Είναι λάθος να αντιμετωπίζεται με συγκατάβαση ή και με περιφρόνηση το αυριανό «ταρατατζούμ» του Μπαράκ Ομπάμα. Η αυριανή είναι μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις στη σύγχρονη ιστορία που η αλλαγή ηγεμόνα έχει τόσο μεγάλη σημασία και που δικαιολογεί φανφάρες και παράτες, αν και όχι τα «ωσαννά», τις δοξολογίες ή και τις μαύρες προφητείες που ξεπετάγονται δεξιά και αριστερά.
Δεν είναι τόσο το ότι οι ΗΠΑ αποκτούν τον πρώτο μαύρο πρόεδρο στην Ιστορία, κάτι που από μόνο του επιτρέπει το δάκρυ στην άκρη του ματιού κάθε ανθρώπου που κουβαλάει μνήμες αποκλεισμού στο κύτταρό του.
Δεν είναι ούτε το ότι κάποιοι, καλώς ή κακώς, έχουν επενδύσει στον Ομπάμα ελπίδες, συμφέροντα και προσδοκίες, βλέποντας σ' αυτόν ένα είδος θαυματουργού μεσσία που θα επουλώσει όλα τα τραύματα και θα άρει κάθε αδικία.
Δεν πρόκειται ούτε για τη φυσιολογική ικανοποίηση όσων, με λιγότερο ή περισσότερο ταπεινά κίνητρα, στο εσωτερικό των ΗΠΑ ή στο εξωτερικό, θεωρούν ότι συνέβαλαν στην πολιτική αλλαγή και αναμένουν τώρα την απόδοση της επένδυσής τους.
Αν η Ιστορία αντιμετωπιστεί σαν το «Βιβλίο Ρεκόρ του Γκίνες», ο Ομπάμα έχει ήδη εξασφαλίσει τη θέση του σ' αυτή, ως ο πρώτος μαύρος στον Λευκό Οίκο. Ακόμα και σε μια λιγότερο «λάιφ στάιλ» ιστορική προσέγγιση, ο νέος πρόεδρος παίρνει και δίνει «sans voir» από το ξεκίνημα μια υπόσχεση ιστορικότητας που λειτουργεί σχεδόν ερήμην του: είναι ήδη ιστορικό πρόσωπο διότι έρχεται στο προσκήνιο σε μια ιστορική στιγμή, σε ένα από τα πολυδαίδαλα σταυροδρόμια που κατασκευάζει κατά περιόδους η ιστορική εξέλιξη και έτσι οποιαδήποτε επιλογή κατεύθυνσης και να κάνει, αυτή θα είναι ιστορική. Ιστορικό θα είναι και το αποτέλεσμα ενδεχόμενης αδράνειας ή και αποτυχίας.
Η προεδρία Ομπάμα έρχεται αμέσως ύστερα από δύο επίσης ιστορικές (με την κακή έννοια) προεδρίες Μπους, που αφήνουν εξαιρετικά βαρύ αποτύπωμα στην εξέλιξη των ΗΠΑ, της Δύσης και, τελικά, της διεθνούς κοινότητας. Η ανερμάτιστη και σπασμωδική προσπάθεια μεγάλου τμήματος της αμερικανικής οικονομικής και πολιτικής ελίτ να προσαρμόσει προς όφελός της την πρωτοφανή απόλυτη διεθνή κυριαρχία της χώρας, κατά τα τέλη της δεκαετίας του '90 και τις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, αποδείχθηκε απολύτως αυτοκαταστροφική.
Το ότι το σύμπλεγμα ιδεοληψιών, στενών οικονομικών συμφερόντων, σχέσεων επιρροής, ακόμα και ψυχολογικών ιδιαιτεροτήτων του συνασπισμού Ντικ Τσένι - νεο-συντηρητικών συνάντησε μια κωμικοτραγική φιγούρα στη βιτρίνα του Λευκού Οίκου, κατά τη φάση μιας ιστορικής καμπής, ευθύνεται σίγουρα για την επιτάχυνση στη συρρίκνωση της αμερικανικής παντοκρατορίας ή τουλάχιστον, στην ταχύτερη συνειδητοποίησή της. Μεγαλύτερης ίσως ιστορικής σημασίας είναι οι συνακόλουθες επιταχύνσεις που αφορούν την ευρύτερη επί αιώνες παγκόσμια επικυριαρχία της λεγόμενης Δύσης.
Σίγουρα, μία από τις αποστολές που έχουν ανατεθεί στον Μπαράκ Ομπάμα είναι, αν όχι η αναστροφή, η επιβράδυνση της αμερικανικής και της ευρύτερης δυτικής πτώσης. Ομως η απόδοσή του ως αλεξιπτώτου, αν και σημαντική, δεν αρκεί για να προσδιορίσει τον ιστορικό χαρακτηρισμό που θα κερδίσει.
Ημεγαλύτερη πρόκληση δεν αφορά το κλείσιμο ή όχι του Γκουαντάναμο, την αποχώρηση από το Ιράκ, την αντιμετώπιση του χάους στο Αφγανιστάν και τον επαναπροσδιορισμό του αριθμού των έξυπνων βομβών που πέφτουν εδώ και κει. Δεν αφορά ούτε τους γεω-στρατηγικούς ελιγμούς και τις διεθνείς σχέσεις αλλά ούτε και τη διάσωση των αμερικανικών τραπεζών, αυτοκινητοβιομηχανιών και θέσεων εργασίας.
Τη μεγαλύτερη πρόκληση αποτελεί η φράση «ε, και;» που ξεστόμιζε με κάθε φυσικότητα και κυνισμό ο για λίγες ακόμα ώρες αντιπρόεδρος (και πραγματικός ώς πριν από μερικούς μήνες πρόεδρος) των ΗΠΑ, Ντικ Τσένι, κάθε φορά που κάποιος επισήμαινε τη συντριπτική λαϊκή αντίδραση στις επιλογές της αμερικανικής κυβέρνησης. Το «ε, και;» του Τσένι δεν αφορούσε μόνο τη γνώμη της διεθνούς κοινότητας των πολιτών ή της διεθνούς κοινότητας των κρατών, κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί απλώς ειλικρινής, αν και κυνική, παραδοχή του αυτονόητου για έναν Αμερικανό πολιτικό του είδους του. Ομως η ίδια φράση απαντούσε και σε οποιαδήποτε επισήμανση της ολοένα και μεγεθυνόμενης ώς και συντριπτικής (πρωτοφανούς στην αμερικανική ιστορία) απόρριψης των επιλογών της κυβέρνησης Μπους από τους Αμερικανούς πολίτες.
Αν μη τι άλλο, ο Τσένι ήταν ειλικρινής. Το «ε, και;» ήταν απολύτως συνεπές προς το έρπον πραξικόπημα που προώθησε με την τυπική υπογραφή ενός συνολικά ανυποψίαστου (με την έννοια του διανοητικά απόντος) Τζορτζ Μπους στα σχέδια της ομάδας του για ουσιαστική αναστολή συνταγματικών εγγυήσεων και δημοκρατικών ελευθεριών, με το πρόσχημα του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας». Οι ίδιες οι ΗΠΑ κατέληξαν να καταναλίσκουν το εξαγωγικό μοντέλο της «αυταρχικής δημοκρατίας» που προωθούσε επί χρόνια τα συμφέροντά τους διεθνώς. Πέφτοντας οι ίδιες θύματα του «bon pour l' Orient» εξαγώγιμου προϊόντος τους παρέσυραν μια πιθηκίζουσα Ευρώπη (αρχίζοντας από την πλησιέστερα ευρισκόμενη Βρετανία) σε μια καταιγίδα τρομονόμων, καμερών, ειδικών χαφιέδων και ηλεκτρονικού φακελώματος «για το καλό της». Ωθησαν έτσι ολόκληρη τη λεγόμενη «Δύση» σε επιτάχυνση της αποδυνάμωσής της, μέσω του εξευτελισμού ενός αποκλειστικά δυτικού στοιχείου πολιτισμικής υπεροχής: της Δημοκρατίας.
Αυτή είναι η βασική πρόκληση για τον Ομπάμα. Κρίνοντας από την αλλαγή δημόσιας στάσης δουλικών προς τις ΗΠΑ ευρωπαϊκών κυβερνήσεων που, δρυός (κυβέρνησης Μπους) πεσούσης, αποκηρύσσουν δημοσίως μετά βδελυγμίας αυτά που μέχρι χθες υποστήριζαν στα λόγια και την πράξη (βλέπε πρόσφατες δηλώσεις υπουργού Εξωτερικών της Βρετανίας, Ντέιβιντ Μίλιμπαντ), φαίνεται ότι οσμίζονται αλλαγή στον αέρα της Ουάσιγκτον. Αν πράγματι υπάρξει και αν πετύχει, ο Ομπάμα θα δικαιούται κάθε αυριανό «ταρατατζούμ».
Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2009
Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2009
Η αμερικανική «Πέμπτη Φάλαγγα» στην Ευρώπη και η επίθεση στη Γάζα
Δικαιώνοντας απολύτως τη λάμψη στο μάτι τού, αλήστου μνήμης, Ντόναλντ Ράμσφελντ όταν μιλούσε για «παλιά» και «νέα Ευρώπη», αλλά και τις επισημάνσεις του Τσέχου πρωθυπουργού Μίρεκ Τοπολάνεκ περί δημοκρατικού ελλείμματος και ελλείμματος εκπροσώπησης στην Ευρωπαϊκή Ενωση, η μόλις τριών ημερών τσεχική προεδρία της Ε.Ε. εκπροσώπησε αποτελεσματικά και εξέφρασε πλήρως τη συνισταμένη της... αμερικανικής και της ισραηλινής κοινής γνώμης, τοποθετούμενη το βράδυ του Σαββάτου για την προχθεσινή ισραηλινή χερσαία εισβολή στη Γάζα.
Η τσεχική συνιστώσα της αμερικανικής «Πέμπτης Φάλαγγας» στην Ευρώπη εκδηλώθηκε για άλλη μία φορά «με το καλημέρα», ξεπερνώντας λόγω υπερβάλλοντος ζήλου, δουλοπρέπειας, απειρίας ή απλής αφέλειας ακόμα και την αντίστοιχη ανακοίνωση του Λευκού Οίκου, που φρόντισε να εκτεθεί λιγότερο. Ηρθε επίσης σε πλήρη αντίθεση με την ανακοίνωση της Γαλλίας, που καταδίκασε αμέσως τη χερσαία ισραηλινή εισβολή. Ολα αυτά μία μέρα προτού η τρέχουσα τσεχική και η προηγούμενη γαλλική προεδρία της Ε.Ε. ξεκινήσουν τις διαφορετικές αποστολές τους στη Μέση Ανατολή, κάτι σαν τις χωριστές συγκεντρώσεις στην Αθήνα κατά την εργατική Πρωτομαγιά.
Δεν μπορεί βεβαίως να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να πρόκειται για ένα σατανικό προσυμφωνημένο σχέδιο, με τη συμμετοχή και του Ισραήλ. Μέσω της διαφοροποίησής του από τη σημερινή προεδρία της Ε.Ε. και με τη βοήθεια του πρόσφατου «αδειάσματος» της υπουργού Εξωτερικών Τζίπι Λίβνι κατά την επίσκεψή της στο Παρίσι, ακόμα και ο μάλλον φιλο-ισραηλινός Νικολά Σαρκοζί ξεκινά από σήμερα την ειρηνευτική του πρωτοβουλία στη Μέση Ανατολή έχοντας περιβληθεί για λίγο έναν μανδύα σχετικής αντικειμενικότητας.
Φυσιολογικά, οι από την ανατολική Ευρώπη προερχόμενοι «εισοδιστές», που ως απεσταλμένοι των ΗΠΑ υπονομεύουν εκ των έσω την εξέλιξη της Ε.Ε. σε έναν ισχυρό διεθνή πόλο, έχοντας οι ίδιοι βιώσει τη σοβιετική επικυριαρχία και το ψυχόδραμα που ακόμα και τόσα χρόνια μετά οδηγεί σε περιοδική εκλογή φαινομένων τύπου αδελφών Κατσίνσκι της Πολωνίας και σε αναβιώσεις ναζιστικών φαντασμάτων στη Βαλτική, θα έπρεπε να είναι οι πρώτοι οι οποίοι αντιλαμβάνονται τον μηχανισμό που ρίχνει τον παλαιστινιακό πληθυσμό στα χέρια της Χαμάς. Η ιστορική εμπειρία τους αυτή θα μπορούσε να εμπλουτίσει την Ε.Ε. αν η παρουσία τους σε αυτήν είχε λιγότερο καταστροφικό στόχο.
Αντιθέτως, η σαββατιάτικη αντίδραση της τσεχικής προεδρίας της Ε.Ε., όσο και αν επιχειρήθηκε να απαλυνθεί λίγες ώρες αργότερα, προφανώς μετά την έκρηξη αντιδράσεων από τις (υποτίθεται εκπροσωπούμενες) χώρες-μέλη, σχεδόν εγγυάται τον αποκλεισμό της Ευρωπαϊκής Ενωσης από κάθε ουσιαστικό ρόλο στην αντιμετώπιση της νέας κρίσης στη Μέση Ανατολή. Παραδόξως, ο «μπουνταλάδικος» χειρισμός του θέματος μπορεί να οδηγήσει σε αποτέλεσμα διαφορετικό από το επιδιωκόμενο, όπως όταν ο επόμενος διευθυντής της αμερικανικής μητρικής, Μπαράκ Ομπάμα, αναγκάστηκε να «αδειάσει» το παράρτημα Τσεχίας μετά την προσπάθεια της τοπικής διεύθυνσης να προκαταλάβει τις αποφάσεις του σχετικά με την αντιπυραυλική ασπίδα.
Αυτή τη φορά, η υπονόμευση της ευρωπαϊκής παρεμβατικής δυνατότητας δίνει την ευκαιρία στη Γαλλία του υπερκινητικού Νικολά Σαρκοζί να διεκδικήσει διεθνή ρόλο. Αν την προηγούμενη φορά η σαρκοζική παρέμβαση μεταξύ Ρωσίας και Γεωργίας πιστώθηκε εν μέρει στην Ε.Ε., καθώς η Γαλλία ασκούσε τότε την προεδρία, αυτή τη φορά η όποια επιτυχία θα ενισχύσει σχεδόν αποκλειστικά το γαλλικό προφίλ, όσες υποκριτικές προσπάθειες και αν γίνουν να συνδεθεί με την Ευρώπη.
Ακόμα και στην περίπτωση αποτυχίας του Γάλλου προέδρου να εξασφαλίσει ένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, και μόνη η περίβλεπτη διαφοροποίηση της Γαλλίας από την τρέχουσα ευρωπαϊκή προεδρία μπορεί να προβληθεί ως διάσωση της ευρωπαϊκής τιμής από το Παρίσι. Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη η ουσιαστική -αν και πολύ ευφυέστερα διατυπούμενη- σύμπλευση της Γερμανίας με την ισραηλινή, αμερικανική και τσεχική λογική, η Γαλλία την οποία ο Σαρκοζί επαναφέρει και στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ μπορεί να μετατραπεί σε ισχυρό πόλο συσπείρωσης (και ελέγχου) όσων επιθυμούν την επιστροφή στην πορεία μιας στενότερα συνδεδεμένης Ευρώπης, με ανεξάρτητο και αξιόπιστο διεθνή λόγο.
Το παράθυρο ευκαιρίας που αφήνει ανοιχτό η ουσιαστική ανυπαρξία αμερικανικής ηγεσίας μέχρι το τέλος του μηνός διευκολύνει τους διεθνείς παίκτες να ανακατέψουν την τράπουλα, κάτι σαν τους δοκιμαστικούς γύρους της Φόρμουλα 1 το Σάββατο προκειμένου να εξασφαλιστεί η καλύτερη σειρά εκκίνησης στον αγώνα της Κυριακής. Στις αρχές Φεβρουαρίου, όταν ο Μπαράκ Ομπάμα αναλάβει ουσιαστικά τα καθήκοντά του, το παράθυρο κλείνει, χωρίς να είναι βέβαιο τι θα ακολουθήσει και ποιοι θα μείνουν «στην απ' έξω».
Με τους επίδοξους διεθνείς παίκτες να παίζουν «μουσικές καρέκλες» και τη νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή να παρέχει τη μουσική που θα σταματήσει όταν οι ΗΠΑ αποκτήσουν νέο πρόεδρο, η σιωπή του Ομπάμα αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά. Σίγουρα, ό,τι και αν κάνει μετά την ανάληψη της προεδρίας του, θα απογοητεύσει όσους είναι τόσο αφελείς ώστε να θεωρούν ότι θα προχωρήσει σε πλήρη αντιπαράθεση με το Ισραήλ. Ομως ο επόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ εξελέγη με μια κυρίαρχη εντολή σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική: να αποκαταστήσει το κύρος, την επιρροή και την ισχύ των ΗΠΑ ύστερα από μια καταστροφική οκταετία και να διαφυλάξει όσο το δυνατόν καλύτερα την κυρίαρχη θέση της χώρας μέσα στο ραγδαία μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον. Το Μεσανατολικό είναι κομβικό σημείο σε οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια. Πριν κάνει οποιαδήποτε ουσιαστική κίνηση, ο Μπαράκ Ομπάμα ίσως χρειαστεί να κάνει μερικές θεαματικές κινήσεις που θα βουλώσουν τα στόματα όσων τον θεωρούν αδύναμο και (κάτι υβριστικό για μεγάλο μέρος της αμερικανικής κοινής γνώμης) «ειρηνιστή». Κατά πάσα πιθανότητα θα αναζητήσει κάποιες ισορροπίες ώστε η επίδειξη αυτή να μην τον κάνει να φανεί σαν συνέχεια του Τζορτζ Μπους. Οταν απλώσει τη συνταγή του για το Μεσανατολικό, το πιθανότερο είναι να έχει άρωμα γαλλικού κρασιού και όχι τσέχικης μπίρας. Προς μεγάλη λύπη της ζυθοποιίας Τοπολάνεκ.
Η τσεχική συνιστώσα της αμερικανικής «Πέμπτης Φάλαγγας» στην Ευρώπη εκδηλώθηκε για άλλη μία φορά «με το καλημέρα», ξεπερνώντας λόγω υπερβάλλοντος ζήλου, δουλοπρέπειας, απειρίας ή απλής αφέλειας ακόμα και την αντίστοιχη ανακοίνωση του Λευκού Οίκου, που φρόντισε να εκτεθεί λιγότερο. Ηρθε επίσης σε πλήρη αντίθεση με την ανακοίνωση της Γαλλίας, που καταδίκασε αμέσως τη χερσαία ισραηλινή εισβολή. Ολα αυτά μία μέρα προτού η τρέχουσα τσεχική και η προηγούμενη γαλλική προεδρία της Ε.Ε. ξεκινήσουν τις διαφορετικές αποστολές τους στη Μέση Ανατολή, κάτι σαν τις χωριστές συγκεντρώσεις στην Αθήνα κατά την εργατική Πρωτομαγιά.
Δεν μπορεί βεβαίως να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να πρόκειται για ένα σατανικό προσυμφωνημένο σχέδιο, με τη συμμετοχή και του Ισραήλ. Μέσω της διαφοροποίησής του από τη σημερινή προεδρία της Ε.Ε. και με τη βοήθεια του πρόσφατου «αδειάσματος» της υπουργού Εξωτερικών Τζίπι Λίβνι κατά την επίσκεψή της στο Παρίσι, ακόμα και ο μάλλον φιλο-ισραηλινός Νικολά Σαρκοζί ξεκινά από σήμερα την ειρηνευτική του πρωτοβουλία στη Μέση Ανατολή έχοντας περιβληθεί για λίγο έναν μανδύα σχετικής αντικειμενικότητας.
Φυσιολογικά, οι από την ανατολική Ευρώπη προερχόμενοι «εισοδιστές», που ως απεσταλμένοι των ΗΠΑ υπονομεύουν εκ των έσω την εξέλιξη της Ε.Ε. σε έναν ισχυρό διεθνή πόλο, έχοντας οι ίδιοι βιώσει τη σοβιετική επικυριαρχία και το ψυχόδραμα που ακόμα και τόσα χρόνια μετά οδηγεί σε περιοδική εκλογή φαινομένων τύπου αδελφών Κατσίνσκι της Πολωνίας και σε αναβιώσεις ναζιστικών φαντασμάτων στη Βαλτική, θα έπρεπε να είναι οι πρώτοι οι οποίοι αντιλαμβάνονται τον μηχανισμό που ρίχνει τον παλαιστινιακό πληθυσμό στα χέρια της Χαμάς. Η ιστορική εμπειρία τους αυτή θα μπορούσε να εμπλουτίσει την Ε.Ε. αν η παρουσία τους σε αυτήν είχε λιγότερο καταστροφικό στόχο.
Αντιθέτως, η σαββατιάτικη αντίδραση της τσεχικής προεδρίας της Ε.Ε., όσο και αν επιχειρήθηκε να απαλυνθεί λίγες ώρες αργότερα, προφανώς μετά την έκρηξη αντιδράσεων από τις (υποτίθεται εκπροσωπούμενες) χώρες-μέλη, σχεδόν εγγυάται τον αποκλεισμό της Ευρωπαϊκής Ενωσης από κάθε ουσιαστικό ρόλο στην αντιμετώπιση της νέας κρίσης στη Μέση Ανατολή. Παραδόξως, ο «μπουνταλάδικος» χειρισμός του θέματος μπορεί να οδηγήσει σε αποτέλεσμα διαφορετικό από το επιδιωκόμενο, όπως όταν ο επόμενος διευθυντής της αμερικανικής μητρικής, Μπαράκ Ομπάμα, αναγκάστηκε να «αδειάσει» το παράρτημα Τσεχίας μετά την προσπάθεια της τοπικής διεύθυνσης να προκαταλάβει τις αποφάσεις του σχετικά με την αντιπυραυλική ασπίδα.
Αυτή τη φορά, η υπονόμευση της ευρωπαϊκής παρεμβατικής δυνατότητας δίνει την ευκαιρία στη Γαλλία του υπερκινητικού Νικολά Σαρκοζί να διεκδικήσει διεθνή ρόλο. Αν την προηγούμενη φορά η σαρκοζική παρέμβαση μεταξύ Ρωσίας και Γεωργίας πιστώθηκε εν μέρει στην Ε.Ε., καθώς η Γαλλία ασκούσε τότε την προεδρία, αυτή τη φορά η όποια επιτυχία θα ενισχύσει σχεδόν αποκλειστικά το γαλλικό προφίλ, όσες υποκριτικές προσπάθειες και αν γίνουν να συνδεθεί με την Ευρώπη.
Ακόμα και στην περίπτωση αποτυχίας του Γάλλου προέδρου να εξασφαλίσει ένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, και μόνη η περίβλεπτη διαφοροποίηση της Γαλλίας από την τρέχουσα ευρωπαϊκή προεδρία μπορεί να προβληθεί ως διάσωση της ευρωπαϊκής τιμής από το Παρίσι. Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη η ουσιαστική -αν και πολύ ευφυέστερα διατυπούμενη- σύμπλευση της Γερμανίας με την ισραηλινή, αμερικανική και τσεχική λογική, η Γαλλία την οποία ο Σαρκοζί επαναφέρει και στο στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ μπορεί να μετατραπεί σε ισχυρό πόλο συσπείρωσης (και ελέγχου) όσων επιθυμούν την επιστροφή στην πορεία μιας στενότερα συνδεδεμένης Ευρώπης, με ανεξάρτητο και αξιόπιστο διεθνή λόγο.
Το παράθυρο ευκαιρίας που αφήνει ανοιχτό η ουσιαστική ανυπαρξία αμερικανικής ηγεσίας μέχρι το τέλος του μηνός διευκολύνει τους διεθνείς παίκτες να ανακατέψουν την τράπουλα, κάτι σαν τους δοκιμαστικούς γύρους της Φόρμουλα 1 το Σάββατο προκειμένου να εξασφαλιστεί η καλύτερη σειρά εκκίνησης στον αγώνα της Κυριακής. Στις αρχές Φεβρουαρίου, όταν ο Μπαράκ Ομπάμα αναλάβει ουσιαστικά τα καθήκοντά του, το παράθυρο κλείνει, χωρίς να είναι βέβαιο τι θα ακολουθήσει και ποιοι θα μείνουν «στην απ' έξω».
Με τους επίδοξους διεθνείς παίκτες να παίζουν «μουσικές καρέκλες» και τη νέα ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή να παρέχει τη μουσική που θα σταματήσει όταν οι ΗΠΑ αποκτήσουν νέο πρόεδρο, η σιωπή του Ομπάμα αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά. Σίγουρα, ό,τι και αν κάνει μετά την ανάληψη της προεδρίας του, θα απογοητεύσει όσους είναι τόσο αφελείς ώστε να θεωρούν ότι θα προχωρήσει σε πλήρη αντιπαράθεση με το Ισραήλ. Ομως ο επόμενος πρόεδρος των ΗΠΑ εξελέγη με μια κυρίαρχη εντολή σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική: να αποκαταστήσει το κύρος, την επιρροή και την ισχύ των ΗΠΑ ύστερα από μια καταστροφική οκταετία και να διαφυλάξει όσο το δυνατόν καλύτερα την κυρίαρχη θέση της χώρας μέσα στο ραγδαία μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον. Το Μεσανατολικό είναι κομβικό σημείο σε οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια. Πριν κάνει οποιαδήποτε ουσιαστική κίνηση, ο Μπαράκ Ομπάμα ίσως χρειαστεί να κάνει μερικές θεαματικές κινήσεις που θα βουλώσουν τα στόματα όσων τον θεωρούν αδύναμο και (κάτι υβριστικό για μεγάλο μέρος της αμερικανικής κοινής γνώμης) «ειρηνιστή». Κατά πάσα πιθανότητα θα αναζητήσει κάποιες ισορροπίες ώστε η επίδειξη αυτή να μην τον κάνει να φανεί σαν συνέχεια του Τζορτζ Μπους. Οταν απλώσει τη συνταγή του για το Μεσανατολικό, το πιθανότερο είναι να έχει άρωμα γαλλικού κρασιού και όχι τσέχικης μπίρας. Προς μεγάλη λύπη της ζυθοποιίας Τοπολάνεκ.
Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2009
Στρακαστρούκες και ξεροκέφαλοι
Οι ρουκέτες της Χαμάς, λίγο περισσότερο από στρακαστρούκες από στρατιωτικής απόψεως, ανέκαθεν είχαν κυρίως συμβολική σημασία. Η διατήρηση της δυνατότητας εκτόξευσής τους έπειτα από 7 ημέρες σαρωτικών ισραηλινών επιθέσεων αποτελεί μια συμβολική νίκη της Χαμάς, έστω και αν η ισλαμική οργάνωση έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα στην υποδομή και στα στελέχη της. Με την έννοια αυτή, το Ισραήλ βρίσκεται ήδη στον δρόμο της επανάληψης της ήττας του 2006 στον Λίβανο, ανεξαρτήτως τελικής στρατιωτικής έκβασης και απολογισμού αίματος.
Σε συνδυασμό με την άρνηση της Χεζμπολάχ να πέσει στη παγίδα της ένοπλης εμπλοκής με το Ισραήλ στη φάση αυτή και την ευφυή επιλογή του Ιράν να μην «τσιμπήσει» και να αποφύγει τις υπερβολικές αντι-ισραηλινές κορόνες, το Ισραήλ δεν φαίνεται να πετυχαίνει ιδιαίτερα έναν από τους σημαντικούς πάγιους στόχους του, την αποδυνάμωση της ιρανικής επιρροής.
Προς μεγάλη απογοήτευση και των αραβικών καθεστώτων, όπως αυτού της Αιγύπτου, που ανησυχούν για την αυξανόμενη (και με τη βοήθεια της αμερικανικής ξεροκεφαλιάς) ιρανική επιρροή, η Τεχεράνη χρησιμοποιεί την όλο και μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση που κερδίζει τον τελευταίο καιρό για να προβάλλει την εικόνα μιας «ήρεμης δύναμης» που εκφράζει αξιόπιστα αυτό που αδυνατούν να κάνουν τα καθεστώτα των αραβικών χωρών, την αγανάκτηση της αραβικής κοινωνίας.
Αυτό υπονόμευσε την αυτοπεποίθηση Αράβων ηγετών, που μετά τη σημαντική αρχική καθυστέρηση, προσπάθησαν να καταδικάσουν φραστικά την ισραηλινή επίθεση, μη θέλοντας να αφήσουν μια μη αραβική χώρα, το Ιράν, να μονοπωλεί την έκφραση του αισθήματος των Αράβων.
Σε συνδυασμό με την άρνηση της Χεζμπολάχ να πέσει στη παγίδα της ένοπλης εμπλοκής με το Ισραήλ στη φάση αυτή και την ευφυή επιλογή του Ιράν να μην «τσιμπήσει» και να αποφύγει τις υπερβολικές αντι-ισραηλινές κορόνες, το Ισραήλ δεν φαίνεται να πετυχαίνει ιδιαίτερα έναν από τους σημαντικούς πάγιους στόχους του, την αποδυνάμωση της ιρανικής επιρροής.
Προς μεγάλη απογοήτευση και των αραβικών καθεστώτων, όπως αυτού της Αιγύπτου, που ανησυχούν για την αυξανόμενη (και με τη βοήθεια της αμερικανικής ξεροκεφαλιάς) ιρανική επιρροή, η Τεχεράνη χρησιμοποιεί την όλο και μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση που κερδίζει τον τελευταίο καιρό για να προβάλλει την εικόνα μιας «ήρεμης δύναμης» που εκφράζει αξιόπιστα αυτό που αδυνατούν να κάνουν τα καθεστώτα των αραβικών χωρών, την αγανάκτηση της αραβικής κοινωνίας.
Αυτό υπονόμευσε την αυτοπεποίθηση Αράβων ηγετών, που μετά τη σημαντική αρχική καθυστέρηση, προσπάθησαν να καταδικάσουν φραστικά την ισραηλινή επίθεση, μη θέλοντας να αφήσουν μια μη αραβική χώρα, το Ιράν, να μονοπωλεί την έκφραση του αισθήματος των Αράβων.
Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008
Εξέγερση ή φυγή απέναντι στην εγγυημένη μιζέρια
Η πλειονότητα των νέων ανθρώπων, που εγκατέλειπαν τις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού ξεκινώντας μια δύσκολη και συχνά επικίνδυνη πορεία στο άγνωστο της «Δύσης», δεν μιλούσαν για ιδεολογία και ιδεολογικά κίνητρα, παρά μόνον όταν καταλάβαιναν ότι αυτό μόνο γινόταν κατανοητό από τον δυτικό συνομιλητή τους. Περιγράφοντας ειλικρινά αυτό που τους ανάγκασε να φύγουν, μιλούσαν για το αίσθημα ασφυξίας μπροστά σε μιά προδιαγεγραμμένη ζωή, την απελπισία της συνειδητοποίησης ότι καμία δική τους ικανότητα, ενέργεια, πράξη ή επιλογή δεν μπορούσε να επηρεάσει ουσιαστικά το, ερήμην τους προαποφασισμένο και έξωθεν καθοδηγούμενο, μέλλον τους. Προτιμούσαν τον κίνδυνο της λάθος επιλογής από τη μίζερη ασφάλεια της έλλειψης επιλογών.
Την περασμένη εβδομάδα, η φράση ενός μαθητή της τρίτης λυκείου θύμισε κάτι από τους τότε συνομηλίκους του της τότε Ανατολικής Ευρώπης: «Πολλοί συμμαθητές μου σκέφτονται να φύγουν από την Ελλάδα», είπε, κάνοντας σαφές ότι δεν αναφερόταν μόνο στις σπουδές. Διατύπωσε ακόμα το ήδη εμφανές: Οτι η πλειονότητα των συμμαθητών του αντιμετωπίζει ως προσβολή οποιαδήποτε προσπάθεια ταύτισής τους με οποιαδήποτε κόμματα. Στις δύο φράσεις αυτές περιέχονται πολλές από τις ερμηνείες για τα όσα συμβαίνουν τις τελευταίες μέρες, τουλάχιστον από την πλευρά των νέων, πηγαίνοντας πολύ πέρα από την συγκυριακή καραμέλα της οικονομικής κρίσης που, ούτως ή άλλως, είναι ακόμα πολύ πιο «λάιτ» στην Ελλάδα.
Σε ολόκληρο τον λεγόμενο «δυτικό κόσμο» και σίγουρα στην Ευρώπη, οι σημερινοί νέοι βρίσκονται αντιμέτωποι με την προοπτική να είναι η πρώτη μεταπολεμική γενιά που θα έχει συνολικά χαμηλότερο επίπεδο διαβίωσης απ' ό,τι η προηγούμενη. Η κατάχρηση αστυνομικής βίας και η εγκληματική συμπεριφορά αστυνομικών δεν λείπει από καμία αστυνομία, όπως και από κανένα σύστημα απονομής δικαιοσύνης δεν έχει πλήρως εξοβελισθεί η φυσική τάση μιας κρατικής εξουσίας να αντιμετωπίζει «φιλικά» και με κάποια «κατανόηση» τις εκτροπές κρατικών οργάνων. Φυσικά, υπάρχουν τεράστιες ποσοτικές και ποιοτικές διαφορές, που θα μπορούσαν από μόνες τους να εξηγήσουν γιατί στην Ελλάδα νέοι της μεσαίας τάξης μπορεί να αισθάνονται το ίδιο με τους αποκλεισμένους στο περιθώριο μετανάστες δεύτερης γενιάς στη Γαλλία.
Ομως η ασφυξία είναι πολύ βαθύτερη και σχεδόν αταξική για τους νέους μιας κοινωνίας που ακόμα δεν έχει ξεφύγει από τα σύνδρομα μιας παρελθούσας διαδικασίας αστικοποίησης. Η κοινωνική πίεση προς μία, οποιαδήποτε, τριτοβάθμια εκπαίδευση απλώς και μόνον ως γραφειοκρατική διαδικασία πρόσληψης στο Δημόσιο και ως εισιτήριο απόδρασης από την επαρχιακή μιζέρια εξακολουθεί να ασκείται από τις προηγούμενες γενιές που βίωσαν την πορεία αυτή, συνθλίβοντας ακόμα περισσότερο τους νέους στην άλλη πλευρά της τανάλιας ενός στείρου εξετασιοκεντρικού αποστηθιστικού συστήματος δομημένου γύρω από την ίδια λογική. Η ανολοκλήρωτη ακόμα διαδικασία κοινωνικοποίησης, δηλαδή η όχι επαρκής απεμπόληση κάθε δημιουργικής ικμάδας, επιτρέπει ακόμα στις νεαρές ηλικίες να βλέπουν το προδιαγεγραμμένο μέλλον στο Δημόσιο ή στην ιδιωτική σύμβαση των 700 ευρώ ως κατάντια ονείρων και όχι ως όνειρο βολέματος. Η κοινωνική απαξία κάθε δημιουργικής, άρα επικίνδυνης, πρωτοβουλίας διαιωνίζει έναν κύκλο συρρικνούμενης δημόσιας και μεταπρατικής ιδιωτικής μιζέριας, που καταρρέει όσο κλείνουν οι στρόφιγγες δανεισμού (ή αρπαγής σε μερικές περιπτώσεις). Αν οι συνομήλικοί τους αλλού ζούν την οικονομική κρίση ως συγκυριακό φαινόμενο, γνωρίζοντας ότι κάποια στιγμή η κοινωνία τους είναι σε θέση να παραγάγει και να δημιουργήσει την έξοδό της από την κρίση, οι Ελληνες αισθάνονται το αντίθετο.
Οι νέοι, στην ηλικία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δεν έχουν στην πλειονότητά τους ακόμα αρπαγεί από τα, καραδοκούντα να τους προσφέρουν ελεγχόμενη εκτόνωση, πολιτικά κόμματα, τα οποία ούτως ή άλλως αδυνατούν όλο και περισσότερο να πείσουν ότι δεν αποτελούν μέρος του προβλήματος. Ασφυκτιούν, καθώς όχι μόνο δεν μπορούν να επηρεάσουν το μέλλον τους αλλά δεν μπορούν ούτε καν να εκφράσουν τη δυσφορία τους για όσα κληρονομούνται ως κοινωνικά αυτονόητα. Σε ακόμα χειρότερη θέση βρίσκονται οι οικονομικοί μετανάστες, που αποτελούν πλέον πάνω από το 10% του πληθυσμού της Ελλάδας. Γι' αυτούς και ιδίως για τα γεννημένα στην Ελλάδα παιδιά τους, η ασφυξία είναι απόλυτη, καθώς σχεδόν δεν τους αναγνωρίζεται η ίδια η ύπαρξη.
Με αυτή τη λογική, τηρουμένων των αναλογιών, υπάρχουν αρκετά στοιχεία κοινά με την προ του Μαΐου '68 ευρωπαϊκή κατάσταση, όταν το πολιτισμικό χάσμα ανάμεσα σε μια κοινωνία διαμορφωμένη σε άλλες συνθήκες και τους νέους που ζούσαν στις τρέχουσες (τότε) συνθήκες έπρεπε με κάποιο τρόπο να κλείσει.
Η βάση αυτή της κοινωνικής πολιτισμικής υστέρησης δεν στηρίζει σήμερα στον ίδιο βαθμό τη δυσφορία των νέων παντού στην Ευρώπη. Η μεταπολεμική ευημερούσα αποχαύνωση του «Β.Β.Β.Β.D» (Boulot, Bouffer, Boir, Baiser, Dormir - Δουλειά, Φαΐ, Ποτό, Πήδημα, Υπνος) της δεκαετίας του '60 καθυστέρησε να φτάσει στον Νότο της Ευρώπης ή καλύφθηκε από άλλα, πιο επείγοντα θέματα (εμφύλιος και μετεμφυλιακή περίοδος στην Ελλάδα, δικτατορία στην Ισπανία και την Ελλάδα, κοινωνικοί και πολιτικοί σπασμοί στην Ιταλία με το προβληματικό οικονομικό υπόβαθρο για όλους). Ετσι, κατά μία έννοια, η διατυπωμένη με κλασικούς ασφαλίτικους όρους ανάλυση των γαλλικών μυστικών υπηρεσιών περί ύπαρξης ενός «τόξου» συνεργασίας γενικώς «επικίνδυνων για την δημόσια τάξη» ομάδων στην Νότια Ευρώπη (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία) μπορεί να περιέχει κάποια ψήγματα κοινωνικής ανάλυσης. Διότι στην περιοχή αυτή και ιδίως στην Ελλάδα, η ωρίμανση των συνθηκών ασφυξίας στο τμήμα της κοινωνίας που δεν έχει αποχαυνωθεί ακόμα συμπίπτει χρονικά με την παγκόσμια οικονομική κρίση (τον Μάιο του '68 οι νεανικές εξεγέρσεις έγιναν εν μέσω καλπάζουσας οικονομικής ευημερίας).
Την περασμένη εβδομάδα, η φράση ενός μαθητή της τρίτης λυκείου θύμισε κάτι από τους τότε συνομηλίκους του της τότε Ανατολικής Ευρώπης: «Πολλοί συμμαθητές μου σκέφτονται να φύγουν από την Ελλάδα», είπε, κάνοντας σαφές ότι δεν αναφερόταν μόνο στις σπουδές. Διατύπωσε ακόμα το ήδη εμφανές: Οτι η πλειονότητα των συμμαθητών του αντιμετωπίζει ως προσβολή οποιαδήποτε προσπάθεια ταύτισής τους με οποιαδήποτε κόμματα. Στις δύο φράσεις αυτές περιέχονται πολλές από τις ερμηνείες για τα όσα συμβαίνουν τις τελευταίες μέρες, τουλάχιστον από την πλευρά των νέων, πηγαίνοντας πολύ πέρα από την συγκυριακή καραμέλα της οικονομικής κρίσης που, ούτως ή άλλως, είναι ακόμα πολύ πιο «λάιτ» στην Ελλάδα.
Σε ολόκληρο τον λεγόμενο «δυτικό κόσμο» και σίγουρα στην Ευρώπη, οι σημερινοί νέοι βρίσκονται αντιμέτωποι με την προοπτική να είναι η πρώτη μεταπολεμική γενιά που θα έχει συνολικά χαμηλότερο επίπεδο διαβίωσης απ' ό,τι η προηγούμενη. Η κατάχρηση αστυνομικής βίας και η εγκληματική συμπεριφορά αστυνομικών δεν λείπει από καμία αστυνομία, όπως και από κανένα σύστημα απονομής δικαιοσύνης δεν έχει πλήρως εξοβελισθεί η φυσική τάση μιας κρατικής εξουσίας να αντιμετωπίζει «φιλικά» και με κάποια «κατανόηση» τις εκτροπές κρατικών οργάνων. Φυσικά, υπάρχουν τεράστιες ποσοτικές και ποιοτικές διαφορές, που θα μπορούσαν από μόνες τους να εξηγήσουν γιατί στην Ελλάδα νέοι της μεσαίας τάξης μπορεί να αισθάνονται το ίδιο με τους αποκλεισμένους στο περιθώριο μετανάστες δεύτερης γενιάς στη Γαλλία.
Ομως η ασφυξία είναι πολύ βαθύτερη και σχεδόν αταξική για τους νέους μιας κοινωνίας που ακόμα δεν έχει ξεφύγει από τα σύνδρομα μιας παρελθούσας διαδικασίας αστικοποίησης. Η κοινωνική πίεση προς μία, οποιαδήποτε, τριτοβάθμια εκπαίδευση απλώς και μόνον ως γραφειοκρατική διαδικασία πρόσληψης στο Δημόσιο και ως εισιτήριο απόδρασης από την επαρχιακή μιζέρια εξακολουθεί να ασκείται από τις προηγούμενες γενιές που βίωσαν την πορεία αυτή, συνθλίβοντας ακόμα περισσότερο τους νέους στην άλλη πλευρά της τανάλιας ενός στείρου εξετασιοκεντρικού αποστηθιστικού συστήματος δομημένου γύρω από την ίδια λογική. Η ανολοκλήρωτη ακόμα διαδικασία κοινωνικοποίησης, δηλαδή η όχι επαρκής απεμπόληση κάθε δημιουργικής ικμάδας, επιτρέπει ακόμα στις νεαρές ηλικίες να βλέπουν το προδιαγεγραμμένο μέλλον στο Δημόσιο ή στην ιδιωτική σύμβαση των 700 ευρώ ως κατάντια ονείρων και όχι ως όνειρο βολέματος. Η κοινωνική απαξία κάθε δημιουργικής, άρα επικίνδυνης, πρωτοβουλίας διαιωνίζει έναν κύκλο συρρικνούμενης δημόσιας και μεταπρατικής ιδιωτικής μιζέριας, που καταρρέει όσο κλείνουν οι στρόφιγγες δανεισμού (ή αρπαγής σε μερικές περιπτώσεις). Αν οι συνομήλικοί τους αλλού ζούν την οικονομική κρίση ως συγκυριακό φαινόμενο, γνωρίζοντας ότι κάποια στιγμή η κοινωνία τους είναι σε θέση να παραγάγει και να δημιουργήσει την έξοδό της από την κρίση, οι Ελληνες αισθάνονται το αντίθετο.
Οι νέοι, στην ηλικία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δεν έχουν στην πλειονότητά τους ακόμα αρπαγεί από τα, καραδοκούντα να τους προσφέρουν ελεγχόμενη εκτόνωση, πολιτικά κόμματα, τα οποία ούτως ή άλλως αδυνατούν όλο και περισσότερο να πείσουν ότι δεν αποτελούν μέρος του προβλήματος. Ασφυκτιούν, καθώς όχι μόνο δεν μπορούν να επηρεάσουν το μέλλον τους αλλά δεν μπορούν ούτε καν να εκφράσουν τη δυσφορία τους για όσα κληρονομούνται ως κοινωνικά αυτονόητα. Σε ακόμα χειρότερη θέση βρίσκονται οι οικονομικοί μετανάστες, που αποτελούν πλέον πάνω από το 10% του πληθυσμού της Ελλάδας. Γι' αυτούς και ιδίως για τα γεννημένα στην Ελλάδα παιδιά τους, η ασφυξία είναι απόλυτη, καθώς σχεδόν δεν τους αναγνωρίζεται η ίδια η ύπαρξη.
Με αυτή τη λογική, τηρουμένων των αναλογιών, υπάρχουν αρκετά στοιχεία κοινά με την προ του Μαΐου '68 ευρωπαϊκή κατάσταση, όταν το πολιτισμικό χάσμα ανάμεσα σε μια κοινωνία διαμορφωμένη σε άλλες συνθήκες και τους νέους που ζούσαν στις τρέχουσες (τότε) συνθήκες έπρεπε με κάποιο τρόπο να κλείσει.
Η βάση αυτή της κοινωνικής πολιτισμικής υστέρησης δεν στηρίζει σήμερα στον ίδιο βαθμό τη δυσφορία των νέων παντού στην Ευρώπη. Η μεταπολεμική ευημερούσα αποχαύνωση του «Β.Β.Β.Β.D» (Boulot, Bouffer, Boir, Baiser, Dormir - Δουλειά, Φαΐ, Ποτό, Πήδημα, Υπνος) της δεκαετίας του '60 καθυστέρησε να φτάσει στον Νότο της Ευρώπης ή καλύφθηκε από άλλα, πιο επείγοντα θέματα (εμφύλιος και μετεμφυλιακή περίοδος στην Ελλάδα, δικτατορία στην Ισπανία και την Ελλάδα, κοινωνικοί και πολιτικοί σπασμοί στην Ιταλία με το προβληματικό οικονομικό υπόβαθρο για όλους). Ετσι, κατά μία έννοια, η διατυπωμένη με κλασικούς ασφαλίτικους όρους ανάλυση των γαλλικών μυστικών υπηρεσιών περί ύπαρξης ενός «τόξου» συνεργασίας γενικώς «επικίνδυνων για την δημόσια τάξη» ομάδων στην Νότια Ευρώπη (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία) μπορεί να περιέχει κάποια ψήγματα κοινωνικής ανάλυσης. Διότι στην περιοχή αυτή και ιδίως στην Ελλάδα, η ωρίμανση των συνθηκών ασφυξίας στο τμήμα της κοινωνίας που δεν έχει αποχαυνωθεί ακόμα συμπίπτει χρονικά με την παγκόσμια οικονομική κρίση (τον Μάιο του '68 οι νεανικές εξεγέρσεις έγιναν εν μέσω καλπάζουσας οικονομικής ευημερίας).
Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2008
«Λόξυγγας», τέλος
Η αλλαγή τόνου δείχνει ότι ο «λόξυγγας» που προκάλεσε στις σχέσεις της Ευρώπης με τη Ρωσία η υπόθεση της Γεωργίας τελειώνει, καθώς το θυμικό υποχωρεί, επιτρέποντας και πάλι τη σταδιακή έκφραση του ρεαλισμού. Αυτό υπαινίσσονται η χθεσινή συνάντηση του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ και του Ρώσου πρεσβευτή στη Συμμαχία, που έγινε στις Βρυξέλλες, για πρώτη φορά μετά την εμπλοκή, καθώς και οι απευθείας συνομιλίες της Μόσχας με τη Βαρσοβία και την Πράγα για την αντιπυραυλική ασπίδα και τα ρωσικά αντίποινα.
Μια παράλληλη εξέλιξη, η χθεσινή δήλωση του διοικητή των ρωσικών στρατηγικών δυνάμεων, σύμφωνα με την οποία η Ρωσία δεν πρόκειται να προχωρήσει σε εγκατάσταση νέων πυραυλικών συστημάτων αν οι ΗΠΑ εγκαταλείψουν την ανάπτυξη του σχεδιαζόμενου αντιπυραυλικού συστήματος στην Τσεχία και την Πολωνία, αποτελεί στην πραγματικότητα επανάληψη της απειλής. Ομως η αλλαγή διατύπωσης επιτρέπει τη μετάβαση σε μια νέα φάση εκτόνωσης, αν και η άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ υπό τη νέα διοίκηση Ομπάμα, το θελήσει.
Θα πρόκειται στην πραγματικότητα για μια επαναδιαπραγμάτευση, για την οποία η Μόσχα έχει ήδη τοποθετήσει τα αρχικά όρια με μια σειρά κινήσεων: επίσκεψη ρωσικού στόλου στη Βενεζουέλα και την Κούβα, επιστροφή στις πωλήσεις όπλων προς τη Μέση Ανατολή (Λίβανος), πυρηνική και στρατιωτική συνεργασία με το Ιράν, έξοδος του ρωσικού στόλου (ό,τι έχει απομείνει) και υπογράμμιση των ρωσικών διεκδικήσεων στον όλο και πιο γυμνό από πάγους Βόρειο Πόλο. Οι λεπτομέρειες του μηνύματος πρέπει να είναι αρκετά ξεκάθαρες μέχρι ο βασικός συνομιλητής, ο Μπαράκ Ομπάμα, να αναλάβει τα καθήκοντά του στις 20 Ιανουαρίου.
Μια παράλληλη εξέλιξη, η χθεσινή δήλωση του διοικητή των ρωσικών στρατηγικών δυνάμεων, σύμφωνα με την οποία η Ρωσία δεν πρόκειται να προχωρήσει σε εγκατάσταση νέων πυραυλικών συστημάτων αν οι ΗΠΑ εγκαταλείψουν την ανάπτυξη του σχεδιαζόμενου αντιπυραυλικού συστήματος στην Τσεχία και την Πολωνία, αποτελεί στην πραγματικότητα επανάληψη της απειλής. Ομως η αλλαγή διατύπωσης επιτρέπει τη μετάβαση σε μια νέα φάση εκτόνωσης, αν και η άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ υπό τη νέα διοίκηση Ομπάμα, το θελήσει.
Θα πρόκειται στην πραγματικότητα για μια επαναδιαπραγμάτευση, για την οποία η Μόσχα έχει ήδη τοποθετήσει τα αρχικά όρια με μια σειρά κινήσεων: επίσκεψη ρωσικού στόλου στη Βενεζουέλα και την Κούβα, επιστροφή στις πωλήσεις όπλων προς τη Μέση Ανατολή (Λίβανος), πυρηνική και στρατιωτική συνεργασία με το Ιράν, έξοδος του ρωσικού στόλου (ό,τι έχει απομείνει) και υπογράμμιση των ρωσικών διεκδικήσεων στον όλο και πιο γυμνό από πάγους Βόρειο Πόλο. Οι λεπτομέρειες του μηνύματος πρέπει να είναι αρκετά ξεκάθαρες μέχρι ο βασικός συνομιλητής, ο Μπαράκ Ομπάμα, να αναλάβει τα καθήκοντά του στις 20 Ιανουαρίου.
Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2008
Τι είδε ο ανταποκριτής
Εμφανής η δυσκολία των απεσταλμένων ξένων ΜΜΕ στην Αθήνα να κατανοήσουν τα όσα συμβαίνουν τις τελευταίες μέρες, τουλάχιστον μέχρι να αποβάλουν την οπτική που έφεραν μαζί από τις χώρες τους. Με εξαίρεση κάποιους καλούς γνώστες της Ελλάδας, κανείς δεν μπορούσε να οργανώσει γρήγορα τη σκέψη του γύρω από μια κατάσταση αποκοπής όχι απλώς μιας κυβέρνησης από την κοινωνία, αλλά ενός κράτους σε διαρκή εχθρότητα και σύγκρουση με την κοινωνία. Αναζητούσαν όντως υπαρκτές αναλογίες με τα προβλήματα που ζουν οι κοινωνίες τους (οικονομική κρίση, αποκλεισμός κ.λπ.) με τον ίδιο τρόπο που κάποιοι ιθαγενείς οραματίζονταν αυτάρεσκα την εξέγερση που θα ανατρέψει τον καπιταλισμό να ξεκινά από τους δρόμους μιας Ελλάδας που φαντασιώνεται ότι ανήκει στον καπιταλιστικό σκληρό πυρήνα.
Η αλλοδαπή αυτή σκέψη, προβάλλοντας στην Ελλάδα ιδιότητες του «φυσιολογικού» κόσμου, δεν διανοείται την ιδιαιτερότητα της ιστορικής διαμόρφωσης ενός κράτους που λειτουργεί απέναντι στην κοινωνία σαν διορισμένο από μια ξένη δύναμη κατοχής και αντιμετωπίζεται ως τέτοιο.
Με τους πυλώνες της κρατικής συγκρότησης στην Ελλάδα να ομονοούν μόνο απέναντι στον κοινό εχθρό, την κοινωνία, είναι φυσικό εκείνη να διαμορφώνεται από ομάδες συμφερόντων που δοκιμάζουν, ανάλογα με τις συνθήκες, διάφορες αναλογίες αντίστασης, δωσιλογισμού, σαμποτάζ και μαυραγοριτισμού.
Με τον ρυθμό ανανέωσης ρόλων να ξεπερνά τα Hertz μιας επίπεδης τηλεόρασης, το αγύμναστο μάτι του «απεσταλμένου» δικαιολογείται να μην αναγνωρίζει πρόσωπα, πράγματα και βαθύτερες αιτίες, προβάλλοντας από άλλες κοινωνίες που φοβούνται (ακόμα) τον «Κλέφτη» πιο πολύ απ' ό,τι τον «Αστυνόμο» τις πιο ευθύγραμμες σχέσεις αιτίου και αιτιατού. Εκφράζοντας μια έντιμη απορία.
Η αλλοδαπή αυτή σκέψη, προβάλλοντας στην Ελλάδα ιδιότητες του «φυσιολογικού» κόσμου, δεν διανοείται την ιδιαιτερότητα της ιστορικής διαμόρφωσης ενός κράτους που λειτουργεί απέναντι στην κοινωνία σαν διορισμένο από μια ξένη δύναμη κατοχής και αντιμετωπίζεται ως τέτοιο.
Με τους πυλώνες της κρατικής συγκρότησης στην Ελλάδα να ομονοούν μόνο απέναντι στον κοινό εχθρό, την κοινωνία, είναι φυσικό εκείνη να διαμορφώνεται από ομάδες συμφερόντων που δοκιμάζουν, ανάλογα με τις συνθήκες, διάφορες αναλογίες αντίστασης, δωσιλογισμού, σαμποτάζ και μαυραγοριτισμού.
Με τον ρυθμό ανανέωσης ρόλων να ξεπερνά τα Hertz μιας επίπεδης τηλεόρασης, το αγύμναστο μάτι του «απεσταλμένου» δικαιολογείται να μην αναγνωρίζει πρόσωπα, πράγματα και βαθύτερες αιτίες, προβάλλοντας από άλλες κοινωνίες που φοβούνται (ακόμα) τον «Κλέφτη» πιο πολύ απ' ό,τι τον «Αστυνόμο» τις πιο ευθύγραμμες σχέσεις αιτίου και αιτιατού. Εκφράζοντας μια έντιμη απορία.
Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2008
Η κρίση ως ευκαιρία αφύπνισης
Ο οικονομικός κατακλυσμός κάποτε θα περάσει. Οταν τραβηχτούν τα νερά, το τοπίο θα έχει αλλάξει. Οχι μόνον επειδή πολλά οικοδομήματα θα έχουν γκρεμιστεί, αλλά και επειδή η ανάγκη της επιβίωσης θα έχει οδηγήσει άτομα, ομάδες και χώρες σε αναζήτηση νέας ταυτότητας και ρόλου, φέρνοντάς τους αναγκαστικά σε επαφή με την πραγματικότητα.
Η εμμονή σε βολικές βεβαιότητες και η αποχαύνωση σε εικονικές πραγματικότητες χρειάζεται ίσως την οδυνηρή αυτή σύγκρουση για να υποχωρήσει, ώστε να επιτρέψει την αναζήτηση ρεαλιστικών επιλογών. Και με αυτή τη λογική, η οικονομική κρίση μπορεί εν τέλει να αποδειχθεί ευεργετική για χώρες, όπως η Ελλάδα.
Κατά τη δεκαετία του '70, το τεχνολογικό άλμα που άνοιγε τον δρόμο στη φτηνή υπολογιστική ισχύ επέτρεπε σε άτομα και συλλογικότητες να οραματίζονται την απελευθέρωσή τους από τα δεσμά της έντασης κεφαλαίου που είχε δημιουργήσει η ώριμη, ώς υπερώριμη, βιομηχανική εποχή. Ατομα και συλλογικότητες, που έμεναν έξω από το διαμορφωμένο βιομηχανικό περιβάλλον, έχοντας φθάσει αργά για να εξασφαλίσουν το εισιτήριο της συσσώρευσης κεφαλαίου, διέκριναν τη δυνατότητα να ξεφύγουν από την εξορία στις παρυφές του οικονομικού γίγνεσθαι μέσα από την παράκαμψη που πρόσφερε ο νέος συντελεστής παραγωγής, η πληροφορία και η προστιθέμενη αξία της διάδοσης και της επεξεργασίας της.
Οσοι έβλεπαν να έρχεται μια εποχή απόλυτης χειραφέτησης του ατόμου, το οποίο θα μπορούσε να διαθέτει πλέον πρόσβαση και δυνατότητα επεξεργασίας γνώσεων και πληροφοριών, που μέχρι τότε διέθεταν μόνον κρατικές ή μεγάλες επιχειρηματικές οντότητες, όσοι περίμεναν ότι μικρές χώρες που είχαν χάσει την ευκαιρία της βιομηχανικής επανάστασης θα έπαιρναν το επόμενο τρένο, διαψεύσθηκαν εν μέρει, όπως συχνά συμβαίνει με τους οραματιστές, όμως σε πολύ μικρότερο βαθμό απ' ό,τι περίμεναν και οι ίδιοι στις πλέον νηφάλιες στιγμές τους.
Ισχυρές βιομηχανικές δυνάμεις, σε κρατικό ή επιχειρηματικό επίπεδο, επέδειξαν την αναμενόμενη, ανάλογη του μεγέθους και του βολέματός τους, αδράνεια. Επιχειρήσεις, όπως η ΙΒΜ, αναγκάστηκαν να καταπιούν με εξαιρετικά οδυνηρό τρόπο τον αυτάρεσκο σαρκασμό τους απέναντι στους πιτσιρικάδες που άλλαξαν τον κόσμο από το γκαράζ του σπιτιού τους, φτιάχνοντας τους πρώτους προσωπικούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές.
Κρατικές οντότητες, όπως η ΕΣΣΔ, κλονίστηκαν συθέμελα όταν δεν μπόρεσαν να προσαρμόσουν τα εργαλεία της βιομηχανικής επιδίωξης «εξηλεκτρισμού» στη μετα-βιομηχανική ανάγκη «εξηλεκτρονισμού». Διαθέτοντας εργαλεία που κερδήθηκαν και διαμορφώθηκαν με μεγάλο κόπο και κόστος για να αναλύσουν, να περιγράψουν και να διαμορφώσουν μια συγκεκριμένη βιομηχανική κοινωνική πραγματικότητα, κατέβαλαν τελικά το κόστος της προσπάθειάς τους να σταματήσουν την ιστορία με τον δικό τους τρόπο, παγώνοντάς την στη φάση αναφοράς των εργαλείων τους αυτών.
Αλλοι προσαρμόστηκαν εξαιρετικά γρήγορα στη νέα πραγματικότητα, και το αποτέλεσμα δικαίωσε σε μεγάλο βαθμό όσους προέβλεπαν ότι οι παραδοσιακές βιομηχανικές δυνάμεις θα βρουν νέους ανταγωνιστές. Χώρες όπως οι ΗΠΑ ξαφνιάζονται έτσι από την απώλεια της σχετικής προπορείας τους, όχι τόσο διότι οι ίδιες επιβράδυναν τον βηματισμό τους όσο διότι άλλοι επιτάχυναν τον δικό τους.
Η Ελλάδα δεν βρέθηκε ανάμεσα στις χώρες αυτές. Την ώρα που άλλες κοινωνίες αναζητούσαν μια δημιουργική παραγωγική θέση στη διεθνή οικονομία, η ελληνική κοινωνία αναζητούσε επιδοτήσεις από την ΕΟΚ και εξωτερικό δανεισμό για να χρηματοδοτήσει την καταναλωτική της πείνα. Οταν άλλοι επένδυαν παραγωγικά στη γνώση και στην πληροφορία, μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος, η ελληνική κοινωνία έβλεπε όλο και περισσότερο την εκπαίδευση -και ιδίως την ανώτατη- ως μια γραφειοκρατική διαδικασία για την εισαγωγή στο Δημόσιο. Η αδιαφορία της ή και η καχυποψία απέναντι σε κάθε δημιουργική εκδήλωση της γνώσης έσπρωξε το μεγαλύτερο μέρος των δημιουργικών μυαλών στο εξωτερικό για να προσφέρουν εκεί το βασικό υλικό της μετα-βιομηχανικής εποχής, την καινοτομία. Για να περηφανεύεται στη συνέχεια για τις επιτυχίες τους, φτάνει να μην απειλήσουν την τοπική παρασιτική χλωρίδα επιστρέφοντας στην Ελλάδα.
Η ελληνική φούσκα της εικονικής πραγματικότητας κάποια στιγμή θα έσκαγε, ανεξαρτήτως διεθνούς οικονομικής κρίσης. Το θέμα ήταν πότε θα έφθανε αυτή η στιγμή. Διότι τα νοικοκυριά, όπως και το ελληνικό κράτος, έχουν την τάση να διατηρήσουν ή και να αυξήσουν το επίπεδο διαβίωσης το οποίο, κάποια στιγμή, καλώς ή κακώς, τους προσφέρθηκε, στρεφόμενα αρχικά στις αποταμιεύσεις και, στη συνέχεια, στον δανεισμό. Μόνον όταν εξαντληθούν πλήρως και οι δυνατότητες δανεισμού, αρχίζει η επώδυνη προσαρμογή στην πραγματικότητα και στις αληθινές δυνατότητες.
Αν η διεθνής οικονομική κρίση επισπεύδει το σκάσιμο της φούσκας, δηλαδή την επαφή με την πραγματικότητα, θα έχει προσφέρει μια οδυνηρή, αλλά και πολύτιμη υπηρεσία. Αν η ελληνική κοινωνία, κακομαθημένη, όπως και πολλά από τα μεμονωμένα μέλη της από την «παραμύθα», ότι το σύμπαν τής χρωστάει χάρη για μόνη την ύπαρξή της, χρησιμοποιήσει την ευκαιρία αυτή για να ξεφύγει από τη στειρότητα, υπάρχει η περίπτωση να δημιουργήσει και να παράξει κάτι, έστω και αν αργήσει ακόμα να συνειδητοποιήσει τι δημιουργείται και τι παράγεται αλλού, σε όλους τους τομείς.
Από την οικονομική κρίση κερδισμένες -ή τουλάχιστον όχι χαμένες- δεν θα βγουν οι κοινωνίες όπου το θεωρητικά πιο δημιουργικό κομμάτι τους, οι νέοι, αναγκάζονται να διοχετεύσουν την ορμή τους σε όλο και πιο απελπισμένες διεκδικήσεις ενός συρρικνούμενου μεριδίου μιζέριας, αλλά εκείνες που ενθαρρύνουν, αναμένουν και απαιτούν τη δημιουργική συμμετοχή τους.
Η εμμονή σε βολικές βεβαιότητες και η αποχαύνωση σε εικονικές πραγματικότητες χρειάζεται ίσως την οδυνηρή αυτή σύγκρουση για να υποχωρήσει, ώστε να επιτρέψει την αναζήτηση ρεαλιστικών επιλογών. Και με αυτή τη λογική, η οικονομική κρίση μπορεί εν τέλει να αποδειχθεί ευεργετική για χώρες, όπως η Ελλάδα.
Κατά τη δεκαετία του '70, το τεχνολογικό άλμα που άνοιγε τον δρόμο στη φτηνή υπολογιστική ισχύ επέτρεπε σε άτομα και συλλογικότητες να οραματίζονται την απελευθέρωσή τους από τα δεσμά της έντασης κεφαλαίου που είχε δημιουργήσει η ώριμη, ώς υπερώριμη, βιομηχανική εποχή. Ατομα και συλλογικότητες, που έμεναν έξω από το διαμορφωμένο βιομηχανικό περιβάλλον, έχοντας φθάσει αργά για να εξασφαλίσουν το εισιτήριο της συσσώρευσης κεφαλαίου, διέκριναν τη δυνατότητα να ξεφύγουν από την εξορία στις παρυφές του οικονομικού γίγνεσθαι μέσα από την παράκαμψη που πρόσφερε ο νέος συντελεστής παραγωγής, η πληροφορία και η προστιθέμενη αξία της διάδοσης και της επεξεργασίας της.
Οσοι έβλεπαν να έρχεται μια εποχή απόλυτης χειραφέτησης του ατόμου, το οποίο θα μπορούσε να διαθέτει πλέον πρόσβαση και δυνατότητα επεξεργασίας γνώσεων και πληροφοριών, που μέχρι τότε διέθεταν μόνον κρατικές ή μεγάλες επιχειρηματικές οντότητες, όσοι περίμεναν ότι μικρές χώρες που είχαν χάσει την ευκαιρία της βιομηχανικής επανάστασης θα έπαιρναν το επόμενο τρένο, διαψεύσθηκαν εν μέρει, όπως συχνά συμβαίνει με τους οραματιστές, όμως σε πολύ μικρότερο βαθμό απ' ό,τι περίμεναν και οι ίδιοι στις πλέον νηφάλιες στιγμές τους.
Ισχυρές βιομηχανικές δυνάμεις, σε κρατικό ή επιχειρηματικό επίπεδο, επέδειξαν την αναμενόμενη, ανάλογη του μεγέθους και του βολέματός τους, αδράνεια. Επιχειρήσεις, όπως η ΙΒΜ, αναγκάστηκαν να καταπιούν με εξαιρετικά οδυνηρό τρόπο τον αυτάρεσκο σαρκασμό τους απέναντι στους πιτσιρικάδες που άλλαξαν τον κόσμο από το γκαράζ του σπιτιού τους, φτιάχνοντας τους πρώτους προσωπικούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές.
Κρατικές οντότητες, όπως η ΕΣΣΔ, κλονίστηκαν συθέμελα όταν δεν μπόρεσαν να προσαρμόσουν τα εργαλεία της βιομηχανικής επιδίωξης «εξηλεκτρισμού» στη μετα-βιομηχανική ανάγκη «εξηλεκτρονισμού». Διαθέτοντας εργαλεία που κερδήθηκαν και διαμορφώθηκαν με μεγάλο κόπο και κόστος για να αναλύσουν, να περιγράψουν και να διαμορφώσουν μια συγκεκριμένη βιομηχανική κοινωνική πραγματικότητα, κατέβαλαν τελικά το κόστος της προσπάθειάς τους να σταματήσουν την ιστορία με τον δικό τους τρόπο, παγώνοντάς την στη φάση αναφοράς των εργαλείων τους αυτών.
Αλλοι προσαρμόστηκαν εξαιρετικά γρήγορα στη νέα πραγματικότητα, και το αποτέλεσμα δικαίωσε σε μεγάλο βαθμό όσους προέβλεπαν ότι οι παραδοσιακές βιομηχανικές δυνάμεις θα βρουν νέους ανταγωνιστές. Χώρες όπως οι ΗΠΑ ξαφνιάζονται έτσι από την απώλεια της σχετικής προπορείας τους, όχι τόσο διότι οι ίδιες επιβράδυναν τον βηματισμό τους όσο διότι άλλοι επιτάχυναν τον δικό τους.
Η Ελλάδα δεν βρέθηκε ανάμεσα στις χώρες αυτές. Την ώρα που άλλες κοινωνίες αναζητούσαν μια δημιουργική παραγωγική θέση στη διεθνή οικονομία, η ελληνική κοινωνία αναζητούσε επιδοτήσεις από την ΕΟΚ και εξωτερικό δανεισμό για να χρηματοδοτήσει την καταναλωτική της πείνα. Οταν άλλοι επένδυαν παραγωγικά στη γνώση και στην πληροφορία, μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος, η ελληνική κοινωνία έβλεπε όλο και περισσότερο την εκπαίδευση -και ιδίως την ανώτατη- ως μια γραφειοκρατική διαδικασία για την εισαγωγή στο Δημόσιο. Η αδιαφορία της ή και η καχυποψία απέναντι σε κάθε δημιουργική εκδήλωση της γνώσης έσπρωξε το μεγαλύτερο μέρος των δημιουργικών μυαλών στο εξωτερικό για να προσφέρουν εκεί το βασικό υλικό της μετα-βιομηχανικής εποχής, την καινοτομία. Για να περηφανεύεται στη συνέχεια για τις επιτυχίες τους, φτάνει να μην απειλήσουν την τοπική παρασιτική χλωρίδα επιστρέφοντας στην Ελλάδα.
Η ελληνική φούσκα της εικονικής πραγματικότητας κάποια στιγμή θα έσκαγε, ανεξαρτήτως διεθνούς οικονομικής κρίσης. Το θέμα ήταν πότε θα έφθανε αυτή η στιγμή. Διότι τα νοικοκυριά, όπως και το ελληνικό κράτος, έχουν την τάση να διατηρήσουν ή και να αυξήσουν το επίπεδο διαβίωσης το οποίο, κάποια στιγμή, καλώς ή κακώς, τους προσφέρθηκε, στρεφόμενα αρχικά στις αποταμιεύσεις και, στη συνέχεια, στον δανεισμό. Μόνον όταν εξαντληθούν πλήρως και οι δυνατότητες δανεισμού, αρχίζει η επώδυνη προσαρμογή στην πραγματικότητα και στις αληθινές δυνατότητες.
Αν η διεθνής οικονομική κρίση επισπεύδει το σκάσιμο της φούσκας, δηλαδή την επαφή με την πραγματικότητα, θα έχει προσφέρει μια οδυνηρή, αλλά και πολύτιμη υπηρεσία. Αν η ελληνική κοινωνία, κακομαθημένη, όπως και πολλά από τα μεμονωμένα μέλη της από την «παραμύθα», ότι το σύμπαν τής χρωστάει χάρη για μόνη την ύπαρξή της, χρησιμοποιήσει την ευκαιρία αυτή για να ξεφύγει από τη στειρότητα, υπάρχει η περίπτωση να δημιουργήσει και να παράξει κάτι, έστω και αν αργήσει ακόμα να συνειδητοποιήσει τι δημιουργείται και τι παράγεται αλλού, σε όλους τους τομείς.
Από την οικονομική κρίση κερδισμένες -ή τουλάχιστον όχι χαμένες- δεν θα βγουν οι κοινωνίες όπου το θεωρητικά πιο δημιουργικό κομμάτι τους, οι νέοι, αναγκάζονται να διοχετεύσουν την ορμή τους σε όλο και πιο απελπισμένες διεκδικήσεις ενός συρρικνούμενου μεριδίου μιζέριας, αλλά εκείνες που ενθαρρύνουν, αναμένουν και απαιτούν τη δημιουργική συμμετοχή τους.
Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2008
Να 'ναι καλά η Βομβάη...
Οι υπουργοί Εσωτερικών της Ε.Ε. που συνεδρίαζαν προχθές το βράδυ στις Βρυξέλλες πρέπει να ήταν πολύ ευχαριστημένοι με τα νέα από τη Βομβάη. Μια επίθεση διαρκείας με ομήρους, αίμα και φλόγες, που τροφοδότησε τα διεθνή μέσα ενημέρωσης επί δύο ημέρες ήταν ό,τι καλύτερο για τις αέναες και άοκνες προσπάθειες των κυβερνήσεων και των γραφειοκρατιών που συναποτελούν την κρατική εξουσία να ελέγξουν τα πάντα.
Η φυσική αποστροφή και ο τρόμος τους απέναντι σε οτιδήποτε ξεφεύγει από τον στενό έλεγχό τους θα εκδηλωνόταν ούτως ή άλλως. Η λήψη της προχθεσινής απόφασής τους για τον έλεγχο του Ίντερνετ, ακόμα και μέσω της εξ αποστάσεως διείσδυσης σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές ή με την υποχρέωση των παρόχων σύνδεσης σε χαφιεδισμό, ήταν απολύτως αναμενόμενη. Η λογική, άλλωστε, που επικρατεί είναι αυτή που προδίδει ο τίτλος του εισηγητή του σχετικού σχεδίου, του Γάλλου επιτρόπου Ζακ Μπαρό, αρμόδιου για θέματα Δικαιοσύνης, Ασφάλειας και Ελευθερίας, δηλαδή η υποταγή της Ελευθερίας στην Ασφάλεια με τη Δικαιοσύνη να επικουρεί τη σχέση αυτή.
Αν η έγκριση του σχεδίου από τους υπουργούς Εσωτερικών ήταν αναμενόμενη, αυτό που ήρθε ως θείο δώρο ήταν η επίθεση στη Βομβάη. Εδωσε την ευκαιρία να περάσει σχεδόν απαρατήρητη άλλη μία απόφαση περιστολής ελευθεριών και επέτρεψε στους φερόμενους ως αποφασίσαντες (τους υπουργούς) να δείχνουν στις τηλεοπτικές εικόνες για να προβάλουν την απόφασή τους ως αυτονόητη ή και μετριοπαθή. Κάποιοι απ' αυτούς, ανήκοντες στην ομάδα που πράγματι παίρνει ή προωθεί αποφάσεις, άφησαν ακόμα να εννοηθεί ότι τα γεγονότα στη Βομβάη δείχνουν ότι πρέπει να υπάρξει και συνέχεια.
Η φυσική αποστροφή και ο τρόμος τους απέναντι σε οτιδήποτε ξεφεύγει από τον στενό έλεγχό τους θα εκδηλωνόταν ούτως ή άλλως. Η λήψη της προχθεσινής απόφασής τους για τον έλεγχο του Ίντερνετ, ακόμα και μέσω της εξ αποστάσεως διείσδυσης σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές ή με την υποχρέωση των παρόχων σύνδεσης σε χαφιεδισμό, ήταν απολύτως αναμενόμενη. Η λογική, άλλωστε, που επικρατεί είναι αυτή που προδίδει ο τίτλος του εισηγητή του σχετικού σχεδίου, του Γάλλου επιτρόπου Ζακ Μπαρό, αρμόδιου για θέματα Δικαιοσύνης, Ασφάλειας και Ελευθερίας, δηλαδή η υποταγή της Ελευθερίας στην Ασφάλεια με τη Δικαιοσύνη να επικουρεί τη σχέση αυτή.
Αν η έγκριση του σχεδίου από τους υπουργούς Εσωτερικών ήταν αναμενόμενη, αυτό που ήρθε ως θείο δώρο ήταν η επίθεση στη Βομβάη. Εδωσε την ευκαιρία να περάσει σχεδόν απαρατήρητη άλλη μία απόφαση περιστολής ελευθεριών και επέτρεψε στους φερόμενους ως αποφασίσαντες (τους υπουργούς) να δείχνουν στις τηλεοπτικές εικόνες για να προβάλουν την απόφασή τους ως αυτονόητη ή και μετριοπαθή. Κάποιοι απ' αυτούς, ανήκοντες στην ομάδα που πράγματι παίρνει ή προωθεί αποφάσεις, άφησαν ακόμα να εννοηθεί ότι τα γεγονότα στη Βομβάη δείχνουν ότι πρέπει να υπάρξει και συνέχεια.
Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2008
Γιατί χαίρεται (και φοβάται) ο κόσμος του Ομπάμα
Με τους πάντες να αναζητούν πίσω από κάθε λέξη, που έχει ώς τώρα ξεστομίσει, την πολιτική που θα εφαρμόσει ο Μπαράκ Ομπάμα από το πρώτο λεπτό της πρώτης ώς το τελευταίο λεπτό τής εικαζόμενης δεύτερης προεδρικής του θητείας, η πιο λογική κουβέντα ακούστηκε από τον πρόεδρο του Ιράν, Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ: «Πρόκειται για εκλογική περίοδο. Οποιοσδήποτε μπορεί να πει οτιδήποτε. Ετσι εμείς το αγνοούμε», είπε.
Η αγωνία για πρόβλεψη του μέλλοντος οδηγεί πολλούς να «διαβάζουν τη σπάλα» της ζωής του Ομπάμα, αναζητώντας εκεί τα σπέρματα της πολιτικής που θα ακολουθήσει, σε μια λογική που δεν απέχει πολύ από το «πήγε σχολείο στην Ινδονησία, άρα θα κλείσει το Γκουαντάναμο» και «έπαιζε μπάσκετ στη γειτονιά, άρα θα φτιάξει το σύστημα υγείας».
Ο βρετανικός «Εκόνομιστ» αναζητεί αναλογίες, γράφοντας ότι «αν ο κ. Ομπάμα μοιάζει με οποιονδήποτε στην πρόσφατη βρετανική Ιστορία, είναι με τον Τόνι Μπλερ, έναν άλλον ηγέτη από παντού και από το πουθενά που συνέθεσε χάρισμα, αισιοδοξία και πηγαία ρητορική». Το αμερικανικό «Νιούσγουικ» βλέπει αναλογίες με τον Ρόναλντ Ρίγκαν στις σχέσεις του Ομπάμα με τους ψηφοφόρους του.
Η προεκλογική περίοδος και οι εκλογές πέρασαν και τώρα οι οιωνοσκόποι εστιάζουν στα πρόσωπα που επιλέγει ή δεν επιλέγει για συνεργάτες του ο Ομπάμα, για να προβλέψουν την πολιτική του στην παραμικρή της λεπτομέρεια, ακόμα και για να προαναγγείλουν πού και πόσο θα ικανοποιήσει ή θα απογοητεύσει τους ψηφοφόρους του και τους ανά τον κόσμο «ομπαμομανείς».
Ομως η πληρέστερη ερμηνεία του «φαινομένου Ομπάμα» και η καλύτερη πρόβλεψη του ρόλου που θα παίξει προέρχεται από κάτι τελείως διαφορετικό, το οποίο δεν αναφέρεται καθόλου στο όνομά του: την έκθεση για τις «Παγκόσμιες Τάσεις 2025», που έδωσε την περασμένη Παρασκευή στη δημοσιότητα το Εθνικό Συμβούλιο Πληροφοριών των ΗΠΑ.
Στην πραγματικότητα, η έκθεση για τις τάσεις που θα διαμορφώσουν την παγκόσμια πραγματικότητα ώς το έτος 2025 δεν αποκαλύπτει κάτι άγνωστο ώς τώρα. Ομως κωδικοποιεί και αναλύει συστηματικά αυτό που διαπερνά ως αίσθηση και ως προβληματισμός κάθε γωνιά του κόσμου, εκτός από εκείνες όπου η σύγχυση ανάμεσα σε πολιτική και μικροπολιτική έχει πλέον παγιωθεί, όπως και η αντικατάσταση της αναλυτικής σκέψης από τον ιδεολογικό οπαδισμό.
Περιγράφοντας το «Παγκόσμιο Τοπίο του 2025», η έκθεση προβλέπει με σχετική βεβαιότητα ότι «η πρωτοφανής μετακίνηση σχετικού πλούτου και οικονομικής ισχύος, σε γενικές γραμμές από τη Δύση προς την Ανατολή, που έχει ήδη αρχίσει, θα συνεχισθεί». Από μόνη της η διαδικασία αυτή, επιταχυνόμενη από την τρέχουσα οικονομική κρίση και συνδυαζόμενη με την αναπόφευκτη μεταφορά ισχύος και επιρροής, αρκεί για να προκαλέσει τεκτονικές πολιτικές πιέσεις. Ενας ολόκληρος κόσμος με τις ρίζες του στην Ευρώπη, ο λεγόμενος Δυτικός, αρχίζει να υποπτεύεται την αγωνία μπροστά στο άγνωστο, μπροστά στην προοπτική ενός περιβάλλοντος που, για πρώτη φορά μετά από πολλούς αιώνες, δεν διαμορφώνεται απ' αυτόν, δεν ελέγχεται με τους δικούς του νόμους και δεν ερμηνεύεται από τις δικές του αναλύσεις.
Ο κρύος φόβος του αγνώστου ενισχύεται από την, έστω και ατελή, συνειδητοποίηση της νομοτέλειας των φυσικών μεγεθών. Και μόνη η αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού κατά 1,2 δισεκατομμύρια μέχρι το 2025 ξεπερνά κατά πολύ τους βασικούς φυσικούς πόρους (ενέργεια, τροφή, νερό) του πλανήτη και η υπάρχουσα τεχνολογία δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα, όπως και η υπάρχουσα κοινωνική ανάλυση δεν μπορεί να διαχειριστεί τις συνέπειες. Μια νέα τεχνολογική επανάσταση, που θα μπορούσε να πολλαπλασιάσει τους διαθέσιμους πόρους, στα πρότυπα της «πράσινης» και της «βιομηχανικής» επανάστασης δεν είναι καθόλου βέβαιον ότι θα έχει αυτή τη φορά δυτικό πρόσωπο. Και η κοινωνική ανάλυση και τα εργαλεία που θα χρειαστεί και θα γεννήσει δεν είναι καθόλου βέβαιον ότι θα εξακολουθήσουν να έχουν ευρωπαϊκό, δηλαδή δυτικό πρόσωπο. Ακόμα και βασικές έννοιες, συνδεδεμένες, παρά τις δοκιμασίες τους, με τη «Δύση», όπως η «δημοκρατία», αποκτούν ασιατικό πρόσωπο με την «κρατική δημοκρατία», που με διάφορες εκδοχές δοκιμάζεται αυτή τη στιγμή.
Ενα τμήμα των δυτικών κοινωνιών δυσκολεύεται να ξεγράψει τις επενδύσεις του σε εσωτερικές, ενδο-δυτικές διαφωνίες κοσμοθεωριών, ιδεολογιών και οικονομικών συστημάτων. Φυσικό είναι να επιθυμεί το πάγωμα (το τέλος) της ιστορίας σε μια στιγμή του παρελθόντος, για την οποία αναπτύχθηκαν τα εργαλεία που εξακολουθεί να διαθέτει ή να διατηρεί τη συνήθεια του διαπληκτισμού για την καταλληλότητα του ενός ή του άλλου εργαλείου, ακόμα και όταν ολόκληρος ο μηχανισμός αναφοράς έχει αλλάξει.
Ενα άλλο τμήμα, όμως, ολοένα και μεγαλύτερο, επικεντρώνεται στην ευρύτερη ιστορική αλλαγή, διαισθανόμενο, για παράδειγμα, ότι δεν έχει τόσο σημασία αν ο Χάγεκ, ο Κέινς ή ο Φρίντμαν είχαν δίκιο, όταν σε λίγο η ίδια συζήτηση θα αφορά ονόματα που θα προφέρονται πιο δύσκολα από τους Δυτικούς. Για το τμήμα αυτό των δυτικών κοινωνιών, η απειλή αφορά κάθε κομμάτι του ευρύτερου δυτικού προτύπου, σημαδεύει εξίσου όλες τις αποχρώσεις. Ακόμα και για όσους αναγνωρίζουν στοιχεία δικαιοσύνης στην κατάρρευση του ευρωπαϊκού/δυτικού ιμπέριουμ, ο φόβος του αγνώστου δεν βρίσκεται μακριά.
Οι ΗΠΑ βρέθηκαν να αποτελούν τη ναυαρχίδα και το σύμβολο του δυτικού αυτού πολιτισμικού ιμπεριαλισμού. Στην τρέχουσα ιστορική φάση είναι ίσως λιγότερο σημαντικό, αν ταυτοχρόνως αποτελούν ναυαρχίδα και σύμβολο ενός από τα αντιμαχόμενα δυτικά συστήματα με αναφορά στη δυτική βιομηχανική επανάσταση. Αυτό εξηγεί και τη συσπείρωση φαινομενικά ετερόκλητων πολιτικών δυνάμεων γύρω από τον Μπαράκ Ομπάμα, τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ όσο και στο εξωτερικό (κυρίως στο «δυτικό» τμήμα). Διότι οι επιμέρους διαφορές μπαίνουν στην άκρη προ του κοινού κινδύνου, έστω και αν η πλήρης αντιστροφή τής ιστορικής ροή είναι αδύνατη.
Αυτή είναι η δυναμική που στις ΗΠΑ έφερε στην εξουσία τον Μπαράκ Ομπάμα και που στο εξωτερικό οδήγησε σε μια «ομπαμομανία». Η διαχείριση της ιστορικής αλλαγής με τον ευνοϊκότερο ή τον λιγότερο οδυνηρό τρόπο για τις ΗΠΑ και για τη Δύση γενικότερα είναι η εντολή που έχει πάρει. Και αυτή θα είναι η πολιτική του.
Η αγωνία για πρόβλεψη του μέλλοντος οδηγεί πολλούς να «διαβάζουν τη σπάλα» της ζωής του Ομπάμα, αναζητώντας εκεί τα σπέρματα της πολιτικής που θα ακολουθήσει, σε μια λογική που δεν απέχει πολύ από το «πήγε σχολείο στην Ινδονησία, άρα θα κλείσει το Γκουαντάναμο» και «έπαιζε μπάσκετ στη γειτονιά, άρα θα φτιάξει το σύστημα υγείας».
Ο βρετανικός «Εκόνομιστ» αναζητεί αναλογίες, γράφοντας ότι «αν ο κ. Ομπάμα μοιάζει με οποιονδήποτε στην πρόσφατη βρετανική Ιστορία, είναι με τον Τόνι Μπλερ, έναν άλλον ηγέτη από παντού και από το πουθενά που συνέθεσε χάρισμα, αισιοδοξία και πηγαία ρητορική». Το αμερικανικό «Νιούσγουικ» βλέπει αναλογίες με τον Ρόναλντ Ρίγκαν στις σχέσεις του Ομπάμα με τους ψηφοφόρους του.
Η προεκλογική περίοδος και οι εκλογές πέρασαν και τώρα οι οιωνοσκόποι εστιάζουν στα πρόσωπα που επιλέγει ή δεν επιλέγει για συνεργάτες του ο Ομπάμα, για να προβλέψουν την πολιτική του στην παραμικρή της λεπτομέρεια, ακόμα και για να προαναγγείλουν πού και πόσο θα ικανοποιήσει ή θα απογοητεύσει τους ψηφοφόρους του και τους ανά τον κόσμο «ομπαμομανείς».
Ομως η πληρέστερη ερμηνεία του «φαινομένου Ομπάμα» και η καλύτερη πρόβλεψη του ρόλου που θα παίξει προέρχεται από κάτι τελείως διαφορετικό, το οποίο δεν αναφέρεται καθόλου στο όνομά του: την έκθεση για τις «Παγκόσμιες Τάσεις 2025», που έδωσε την περασμένη Παρασκευή στη δημοσιότητα το Εθνικό Συμβούλιο Πληροφοριών των ΗΠΑ.
Στην πραγματικότητα, η έκθεση για τις τάσεις που θα διαμορφώσουν την παγκόσμια πραγματικότητα ώς το έτος 2025 δεν αποκαλύπτει κάτι άγνωστο ώς τώρα. Ομως κωδικοποιεί και αναλύει συστηματικά αυτό που διαπερνά ως αίσθηση και ως προβληματισμός κάθε γωνιά του κόσμου, εκτός από εκείνες όπου η σύγχυση ανάμεσα σε πολιτική και μικροπολιτική έχει πλέον παγιωθεί, όπως και η αντικατάσταση της αναλυτικής σκέψης από τον ιδεολογικό οπαδισμό.
Περιγράφοντας το «Παγκόσμιο Τοπίο του 2025», η έκθεση προβλέπει με σχετική βεβαιότητα ότι «η πρωτοφανής μετακίνηση σχετικού πλούτου και οικονομικής ισχύος, σε γενικές γραμμές από τη Δύση προς την Ανατολή, που έχει ήδη αρχίσει, θα συνεχισθεί». Από μόνη της η διαδικασία αυτή, επιταχυνόμενη από την τρέχουσα οικονομική κρίση και συνδυαζόμενη με την αναπόφευκτη μεταφορά ισχύος και επιρροής, αρκεί για να προκαλέσει τεκτονικές πολιτικές πιέσεις. Ενας ολόκληρος κόσμος με τις ρίζες του στην Ευρώπη, ο λεγόμενος Δυτικός, αρχίζει να υποπτεύεται την αγωνία μπροστά στο άγνωστο, μπροστά στην προοπτική ενός περιβάλλοντος που, για πρώτη φορά μετά από πολλούς αιώνες, δεν διαμορφώνεται απ' αυτόν, δεν ελέγχεται με τους δικούς του νόμους και δεν ερμηνεύεται από τις δικές του αναλύσεις.
Ο κρύος φόβος του αγνώστου ενισχύεται από την, έστω και ατελή, συνειδητοποίηση της νομοτέλειας των φυσικών μεγεθών. Και μόνη η αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού κατά 1,2 δισεκατομμύρια μέχρι το 2025 ξεπερνά κατά πολύ τους βασικούς φυσικούς πόρους (ενέργεια, τροφή, νερό) του πλανήτη και η υπάρχουσα τεχνολογία δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα, όπως και η υπάρχουσα κοινωνική ανάλυση δεν μπορεί να διαχειριστεί τις συνέπειες. Μια νέα τεχνολογική επανάσταση, που θα μπορούσε να πολλαπλασιάσει τους διαθέσιμους πόρους, στα πρότυπα της «πράσινης» και της «βιομηχανικής» επανάστασης δεν είναι καθόλου βέβαιον ότι θα έχει αυτή τη φορά δυτικό πρόσωπο. Και η κοινωνική ανάλυση και τα εργαλεία που θα χρειαστεί και θα γεννήσει δεν είναι καθόλου βέβαιον ότι θα εξακολουθήσουν να έχουν ευρωπαϊκό, δηλαδή δυτικό πρόσωπο. Ακόμα και βασικές έννοιες, συνδεδεμένες, παρά τις δοκιμασίες τους, με τη «Δύση», όπως η «δημοκρατία», αποκτούν ασιατικό πρόσωπο με την «κρατική δημοκρατία», που με διάφορες εκδοχές δοκιμάζεται αυτή τη στιγμή.
Ενα τμήμα των δυτικών κοινωνιών δυσκολεύεται να ξεγράψει τις επενδύσεις του σε εσωτερικές, ενδο-δυτικές διαφωνίες κοσμοθεωριών, ιδεολογιών και οικονομικών συστημάτων. Φυσικό είναι να επιθυμεί το πάγωμα (το τέλος) της ιστορίας σε μια στιγμή του παρελθόντος, για την οποία αναπτύχθηκαν τα εργαλεία που εξακολουθεί να διαθέτει ή να διατηρεί τη συνήθεια του διαπληκτισμού για την καταλληλότητα του ενός ή του άλλου εργαλείου, ακόμα και όταν ολόκληρος ο μηχανισμός αναφοράς έχει αλλάξει.
Ενα άλλο τμήμα, όμως, ολοένα και μεγαλύτερο, επικεντρώνεται στην ευρύτερη ιστορική αλλαγή, διαισθανόμενο, για παράδειγμα, ότι δεν έχει τόσο σημασία αν ο Χάγεκ, ο Κέινς ή ο Φρίντμαν είχαν δίκιο, όταν σε λίγο η ίδια συζήτηση θα αφορά ονόματα που θα προφέρονται πιο δύσκολα από τους Δυτικούς. Για το τμήμα αυτό των δυτικών κοινωνιών, η απειλή αφορά κάθε κομμάτι του ευρύτερου δυτικού προτύπου, σημαδεύει εξίσου όλες τις αποχρώσεις. Ακόμα και για όσους αναγνωρίζουν στοιχεία δικαιοσύνης στην κατάρρευση του ευρωπαϊκού/δυτικού ιμπέριουμ, ο φόβος του αγνώστου δεν βρίσκεται μακριά.
Οι ΗΠΑ βρέθηκαν να αποτελούν τη ναυαρχίδα και το σύμβολο του δυτικού αυτού πολιτισμικού ιμπεριαλισμού. Στην τρέχουσα ιστορική φάση είναι ίσως λιγότερο σημαντικό, αν ταυτοχρόνως αποτελούν ναυαρχίδα και σύμβολο ενός από τα αντιμαχόμενα δυτικά συστήματα με αναφορά στη δυτική βιομηχανική επανάσταση. Αυτό εξηγεί και τη συσπείρωση φαινομενικά ετερόκλητων πολιτικών δυνάμεων γύρω από τον Μπαράκ Ομπάμα, τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ όσο και στο εξωτερικό (κυρίως στο «δυτικό» τμήμα). Διότι οι επιμέρους διαφορές μπαίνουν στην άκρη προ του κοινού κινδύνου, έστω και αν η πλήρης αντιστροφή τής ιστορικής ροή είναι αδύνατη.
Αυτή είναι η δυναμική που στις ΗΠΑ έφερε στην εξουσία τον Μπαράκ Ομπάμα και που στο εξωτερικό οδήγησε σε μια «ομπαμομανία». Η διαχείριση της ιστορικής αλλαγής με τον ευνοϊκότερο ή τον λιγότερο οδυνηρό τρόπο για τις ΗΠΑ και για τη Δύση γενικότερα είναι η εντολή που έχει πάρει. Και αυτή θα είναι η πολιτική του.
Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2008
Είναι πολλά τα... ασφάλιστρα, Αρη
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, οποιαδήποτε αναφορά στη σύγχρονη πειρατεία αφορούσε τα Στενά της Μάλακα, ανάμεσα στη Σουμάτρα της Ινδονησίας και τη Μαλαισία. Σήμερα εστιάζεται σε ένα άλλο στρατηγικό σημείο σύγκλισης, σχεδόν στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος αλλά πολύ δυτικότερα.
Το «Κέρας της Αφρικής» απέναντι από την «Ευδαίμονα Αραβία», η σημερινή Σομαλία απέναντι από τη σημερινή Υεμένη, ανέκαθεν έπαιζε στρατηγικό ρόλο στον έλεγχο των προσβάσεων της Ερυθράς Θάλασσας, του Περσικού Κόλπου και του Ινδικού Ωκεανού, ακόμα και πριν από τη διάνοιξη της Διώρυγας του Σουέζ.
Με τη Σομαλία να αποτελεί ήδη ένα ακυβέρνητο κράτος και το κράτος στην Υεμένη να χαρακτηρίζεται ήδη «αδύναμο» και «ατελές», ολόκληρη η περιοχή, από τον βορρά της Κένυας (για να μην πούμε από τα βόρεια της Μαδαγασκάρης) μέχρι τη Σαουδική Αραβία μέσω του Κόλπου του Αντεν, είναι εκτός ελέγχου ακριβώς τη στιγμή που η στρατηγική της σημασία ενισχύεται περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Αν πριν από λίγους μήνες ήταν εφικτό να αγνοηθούν οι πειρατικές επιθέσεις (στο κάτω κάτω δεν αφορούσαν παρά μόνο μερικές δεκάδες από τα 16.000 πλοία που περνούν από εκεί κάθε χρόνο), η σημερινή οικονομική κρίση δεν το επιτρέπει.
Ηδη το κλίμα που έχει δημιουργηθεί οδηγεί σε αύξηση των ασφαλίστρων για όσα πλοία πλέουν στην περιοχή. Οι αυξήσεις αυτές σε συνδυασμό με την αντίληψη του κινδύνου σπρώχνει όλο και περισσότερες εταιρείες να εγκαταλείπουν τη Διώρυγα του Σουέζ και να προσανατολίζονται στον περίπλου της Αφρικής. Τόσο στη μία όσο και στην άλλη περίπτωση, αποτέλεσμα είναι η τεράστια αύξηση του κόστους μεταφοράς αγαθών, ενέργειας και πρώτων υλών, στη χειρότερη δυνατή στιγμή, όταν η παγκόσμια οικονομία παλεύει με την ύφεση. Δεν είναι τυχαίο το ότι η λεγόμενη «Αλ Κάιντα», με μηνύματα τόσο του Οσάμα μπιν Λάντεν όσο και του Αϊμάν αλ Ζαουάχρι, έχει θέσει εδώ και χρόνια ως στόχο τον έλεγχο της περιοχής, αντιλαμβανόμενη πλήρως την ευρύτερη αποσταθεροποίηση που κάτι τέτοιο μπορεί να προκαλέσει στη Δύση, αλλά και τη σημασία που έχει στον ανταγωνισμό της με το Ιράν.
Το «Κέρας της Αφρικής» απέναντι από την «Ευδαίμονα Αραβία», η σημερινή Σομαλία απέναντι από τη σημερινή Υεμένη, ανέκαθεν έπαιζε στρατηγικό ρόλο στον έλεγχο των προσβάσεων της Ερυθράς Θάλασσας, του Περσικού Κόλπου και του Ινδικού Ωκεανού, ακόμα και πριν από τη διάνοιξη της Διώρυγας του Σουέζ.
Με τη Σομαλία να αποτελεί ήδη ένα ακυβέρνητο κράτος και το κράτος στην Υεμένη να χαρακτηρίζεται ήδη «αδύναμο» και «ατελές», ολόκληρη η περιοχή, από τον βορρά της Κένυας (για να μην πούμε από τα βόρεια της Μαδαγασκάρης) μέχρι τη Σαουδική Αραβία μέσω του Κόλπου του Αντεν, είναι εκτός ελέγχου ακριβώς τη στιγμή που η στρατηγική της σημασία ενισχύεται περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Αν πριν από λίγους μήνες ήταν εφικτό να αγνοηθούν οι πειρατικές επιθέσεις (στο κάτω κάτω δεν αφορούσαν παρά μόνο μερικές δεκάδες από τα 16.000 πλοία που περνούν από εκεί κάθε χρόνο), η σημερινή οικονομική κρίση δεν το επιτρέπει.
Ηδη το κλίμα που έχει δημιουργηθεί οδηγεί σε αύξηση των ασφαλίστρων για όσα πλοία πλέουν στην περιοχή. Οι αυξήσεις αυτές σε συνδυασμό με την αντίληψη του κινδύνου σπρώχνει όλο και περισσότερες εταιρείες να εγκαταλείπουν τη Διώρυγα του Σουέζ και να προσανατολίζονται στον περίπλου της Αφρικής. Τόσο στη μία όσο και στην άλλη περίπτωση, αποτέλεσμα είναι η τεράστια αύξηση του κόστους μεταφοράς αγαθών, ενέργειας και πρώτων υλών, στη χειρότερη δυνατή στιγμή, όταν η παγκόσμια οικονομία παλεύει με την ύφεση. Δεν είναι τυχαίο το ότι η λεγόμενη «Αλ Κάιντα», με μηνύματα τόσο του Οσάμα μπιν Λάντεν όσο και του Αϊμάν αλ Ζαουάχρι, έχει θέσει εδώ και χρόνια ως στόχο τον έλεγχο της περιοχής, αντιλαμβανόμενη πλήρως την ευρύτερη αποσταθεροποίηση που κάτι τέτοιο μπορεί να προκαλέσει στη Δύση, αλλά και τη σημασία που έχει στον ανταγωνισμό της με το Ιράν.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)