Δευτέρα 20 Ιουλίου 2009

Ιοί (και συνωμοσίες) στα μέτρα του καθενός

Είναι σαν τα ρατσιστικά ανέκδοτα. Ο κορμός παραμένει ο ίδιος, αλλά σε κάθε χώρα αλλάζει το υποκείμενο, ανάλογα με τις τοπικές προκαταλήψεις ή τις απλές συνήθειες. Το ίδιο ανέκδοτο που, εκτός πολιτικής ορθότητας, στις ΗΠΑ αναφέρεται σε Πολωνούς, στη Γαλλία αναφέρεται στους Βέλγους, στην Ελλάδα στους Πόντιους, στην Ιταλία στους καραμπινιέρους κ.λπ. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τις θεωρίες συνωμοσίας.

Τις τελευταίες μέρες στην Ελλάδα κυκλοφόρησε και αναπαράχθηκε από ορισμένα ιστολόγια μια τέτοια θεωρία συνωμοσίας, που αναφέρεται στην πανδημία γρίπης. Χωρίς ιδιαίτερη πρωτοτυπία, στο επίκεντρό της βρίσκονται η Λέσχη Μπίλντερμπεργκ και οι «Ιλουμινάτι». Για να υπάρξει και το τοπικό στοιχείο, περιγράφεται πως στην τελευταία συνάντηση της Λέσχης, στη Βουλιαγμένη, μοιράστηκε στους συμμετέχοντες ένα σχέδιο εξόντωσης των δύο τρίτων του παγκόσμιου πληθυσμού μέσω της διοχέτευσης ενός ιού γρίπης που θα προκαλέσει πανδημία, αυτή που τώρα εξελίσσεται. Υποτίθεται ότι με κάποιο τρόπο αυτό θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των μελών της Λέσχης Μπίλντερμπεργκ, αν και δεν είναι απολύτως σαφές το πώς.

Αντιθέτως, πολύ πιο σαφής είναι η παραλλαγή που κυκλοφορεί στις ΗΠΑ στον χώρο της φανατικής εθνικιστικής άκρας Δεξιάς. Εκεί θεωρείται δεδομένο ότι η νέα γρίπη αποτελεί έμπνευση της λέσχης Μπίλντερμπεργκ και των «Ιλουμινάτι», προκειμένου να δικαιολογηθούν μαζικοί εμβολιασμοί, οι οποίοι θα χρησιμοποιηθούν ως όχημα για τη δηλητηρίαση όσο το δυνατόν μεγαλύτερου ποσοστού του πληθυσμού των ΗΠΑ. Ετσι, με τον αμερικανικό πληθυσμό εκτός μάχης, ο ΟΗΕ θα καταφέρει να καταλάβει τις ΗΠΑ, σκλαβώνοντας και σβήνοντας τη μοναδική σπίθα ελευθερίας που απομένει στον κόσμο.

Στον κόσμο της συνωμοσιολογίας, έστω και λιγότερο νοσηρής, κινδυνεύει να πέσει σήμερα όποιος προσπαθεί να προβλέψει τις γεωπολιτικές επιδράσεις που μπορεί να έχει η νέα πανδημία, ακόμα και το αν θα έχει σημαντικές τέτοιες επιδράσεις. Η μοναδική εμπειρία στην οποία μπορεί να στηριχτεί μια τέτοια πρόβλεψη είναι η πανδημία της «ισπανικής γρίπης» του 1918-19 με τα 50 εκατομμύρια θύματα, που όμως αναφέρεται σε ένα τελείως διαφορετικό παγκόσμιο περιβάλλον. Σε μικρότερο βαθμό, μπορεί να αναζητηθεί αναλογία με την «ασιατική γρίπη» του 1957-58 και τη «γρίπη του Χονγκ Κονγκ» του 1968-69.

Αν ξεπεράσει κανείς τη βασική αβεβαιότητα, αυτή που αναφέρεται στην έκταση και το βάθος της πανδημίας (δηλαδή τόσο τον αριθμό όσων νοσήσουν όσο και τον αριθμό των περιστατικών κάποιας βαρύτητας και των θανάτων), η επόμενη αβεβαιότητα προέρχεται από την ιδιαιτερότητα της συγκυρίας. Η σημερινή πανδημία έρχεται σε μια στιγμή σοβαρής διεθνούς οικονομικής κρίσης και είναι εξαιρετικά δύσκολη η εκτίμηση της επίδρασης που θα μπορούσε να έχει.

Κινδυνολογικά, μπορεί κανείς να υποθέσει ότι η νόσηση ώς και του 50% του πληθυσμού μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στη λειτουργία της οικονομίας, όπως ακούγεται τον τελευταίο καιρό. Ομως πρέπει να ληφθούν υπόψη και άλλες παράμετροι, όπως το γεγονός ότι το ποσοστό του πληθυσμού που θα νοσήσει δεν θα το κάνει ταυτοχρόνως αλλά κλιμακωτά, σε εβδομαδιαίες -πάνω κάτω- περιόδους, έστω και αν υπάρξουν φάσεις ιδιαίτερης έξαρσης. Οπως δείχνει η εμπειρία μαζικής απουσίας εργαζομένων από την εργασία τους (π.χ. Αύγουστος στην Ελλάδα) η οικονομία δεν καταρρέει.

Το ιστορικό παράδειγμα της «ισπανικής γρίπης» του 1918-19 καθησυχάζει. Τότε, σε ολόκληρο τον κόσμο πέθαναν πάνω από 50 εκατομμύρια άνθρωποι. Μόνο στις ΗΠΑ πέθαναν σε μερικούς μήνες 675.000 και μάλιστα, λόγω της ιδιαιτερότητας της «ισπανικής γρίπης», να πλήττει περισσότερο νέους και υγιείς, το μεγαλύτερο ποσοστό ήταν από 20 ώς 40 ετών, ανήκαν δηλαδή στο πλέον παραγωγικό τμήμα του πληθυσμού. Το προσδόκιμο επιβίωσης για εκείνη τη γενιά μειώθηκε κατά 10 χρόνια εξαιτίας της γρίπης. Τι πιο φυσιολογικό από το συγκλονιστεί η οικονομία και να πέσει το χρηματιστήριο; Και όμως. Το χρηματιστήριο ανέβηκε. Από τον Σεπτέμβριο του 1918 ώς τον Απρίλιο του 1919, ο δείκτης Ντάου Τζόουνς αυξήθηκε κατά 12,1%. Παρόμοια συμπεριφορά έδειξε το χρηματιστήριο και στις δύο άλλες, πολύ μικρότερης έκτασης πανδημίες, του 1957-58 και του 1968-69.

Το 1989, οι οικονομολόγοι καθηγητές Ντέιβιντ Κάτλερ, Τζέιμς Ποτέρμπα και Λόρενς Σάμερ ξεκίνησαν μια έρευνα, για να αποδείξουν ότι σημαντικά, μη οικονομικά γεγονότα επηρεάζουν το χρηματιστήριο. Ξεκίνησαν από την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ και έφτασαν μέχρι το κραχ του 1987, μελετώντας την επίδραση 49 χωριστών σημαντικών γεγονότων. Το αποτέλεσμα ήταν να αποδείξουν το τελείως αντίθετο από αυτό που αποτελούσε την αρχική τους υπόθεση. Αναγκάστηκαν να παραδεχθούν ότι υπάρχει «εντυπωσιακά μικρή επίδραση των μη οικονομικών ειδήσεων».

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει μια πολύ σημαντική διαφορά με την περίοδο του 1918-19. Τότε η πανδημία της γρίπης ήρθε σε μια στιγμή ευφορίας και οικονομικής ανάκαμψης με το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Δεν ισχύει το ίδιο σήμερα ή μάλλον σήμερα ισχύει το αντίθετο. Ετσι, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να προβλεφθεί ότι η πανδημία της γρίπης δεν θα έχει σοβαρή επίδραση στη διεθνή οικονομία. Η μόνη ασφαλής εκτίμηση είναι ότι δεν είναι απαραίτητο να υπάρξει μια τέτοια επίπτωση.

Σχετικά ασφαλές, είναι να προβλεφθεί και ότι οι επιπτώσεις της όποιας έκτασης πανδημίας δεν θα είναι ίδιες για όλους και, με την έννοια αυτή, μπορεί να έχουν και κάποιες γεωπολιτικές συνέπειες. Προφανώς, οι δυνατότητες των πλούσιων αναπτυγμένων κρατών με τα αναπτυγμένα συστήματα υγείας να αντιμετωπίσουν και να ανασχέσουν την πανδημία είναι πολύ μεγαλύτερες απ' ό,τι αυτές των φτωχών υπό ανάπτυξη χωρών. Δεν είναι ξεκάθαρο αν αυτό θα μπορούσε να έχει γεωπολιτικές επιπτώσεις, εκτός από συγκριμένες περιπτώσεις. Ενα παράδειγμα αποτελεί η Ρωσία, όπου το προσδόκιμο επιβίωσης είναι ήδη αντίστοιχο τριτοκοσμικών χωρών και το δημογραφικό, μαζί με το εντεινόμενο οικονομικό πρόβλημα αποτελεί σοβαρό παράγοντα αστάθειας.

Οπως και με την οικονομική κρίση, σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος παίζει η ψυχολογία. Σε πολλές περιπτώσεις, η χρηματοοικονομική κρίση διαμόρφωσε μια αλλαγή ψυχολογίας και μια αλλαγή συμπεριφοράς που, με τη σειρά τους, έφεραν στην επιφάνεια οικονομικά προβλήματα που χρόνιζαν, όσο δεν γίνονταν αντιληπτά από τους πολλούς. Κάτι παρόμοιο δεν αποκλείεται να συμβεί και με τη πανδημία της γρίπης.

Θα μπορούσε, για παράδειγμα, στους πληθυσμούς των αναπτυγμένων κρατών να διαμορφωθεί μια ψυχολογία περιχαράκωσης για να αποφευχθεί η μετάδοση της λοίμωξης. Αν αυτή επηρεάσει πρακτικές όπως η αντιμετώπιση των κυμάτων νόμιμης και παράνομης μετανάστευσης, μπορεί να δημιουργηθούν σοβαρές πιέσεις με γεωπολιτικές επιπτώσεις.

Ομως, οι επιπτώσεις δεν είναι αυτόματες και αναπόδραστες. Διότι ο μεγάλος κίνδυνος δεν είναι η γρίπη, αλλά το ενδεχόμενο πανικόβλητων ή λαϊκίστικων αντιδράσεων, τροφοδοτούμενων από την εσχατολογία και τη συνωμοσιολογία των αδαών.


Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009

ΗΠΑ-ΡΩΣΙΑ: γνωστοί από παλιά, στη νέα γειτονία

Το 2009, η επίσκεψη ενός προέδρου των ΗΠΑ στη Μόσχα, έστω και αν αυτός είναι ένας «σούπερ σταρ» όπως ο Μπαράκ Ομπάμα, δεν αποτελεί τη συγκλονιστική είδηση που ήταν κάποτε.

Παρ' όλα αυτά, το μεγαλύτερο μέρος του διεθνούς Τύπου αφιερώνει τμήμα τουλάχιστον της πρώτης του σελίδας στην τριήμερη επίσκεψη που ξεκινά σήμερα, περιγράφοντας, περισσότερο ή λιγότερο γλαφυρά, στις μέσα σελίδες την αμηχανία που τη συνοδεύει.

Το βρετανικό περιοδικό «Εκόνομιστ» δείχνει στο εξώφυλλο τον Μπαράκ Ομπάμα να μπαίνει, ελαφρώς χαζοχαρούμενα, στο στόμα της ρωσικής αρκούδας, για να τονίσει, όπως οι περισσότεροι συντηρητικοί αναλυτές στις ΗΠΑ και αλλού, ότι τα χαμόγελα, η ρητορική δεινότητα και η καλή διάθεση που προσπαθεί να δείξει ο ακόμα νέος πρόεδρος των ΗΠΑ ή ο ουιλσονιανός ιδεαλισμός, με τον οποίο χρωματίζει τη στάση του στην εξωτερική πολιτική δεν αρκούν για μια ουσιαστική προσέγγιση.

Επισημαίνουν ακόμα τις αδυναμίες της άλλης πλευράς, την οποία περιγράφουν ως μια χώρα σε βαθειά κρίση ταυτότητας, με τεράστια οικονομικά προβλήματα, λόγω του συνδυασμού της διεθνούς οικονομικής κρίσης με την εξάρτηση της οικονομίας από την εξαγωγή πρώτων υλών, οι τιμές των οποίων έχουν πέσει (πετρέλαιο-αέριο). Βλέπουν μια κοινωνία που κυριολεκτικά αποδεκατίζεται από τα υψηλά επίπεδα φτώχειας και συνακόλουθης θνησιμότητας, ένα περιβάλλον διαφθοράς που γιγαντώνεται, ακολουθώντας τη διαμόρφωση μιας νέας «νομενκλατούρας» και εξαθλιωμένα τμήματα του πληθυσμού να χορταίνουν προσωρινά από μια όλο και σε μεγαλύτερη αφθονία προσφερόμενη λαϊκιστική και εθνικιστική δίαιτα.

Ομως, η Ρωσία δεν είναι μόνον αυτά, όπως και ο Ομπάμα δεν είναι μόνον ο αγαθιάρης ιδεαλιστής, όπως προσπαθούν κάποιοι να τον παρουσιάσουν - κάτι που προσπαθεί και ο ίδιος να διαψεύσει, με κινήσεις όπως η νέα επίθεση στο Αφγανιστάν. Και, ακόμα περισσότερο, οι σχέσεις ανάμεσα στη Ρωσία και τις ΗΠΑ έχουν να κάνουν με πολύ ουσιαστικότερα πράγματα από την απλή περιπτωσιολογία της «αντιπυραυλικής ασπίδας», του περιορισμού των πυρηνικών όπλων ή της σχέσης της Γεωργίας και της Ουκρανίας με το ΝΑΤΟ.

Ηαναγκαιότητα μιας νέας συνεννόησης ανάμεσα σε δύο χώρες ηπειρωτικού μεγέθους, με τη Ρωσία να εκτείνεται σε δύο ηπείρους και τις ΗΠΑ να βρέχονται από δύο ωκεανούς, προκύπτει από την αλλαγή της παλίρροιας που θυμίζει τη μετατόπιση ισχύος που έγινε στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ξεκίνησε η διαδικασία μετατόπισης της παγκόσμιας ηγεμονίας από την Ευρώπη προς τις αναδυόμενες ΗΠΑ. Η μετατόπιση της ισχύος από τη μία στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού οδήγησε σε μια εποχή κατάρρευσης αυτοκρατοριών και σε δεκαετίες οδυνηρών σπασμών προσαρμογής.

Οπως η βλαπτική επίδραση του καπνίσματος ή η ανθρωπογενής υπερθέρμανση της ατμόσφαιρας, έτσι και η τεκτονική αυτή μετατόπιση περνάει σταδιακά τις άμυνες της ανθρώπινης διάνοιας (όπως η άρνηση), για να φτάσει στην τελική αποδοχή της πραγματικότητας. Η πρωτοφανής έκταση αλλά και το βάθος της αλλαγής εξακολουθούν να δυσχεραίνουν την πλήρη κατανόησή της. Διότι, πλέον, δεν πρόκειται για τη μετατόπιση από τη μία πλευρά του Ατλαντικού στην άλλη, αλλά για την πλήρη εγκατάλειψη του Ατλαντικού και τη μεταφορά του κέντρου ισχύος σε έναν άλλο ωκεανό, τον Ειρηνικό. Μια μετατόπιση τόσο μεγάλη, που συνεπάγεται εν τέλει την πλήρη αλλαγή του παγκόσμιου αξιακού συστήματος.

Σε αντίθεση με τη φυλακισμένη στον Ατλαντικό Ωκεανό Ευρώπη, τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ρωσία είναι λιγότερο δεσμευμένες από τη γεωγραφία αλλά και από την πολιτισμική ταυτότητα. Η πραγματικότητα είναι γι' αυτές λιγότερο τραυματική, κάτι που σημαίνει ότι χρειάζονται λιγότερο το ψυχολογικό βάλσαμο της άρνησης.

Οι ΗΠΑ βρέχονται από τον Ειρηνικό όσο και από τον Ατλαντικό και μπορούν να κοιτάξουν προς την Ασία με την ίδια ευκολία που κοιτάζουν προς την Ευρώπη. Πολιτισμικά, η δημογραφία έχει φροντίσει, ώστε ήδη να διαμορφωθεί μια συλλογική ταυτότητα που γεφυρώνει τους δύο ωκεανούς και μπορεί εύκολα να ρίξει το βάρος της από τη μία ή την άλλη πλευρά. Η Ρωσία, ιππαστί σε δύο ηπείρους, την Ευρώπη και, κυρίως, την Ασία, χάρη στον Μέγα Πέτρο, βρέχεται από τον Ειρηνικό Ωκεανό, ενώ αγκαλιάζει ολόκληρη την Ασία. Οσο για την πολιτισμική της ταυτότητα και τα ασιατικά στοιχεία που περιλαμβάνει, δεν έχει κανείς παρά να ρωτήσει τους κατοίκους της Πετρούπολης για τους Μοσχοβίτες...

Ο Μπαράκ Ομπάμα δεν μπαίνει σήμερα στο στόμα της ρωσικής αρκούδας που είναι έτοιμη να τον καταβροχθίσει. Πέρα από τις περιπλοκές που επιβάλλουν οι συγκυρίες, ακόμα και οι προσωπικότητες, κάνει ένα βήμα περισσότερο στη χορογραφία που, σίγουρα όχι ευθύγραμμα, θα διαμορφώσει ένα νέο modus vivendi ανάμεσα στις δύο χώρες, με διαφορετικά απ' ό,τι μέχρι σήμερα σημεία αναφοράς.

Η ανησυχία και η αμηχανία προέρχονται περισσότερο από την Ευρώπη, ως ήπειρο και ως νοοτροπία. Η οποία υποψιάζεται πως μέσα από την επουλωτική ρητορική του ο πρόεδρος των ΗΠΑ με τις λιγότερες προσωπικές ευρωπαϊκές καταβολές κοιτάζει πέρα από την ευρωπαϊκή ήπειρο. Και ότι για τη Ρωσία η Ευρώπη είναι, μακροπρόθεσμα, απλώς μια ενεργειακή αγορά που, αγοράζοντας ρωσικό πετρέλαιο και αέριο, χρηματοδοτεί την επέκταση προς την κατεύθυνση που πραγματικά έχει σημασία, προς τον Ειρηνικό.


Δευτέρα 8 Ιουνίου 2009

Ευρωπαϊκή ψήφος και αγανάκτηση in rem

Τις περισσότερες φορές είναι απολαυστική η συζήτηση με κάποιον ξένο διπλωμάτη που μόλις ξεκινά τη θητεία του στην Ελλάδα και βρίσκεται ακόμα υπό την επήρεια του πολιτισμικού σοκ.

Καθώς κάνει τις πρώτες διερευνητικές επαφές του, σε μια προσπάθεια να καταλάβει, ή τουλάχιστον να καταγράψει, τις ελληνικές «μοναδικότητες», η αναζήτηση τρόπων να του τις εξηγήσεις με όρους και αναλογίες που μπορεί να καταλάβει λειτουργεί σχεδόν ψυχαναλυτικά και σίγουρα αμφίδρομα, με επιβράβευση τη στιγμή που η -συνήθως έκπληκτη- έκφραση του προσώπου του δείχνει ότι κατάλαβε.

Μια τέτοια στιγμή ήρθε πριν από λίγες μέρες στο πρόσωπο ενός νεοαφιχθέντος διπλωμάτη που προσπαθούσε -ματαίως- να καταλάβει τη σχέση του Ελληνα με το ελληνικό κράτος και τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζει την πολιτική της εκπροσώπηση. Βοηθούσης της επικαιρότητας, η λάμψη της κατανόησης ήρθε μετά την απρόσεκτη επισήμανση, μεταξύ αστείου και σοβαρού, ότι υπάρχουν πολλά κοινά με τον τρόπο που πολλοί Ευρωπαίοι αντιμετωπίζουν την Ευρωπαϊκή Ενωση: ως κάτι το ξεκομμένο από τους ίδιους, σχεδόν εχθρικό, το οποίο όμως μπορεί να απομυζηθεί, να άρει τις αμαρτίες όλων και στο οποίο οφείλεται κάποιος βαθμός υπερήφανης αντίστασης.

Είναι αλήθεια ότι η σοβαρότητα της συζήτησης επέβαλλε μια άμεση υποχώρηση από την ακραία αυτή απλούστευση, η οποία όμως άνοιξε τον δρόμο σε μια παραγωγική κουβέντα για τις ευρωεκλογές και στην αναζήτηση περισσότερων αναλογιών, η οποία σήμερα, την επομένη των ευρωεκλογών, με τα αποτελέσματα ανά την Ευρώπη να είναι ήδη γνωστά, ίσως δεν έχει νόημα.

Κάποια στοιχεία του αποτελέσματος, όμως, μπορούν να προβλεφθούν με σχετική ακρίβεια, χωρίς η πρόβλεψη αυτή να κινδυνεύει σήμερα με γελοιοποίηση: είναι βέβαιο ότι σε ολόκληρη την Ευρώπη όσοι ψήφισαν, θα έχουν ψηφίσει κυρίως με εθνικά κριτήρια. Και, στις περισσότερες περιπτώσεις, τα κριτήρια αυτά είναι το εξής ένα: η διαμαρτυρία.

Στα Βαλκάνια, δηλαδή στη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Ελλάδα, αλλά και στη Βρετανία, η διαμαρτυρία μπορεί να εκφράζει περισσότερο απ' ό,τι αλλού την αγανάκτηση για τη διαφθορά. Σε άλλες χώρες μπορεί να εκφράζει αγανάκτηση για την οικονομική κρίση και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται από τις κυβερνήσεις. Ομως η αγανάκτηση είναι πανταχού παρούσα, άσχετα αν είναι στοχευμένη ή όχι. Δεν απουσιάζει ούτε από τις χώρες όπου δεν υπάρχουν a priori αθωωθέντες πολιτικοί και ακροβατούντες εισαγγελείς για να προσωποποιήσουν τους στόχους της αγανάκτησης. Πρόκειται περί μιας ευρύτερης, γενικευμένης, in rem (κατά παντός υπευθύνου) αγανάκτησης, που ξεπερνά την περιστασιακή συμπτωματολογία και αναφέρεται στη βασική αίσθηση αποσύνδεσης της πολιτικής από τη σύγχρονη πραγματικότητα.

Πέραν των συχνά απλουστευτικών αναφορών στο «δημοκρατικό έλλειμμα», προσπαθώντας να εξηγήσουν τη συνεχώς χαμηλή συμμετοχή των πολιτών στις ευρωπαϊκές διαδικασίες, με κορυφαία αυτή των ευρωεκλογών, πολλοί επιστήμονες επισημαίνουν δύο βασικά στοιχεία: τις θεσμικές δομές και τον βαθμό της πόλωσης. Η συμμετοχή των πολιτών, διαπιστώνουν, είναι ευθέως ανάλογη της σαφήνειας και της απλότητας ενός πολιτικού συστήματος. Οι έρευνες έχουν δείξει πως η συμμετοχή είναι συνήθως μεγαλύτερη σε προεδρικές εκλογές, όπου η επιλογή είναι ουσιαστικά μεταξύ δύο ατόμων. Μειώνεται στις βουλευτικές εκλογές και ακόμη περισσότερο στις περιφερειακές. Το χαοτικό θεσμικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με το κουβάρι των εξουσιών και αρμοδιοτήτων, αποθαρρύνει από μόνο του τη συμμετοχή των πολιτών, έστω και αν δεν συνοδευόταν από το «δημοκρατικό έλλειμμα». Αν συνδεθεί με την έλλειψη «πόλωσης», άρα και οπαδικού ενδιαφέροντος, σε μια Ευρωπαϊκή Ενωση όπου κυριαρχεί παντού η λογική του συμβιβασμού και της δημόσιας παρουσίασης μιας εικόνας συναίνεσης, γίνεται εύκολα αντιληπτό γιατί στις ευρωεκλογές ψηφίζουμε εθνικά.

Αυτό όμως δεν εξηγεί από μόνο του γιατί η ψήφος με εθνικά κριτήρια συνοδεύεται από τόσο μεγάλη αγανάκτηση, που τροφοδοτεί παντού την ψήφο αποχής ή την ψήφο διαμαρτυρίας. Δεν εξηγεί γιατί, μεσούσης της λεγόμενης «κρίσης του καπιταλισμού», παρά τα τοπικά συγκυριακά σκαμπανεβάσματα, διατηρείται αναλλοίωτη η συνολική ισχύς των συντηρητικών δυνάμεων.

Ηεξήγηση ίσως βρίσκεται στην ευρύτερη τάση που, στην εξαχρειωμένη βαλκανική της εκδοχή, συνοψίζεται στο δίλημμα ανάμεσα στα «Παπαγαλάκια» και στο «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα». Την αγωνιώδη προσπάθεια να εφευρεθεί αντικείμενο πόλωσης εν μέσω μιας γενικευμένης εν τω βάθει πολιτικής απορίας απέναντι στο περιβάλλον.

Ο Ελληνας που προτίμησε χθες την παραλία από την κάλπη δίνει τις ίδιες εξηγήσεις με οποιονδήποτε άλλο Ευρωπαίο πολίτη που έκανε το ίδιο. Το «επειδή δεν πρόκειται τίποτα να αλλάξει» ή το «όλοι ίδιοι είναι» μπορεί να προκαλεί τη βίαιη αντίδραση των επαγγελματιών της πολιτικής, εκφράζει όμως μια πραγματικότητα: την παντελή απουσία οποιασδήποτε συγκροτημένης περιγραφής της σημερινής πραγματικότητας, πόσο μάλλον κάποιας σύγχρονης πρότασης που θα μπορούσε να εκφραστεί ιδεολογικά και να προσφέρει τη δυνατότητα ελκυστικής πόλωσης πέραν του σημερινού επιπέδου χυδαιότητας των κύριων κομματικών δυνάμεων ή του περιφερειακού αμήχανου ρομαντικού αναχρονισμού.

Με τη λογική αυτή, οι χθεσινές ευρωεκλογές είχαν πολύ μεγαλύτερη πολιτική σημασία από τις εκλογές επιλογής διαχειριστή, δηλαδή τις εθνικές εκλογές, επιτρέποντας την εξαγωγή ευρύτερων συμπερασμάτων. Με την προϋπόθεση ότι αναγνωρίζεται η αποσύνδεση της πολιτικής από τα απογυμνωμένα κομματικά συστήματα νομής της εξουσίας.


Δευτέρα 25 Μαΐου 2009

Το δημοκρατικό έλλειμμα δεν είναι μόνο ευρωπαϊκό

Την τελευταία φορά, το ενδιαφέρον για εκλογές εκτός εθνικών ορίων ήταν συγκλονιστικό, η αγωνία έσφιγγε ολόκληρη την Ευρώπη και το αποτέλεσμα πυροδότησε οπαδικές εκρήξεις χαράς σε όποιες πλατείες ευρωπαϊκών πόλεων είχαν στηθεί γιγαντοοθόνες.

Οι Ευρωπαίοι πολίτες ήξεραν -ή έστω πίστευαν- ότι το αποτέλεσμα των εκλογών είχε μεγάλη σημασία για το μέλλον τους.

Σε αντίθεση με τις αμερικανικές εκλογές του περασμένου Νοεμβρίου, οι επικείμενες ευρωεκλογές ελάχιστα ενδιαφέρουν τους Ευρωπαίους πολίτες, με εξαίρεση εκείνους που, μέσω αυτών, έχουν να στείλουν μηνύματα με την ελπίδα ότι αυτή τη φορά θα μπορέσουν να διαπεράσουν τον έμφυτο αλλά και καλά γυμνασμένο παχυδερμισμό των κυρίαρχων εθνικών πολιτικών δυνάμεων που συνήθως κάνουν ότι δεν ακούν. Πέραν αυτού, ουδέν.

Για την ανά τετραετία προϊούσα αδιαφορία των Ευρωπαίων πολιτών για τις ευρωεκλογές (φέτος μόνο το 30% είναι ο κοινοτικός μέσος όρος των ενδιαφερομένων) έχει κατηγορηθεί κατά κόρον το «δημοκρατικό έλλειμμα» της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Από εκεί προκύπτει το -αφελές αν δεν είναι ρητορικό- ερώτημα, γιατί η αδιαφορία των Ευρωπαίων ψηφοφόρων να αυξάνεται σήμερα που το Ευρωκοινοβούλιο, δηλαδή οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι, έχει αποκτήσει μεγαλύτερες αρμοδιότητες, ακόμα και το δικαίωμα βέτο σε ορισμένες περιπτώσεις. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι λίγο μετά τη συγκρότησή του, το νέο Ευρωκοινοβούλιο μπορεί να ασκήσει βέτο στη δεύτερη θητεία του Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο στην προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αν μάλιστα η Ιρλανδία επικυρώσει τη συνθήκη της Λισαβόνας σε ένα καινούργιο δημοψήφισμα μέχρι το τέλος του χρόνου, ίσως κληθεί να ψηφίσει και για τον νέο πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αυτόν που θα αντικαταστήσει τη σημερινή κυλιόμενη εξαμηνιαία προεδρία της Ε.Ε., ίσως και τον νέο «υπουργό Εξωτερικών» της Ευρωπαϊκής Ενωσης που θα πάρει τη θέση του σημερινού ύπατου εκπροσώπου εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, Χαβιέρ Σολάνα.

Ομως, οι πάντες γνωρίζουν ότι ο μέγας Ποντίφιξ (γεφυροποιός) των Αζορών και νυν Μπαρόζο ο Εντρομος (φοβάται ακόμα και τη σκιά του, βλέποντας παντού τρομοκράτες έτοιμους να τον σκοτώσουν) φυτεύτηκε στην ηγεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής λόγω της εξυπηρέτησης προς τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους, και τις παραφυάδες του στην Ευρώπη (δες Τόνι Μπλερ) με τη σκηνοθεσία της συνάντησης των Αζορών προκειμένου να προωθηθεί η εισβολή στο Ιράκ. Οι ίδιοι (οι πάντες) ξέρουν ότι παρόμοια πορεία ακολούθησε και ο Χαβιέρ Σολάνα, δίνοντας εξετάσεις προ δεκαετίας ως γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, την εποχή που οι ΝΑΤΟϊκές βόμβες έπεφταν στη ραδιοτηλεόραση του Βελιγραδίου. Γνωρίζουν ότι την περασμένη εβδομάδα ο Σολάνα συνόδευε τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, στην περιοδεία του στα Βαλκάνια, αόρατος έστω και ως ξεναγός. Και ξέρουν ότι ο Αμερικανός αντιπρόεδρος και όχι ο Ευρωπαίος εκπρόσωπος (και αν το έκανε ποιος θα του έδινε σημασία) διαβεβαίωνε για στήριξη της πορείας των βαλκανικών χωρών προς την Ευρωπαϊκή Ενωση.

Ξέρουν ακόμα ότι η ψήφος τους στις ευρωεκλογές δεν θα αλλάξει πολλά πράγματα ακόμα και εκεί που το Ευρωκοινοβούλιο έχει αποκτήσει κάποιες ουσιαστικές αρμοδιότητες, καθώς, όπως και στα εθνικά Κοινοβούλια, οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται απαραίτητα στην αίθουσα της Ολομέλειας αλλά πολύ συχνά στα κομματικά γραφεία. Το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα έχει ήδη εκφράσει την υποστήριξή του προς τον Μπαρόζο, που προσπαθεί να μην ενοχλήσει κανέναν, δηλαδή να μην κάνει το παραμικρό. Την υποστήριξή τους στο πρόσωπό του έχουν εκφράσει ήδη ανοιχτά και οι Σοσιαλιστές Ισπανίας, Πορτογαλίας και Βρετανίας (και όχι τόσο ανοιχτά οι υπόλοιποι), κάτι που σημαίνει ότι είναι βέβαιο πως και το Κόμμα Ευρωπαίων Σοσιαλιστών δεν πρόκειται να προτείνει εναλλακτικό υποψήφιο.

Πέραν όλων αυτών, η ανυπαρξία ευρωπαϊκών κομμάτων (εκτός ίσως του «αντιευρωπαϊκού» Λίμπερτας, που όμως δεν κατάφερε να αναπτυχθεί πανευρωπαϊκά, όπως σχεδίαζε) σημαίνει ότι η ψήφος στις ευρωεκλογές σηκώνει όλο το φορτίο των εθνικών πολιτικών διαρθρώσεων και της διευρυνόμενης (αλλού περισσότερο αλλού λιγότερο) διάστασής τους από τη ζωντανή κοινωνική πραγματικότητα. Τα σκάνδαλα στην Ελλάδα και η αγανάκτηση με τους λογαριασμούς των βουλευτών στη Βρετανία, η ευρύτερη απαξίωση της «κομματικής» πολιτικής, μετράνε πολύ περισσότερο από αναφορές στο Ευρωκοινοβούλιο, ακόμα και όταν αυτές ξεπερνάνε διαβεβαιώσεις τύπου «η πολιτική είναι προσφορά» με τις οποίες ατυχείς διορισμένοι από τα κόμματα ευρωβουλευτές απαντάνε αναγκαστικά σε ερωτήσεις σχετικά με την παραμονή τους ή όχι στις Βρυξέλλες, γνωρίζοντας και οι ίδιοι ότι έτσι τροφοδοτούν τη σαρκαστική φαντασία της πλειονότητας των ακροατών τους.

Ως αντίδραση στην εθνική και όχι στην ευρωπαϊκή ασφυξία, η ψήφος στις ευρωεκλογές ανέκαθεν προωθούσε νέες πολιτικές εκφράσεις. Το 1984 έδωσε την πρώτη εκλογική επιτυχία στο γαλλικό Εθνικό Μέτωπο του Ζαν Μαρί Λεπέν και στους Πράσινους της Γερμανίας. Το 2004 πρόσφερε στο βρετανικό Κόμμα της Ανεξαρτησίας την πρώτη σημαντική κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Οι πολιτικές αυτές δυνάμεις, κάνοντας το ντεμπούτο τους στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή, ακολούθησαν στη συνέχεια αρκετά σημαντική πορεία στο εθνικό πολιτικό τοπίο των χωρών τους.

Με αυτή τη λογική, ίσως οι ευρωεκλογές αποτελούν μια ευκαιρία προόδου, με την έννοια της εισαγωγής νέων παραμέτρων, όσο μικρή, δειλή και ατελής και αν είναι. Διότι δίνει μια, έστω ελάχιστη, ευκαιρία να σπάσει ο συντηρητικός νάρθηκας των κατεστημένων πολιτικών εκφράσεων που, με νύχια και με δόντια, προσπαθούν να διατηρήσουν παγωμένο το πολιτικό τοπίο αποτρέποντας με κάθε μέσο την είσοδο νέων παικτών στο κεντρικό γήπεδο.


Δευτέρα 27 Απριλίου 2009

Οι 100 μέρες για «την ψυχή» των ΗΠΑ

Κανείς δεν θα μπορούσε να ικανοποιήσει όλες τις προσδοκίες ή να επουλώσει όλες τις πληγές, πόσω μάλλον μέσα σε 100 μέρες.

Καθώς ο Μπαράκ Ομπάμα συμπληρώνει αυτή την εβδομάδα 100 μέρες στον Λευκό Οίκο, έχει κάνει περισσότερα μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα από οποιονδήποτε άλλο πρόεδρο των ΗΠΑ στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα της πρώτης προεδρικής του θητείας. Ομως δεν είναι αρκετό για να εξαφανίσει το αίσθημα του ανικανοποίητου που εξακολουθεί να αιωρείται στις ΗΠΑ και διεθνώς.

Είναι αλήθεια ότι σε μερικές χώρες, όπως στην Ελλάδα, ένας πρόεδρος των ΗΠΑ θα χαρακτηριζόταν ανεπιφυλάκτως καλός, μόνον αν, στις πρώτες μέρες, αν όχι τις πρώτες ώρες μετά την ανάληψη της εξουσίας, ανακοίνωνε την πλήρη διάλυση της Ενωσης. Αν δηλαδή γινόταν ένας στιγμιαίος Γκορμπατσόφ, χωρίς τις καθυστερήσεις και τις ατελέσφορες προσπάθειες του τελευταίου προέδρου της ΕΣΣΔ να σώσει ό,τι μπορούσε να σωθεί στη χώρα του.

Το ενδιαφέρον είναι ότι για κάποιους συμπατριώτες του ο Ομπάμα κάνει ακριβώς αυτό. Βάζει τις ΗΠΑ στον δρόμο της καταστροφής. Οι ίδιοι που έκλαιγαν (στην κυριολεξία!) όταν το Κογκρέσο περνούσε τα μέτρα για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και εκείνοι θεωρούσαν ότι η χώρα παραδίδεται στον κομμουνισμό, βλέπουν τώρα την καταστροφή να έρχεται και τους εχθρούς να περνάνε μέσα από τα τείχη, με την υπόθεση της επίσημης αποκάλυψης έστω και υπό όρους, έστω και μέρους, των βασανιστηρίων που είχε εγκρίνει η κυβέρνηση Μπους. Πόσω μάλλον όταν αρχίζει να διαφαίνεται το ενδεχόμενο άσκησης ποινικών διώξεων στελεχών των κυβερνήσεων Μπους.

Στην περίπτωση αυτήν ο Μπαράκ Ομπάμα, αν και κατ' αρχήν πρόθυμος να αποκαλύψει τον εγκληματικό αμοραλισμό της περιόδου Μπους, αν μη τι άλλο για να σηματοδοτήσει και να διακηρύξει διεθνώς την αλλαγή, δείχνει να σύρεται από τη δυναμική που αναπτύσσεται στο ενδεχόμενο άσκησης ποινικών διώξεων, κάτι που αρχικά ίσως δεν επιθυμούσε.

Μια παρόμοια εικόνα ή μάλλον την αίσθηση ότι η πολιτική Ομπάμα δεν είναι πλήρως διαμορφωμένη και ότι σε μεγάλο βαθμό αποτελείται από αυτοσχεδιασμούς (που κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά συχνά δοκιμάζονται από την πραγματικότητα) δίνουν πολλά από τα συστατικά της, ιδίως σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική. Χαρακτηριστική η περίπτωση της πρώτης ευρωπαϊκής επίσκεψής του, κατά την οποία η υποστήριξη των Ευρωπαίων για το Αφγανιστάν ήταν χλιαρότερη του αναμενόμενου, κάτι που, όπως περιγράφει στην «Ε» του περασμένου Σαββάτου ο Δημήτρης Δήμας, οδήγησε τον Ομπάμα σε μια σχεδόν παρορμητική και μεγαλύτερη του προσχεδιασμένου αναβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας.

Μια διαφορετική οπτική θα αντικαθιστούσε τις λέξεις «αυτοσχεδιασμός» και «παρόρμηση», με τις «ευελιξία» και «προσαρμοστικότητα», κάτι που ενδεχομένως θα ήταν πιο κοντά στην πραγματικότητα και τις προκλήσεις που διαμορφώνει ένα ριζικά διαφορετικό περιβάλλον.

Κατ' αρχάς, ό,τι και να κάνει ο Μπαράκ Ομπάμα για να αποκαταστήσει το ηθικό κύρος και τον διεθνή ρόλο των ΗΠΑ, αυτό που οι Αμερικανοί αρέσκονται να χαρακτηρίζουν «αμερικανική ηγεσία», έχει να αντιμετωπίσει τα νέα αντισώματα που έχει δημιουργήσει στη διεθνή κοινότητα ο εμβολιασμός της με δύο δόσεις αμερικανικής προεδρίας του Τζορτζ Μπους. Στη συνέχεια έχει να αντιμετωπίσει έναν αμερικανικό πολιτικό πολιτισμό, που παραδοσιακά αντιστέκεται σε οποιονδήποτε συμβιβασμό απαιτείται για την ανάληψη συλλογικών πρωτοβουλιών σαν και αυτές που απαιτούνται στις σημερινές συνθήκες.

Ταυτοχρόνως, η εκκίνηση του σημερινού οικονομικού χάους από τις ΗΠΑ ή από τις αμερικανικής εμπνεύσεως οικονομικές πρακτικές αποδυναμώνει θεαματικά κάθε ιδέα «αμερικανικής ηγεσίας» στη διεθνή οικονομία. Η ανάδυση άλλων ισχυρών διεθνών παικτών, όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση και η Κίνα, μειώνει τη σχετική ισχύ των ΗΠΑ. Η δημιουργία και σταθεροποίηση περιφερειακών οργανισμών και θεσμών, στους οποίους οι ΗΠΑ ούτε καν συμμετέχουν, ιδίως σε περιοχές που θα πρωταγωνιστήσουν στο μέλλον, όπως η Ασία, δυσχεραίνουν τους χειρισμούς της Ουάσιγκτον.

Ομως, η πορεία σε όλους τους τομείς θα κριθεί, κατά πάσαν πιθανότητα, από την έκβαση δύο διαδικασιών που αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε εξέλιξη. Η μία αφορά το εσωτερικό των ΗΠΑ και είναι η διαδικασία «για να ξαναβρούμε την ψυχή της χώρας μας», όπως γράφει στους «Τάιμς της Νέας Υόρκης» ο νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν. Είναι η υπόθεση του Γκουαντάναμο, των βασανιστηρίων, του απόλυτου αμοραλισμού που συνεχίζει να εκφράζει ο πρώην αντιπρόεδρος Ντικ Τσένι, επιμένοντας ότι τα βασανιστήρια νομιμοποιούνται εκ του αποτελέσματος, δηλαδή από τις πληροφορίες που αποκτήθηκαν. Χωρίς την αίσθηση κάποιας, έστω ατελούς, κάθαρσης, οποιαδήποτε προσπάθεια «ηγεσίας» των ΗΠΑ ξεκινά υπονομευμένη.

Η δεύτερη διαδικασία αφορά το διεθνές πεδίο και είναι αυτή που βρίσκεται σε εξέλιξη στο Πακιστάν και στην περιοχή γύρω του. Η πολιτική των ΗΠΑ έχει οδηγήσει την κυβέρνηση της χώρας να πλησιάζει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η κυβέρνηση Καρζάι στο Αφγανιστάν, που στην πραγματικότητα απλώνει την εξουσία της στην Καμπούλ (και όχι σε όλες τις γειτονιές της). Μόλις την περασμένη εβδομάδα, οι Ταλιμπάν, ελέγχοντας ουσιαστικά για όσο διάστημα ήθελαν πόλη 80 χιλιόμετρα από το Ισλαμαμπάντ, έκαναν μια επίδειξη της ικανότητάς τους να ασκούν μεγαλύτερο έλεγχο από αυτόν της πακιστανικής κυβέρνησης.

Το Πακιστάν και η χώρα που αποτελεί το «στρατηγικό βάθος του», το Αφγανιστάν, αποτελούν αυτή τη στιγμή κομβικό σημείο για τις διεθνείς εξελίξεις, άρα και για την αμερικανική πολιτική. Δεν είναι μόνο το ότι διαθέτει πυρηνικά όπλα ως αντίβαρο στα πυρηνικά της Ινδίας. Είναι το ότι η εξομάλυνση της κατάστασης στην περιοχή είναι αποφασιστικής σημασίας για την πορεία όλων των κρίσιμων εξελίξεων στην περιοχή που ορίζεται από την Κεντρική Ασία και τους δύο ωκεανούς, τον Ινδικό και τον Ειρηνικό. Εκεί που οι πάντες και όχι μόνον οι ΗΠΑ θα δοκιμαστούν στο μέλλον. Και ελπίζεται η δοκιμασία να είναι μόνον πολιτική.


Δευτέρα 6 Απριλίου 2009

Η αμοιβαιότητα και το μέλλον του ΝΑΤΟ

Η Ελλάδα αποφασίζει να πάρει μέτρα τόνωσης για τη ραχοκοκκαλιά της ευρωπαϊκής οικονομίας, την αυτοκινητοβιομηχανία, έστω και αν η ίδια δεν παράγει αυτοκίνητα.

Η Τουρκία καταλήγει τελικά να ψηφίσει ως νέο γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ τον Αντερς Φογκ Ρασμούσεν, αίροντας τις όποιες επιφυλάξεις προέβαλε, ειλικρινά ή προσχηματικά.

Και στις δύο περιπτώσεις η λέξη-κλειδί είναι αυτή που χαρακτηρίζει κάθε μορφή διεθνούς (ή άλλης) σχέσης, η «αμοιβαιότητα», αυτό που κάποιοι θα έλεγαν «το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δυο το πρόσωπο» ή θα χαρακτήριζαν ως «παζάρι».

Κάποιες φορές, όπως στην περίπτωση της Τουρκίας και του νέου γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ, η «αμοιβαιότητα» έχει άμεσο χαρακτήρα, όπως δείχνει και η δήλωση του Μπαράκ Ομπάμα στην Πράγα έπειτα από λίγες ώρες, και έτσι το παζάρι γίνεται πιο σκληρό και χυδαίο. Η μία ή η άλλη πλευρά (μερικές φορές και οι δύο) απαιτεί να της καταβληθεί αμέσως και «στο χέρι» το αντίτιμο και «υποχωρεί» μόνον όταν και η άλλη πλευρά αποδείξει ότι οι υποχωρήσεις είναι όντως «αμοιβαίες».

Σε άλλες περιπτώσεις, όπως αυτή της Ελλάδας και της Ε.Ε., η ατμόσφαιρα είναι σαφώς πιο κομψή και πολιτισμένη. Η υποχώρηση ή η προσφορά της μίας πλευράς δεν γίνεται απαραίτητα με την προσδοκία άμεσου ανταποδοτικού οφέλους. Συχνά χρησιμοποιείται για να δείξει καλή θέληση, για να οικοδομήσει ένα θετικό κλίμα ή για να διώξει την αρνητική ενέργεια που έχει συσσωρευθεί. Οσο για το αντίτιμο, όποτε και αν έρθει, η αξία του είναι σχετική και εξαρτάται από τη σημασία που έχει για την κάθε πλευρά τη συγκεκριμένη στιγμή.

Αυτό το κλίμα κομψής «αμοιβαιότητας», που συχνά εκχυδαΐζεται σε παζάρι, επέτρεψε στο ΝΑΤΟ να γιορτάσει το Σάββατο τα 60ά γενέθλιά του. Κανονικά, με την αρτιμέλειά του να αποκαθίσταται με την επιστροφή της Γαλλίας στο στρατιωτικό σκέλος και με την είσοδο δύο νέων μελών, της Αλβανίας και της Κροατίας, η γιορτή θα έπρεπε να είναι μια έκρηξη χαράς. Η ξινίλα της Αγγέλας Μέρκελ απέναντι στον αγενώς τηλεφωνούντα Μπερλουσκόνι, τα τσαλιμάκια της Τουρκίας για τον γενικό γραμματέα, οι διαδηλώσεις στο Στρασβούργο και τη γειτονική γερμανική Κελ δεν θα μπορούσαν να καλύψουν το πανηγύρι για μια Συμμαχία που στα 40 της κέρδισε τον Ψυχρό Πόλεμο, για να αποδειχθεί στη συνέχεια περιζήτητη νύφη για τους μνηστήρες που στριμώχνονται στην πόρτα της.

Αν στα 40 και στα 50 του το ΝΑΤΟ κατάφερε να κρατηθεί, έστω και αμήχανα, στα πόδια του μέσα σε ένα ευμετάβλητο μεταβατικό περιβάλλον, στα 60 του δοκιμάζεται από την αμηχανία της προσαρμογής του σε έναν νέο κόσμο, όπου παγιώνονται τεκτονικές αλλαγές στη διεθνή δομή και καταρρέουν σχέσεις ισχύος που καθόρισαν δεκαετίες, ακόμα και αιώνες. Ανάμεσά τους δοκιμάζεται έντονα η αρχή της «αμοιβαιότητας», που αποτέλεσε τη βάση της Συμμαχίας και εκφράστηκε από το άρθρο 5 της Συνθήκης της Ουάσιγκτον. Με αντικειμενικό σκοπό να συνδέσει την ασφάλεια της Βόρειας Αμερικής με αυτή της Ευρώπης και να διασφαλίσει μια σταθερή και ελεγχόμενη σχέση με τη Ρωσία.

Σε κανένα από τα κείμενα δεν διατυπώνεται η ερμηνεία, το πνεύμα με το οποίο αυτή η «αμοιβαιότητα» γινόταν αντιληπτή στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Αυτή η διαφορά αντίληψης είναι που δοκιμάζει το ΝΑΤΟ τα τελευταία χρόνια, όταν οι ανατροπές στην ανατολική Ευρώπη και τη Ρωσία αφαίρεσαν το κεντρικό στοιχείο που καθόριζε μια κοινή αντίληψη της «αμοιβαιότητας». Εκεί που ήταν σχεδόν αυτονόητο ότι «αμοιβαιότητα» σήμαινε προπάντων ότι η Δυτική Ευρώπη πρόσφερε το αρχικό ανάχωμα απέναντι στον «κίνδυνο εξ ανατολών» και η Βόρεια Αμερική θα έσπευδε για την προστασία του, τα πράγματα μπλέχτηκαν όταν οι ΗΠΑ επικαλέστηκαν την αμοιβαιότητα για να ζητήσουν την αλληλεγγύη των συμμάχων τους και το μπλέξιμο αυτό γίνεται πλέον εξαιρετικά ορατό στην περίπτωση του Αφγανιστάν.

Ο συλλογικός ψυχισμός της κυβέρνησης Μπους στρίμωξε το ΝΑΤΟ στη γωνία του Αφγανιστάν, καθιστώντας το θέμα της ασιατικής χώρας καθοριστικής σημασίας για το μέλλον του Οργανισμού, έστω και αν δεν είναι το κομβικό στοιχείο για τη μακροπρόθεσμη πορεία του. Το ΝΑΤΟ δεν μπορεί να εγκαταλείψει το Αφγανιστάν «με την ουρά στα σκέλια», δεν μπορεί να αγνοήσει την εντολή του ΟΗΕ, αλλά και δεν μπορεί να «νικήσει», ενώ δοκιμάζεται συνεχώς η εσωτερική συνοχή του από τον διαφορετικό βαθμό προθυμίας των χωρών - μελών να συμμετάσχουν στην αποστολή. Μοναδική επιλογή, να διαμορφώσει μια σταδιακή απεμπλοκή που θα σώσει τα προσχήματα, κάτι προς το οποίο φαίνεται να στοχεύει ήδη η νέα αμερικανική ηγεσία.

Ομως, αν ξεπεραστούν οι τοξικές επιδράσεις του, το ίδιο το Αφγανιστάν μπορεί να αποτελέσει τον δρόμο μέσα από τον οποίο το ΝΑΤΟ θα εξασφαλίσει τον εορτασμό και των 70ών γενεθλίων του. Οπως γράφει στο «The World Today» ο πρεσβευτής της Ρωσίας στο ΝΑΤΟ, Ντμίτρι Ρογκόζιν, «μια ήττα του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν θα οδηγήσει τη συμμαχία σε μια απόλυτη κρίση. Εμείς (η Ρωσία) δεν θέλουμε μια τέτοια ήττα. Θέλουμε ένα ΝΑΤΟ που λειτουργεί σε πλήρη αρμονία με την εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας, να περιορίσει την απειλή που αποτελούν οι Ταλιμπάν και άλλα εξτρεμιστικά στοιχεία για όλους, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας και των γειτόνων της...».

Το Αφγανιστάν, αν δεν καταστρέψει το ΝΑΤΟ, μπορεί να του επιτρέψει να προχωρήσει στον επόμενο μετασχηματισμό του, στη βάση πολλαπλών «αμοιβαιοτήτων». Να εστιάσει στο επόμενο σημείο παγκόσμιας έντασης, την ευρύτερη περιοχή του Ινδικού Ωκεανού, εμπλουτίζοντας το δυναμικό του με τη συνεργασία της Ρωσίας και του Ιράν. Στη βάση των αμοιβαίων συμφερόντων, φυσικά.


Δευτέρα 23 Μαρτίου 2009

«Αριστα στα προφορικά» βάζει και το Ιράν στον Ομπάμα

Ενας πρόεδρος, και μάλιστα ο πρόεδρος των ΗΠΑ, δεν συνηθίζει να εκτίθεται, εκτός αν έχει απεμπολήσει την όποια ευφυΐα του χάριν της ιδεοληψίας, όπως ο Μπους, και περιστοιχίζεται από συμβούλους «Ταλιμπάν» (όπως και πάλι ο Μπους). Για ό,τι και αν μπορεί κάποιος να κατηγορήσει τον Μπαράκ Ομπάμα, δύσκολα μπορεί, επί του παρόντος, να διακρίνει την τύφλωση της πίστης ή της ιδεολογίας στον ίδιο ή στους συνεργάτες του. Το τηλεοπτικό του μήνυμα προς το Ιράν, την περασμένη εβδομάδα, είναι βέβαιο ότι αποτελεί τμήμα και έκφραση μιας λογικά δομημένης ανάλυσης και όχι σποραδικών συναισθηματικών εξάρσεων.

Κατ' αρχάς είναι ο χρόνος. Την ευκαιρία για το μήνυμα έδωσε η ιρανική «πρωτοχρονιά», που συμπίπτει με την εαρινή ισημερία. Από την οπτική της Ουάσιγκτον, ο χρόνος είναι ιδανικός. Απέχει όσο χρειάζεται από την ανάληψη των καθηκόντων από τον νέο πρόεδρο, ώστε να δώσει εγκαίρως το στίγμα της διαφορετικότητάς του στην προσέγγιση της Τεχεράνης. Ταυτοχρόνως απέχει όσο χρειάζεται από τις ιρανικές εκλογές του Ιουνίου, ώστε να τροφοδοτηθεί η εσωτερική ιρανική πολιτική ζύμωση, που εκτιμάται ότι οδηγεί σε παραγκωνισμό τού θρησκοληπτικού / ιδεοληπτικού λαϊκιστικού οδοφράγματος που εκφράστηκε από τον πρόεδρο Αχμαντινετζάντ (με περίεργες ομοιότητες προς τον ταλιμπανισμό του Τζορτζ Μπους). Συμπίπτει επίσης με τις ζυμώσεις για σχηματισμό νέας κυβέρνησης στο Ισραήλ, με διαφαινόμενη τη σκλήρυνση της στάσης σε όλα τα μέτωπα, συμπεριλαμβανομένου και του Ιράν.

Για τους ίδιους λόγους, ο χρόνος είναι ιδανικός και για την πλευρά του Ιράν, όχι απαραίτητα για την Τεχεράνη, αλλά για την Κομ, όπου εδρεύει η ύπατη ηγεσία της χώρας, περί τον αγιατολλάχ Αλί Χαμενεΐ. Οπως όλα τα επιτυχημένα πολιτικά ή θρησκευτικά ανώτατα «ιερατεία», αυτό που καθοδηγεί την ιρανική κοινωνία δείχνει να αντιλαμβάνεται ότι οι θρησκείες και οι ιδεολογίες αποτελούν εξαιρετικό εργαλείο κοινωνικού και πολιτικού ελέγχου, φθάνει οι χειριστές του να κρατούν μια ψύχραιμη απόσταση και να μην παρασύρονται.

Η ουσιαστική απάντηση στην τηλεοπτική χειρονομία Ομπάμα ήρθε από την ομιλία του πνευματικού ηγέτη του Ιράν, δηλαδή του ύπατου ηγέτη της χώρας. Χωρίς ιδιαίτερες ιδεοληπτικές εξάρσεις, ακόμη και χωρίς την ολάνθιστη ανατολίτικη ρητορική, που συχνά γεννά παρεξηγήσεις στα δυτικά αυτιά, είπε το αυτονόητο, αυτό που ήδη έχει αναφερθεί σχετικά με τον Ομπάμα: «Αριστα στα προφορικά», κάτι που σημαίνει «να δούμε την πράξη». Κρατώντας από την Ανατολή τη διαφορετική ανάγνωση του χρόνου, απαραίτητο συστατικό του «παζαριού», ζήτησε από τις ΗΠΑ έργα και όχι μόνο λόγια. Εδειξε προς την κατεύθυνση των κυρώσεων κατά της Τεχεράνης -τόσο εκ μέρους του ΟΗΕ όσο και εκ μέρους των ΗΠΑ. Εδειξε επίσης την άνευ όρων, ουσιαστικά τυφλή υποστήριξη των ΗΠΑ προς το Ισραήλ.

Οπως συχνά συμβαίνει στο φλερτ, η απάντησή του ήταν ένα «ίσως», με τη γλώσσα του σώματος να στέλνει θετικά μηνύματα. Η επισήμανση ότι το Ιράν «δεν έχει εμπειρία τής νέας αμερικανικής κυβέρνησης και του νέου Αμερικανού προέδρου, θα τους παρατηρήσουμε και θα κρίνουμε», αποτελεί σημείο-κλειδί στη χορογραφία των δύο πλευρών. Δηλώνει ότι το Ιράν είναι διατεθειμένο να προσεγγίσει το θέμα χωρίς προκαταλήψεις, αφήνοντας πίσω τραύματα και παρεξηγήσεις του παρελθόντος... αν βρει σχετική ανταπόκριση.

Η πλήρης αναστροφή της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στο Ισραήλ είναι προφανές ότι δεν είναι κάτι που η Τεχεράνη (ή μάλλον η Κομ) περιμένει να δει από τη μια μέρα στην άλλη, αν και η εισαγωγή μιας, έστω και μικρής, δόσης εκλογίκευσης δεν μπορεί να αποκλειστεί.

Αυτό που μπορεί να λειτουργήσει ως «ανθοδέσμη» στο φλερτ, είναι οι κυρώσεις που έχουν επιβληθεί κατά της Τεχεράνης και τις οποίες ο Μπαράκ Ομπάμα φρόντισε να ανανεώσει για άλλον ένα χρόνο, λίγες μόνον ώρες πριν στείλει το τηλεοπτικό του μήνυμα στο Ιράν. Κατά μια οπτική, κράτησε κάτι, για να μπορέσει να το προσφέρει στον κατάλληλο χρόνο.

Στις διεθνείς σχέσεις, οι δημόσιες δηλώσεις σπάνια είναι ασύνδετες με την παρασκηνιακή διπλωματία. Στις περισσότερες περιπτώσεις αποτελούν απλώς την κορυφή ενός παγόβουνου, που εμφανίζεται στην επιφάνεια μόνο και μόνο για να διευκολύνει, να επιταχύνει ή να δρομολογήσει την εφαρμογή όσων έχουν ήδη συζητηθεί μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

Η συγκεκριμένη ομιλία του Μπαράκ Ομπάμα δείχνει να έχει ένα τέτοιο ρόλο. Εστειλε διεθνώς το μήνυμα για τις προθέσεις της Ουάσιγκτον. Αλλά, κυρίως, έδωσε την ευκαιρία στην ηγεσία του Ιράν, αυτή που πραγματικά μετράει, να κάνει τις δικές της δημόσιες δηλώσεις και μ' αυτές να «μαντρώσει» τις διάφορες φωνές που θα μπορούσαν να ακουστούν από την Τεχεράνη, ιδίως εν μέσω προεκλογικής περιόδου.

Οι δύο πρωταγωνιστές μπορούν έτσι να συνεχίσουν παρασκηνιακά τις πρόβες της χορογραφίας τους, αντιμετωπίζοντας όσο το δυνατόν λιγότερους περισπασμούς και περιορίζοντας την ανάγκη συχνότερης εμφάνισής τους, πριν είναι πλήρως προετοιμασμένοι. Η θεαματική πρεμιέρα θα πρέπει ίσως να αναμένεται μετά τις ιρανικές εκλογές του Ιουνίου, όταν θα έχουν δρομολογηθεί και άλλες εξελίξεις σε διπλανές «σκηνές», όπως στο Αφγανιστάν, το Πακιστάν, τη Συρία και την Τουρκία.

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2009

«Reset» και επανεκκίνηση του διεθνούς λειτουργικού συστήματος

Αν ο Τζορτζ Μπους έφυγε από τον Λευκό Οίκο σχεδόν αδιάφορος για τη γενική χλεύη, πεπεισμένος ότι θα δικαιωθεί από την Ιστορία, όσοι του εύχονταν να πάει «στον αγύριστο» ελπίζουν πως η Ιστορία θα καταχωρήσει την 8ετία Μπους ως μια παράκαμψη στη φυσιολογική της πορεία, ως μια παροδική νευρική κρίση ή ως μια παροδική αστοχία του λειτουργικού συστήματος, που συνήθως λύνεται με μια απλή επανεκκίνηση του υπολογιστή.

Η λογική αυτή, σε ό,τι αφορά ένα κεντρικό τμήμα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και κορυφαίο στοιχείο διεθνούς γαιο-πολιτικής, τις σχέσεις ΗΠΑ - ΝΑΤΟ - Ρωσίας, διατυπώθηκε εξαιρετικά περιγραφικά από τον ίδιο τον πρόεδρο των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα, ο οποίος δήλωσε την περασμένη εβδομάδα πως «πρέπει να κάνουμε επαναφορά συστήματος ή να επανεκκινήσουμε τη σχέση» και διατύπωσε την ελπίδα μιας «εποικοδομητικής σχέσης, μέσα στην οποία μπορούμε να προχωρήσουμε στη βάση του σεβασμού και του αμοιβαίου συμφέροντος».

Τα ίδια είπε ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν, τα ίδια η υπουργός Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον, παρόμοια ο πρόεδρος της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζί και ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Γιάπ ντε Χόοπ Σέφερ (που την Πέμπτη αποφάσισε την «επανεκκίνηση» των απ' ευθείας συνομιλιών του με τη Ρωσία). Σε παρόμοιο μήκος κύματος και ο πρόεδρος της Ρωσίας Ντμίτρι Μεντβιέντεφ, που θα συναντηθεί με τον Ομπάμα στις 2 Απριλίου.

Με τόσα δάχτυλα να πατάνε το κουμπί που γράφει «Reset», το κεντρικό λειτουργικό σύστημα των διεθνών σχέσεων προσπαθεί να προχωρήσει σε επανεκκίνηση «από την τελευταία ασφαλή ρύθμιση». Και η τελευταία ρύθμιση που κουτσά-στραβά λειτουργούσε για κάποιους, ήταν αυτή προ της αρχικής προσβολής του συστήματος από τον ιδεοληπτικό ιό Μπους και την πυροδοτική ανάδρασή του με τον εξ ίσου ιδεοληπτικό ιό Αλ Κάιντα μετά την 11η Σεπτεμβρίου.

Εκείνη την εποχή, φαινόταν να πλησιάζει μια πολύ στενή συνεργασία ανάμεσα στις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ από τη μία και τη Ρωσία από την άλλη. Τόσο στενή, που πολλοί συζητούσαν τη δημιουργία μιας κοινής διοίκησης ΝΑΤΟ - Ρωσίας, με έδρα στο ρωσικό έδαφος, που θα ήταν έτοιμη να αναλάβει δράση σε έκτακτες περιπτώσεις.

Μια τέτοια ιδέα πρωτοεμφανίστηκε ανεπισήμως το 1996 σε σχετική έκθεση του αμερικανικού γενικού επιτελείου, για να διαμορφωθεί στην πρόταση που έκανε τον Φεβρουάριο του 1997 η τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάντλεν Ολμπράιτ, για τη δημιουργία μιας «ταξιαρχίας ΝΑΤΟ - Ρωσίας» για την ανάληψη ειρηνευτικών επιχειρήσεων.

Οπως λέει ο τότε αξιωματικός πληροφοριών του γενικού επιτελείου της KFOR, συνταγματάρχης Πίτερ Ζβεκ, το 2002, ο βοηθός υπουργός Εξωτερικών για διεθνή θέματα και για θέματα ασφαλείας Φράνκλιν Κρέιμερ, επανέφερε την πρόταση μιας κοινής ταξιαρχίας, «που μπορεί να αποτελεί τμήμα της εκστρατευτικής δύναμης του ΝΑΤΟ». Αν και επισήμως η Ρωσία ουδέποτε απάντησε ευθέως σε κάτι τέτοιο, κατά τα χρόνια που πέρασαν το Κρεμλίνο επέτρεψε να συμβούν δύο αδιανόητα μέχρι τότε πράγματα, προς την κατεύθυνση της διαμόρφωσης κοινών πρωτοβουλιών ΝΑΤΟ - Ρωσίας: Ουσιαστικά αποδέχθηκε την επιχειρησιακή υποστήριξη των ΝΑΤΟϊκών και αμερικανικών δυνάμεων στο Αφγανιστάν από βάσεις στο έδαφος πρώην σοβιετικών Δημοκρατιών και τον πρωτοφανή σιδηροδρομικό εφοδιασμό τους από την Ευρώπη μέσω του ρωσικού σιδηροδρομικού δικτύου. Ετσι, για πρώτη φορά η Ρωσία όχι μόνον αποδέχθηκε εμπράκτως τη λογική των ΝΑΤΟϊκών επιχειρήσεων «εκτός περιοχής» και μάλιστα στο «εγγύς εξωτερικό», αλλά και τη στήριξε, παρέχοντας ακόμα και σχετικές πληροφορίες στις ΝΑΤΟϊκές δυνάμεις.

Η ψυχοπαθολογία της κυβέρνησης Τσένι - Μπους και η έκφρασή της ιδίως στη Γεωργία, στην Ουκρανία και στην ευρωπαϊκή αντιπυραυλική ασπίδα, καθώς και στην υπόθεση του Κοσσυφοπεδίου αλλά και στην αντιμετώπιση του Ιράν, υπονόμευσε μια πορεία που έδειχνε να κατευθύνεται από κοινά συμφέροντα, δηλαδή από την πραγματικότητα. Γι' αυτό και η σημερινή συζήτηση περί «επανεκκίνησης» τροφοδοτείται από όλες τις πλευρές.

Ομως, το πλέον διαδεδομένο λειτουργικό σύστημα στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές προειδοποιεί ότι: «Η επαναφορά συστήματος δεν επηρεάζει τα έγγραφα, τις εικόνες ή άλλα προσωπικά δεδομένα και η διεργασία είναι αναστρέψιμη». Την περασμένη εβδομάδα όλες οι πλευρές έδειξαν μεγάλη προθυμία να ξεπεράσουν τις πρόσφατες «καταχωρήσεις» της Γεωργίας και να ερευνήσουν τρόπους διαγραφής ή τροποποίησης εκείνων που αφορούν την αντιπυραυλική ασπίδα, ενδεχομένως συνδέοντάς τις με τον φάκελο του Ιράν.

Κάποιες άλλες εγγραφές όμως δεν διαγράφονται εύκολα, όπως η αλλαγή του πολιτικού περιβάλλοντος στη Ρωσία επί Πούτιν και οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης. Οι τελευταίες ίσως και να διευκολύνουν την «επανεκκίνηση». Με τις ΗΠΑ να παλεύουν για να επιπλεύσουν στην οικονομική καταιγίδα και τη Ρωσία να χάνει το έδαφος (την υψηλή τιμή του πετρελαίου) κάτω από τα πόδια της, τόσο η Μόσχα όσο και η Ουάσιγκτον υποχρεούνται σε μεγαλύτερο ρεαλισμό.

Ο ρεαλισμός με τη σειρά του πιέζει τόσο τις ΗΠΑ όσο και τη Ρωσία προς την επείγουσα αντιμετώπιση της αστάθειας στην Κεντρική Ασία, κάτι που μοιραία περνάει από τη σταθεροποίηση του Αφγανιστάν και του Πακιστάν. Και, με τους ιούς των ιδεοληψιών να καταδιώκονται από το «antivirus» της αναγκαιότητας, η συνεργασία ΗΠΑ, Ρωσίας, Ιράν και των διαλλακτικότερων Ταλιμπάν ήδη έχει δρομολογηθεί με τη συμβολή και της Τουρκίας. Στο διάστημα μέχρι τη συνάντηση Ομπάμα - Μεντβιέντεφ, στις 2 Απριλίου, θα οργανωθούν οι τεχνικές λεπτομέρειες.

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2009

Θα πουν «όχι» στο κακομαθημένο παιδί;

Ο Αμερικανός αξιωματούχος προσπαθούσε να περιγράψει τις προθέσεις της κυβέρνησης Ομπάμα απέναντι στο Ισραήλ και τον τρόπο με τον οποίο θα αλλάξει η στάση της Ουάσιγκτον απέναντί του. Διευκρίνισε ότι η στάση θα είναι πάντα φιλική, όμως τώρα θα έχει περισσότερο τον χαρακτήρα αυτής ενός γονιού, που πρέπει να λέει και μερικά «όχι» στο παιδί του, «για το καλό του». Μόνο που το παιδί, το οποίο ανέκαθεν περνούσε μια δύσκολη εφηβεία, έχει αρχίσει να το ρίχνει στα «σκληρά» και δεν δείχνει ιδιαιτέρως συνεργάσιμο.

Ομως και ο «γονιός» δεν βρίσκεται στην καλύτερη κατάσταση, μετά την τραγική 8ετία Μπους. Σε ό,τι αφορά τη Μέση Ανατολή, η πολιτική της Ουάσιγκτον, από το 2001, όχι μόνο διατήρησε τις ΗΠΑ στον ρόλο του κληρονόμου κάθε σφάλματος που έκαναν και άφησαν πίσω τους οι αποικιακές γαλλικές και βρετανικές δυνάμεις και της συνακόλουθης αγανάκτησης, αλλά έκανε ό,τι μπορούσε για να τα μεγεθύνει.

Μπορεί η ομάδα Τσένι - Μπους και νεο-συντηρητικών να μη βρίσκεται πια στην κυβέρνηση των ΗΠΑ, όμως στην κυβέρνηση του Ισραήλ ετοιμάζεται να μπει, ενδεχομένως ως πρωθυπουργός, ο άνθρωπος που ταυτίστηκε περισσότερο με τη λογική τους ή μάλλον υπήρξε ένας από τους βασικούς συνδιαμορφωτές της. Ο Μπινιαμίν Νετανιάχου, όπως και αν βγει από το μετεκλογικό παζάρι για τον σχηματισμό κυβερνητικού συνασπισμού, υπόσχεται να δυσκολέψει το έργο της κυβέρνησης Ομπάμα, που θα είναι αναγκασμένη να ξοδεύει μεγαλύτερο μέρος του δυναμικού της για να προφυλάσσεται από τις τρικλοποδιές.

Επί κυβερνήσεων Τσένι - Μπους, η Ουάσιγκτον είχε κολλήσει τον μεσανατολικό ιό, που προκαλεί αδυναμία ανάπτυξης καινοτόμου στρατηγικής σκέψης ή, τουλάχιστον, αδυναμία διάσπασης του συναισθηματικού ναρκοπεδίου της περιοχής από πολιτικές ελίτ, που δεν μπορούν να σκεφτούν πέρα από τις επόμενες εκλογές και την εξυπηρέτηση των εκλογικών τους συμφερόντων (παράδειγμα, η πρόσφατη προεκλογική ισραηλινή επίθεση στη Λωρίδα της Γάζας).

Ο Νετανιάχου, συχνά αποκαλούμενος με το αμερικανότροπο Μπέντζαμιν αντί του εβραϊκού Μπινιαμίν ή Μπίμπι, βρισκόταν ανέκαθεν σε πλήρη πνευματική ταύτιση με τους διαμορφωτές της πολιτικής Μπους ή, μάλλον, αυτοί βρίσκονταν σε πλήρη ταύτιση μαζί του και με τους συντηρητικότερους Ισραηλινούς αναλυτές και τους εκπροσώπους τους στις ΗΠΑ. Το παγωμένο βλέμμα του και η προεκλογική δήλωσή του πως «το Ιράν δεν πρόκειται να αποκτήσει ποτέ πυρηνικά όπλα, τελεία και παύλα», ταυτίζονταν πλήρως με τη λογική Μπους για την πλήρη απομόνωση του Ιράν, αλλά και των θεωρούμενων ως συμμάχων του, συμπεριλαμβανομένης της Συρίας και, φυσικά, της Χεζμπολάχ. Η κυβέρνηση Μπους (και ο Μπίμπι) ήταν αντίθετη στις ειρηνευτικές συνομιλίες του Ισραήλ με τη Συρία και πιστή στην πάγια λογική της «όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας» και... όποιος είναι εναντίον μας μπορεί να βομβαρδιστεί.

Η λογική της κυβέρνησης Ομπάμα είναι διαφορετική, όχι μόνο σε ό,τι αφορά το «όχι» στο κακομαθημένο παιδί. Η μεγαλύτερη δοκιμασία της διαφοράς αυτής αναμένεται να προέλθει από την υπόθεση του Ιράν, το οποίο αποτελεί, για τους περισσότερους Ισραηλινούς πολιτικούς, την πλέον άμεση στρατηγική απειλή για τη χώρα τους. Ολα αυτά με τη βαριά συναισθηματική επιπλοκή που προκαλεί η κυρίαρχη άποψη περί «υπαρξιακής απειλής» και η οποία μπορεί να ωθήσει το Ισραήλ σε μονομερή δράση, αν δεν βρει απέναντί του όχι μόνο το σταθερά διατυπωμένο «όχι» της Ουάσιγκτον, αλλά και τη βεβαιότητα πρακτικής επιβολής του.

Στο θέμα του διαλόγου του Ισραήλ με τη Συρία, ο στόχος της κυβέρνησης Ομπάμα είναι να ενθαρρύνει την προώθησή του (και εδώ ταιριάζουν «γάντι» οι μεσολαβητικές προσπάθειες της Τουρκίας), όχι μόνο για να απομακρυνθεί ένα από τα αγκάθια της Μέσης Ανατολής, αλλά και για να απομονωθεί το Ιράν από τον μοναδικό του σύμμαχο στην περιοχή, έτσι ώστε να συνομιλεί υπό άλλους όρους με την Ουάσιγκτον.

Στην καρδιά του προβλήματος παραμένει όμως το Παλαιστινιακό. Μετά την οκταετία Μπους, αυτό που θα μπορούσε να είχε επιτευχθεί το 2000 στο Καμπ Ντέιβιντ είναι απίθανο να συμβεί πλέον. Ακόμα και για το αραβικό σχέδιο του 2002, πρέπει να προηγηθεί μια περίοδος επούλωσης, την οποία η αμερικανική στάση μπορεί να διευκολύνει ή να δυσχεράνει (όπως στο παρελθόν), αλλά δεν μπορεί να καθορίσει. Για να οικοδομηθεί η απαραίτητη για κάθε θετική εξέλιξη ενότητα των Παλαιστινίων, οι ΗΠΑ μπορούν να παίξουν ρόλο, εμποδίζοντας κυρίως το Ισραήλ να κάνει ό,τι μπορεί για να την καταστρέψει, τροφοδοτώντας με αυτοκαταστροφική μανία μια συνεχή διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης, ιδίως στο «γκέτο» της Γάζας.

Ομως, η εθνική ενότητα δεν είναι ζητούμενη μόνο μεταξύ των Παλαιστινίων. Επικίνδυνες τάσεις εμφανίζονται όλο και πιο έντονες, κυρίως μεταξύ των πλέον σκληροπυρηνικών εποίκων στη Δυτική Οχθη, πολλοί από τους οποίους αμφισβητούν τη νομιμότητα του ισραηλινού στρατού και του ίδιου του ισραηλινού κράτους. Πάνοπλοι, στρέφουν πλέον συχνά τα όπλα τους, όχι μόνον εναντίον Παλαιστινίων, αλλά και εναντίον Ισραηλινών στρατιωτών.

Τη λογική των εποίκων αυτών εκφράζουν καλύτερα κάποια υπερσυντηρητικά κόμματα και ο υπερεθνικιστής Λίμπερμαν, που, με 15% στις εκλογές, απέκτησε κεντρικό ρυθμιστικό ρόλο. Ομως, πολλοί επέλεξαν να ψηφίσουν τον Μπινιαμίν Νετανιάχου, θεωρώντας το κόμμα του, το συντηρητικό Λικούντ, ως «κόμμα εξουσίας», που μπορεί να εφαρμόσει στην πράξη τις θέσεις του, έστω και αν είναι ελαφρώς ηπιότερες των δικών τους.

Μέσα σε όλη αυτή την κλασική μεσανατολική τρικυμία, πολλοί εκτιμούν ότι οι όποιες προθέσεις επούλωσης της κυβέρνησης Ομπάμα θα συναντήσουν πρόσθετα εμπόδια μετά τις ισραηλινές εκλογές της περασμένης εβδομάδας και τη στροφή της ισραηλινής πολιτικής σκηνής προς την εθνικιστική Δεξιά. Χωρίς όμως να αποκλειστεί και το αντίθετο. Διότι οι ριζικές αλλαγές πορείας απαιτούν «τιμονιέρηδες» πολιτικούς «υπεράνω υποψίας», που δύσκολα μπορεί να κατηγορηθούν για μειοδοσία. Για λόγους αρχής, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να αποκλειστεί. Δεν φαίνεται όμως και πιθανό.

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2009

Το Αφγανιστάν μάς φέρνει πιο κοντά

Ο Μπαράκ Ομπάμα θέλει να δώσει έμφαση στο Αφγανιστάν, μπας και αποτρέψει τον αμερικανικό εξευτελισμό από την κατάρρευση άλλης μιας από τις μεγαλειώδεις πολεμικές εκστρατείες του Μπους που είδε το φως με συγγενείς ανωμαλίες, ενδεχομένως μοιραίες. Δύσκολη υπόθεση, που δυσκολεύει ακόμα περισσότερο η απολύτως φυσιολογική δυσφορία των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ να συμβάλουν ακόμα περισσότερο στο να βγουν τα αμερικανικά κάστανα από τη φωτιά.

Αν η Ιστορία επαναληφθεί, Αμερικανοί, ΝΑΤΟϊκοί και άλλοι, αργά ή γρήγορα, θα κόψουν παπαρούνες (και όχι ρόδα) μυρωμένες από το Αφγανιστάν. Μέχρι τότε, όμως, χρειάζονται πρόσβαση, τόσο για να μπαίνουν όσο και για να βγαίνουν. Η κίνηση της Κιργιζίας, να καταργήσει την αεροπορική βάση του Μανάς, που είναι η μοναδική αμερικανο-ΝΑΤΟϊκή δίοδος προς το Αφγανιστάν, πέραν εκείνων του Πακιστάν, ρίχνει ακόμα περισσότερο τη λεγόμενη «Δύση» στην ανάγκη της Ρωσίας και του Ιράν. Και αν το Ιράν είναι ο απαραίτητος και φυσικός σύμμαχος της Δύσης αμφίπλευρα, δηλαδή τόσο προς την αραβική Μέση Ανατολή όσο και προς τη μουσουλμανική Ασία, η Ρωσία παίζει και αυτή διπλό συμμαχικό ρόλο: προσφέρει πρόσβαση στο Αφγανιστάν μέσω της Κεντρικής Ασίας, αλλά και δίαυλο προσέγγισης προς το Ιράν.

Τον διπλό αυτό ρόλο υπογραμμίζουν οι δηλώσεις του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, σχετικά με το ΝΑΤΟ και το Αφγανιστάν και οι δηλώσεις της Αμερικανίδας υπουργού Εξωτερικών Χίλαρι Κλίντον, για τη Ρωσία και το Ιράν.