τού τότε πρωθυπουργού της Πορτογαλίας, Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο. Η διευκόλυνση αλλότριας πολιτικής, που πρόσφερε ο όχι ιδιαίτερα επιτυχημένος «αριστερός» πρωθυπουργός της Πορτογαλίας ανταμείφθηκε λίγο καιρό αργότερα, όταν διορίστηκε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ενισχύοντας την αίσθηση των τελευταίων ετών ότι η ανάληψη κάποιων από τις κορυφαίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης προϋποθέτει και τη σύμφωνη γνώμη της Ουάσιγκτον, σε αναγνώριση προσφερθεισών υπηρεσιών και σε προσδοκία νέων. Μια αίσθηση που ενισχύεται από τον διορισμό ως υπάτου εκπροσώπου Εξωτερικής Πολιτικής και Ασφάλειας της Ε.Ε., του επίσης αριστερής προέλευσης και Ιβηρα Χαβιέρ Σολάνα, αμέσως μετά την εξαιρετικά βολική για την Ουάσιγκτον και τις ανά την Ευρώπη παραφυάδες της θητείας του ως Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ, κατά την ευαίσθητη περίοδο της ΝΑΤΟϊκής εμπλοκής στην πρώην Γιουγκοσλαβία και της δοκιμής στην πράξη των θεωριών περί «ηθικής εξωτερικής πολιτικής» τού τότε νέου πρωθυπουργού της Βρετανίας, Τόνι Μπλερ.

Και να που το όνομα του Τόνι Μπλερ κυριαρχεί εδώ και καιρό στις συζητήσεις για τη θέση του νέου προέδρου της Ευρώπης, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας επικύρωσης της συνθήκης της Λισαβόνας. Ακόμη και μετά την υποτιθέμενη «κατάρριψή» του κατά την σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου την περασμένη εβδομάδα στις Βρυξέλλες, κάποιοι, όπως η βρετανική εφημερίδα «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς», επιμένουν, κυρίως στη λογική ότι ο πρώτος πρόεδρος της Ε.Ε. δεν θα πρέπει να είναι κάποιος διεθνώς άγνωστος.

Μια λογική που αντιστρέφει τις έννοιες «διάσημος» και «διαβόητος» με τον ίδιο τρόπο που η μπλερική έκδοση της οργουελικής «newspeak» μιλούσε κάποτε για «ηθική εξωτερική πολιτική» και ο ίδιος ο Μπλερ εξακολουθεί να προβάλλει ως απόλυτη νομιμοποιητική συνθήκη κάθε ανομίας την προσωπική του «συνείδηση», όπως άλλοι κάνουν το ίδιο με τις «συλλογικές αποφάσεις».

Για ποιο λόγο, όμως, η βρετανική κυβέρνηση του Γκόρντον Μπράουν και των Εργατικών επιμένει να προωθεί το όνομα του Τόνι Μπλερ; Διότι, δεν μπορεί να μη γνωρίζει ότι συνήθως τα ονόματα που ακούγονται νωρίς για τέτοιου είδους θέσεις, σπάνια φθάνουν στο στάδιο της τελικής επιλογής. Σίγουρα ξέρει τις αντιδράσεις, στα όρια της αποστροφής, που προκαλεί σε μεγάλο τμήμα της Ευρώπης αλλά και πέρα απ' αυτήν το πρόσωπο του Μπλερ, αλλά και ο «μπλερισμός» ως πολιτική φιλοσοφία. Αναμφίβολα συνειδητοποιεί ότι σε μια συγκυρία, κατά την οποία οι Σοσιαλιστές είναι δεύτερη δύναμη στο Ευρωκοινοβούλιο και οι περισσότερες κυβερνήσεις των χωρών-μελών βρίσκονται στα χέρια της κεντροδεξιάς, είναι πολύ δύσκολο ώς αδύνατο ο πρώτος πρόεδρος της Ε.Ε. να είναι, έστω και τυπικά, Σοσιαλιστής (Εργατικός). Φυσικά, αντιλαμβάνεται ότι η χώρα των εξαιρέσεων, η Βρετανία, που δεν συμμετέχει στην Ευρωζώνη ή στο Σένγκεν, δεν μπορεί εύκολα να προεδρεύσει όλων αυτών, έστω και με το επιχείρημα ότι ίσως έτσι έρθει πιο κοντά στην Ευρώπη.

Η βρετανική εξωτερική πολιτική, όσο και αν δεν είναι τελείως προστατευμένη από την απύθμενη βλακεία που κατά περιόδους επιδεικνύει κάθε γραφειοκρατία, συνήθως δεν είναι τόσο αφελής. Και όπως γνωρίζει κάθε διπλωμάτης, δηλαδή κάθε διαπραγματευτής, συχνότατα οι διακηρυγμένες επιδιώξεις δεν ταυτίζονται με τον πραγματικό στόχο.

Εχοντας επενδύσει τόση ενέργεια στην προώθηση της υποψηφιότητας Μπλερ, η Βρετανία (και με την πρόσθετη ιδιότητα του dealer των ΗΠΑ) θα εξασφαλίσει, κατά πάσαν πιθανότητα, ένα βραβείο παρηγοριάς, όταν οι προτάσεις της καταρριφθούν. Και καθώς η δεύτερη θέση στη νέα ευρωπαϊκή ιεραρχία λογικά (και συμφωνημένα) ενδέχεται να κρατηθεί για τη δεύτερη πολιτική δύναμη (τους Σοσιαλιστές), ένας βρετανός Εργατικός, λιγότερο αμφιλεγόμενος από τον Τόνι Μπλερ τόσο διεθνώς όσο και στο εσωτερικό της Βρετανίας που, ούτως ή άλλως, σύντομα θα βρεθεί χωρίς δουλειά, μπορεί να είναι η λύση. Κάποιος σαν τον σημερινό υπουργό Εξωτερικών, Ντέιβιντ Μίλιμπαντ, για παράδειγμα, που τον τελευταίο καιρό κόπτεται όλο και περισσότερο για την Ευρώπη και για τη σχέση της Βρετανίας μαζί της.


Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2009

Ο σοσιαλισμός, η μοναδικότητα και ο Δανός υδραυλικός

Ολοι έσπευσαν να το επισημάνουν: η νίκη του ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα έρχεται σε αντίθεση με την ευρύτερη τάση στην Ευρώπη, που θέλει τα σοσιαλιστικά/σοσιαλδημοκρατικά κόμματα να υποχωρούν σε πείσμα όσων είχαν επενδύσει στην παγκόσμια οικονομική κρίση (και απ' ό,τι φαίνεται μόνο σ' αυτήν) όλη την αφέλεια των ευσεβών πόθων τους.

Με το πορτογαλικό σοσιαλιστικό κόμμα να κερδίζει την πρωτιά στις εκλογές, να χάνει όμως μεγάλο μέρος της δύναμής του και να αναζητεί τώρα εταίρους για την κυβέρνηση και τους Γερμανούς Σοσιαλδημοκράτες στο χειρότερο μεταπολεμικό ποσοστό τους, η ισπανική «Ελ Παΐς» παρατήρησε ότι η νίκη του ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα αποτελεί «μόνο μία ανάσα» για τους Ευρωπαίους σοσιαλιστές, που αυτή τη στιγμή βρίσκονται στην εξουσία μόνο στην Ελλάδα, την Ισπανία, τη Βρετανία, τη Σλοβενία και την Ουγγαρία. Αν ευοδωθούν οι προσπάθειες σχηματισμού κυβέρνησης, θα ξαναβρεθούν στην εξουσία και στην Πορτογαλία, έστω και όχι μόνοι τους, ενώ στην Αυστρία και την Ολλανδία συμμετέχουν σε κυβερνήσεις συνασπισμού με την Κεντροδεξιά. Ομως στη Βρετανία οι Εργατικοί του Γκόρντον Μπράουν διακρίνουν πλέον πεντακάθαρα, όχι το φως στην άκρη του τούνελ, αλλά το φωτάκι πάνω από την έξοδο, ενώ αντίστοιχα σοβαρά προβλήματα αντιμετωπίζουν στην Ισπανία και οι σοσιαλιστές του Χοσέ Λουίθ Ροντρίγκες Θαπατέρο, που έχει χάσει την εμπιστοσύνη τού 72% των πολιτών, σύμφωνα με πρόσφατη σφυγμομέτρηση.

Λιγότερο από ένα χρόνο νωρίτερα, τον Δεκέμβριο του 2008, οι Ευρωπαίοι σοσιαλιστές, με μέλη 33 σοσιαλιστικά, σοσιαλδημοκρατικά και εργατικά κόμματα δημοσίευαν το μανιφέστο τους για το 2009. Με αναφορές στην «έξυπνη πράσινη ανάπτυξη», την «καινοτομία» την «πράσινη τεχνολογία» και την ανάπτυξη της ευρυζωνικής υποδομής συστήθηκαν στο ευρωπαϊκό κοινό ως «δύναμη αλλαγής», κατηγορώντας τους συντηρητικούς του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος για «τυφλή πίστη» στην αγορά, με αποτελέσματα ορατά στην οικονομική κρίση.

Λίγους μήνες αργότερα, το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών δεν έδειξε ότι οι Ευρωπαίοι πολίτες πείστηκαν, καθώς διατήρησαν και ενίσχυσαν το προβάδισμα της Κεντροδεξιάς στο Ευρωκοινοβούλιο. Από τότε εξαίρεση στη γενική τάση αποτέλεσε η Ελλάδα και η άνοδος του ΠΑΣΟΚ, που αντιμετωπίστηκε από πολλούς ως συγκυριακή.

Λίγους μήνες αργότερα, το αποτέλεσμα των εκλογών της 4ης Οκτωβρίου κατέρριψε τους ευσεβείς πόθους όσων θεωρούσαν την άνοδο του ΠΑΣΟΚ περιστασιακή. Επί του παρόντος όμως δεν μπορούν με την ίδια ευκολία να τροφοδοτήσουν τις ελπίδες των ανά την Ευρώπη σοσιαλιστών.

Η άνοδος ενός σοσιαλιστικού κόμματος αποτελεί μοναδικότητα στη σημερινή Ευρώπη. Το ερώτημα είναι κατά πόσον η μοναδικότητα αυτή αποτελεί προάγγελο μιας τάσης αναβίωσης της ελκυστικότητας των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κομμάτων και επιτυχούς διείσδυσης της ρητορικής περί «πράσινης ανάπτυξης» και της συνθηματολογίας τύπου «ναι, μπορούμε» του Μπαράκ Ομπάμα ή οφείλεται κυρίως σε ένα άθροισμα ελληνικών «μοναδικοτήτων», που δύσκολα μπορεί να εμφανιστεί σε άλλη, ευρωπαϊκή ή μη, χώρα. Στη δεύτερη περίπτωση, οι ελπίδες ότι μια ευρύτερη πολιτική πλατφόρμα μπορεί να καταστεί ειδοποιός των σοσιαλιστικών κομμάτων σε βαθμό που να λειτουργεί ως έρμα στις καταιγίδες των τοπικών ιδιαιτεροτήτων κάθε χώρας, δύσκολα στηρίζονται.

Αναμφίβολα, στην κοινωνία κάθε χώρας υπάρχουν ιδιαιτερότητες, που ερμηνεύονται ιστορικά και επηρεάζουν την πολιτική συμπεριφορά έξω από το σύστημα αναφοράς Δεξιάς-Αριστεράς. Το άθροισμα και η ένταση αυτών των ιδιαιτεροτήτων κατά τα τελευταία χρόνια δίνουν στην Ελλάδα μια πραγματική μοναδικότητα στη σημερινή Ευρώπη. Η μοναδικότητα αυτή δεν εκφράζεται πλέον παθητικά, με την καθυστέρηση εμφάνισης φαινομένων κατά μία ή δύο δεκαετίες σε σχέση με τις ΗΠΑ ή την υπόλοιπη Ευρώπη. Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ, σε αντίθεση με την πτώση των άλλων σοσιαλιστικών κομμάτων, δεν μπορεί να αποδοθεί σχηματικά ούτε κατ' ελάχιστον σε μια τέτοια διαφορά φάσης.

Τα τελευταία χρόνια, ίσως με μια μικρή ανάπαυλα την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, αυξάνει συνεχώς το τμήμα της ελληνικής κοινωνίας που αισθάνεται μια συνολική απογοήτευση. Η απογοήτευση αυτή δεν περιορίζεται απέναντι στην πολιτική εκπροσώπηση της ελληνικής κοινωνίας (που, ούτως ή άλλως, στην κομματικά συντεταγμένη έκφρασή της γίνεται αντιληπτή όλο και περισσότερο ως αποσυνδεδεμένη από το σοβαρό κομμάτι της πραγματικότητας). Επεκτείνεται απέναντι σε αυτό που αντιλαμβάνεται ως βαθύτατο ενδεή συντηρητισμό (όχι με την έννοια Δεξιάς - Αριστεράς) και στειρότητα της ελληνικής κοινωνίας και φτάνει στην απώλεια ελπίδας για την ίδια τη χώρα.

Ομως ακόμα και για τους (όλο και περισσότερους) ανθρώπους που προσπαθούν με διάφορους τρόπους να προετοιμάσουν τα παιδιά τους για να έχουν τη δυνατότητα διαφυγής από αυτό που βλέπουν ως επικείμενο ναυάγιο, με την εγκατάσταση και εργασία τους σε άλλες χώρες, διατηρείται κάποια ελπίδα αποτροπής του ναυαγίου. Κάτι τέτοιο είχε εκφραστεί προ μηνών, μεταξύ αστείου και σοβαρού, από κάποιον πολιτικό που μίλησε για την ανάγκη να αναλάβουν για λίγο ξένοι τη διακυβέρνηση της χώρας ώστε, όντας έξω από το σύστημα παθογένειας, να μπορέσουν να το αντιμετωπίσουν.

Στον δρόμο για να αποκτήσει κρίσιμη μάζα έκφρασης, αυτή η μερίδα του πληθυσμού, προερχόμενη κυρίως από τη μεσαία τάξη, λειτουργεί συχνά αντίστροφα από αυτό που προσδοκούν οι παραδοσιακοί πολιτικάντηδες. Σε μια χώρα γεμάτη αρνητικές (υπάρχουν βέβαια και κάποιες καλές) «μοναδικότητες» σε κάθε τομέα, αρχίζοντας από την παγκόσμια μοναδικότητα του «μη ρίχνετε χαρτιά στη λεκάνη», αισθάνονται ως πολυτέλεια τα κομματικά, ακόμα και τα ξεθυμασμένα ιδεολογικά διλήμματα. Κραυγάζοντας «primum vivere, deinde philosofari»), κάποιοι απ' αυτούς αναζήτησαν κάποια ελπίδα, πειθόμενοι από τις κατηγορίες που εκτόξευσαν εναντίον του Γιώργου Παπανδρέου πολιτικοί του αντίπαλοι, λέγοντας ότι είναι μακριά από την ελληνική πραγματικότητα, ότι είναι Σκανδιναβός ή Αμερικανός πολιτικός.

Διότι όταν τα υδραυλικά απειλούν να σε πνίξουν, ο Δανός υδραυλικός δίνει κάποια ελπίδα. Κάτι που δεν συνεπάγεται αυτομάτως κέρδος για τους Ευρωπαίους σοσιαλιστές, παρά μόνο μακροπρόθεσμα, σε περίπτωση θεαματικής επιτυχίας.


Δευτέρα 31 Αυγούστου 2009

Ποιος κέρδισε τελικά στη Λιβύη του Καντάφι;

Η λέξη «ξεβρακώνομαι» δεν χρησιμοποιείται ποτέ στη διπλωματική γλώσσα, ούτε καν στις καθωσπρέπει συζητήσεις ή τις σοβαρές αναλύσεις.

Ομως, τον τελευταίο καιρό, η στάση μιας σειράς ηγετών δυτικών χωρών απέναντι στη Λιβύη του Καντάφι και στον ίδιο τον Μουαμάρ Καντάφι προσωπικά, έχει δώσει λαβή σε κατηγορίες ότι «ξεβρακώθηκαν».

Κάποιοι, σαν τον Μπερλουσκόνι, που υποδέχθηκε πριν από λίγο καιρό στην Ιταλία τον Καντάφι, κάνοντας ότι δεν βλέπει μερικές από τις σκόπιμες προσβολές του Λίβυου ηγέτη, απάντησαν ουσιαστικά ότι αμάρτησαν για το παιδί τους, δηλαδή για τα συμφέροντα της χώρας τους, αφήνοντας τη φαντασία να πλανάται πάνω από τεράστιου εύρους επενδύσεις του λιβυκού κρατικού ταμείου διαχείρισης του πλούτου που φέρνει το πετρέλαιο ή πάνω από την πρόσβαση στους λιβυκούς υδρογονάνθρακες, υγρούς και αέριους.

Αλλοι, όπως έγινε την περασμένη εβδομάδα με τον πρόεδρο της Ελβετίας που επισκέφθηκε τη Λιβύη και ζήτησε «συγγνώμη», επειδή οι Αρχές της χώρας του είχαν συλλάβει και ταλαιπωρήσει για λίγες ώρες τα παιδιά του Καντάφι όταν αυτά παρανόμησαν σε ελβετικό έδαφος, κάνουν ότι δεν ακούν τις κατηγορίες για δουλικότητα που εξαπολύουν εναντίον τους πολλοί από τους συμπατριώτες τους.

Κάποιοι άλλοι, κυρίως αυτοί (ΗΠΑ, Βρετανία) που έπαιξαν κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση του σχετικού σκηνικού που φέρνει τη Λιβύη του Καντάφι να ξαναμπαίνει στα καλύτερα σαλόνια γιορτάζοντας σήμερα τα 40 χρόνια από την ανατροπή του βασιλιά Ιντρις (τότε καλού φίλου της «Δύσης»), καταγγέλλουν εκ του ασφαλούς ενέργειες όπως η απόφαση της κυβέρνησης της Σκωτίας να αφήσει ελεύθερο τον έναν από τους δύο Λίβυους που έχουν καταδικαστεί για την ανατίναξη του αεροσκάφους της Pan Am πάνω από το Λόκερμπι της Σκωτίας, έχοντας αφήσει τον Σκωτσέζο υπουργό Δικαιοσύνης να βγάλει το φίδι από την τρύπα και να προσφέρει (και εκ μέρους τους) στον Καντάφι ένα καλό δώρο για τα 40ά γενέθλια του κινήματός του, εξυπηρετώντας τα συμφέροντα όλων.

Είναι όμως αυτή η πραγματική εικόνα; Πρόκειται για τη νίκη κάποιων, των δυτικών κυβερνήσεων ή του Καντάφι ή απλώς αυτό που φαίνεται σήμερα, συμπεριλαμβανομένου και του «ξεβρακώματος», αποτελεί το ευτυχές αποτέλεσμα μιας πολιτικής που μπορεί να αποτελέσει πρότυπο για το μέλλον των διεθνών σχέσεων σε δύσκολες περιπτώσεις; Διότι η υπόθεση της Λιβύης χρησιμοποιείται ως παράδειγμα επιτυχημένης σκληρής διπλωματίας, το αποτέλεσμα της οποίας είναι θετικό για όλους και μπορεί να καθοδηγήσει την προσέγγιση άλλων περιπτώσεων, όπως το Ιράν και η Βόρεια Κορέα.

Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η πολιτική που ξεκίνησε ο Μπιλ Κλίντον, αλλάζοντας τις μέχρι τότε αποτυχημένες προσεγγίσεις Ρίγκαν και Μπους πατρός, και την οποία, παραδόξως, δεν άλλαξε ο πρόεδρος Μπους ο νεότερος σε μια σπάνια επίδειξη ορθολογισμού, είχε ως αποτέλεσμα η Λιβύη όχι μόνο να εγκαταλείψει τα προγράμματα απόκτησης όπλων μαζικής καταστροφής και να διακόψει την υποστήριξη της τρομοκρατίας αλλά και να μετατραπεί από μέρος του προβλήματος σε μέρος της λύσης του. Ετσι, το πρώην κράτος-παρίας έγινε και πάλι δεκτό στα καλύτερα σαλόνια, προς αμοιβαίο όφελος, έστω και αν αγνοεί τους κανόνες του σαβουάρ βιβρ.

Η επιτυχία αυτή, τουλάχιστον από τη δυτική οπτική, οδηγεί σε χρήσιμα συμπεράσματα για τη διαμόρφωση της πολιτικής πιέσεων σε άλλες περιπτώσεις και σε προβληματισμό για το κατά πόσον οι συνθήκες είναι συγκρίσιμες, ειδικά στις περιπτώσεις του Ιράν και της Βόρειας Κορέας.

Ως γενικά συμπεράσματα, η δυτική ανάλυση καταγράφει τα εξής:

1. Τα καθεστώτα-παρίες, ακόμα και τα σκληρότερα, μπορούν να αλλάξουν, όταν η αλλαγή εξυπηρετεί καλύτερα τους βασικούς τους στόχους, όπως η παραμονή στην εξουσία.

2. Η επιδίωξη αλλαγής καθεστώτος, σε αντίθεση με την αλλαγή πολιτικής, είναι αντιπαραγωγική. Ενα καθεστώς θα παλέψει μέχρι τέλους για την επιβίωσή του. Αντιθέτως, οι διαβεβαιώσεις που έδιναν, ακόμα και εμπράκτως, τα τελευταία χρόνια οι ΗΠΑ και η Βρετανία ότι δεν επιδιώκουν την ανατροπή του καθεστώτος αλλά την αλλαγή της πολιτικής του, έπαιξαν κεντρικό ρόλο στην επιτυχία της προσέγγισης της Λιβύης. Αντιθέτως, αναφορές του Μπους περί άξονα του κακού σχετικά με τη Βόρεια Κορέα και το Ιράν, έπεισαν τις δύο αυτές χώρες ότι στόχος της Ουάσιγκτον ήταν η ανατροπή των καθεστώτων τους.

3. Είναι απαραίτητες η συνέπεια και η σταθερότητα, τόσο στις κυρώσεις ή τις απειλές κυρώσεων, δηλαδή στο σκέλος της ράβδου, όσο και στο σκέλος της ανταμοιβής, δηλαδή του καρότου.

4. Τόσο η ράβδος όσο και το καρότο θα πρέπει να προέρχονται από πολλές πλευρές με την ίδια σταθερότητα και αξιοπιστία.

5. Χρειάζεται ευελιξία, ώστε να γίνονται οι κατάλληλες υποχωρήσεις την κατάλληλη στιγμή.

6. Η μυστική διπλωματία φέρνει αποτελέσματα, ιδίως όταν αναμιγνύνονται πλευρές για τις οποίες το «πρόσωπο» ή η βιτρίνα έχει ιδιαίτερη σημασία.

Ολα αυτά ενισχύουν τη λογική του Μπαράκ Ομπάμα, για συνομιλίες, όχι μόνο με τους φίλους αλλά και με τους εχθρούς. Χρησιμεύουν ακόμα ως παράδειγμα του τι μπορεί να κερδίσει μια χώρα επιστρέφοντας στην αγκαλιά της λεγόμενης διεθνούς κοινότητας. Αυτή τουλάχιστον είναι η ανάλυση της Δύσης. Δεν είναι και τόσο σαφές ποια είναι η ανάλυση της άλλης πλευράς, όπως της Τεχεράνης ή της Πιονγκγιάνγκ.


Δευτέρα 17 Αυγούστου 2009

Εκλογές στο Αφγανιστάν, σημαντικές όσο στις ΗΠΑ

Αν υπάρχουν κάποιοι στις ΗΠΑ που αναπολούν την εποχή του Ψυχρού Πολέμου (υπάρχουν), σκέφτονται πως, αν τα πράγματα είχαν μείνει σε εκείνη τη φάση, σήμερα θα μπορούσαν να πανηγυρίζουν για «νίκη» στο Αφγανιστάν.

Διότι, σχεδόν οκτώ χρόνια μετά την εισβολή τους εκεί, παρά τις αυτοκαταστροφικές ιδεοληπτικές νευρώσεις των κυβερνήσεων Μπους, βρίσκονται (ελαφρώς) σε λιγότερο κακή κατάσταση απ' ό,τι βρίσκονταν οι Σοβιετικοί μερικά χρόνια μετά τη δική τους εισβολή, έστω και αν το μέλλον διαγράφεται κάθε άλλο παρά ευοίωνο.

Ομως, σήμερα το περιβάλλον δεν επιτρέπει τέτοιου είδους ανόητους παιδιάστικους ανταγωνισμούς, ειδικά σε ένα θέμα που, κατά σχεδόν μεταφυσικό τρόπο, καταφέρνει να παίζει ακούσια καθοριστικό ρόλο στο σύνολο των παγκόσμιων γεωπολιτικών εξελίξεων. Οι έμποροι στην αγορά της Καμπούλ, οι γιδοβοσκοί στα βουνά, οι λαθρέμποροι στα ορεινά περάσματα, οι καλλιεργητές παπαρούνας, ακόμα και οι Ταλιμπάν με τα μαύρα τουρμπάνια, δύσκολα μπορούν να φανταστούν ότι οι ενέργειές τους επηρεάζουν την ανάδυση νέων παγκόσμιων δυνάμεων, όπως η Κίνα και η Ινδία, τη διαμόρφωση του μελλοντικού ρόλου παλαιών δυνάμεων, όπως οι ΗΠΑ, η Ευρώπη και η Ρωσία ή τη διατήρηση και κατακρήμνιση συλλογικών οντοτήτων, όπως το ΝΑΤΟ.

Ο ακούσιος αυτός ρόλος δεν είναι καινούργιος για το Αφγανιστάν. Από τότε που η επέλαση του Τζένγκις Χαν κατέστρεψε τη δυνατότητά του να ενώνει τους γείτονές του μέσω του Δρόμου του Μεταξιού και από τη στιγμή που η βρετανική αυτοκρατορία τού ανέθεσε για πρώτη φορά τον ρόλο να χωρίζει, αποτελώντας ανάχωμα ανάμεσα στην ίδια και την τσαρική Ρωσία, παίρνοντας τη σημερινή του μορφή, το Αφγανιστάν παίζει ρόλο στο διεθνές γεωπολιτικό παιχνίδι, μια χωρίζοντας και μια ενώνοντας τη Νότια Ασία με την Κεντρική Ασία και την Ευρασία και μια χωρίζοντάς τες. Ιδιαίτερα στο διάστημα μετά την αναδίπλωση της βρετανικής αυτοκρατορίας και τη διάσπαση της Ινδίας με τη δημιουργία του Πακιστάν και του Μπανγκλαντές, ο ρόλος αυτός έγινε πολύ πιο περίπλοκος, με αποκορύφωμα τα τελευταία 30 χρόνια πολέμου.

Σήμερα το Αφγανιστάν δεν αποτελεί απλώς ανάχωμα απέναντι στη Ρωσία. Δεν παρέχει μόνο στρατηγικό βάθος στο Πακιστάν, δηλαδή δεν εμπλέκεται μόνο στην αντιπαράθεσή του με την Ινδία και κατ' επέκταση στις σχέσεις της Ινδίας με τις ΗΠΑ και την Κίνα (η οποία, παρεμπιπτόντως, αποκτά όλο και μεγαλύτερο ρόλο, έστω και με χαρακτηριστικά αθόρυβο τρόπο). Δεν παίζει μόνο ρόλο-κλειδί στις σχέσεις Δύσης - Ιράν, ούτε ο ρόλος του περιορίζεται με τη συμμετοχή του στους αλγόριθμους για τον Περσικό Κόλπο. Δεν βρίσκεται, μαζί με το Πακιστάν, μόνο στο επίκεντρο του εξτρεμιστικού ισλαμισμού ή του «ισλαμοφασισμού». Δεν παίζει μόνο καθοριστικό ρόλο στις πυρηνικές ισορροπίες Πακιστάν και Ινδίας. Ούτε αποτελεί μόνο τη λυδία λίθο, στην οποία δοκιμάζεται η ίδια η ύπαρξη μιας συμμαχίας, που ξεκινά χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, του ΝΑΤΟ. Εχει το, σχεδόν μοναδικό παγκοσμίως, προνόμιο να τα κάνει όλα αυτά ταυτοχρόνως.

Με την έννοια αυτήν, οι προεδρικές εκλογές που θα γίνουν την ερχόμενη Πέμπτη στο Αφγανιστάν θα μπορούσαν να έχουν τεράστια διεθνή σημασία, καθώς μόνον οι εκλογές στις ΗΠΑ έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν ίσως περισσότερο τον διεθνή περίγυρο. Και, με την ίδια έννοια, δικαιολογούν αυξημένο ενδιαφέρον ακόμα και στην Ελλάδα, ακόμα και στην καρδιά του Αυγούστου.

Ομως οι πάντες αντιλαμβάνονται ότι, όσο σημαντικές και αν είναι, οι αφγανικές εκλογές στην παρούσα φάση δεν είναι παρά ένα τμήμα της διαμορφούμενης στρατηγικής απεγκλωβισμού από το Αφγανιστάν με την όσο το δυνατόν ταχύτερη «αφγανοποίησή» του. Το κατά πόσον ο νέος πρόεδρος θα αποκτήσει κάποιο ρόλο ευρύτερο από αυτόν του «δημάρχου της Καμπούλ», στον οποίο είχε καταδικάσει τον Χαμίντ Καρζάι η ιδεολογική αναπηρία του Τζορτζ Μπους και των περί αυτόν, εξαρτάται από κατά πόσον η «ρεάλ πολιτίκ» έχει πλέον εδραιωθεί στην Ουάσιγκτον, κατά πόσον υπάρχουν ακόμα περιθώρια αυτή να συγκρατήσει την αποδυνάμωση των αμερικανικών συμμαχιών και της αμερικανικής επιρροής και το κατά πόσον οι χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ θα αντέξουν για πολύ ακόμα τη συνεχή γκρίνια για αύξηση του ρόλου τους στο Αφγανιστάν (ή τουλάχιστον την αποτροπή της μείωσής του).

Παρ' όλα αυτά, ακόμα και για όσους δεν συμμερίζονται την αμερικανική θρησκευτική βεβαιότητα ότι η δημοκρατία (με την έννοια της πραγματοποίησης εκλογών) θεραπεύει πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν, ακόμα και η ίδια η διεξαγωγή των εκλογών παρουσιάζει ενδιαφέρον. Το ενδιαφέρον αυτό δεν το επισημαίνουν τόσο οι δηλώσεις ανωτάτων αξιωματούχων του ΟΗΕ, του ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ, της Βρετανίας και άλλων όσο οι αυξανόμενες επιθέσεις (αυτοκτονίας ή άλλες) των Ταλιμπάν, αλλά και οι εντεινόμενες επιχειρήσεις των αμερικανικών και ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων. Διότι τόσο η διεξαγωγή τους όσο και το αποτέλεσμά τους μπορούν να αποτελέσουν μια ένδειξη της πορείας που θα πάρουν οι προσπάθειες «αφγανοποίησης» του Αφγανιστάν, με τη συνεργασία πολλών δυνάμεων, ανάμεσα στις οποίες και οι μετριοπαθέστεροι Ταλιμπάν.

Με δεδομένο ότι οι δυτικές δυνάμεις θα χρειαστεί να παραμείνουν στο Αφγανιστάν τουλάχιστον για άλλα 20 με 30 χρόνια, όπως λένε ανώτατοι αξιωματικοί των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων (που ξέρουν καλύτερα απ' όλους από τέτοια πράγματα), οι εκλογές της Πέμπτης ίσως δώσουν μια ιδέα για το κάτω από ποιες συνθήκες θα παραμείνουν.

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009

Τι να το κάνουν το μυαλό όταν έχουν... κάμερες

Πριν από μερικές δεκαετίες, όταν πρωτοεμφανίστηκαν οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές χειρός, κυκλοφόρησε μια μικρή αφίσα με τον «Σνούπι», που κρατούσε ένα κομπιουτεράκι στο χέρι του και έλεγε: «Τι να το κάνεις το μυαλό, αν έχεις μπαταρίες».

Σήμερα, εν μέσω συζητήσεων για κάμερες, ΕΥΠικές συσκευές «συνακρόασης» κινητών τηλεφώνων και φακέλωμα του DNA, μπαίνει κανείς στον πειρασμό να αναρωτηθεί αν θα πρέπει να αποδεχθεί τις θεωρίες περί τεχνολογικού ντετερμινισμού και αν θα πρέπει να τις επεκτείνει στον κοινωνικό έλεγχο. Να προβληματιστεί, δηλαδή, για το κατά πόσον η προϋπάρχουσα πρόθεση άσκησης κοινωνικού ελέγχου εξυπηρετείται από τις προσφερόμενες τεχνολογίες ή αν από μόνη της η προσφορά τεχνολογιών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για κοινωνικό έλεγχο δημιουργεί την επιθυμία χρήσης τους. Ταυτοχρόνως όμως αναρωτιέται και για κάτι πολύ πιο απλό: «Τι να το κάνεις το μυαλό αν έχεις όλη αυτή την τεχνολογία στη διάθεσή σου» και, κατ' επέκταση, μήπως ο σχεδόν γραφικός λούμπεν χαφιές του παρελθόντος, με το μουστάκι-ποντικοουρά και το λίγδικο καβουράκι διέθετε περισσότερη ευφυΐα από τον αποχαυνωμένο μπροστά σε μια σειρά οθονών σύγχρονο εντεταλμένο μπανιστιρτζή.

Από την εποχή του Ιταλού εγκληματολόγου Τσέζαρε Λομπρόζο, τον 19ο αιώνα, και την ανάπτυξη των πρώτων βιομετρικών συστημάτων αναγνώρισης, η τεχνολογία έχει επιστρατευτεί για τον κοινωνικό έλεγχο, με την έννοια της επιβολής κανόνων, με την πρόληψη των παραβιάσεων και τη σχετική αύξηση της πιθανότητας εντοπισμού ή σύλληψης των όποιων παραβατών. Η τάση αυτή κορυφώθηκε προς το τέλος του 20ού αιώνα και την αρχή του 21ου, με την εξέλιξη και ωρίμανση τεχνολογιών παρακολούθησης, ελέγχου και βιομετρικής αναγνώρισης, που μετατρέπουν σταδιακά άψυχες συσκευές σε ελεγκτές της ανθρώπινης συμπεριφοράς [από τον ταχογράφο στα φορτηγά, ο οποίος τώρα εμπλουτίζεται με συστήματα GPS που επιτρέπουν την πλήρη παρακολούθηση της κίνησής τους, ώς τα κινητά τηλέφωνα που επιτρέπουν στους γονείς να παρακολουθούν τις κινήσεις των παιδιών τους ή τα προγράμματα γονικού (ή άλλου) ελέγχου στο Διαδίκτυο και αυτά που επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να μετρούν την αποδοτικότητα των υπαλλήλων τους, ακόμη και ώς τις κάρτες που επιτρέπουν στα σουπερμάρκετ να γνωρίζουν περισσότερα για τις συνήθειές σου απ' ό,τι εσύ ο ίδιος].

Στην ιδιωτική σφαίρα, η χρήση τεχνολογίας είναι εξαιρετικά ελκυστική, κυρίως επειδή είναι εντάσεως κεφαλαίου και όχι εργασίας. Για παράδειγμα, ένας γονιός αγοράζει ένα ασύρματο σύστημα παρακολούθησης του μωρού του και έτσι αποδεσμεύεται από την ανάγκη να είναι συνεχώς δίπλα του ή παρακολουθώντας μέσω κινητού τηλεφώνου τις κινήσεις του έφηβου γιου του, νομίζει ότι δεν χρειάζεται να αφιερώσει χρόνο και ενέργεια για να δημιουργήσει μια μακροχρόνια σχέση με το παιδί του ώστε να έχει έγκαιρη ειδοποίηση όταν κάτι πάει στραβά.

Στον βαθμό που παρόμοια κριτήρια κόστους-απόδοσης εισάγονται σταδιακά στον δημόσιο τομέα, η μετατόπιση προς τη χρήση της τεχνολογίας είναι απολύτως λογική. Ενα σύστημα κοινωνικού ελέγχου βασισμένο σε κάμερες, μικρόφωνα, αναγνώριση βιομετρικών δεδομένων, διασύνδεση ηλεκτρονικών αρχείων κ.λπ. είναι έντασης κεφαλαίου, ενώ ένα αντίστοιχης αποτελεσματικότητας σύστημα με επίσημους ή ανεπίσημους πληροφοριοδότες και αναλυτές είναι έντασης εργασίας. Στη βάση αυτή, λογικό είναι το ότι, αν και η ιδέα μιας πανίσχυρης αστυνομίας που γνωρίζει τα πάντα προκειμένου να προστατέψει το ύψιστο αγαθό, δηλαδή το κράτος, κυριάρχησε στη Γαλλία του 18ου αιώνα, η κυριαρχία της τεχνολογίας στον κοινωνικό έλεγχο βρήκε το πλέον πρόσφορο έδαφος στην αγγλοσαξονική λογική, με τη Βρετανία να κατέχει σήμερα τα πρωτεία παγκοσμίως στις κάμερες παρακολούθησης, ενδεχομένως και σε άλλες τεχνολογικές μεθόδους ελέγχου και επιβολής συμμόρφωσης.

Εν μέρει, ως άλλοθι για την όλο και μεγαλύτερη κρατική χρήση τεχνολογίας για τον κοινωνικό έλεγχο προβάλλεται η διαθεσιμότητα των τεχνολογιών προς χρήση από τα επί μέρους άτομα, κάτι υπό όρους ψευδές. Για παράδειγμα, μπορεί το Twitter και το YouTube να χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον πριν από λίγο καιρό στο Ιράν για τον συντονισμό και την επικοινωνία των διαδηλωτών προς τα έξω, όμως αυτή η δυνατότητα βρισκόταν υπό τον απόλυτο έλεγχο δύο εταιρειών. Και ίσως δεν θα παρεχόταν αδιαλείπτως, αν η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν είχε ζητήσει από την Twitter να μη διακόψει την παροχή για την τακτική συντήρηση του συστήματος, όπως ήταν προγραμματισμένο. Μπορεί κάλλιστα να υποθέσει κανείς ότι θα μπορούσε να είχε συμβεί το αντίθετο. Δεν πρόκειται λοιπόν για αντίσταση στην εξουσία και στον έλεγχο, αλλά για αντίσταση σε έναν συγκεκριμένο πόλο εξουσίας και ελέγχου, με την ενδεχόμενη υποταγή σε έναν άλλον, ίσως λιγότερο ευδιάκριτο.

Πέραν αυτού, με ή χωρίς προσχήματα, οι ασκούντες τον έλεγχο εξακολουθούν να διαθέτουν τα κλασικά όπλα. Με το πρόσχημα της παιδεραστίας ή της προστασίας των πνευματικών δικαιωμάτων, προσπαθούν να νομοθετήσουν περιορισμούς στο Διαδίκτυο. Μπορούν να νομοθετήσουν υποχρεώσεις παρόχων (υπηρεσιών δικτύου, κινητής ή σταθερής τηλεφωνίας) να λειτουργούν ως εκπρόσωποι των κρατικών μηχανισμών παρακολούθησης και ελέγχου. Μπορούν ακόμη να καταστήσουν αυτοτελή αδικήματα τη χρήση τεχνολογικών μέσων όταν αυτή είναι προς όφελος του πολίτη (όπως βιντεοσκόπηση ή μαγνητοφώνηση παρανομούντων αστυνομικών ή άλλων κρατικών υπαλλήλων) ή άλλων μέσων τεχνολογικής αντίστασης, όπως οι συσκευές εντοπισμού ραντάρ της Τροχαίας. Μπορούν επίσης να απαγορεύσουν την κατοχή ορισμένων «εξισωτικών» τεχνολογιών από ιδιώτες, με την ίδια λογική που η φεουδαλική Ιαπωνία είχε απαγορεύσει τη χρήση πυρίτιδας και πυροβόλων όπλων, καθώς κάτι τέτοιο θα εξίσωνε την ισχύ των απλών χωρικών με αυτή των σκληρά εκπαιδευμένων στην τέχνη του πολέμου με σπαθί ευγενών σαμουράι.

Ηεξάρτηση από την τεχνολογία παρακολούθησης και ελέγχου συνεπάγεται συνήθως και άλλες εξαρτήσεις, κυρίως από τις πηγές της τεχνολογίας. Είναι ασύνηθες, ο πάροχος μιας τέτοιου είδους τεχνολογίας, είτε ως ιδιώτης είτε ως κρατική οντότητα, να τη διαθέτει σε τρίτους χωρίς να έχει φροντίσει τη δική του θωράκιση απέναντί της ή ακόμη και τη χρήση της εκ μέρους του «από την πίσω πόρτα», ανάλογα με τα συμφέροντά του, τα οποία δεν ταυτίζονται απαραιτήτως πάντα με αυτά του τελικού χρήστη.

Σε ένα άλλο επίπεδο, η χρήση της τεχνολογίας, όπως στην περίπτωση των γιατρών που σταδιακά παραδίδουν τις διαγνωστικές ικανότητές τους σε όλο και πιο σύνθετες τεχνολογίες, οδηγεί σε μια όλο και στενότερη οπτική. Εστιάζοντας στο δέντρο και όχι στο δάσος, απειλεί να οδηγήσει σε μυωπία απέναντι σε ευρύτερα συστημικά πλαίσια και στην αναγνώριση μακροπρόθεσμων τάσεων και επιπτώσεων. Δηλαδή, η προώθηση τεχνολογίας για κοινωνικό έλεγχο με την εκμετάλλευση συγκυριών ανασφάλειας είναι αντιπαραγωγική. Ακόμη και όταν (και για όσους) ο κοινωνικός έλεγχος είναι το ζητούμενο.