Οι υπουργοί Εσωτερικών της Ε.Ε. που συνεδρίαζαν προχθές το βράδυ στις Βρυξέλλες πρέπει να ήταν πολύ ευχαριστημένοι με τα νέα από τη Βομβάη. Μια επίθεση διαρκείας με ομήρους, αίμα και φλόγες, που τροφοδότησε τα διεθνή μέσα ενημέρωσης επί δύο ημέρες ήταν ό,τι καλύτερο για τις αέναες και άοκνες προσπάθειες των κυβερνήσεων και των γραφειοκρατιών που συναποτελούν την κρατική εξουσία να ελέγξουν τα πάντα.
Η φυσική αποστροφή και ο τρόμος τους απέναντι σε οτιδήποτε ξεφεύγει από τον στενό έλεγχό τους θα εκδηλωνόταν ούτως ή άλλως. Η λήψη της προχθεσινής απόφασής τους για τον έλεγχο του Ίντερνετ, ακόμα και μέσω της εξ αποστάσεως διείσδυσης σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές ή με την υποχρέωση των παρόχων σύνδεσης σε χαφιεδισμό, ήταν απολύτως αναμενόμενη. Η λογική, άλλωστε, που επικρατεί είναι αυτή που προδίδει ο τίτλος του εισηγητή του σχετικού σχεδίου, του Γάλλου επιτρόπου Ζακ Μπαρό, αρμόδιου για θέματα Δικαιοσύνης, Ασφάλειας και Ελευθερίας, δηλαδή η υποταγή της Ελευθερίας στην Ασφάλεια με τη Δικαιοσύνη να επικουρεί τη σχέση αυτή.
Αν η έγκριση του σχεδίου από τους υπουργούς Εσωτερικών ήταν αναμενόμενη, αυτό που ήρθε ως θείο δώρο ήταν η επίθεση στη Βομβάη. Εδωσε την ευκαιρία να περάσει σχεδόν απαρατήρητη άλλη μία απόφαση περιστολής ελευθεριών και επέτρεψε στους φερόμενους ως αποφασίσαντες (τους υπουργούς) να δείχνουν στις τηλεοπτικές εικόνες για να προβάλουν την απόφασή τους ως αυτονόητη ή και μετριοπαθή. Κάποιοι απ' αυτούς, ανήκοντες στην ομάδα που πράγματι παίρνει ή προωθεί αποφάσεις, άφησαν ακόμα να εννοηθεί ότι τα γεγονότα στη Βομβάη δείχνουν ότι πρέπει να υπάρξει και συνέχεια.
Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2008
Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2008
Γιατί χαίρεται (και φοβάται) ο κόσμος του Ομπάμα
Με τους πάντες να αναζητούν πίσω από κάθε λέξη, που έχει ώς τώρα ξεστομίσει, την πολιτική που θα εφαρμόσει ο Μπαράκ Ομπάμα από το πρώτο λεπτό της πρώτης ώς το τελευταίο λεπτό τής εικαζόμενης δεύτερης προεδρικής του θητείας, η πιο λογική κουβέντα ακούστηκε από τον πρόεδρο του Ιράν, Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ: «Πρόκειται για εκλογική περίοδο. Οποιοσδήποτε μπορεί να πει οτιδήποτε. Ετσι εμείς το αγνοούμε», είπε.
Η αγωνία για πρόβλεψη του μέλλοντος οδηγεί πολλούς να «διαβάζουν τη σπάλα» της ζωής του Ομπάμα, αναζητώντας εκεί τα σπέρματα της πολιτικής που θα ακολουθήσει, σε μια λογική που δεν απέχει πολύ από το «πήγε σχολείο στην Ινδονησία, άρα θα κλείσει το Γκουαντάναμο» και «έπαιζε μπάσκετ στη γειτονιά, άρα θα φτιάξει το σύστημα υγείας».
Ο βρετανικός «Εκόνομιστ» αναζητεί αναλογίες, γράφοντας ότι «αν ο κ. Ομπάμα μοιάζει με οποιονδήποτε στην πρόσφατη βρετανική Ιστορία, είναι με τον Τόνι Μπλερ, έναν άλλον ηγέτη από παντού και από το πουθενά που συνέθεσε χάρισμα, αισιοδοξία και πηγαία ρητορική». Το αμερικανικό «Νιούσγουικ» βλέπει αναλογίες με τον Ρόναλντ Ρίγκαν στις σχέσεις του Ομπάμα με τους ψηφοφόρους του.
Η προεκλογική περίοδος και οι εκλογές πέρασαν και τώρα οι οιωνοσκόποι εστιάζουν στα πρόσωπα που επιλέγει ή δεν επιλέγει για συνεργάτες του ο Ομπάμα, για να προβλέψουν την πολιτική του στην παραμικρή της λεπτομέρεια, ακόμα και για να προαναγγείλουν πού και πόσο θα ικανοποιήσει ή θα απογοητεύσει τους ψηφοφόρους του και τους ανά τον κόσμο «ομπαμομανείς».
Ομως η πληρέστερη ερμηνεία του «φαινομένου Ομπάμα» και η καλύτερη πρόβλεψη του ρόλου που θα παίξει προέρχεται από κάτι τελείως διαφορετικό, το οποίο δεν αναφέρεται καθόλου στο όνομά του: την έκθεση για τις «Παγκόσμιες Τάσεις 2025», που έδωσε την περασμένη Παρασκευή στη δημοσιότητα το Εθνικό Συμβούλιο Πληροφοριών των ΗΠΑ.
Στην πραγματικότητα, η έκθεση για τις τάσεις που θα διαμορφώσουν την παγκόσμια πραγματικότητα ώς το έτος 2025 δεν αποκαλύπτει κάτι άγνωστο ώς τώρα. Ομως κωδικοποιεί και αναλύει συστηματικά αυτό που διαπερνά ως αίσθηση και ως προβληματισμός κάθε γωνιά του κόσμου, εκτός από εκείνες όπου η σύγχυση ανάμεσα σε πολιτική και μικροπολιτική έχει πλέον παγιωθεί, όπως και η αντικατάσταση της αναλυτικής σκέψης από τον ιδεολογικό οπαδισμό.
Περιγράφοντας το «Παγκόσμιο Τοπίο του 2025», η έκθεση προβλέπει με σχετική βεβαιότητα ότι «η πρωτοφανής μετακίνηση σχετικού πλούτου και οικονομικής ισχύος, σε γενικές γραμμές από τη Δύση προς την Ανατολή, που έχει ήδη αρχίσει, θα συνεχισθεί». Από μόνη της η διαδικασία αυτή, επιταχυνόμενη από την τρέχουσα οικονομική κρίση και συνδυαζόμενη με την αναπόφευκτη μεταφορά ισχύος και επιρροής, αρκεί για να προκαλέσει τεκτονικές πολιτικές πιέσεις. Ενας ολόκληρος κόσμος με τις ρίζες του στην Ευρώπη, ο λεγόμενος Δυτικός, αρχίζει να υποπτεύεται την αγωνία μπροστά στο άγνωστο, μπροστά στην προοπτική ενός περιβάλλοντος που, για πρώτη φορά μετά από πολλούς αιώνες, δεν διαμορφώνεται απ' αυτόν, δεν ελέγχεται με τους δικούς του νόμους και δεν ερμηνεύεται από τις δικές του αναλύσεις.
Ο κρύος φόβος του αγνώστου ενισχύεται από την, έστω και ατελή, συνειδητοποίηση της νομοτέλειας των φυσικών μεγεθών. Και μόνη η αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού κατά 1,2 δισεκατομμύρια μέχρι το 2025 ξεπερνά κατά πολύ τους βασικούς φυσικούς πόρους (ενέργεια, τροφή, νερό) του πλανήτη και η υπάρχουσα τεχνολογία δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα, όπως και η υπάρχουσα κοινωνική ανάλυση δεν μπορεί να διαχειριστεί τις συνέπειες. Μια νέα τεχνολογική επανάσταση, που θα μπορούσε να πολλαπλασιάσει τους διαθέσιμους πόρους, στα πρότυπα της «πράσινης» και της «βιομηχανικής» επανάστασης δεν είναι καθόλου βέβαιον ότι θα έχει αυτή τη φορά δυτικό πρόσωπο. Και η κοινωνική ανάλυση και τα εργαλεία που θα χρειαστεί και θα γεννήσει δεν είναι καθόλου βέβαιον ότι θα εξακολουθήσουν να έχουν ευρωπαϊκό, δηλαδή δυτικό πρόσωπο. Ακόμα και βασικές έννοιες, συνδεδεμένες, παρά τις δοκιμασίες τους, με τη «Δύση», όπως η «δημοκρατία», αποκτούν ασιατικό πρόσωπο με την «κρατική δημοκρατία», που με διάφορες εκδοχές δοκιμάζεται αυτή τη στιγμή.
Ενα τμήμα των δυτικών κοινωνιών δυσκολεύεται να ξεγράψει τις επενδύσεις του σε εσωτερικές, ενδο-δυτικές διαφωνίες κοσμοθεωριών, ιδεολογιών και οικονομικών συστημάτων. Φυσικό είναι να επιθυμεί το πάγωμα (το τέλος) της ιστορίας σε μια στιγμή του παρελθόντος, για την οποία αναπτύχθηκαν τα εργαλεία που εξακολουθεί να διαθέτει ή να διατηρεί τη συνήθεια του διαπληκτισμού για την καταλληλότητα του ενός ή του άλλου εργαλείου, ακόμα και όταν ολόκληρος ο μηχανισμός αναφοράς έχει αλλάξει.
Ενα άλλο τμήμα, όμως, ολοένα και μεγαλύτερο, επικεντρώνεται στην ευρύτερη ιστορική αλλαγή, διαισθανόμενο, για παράδειγμα, ότι δεν έχει τόσο σημασία αν ο Χάγεκ, ο Κέινς ή ο Φρίντμαν είχαν δίκιο, όταν σε λίγο η ίδια συζήτηση θα αφορά ονόματα που θα προφέρονται πιο δύσκολα από τους Δυτικούς. Για το τμήμα αυτό των δυτικών κοινωνιών, η απειλή αφορά κάθε κομμάτι του ευρύτερου δυτικού προτύπου, σημαδεύει εξίσου όλες τις αποχρώσεις. Ακόμα και για όσους αναγνωρίζουν στοιχεία δικαιοσύνης στην κατάρρευση του ευρωπαϊκού/δυτικού ιμπέριουμ, ο φόβος του αγνώστου δεν βρίσκεται μακριά.
Οι ΗΠΑ βρέθηκαν να αποτελούν τη ναυαρχίδα και το σύμβολο του δυτικού αυτού πολιτισμικού ιμπεριαλισμού. Στην τρέχουσα ιστορική φάση είναι ίσως λιγότερο σημαντικό, αν ταυτοχρόνως αποτελούν ναυαρχίδα και σύμβολο ενός από τα αντιμαχόμενα δυτικά συστήματα με αναφορά στη δυτική βιομηχανική επανάσταση. Αυτό εξηγεί και τη συσπείρωση φαινομενικά ετερόκλητων πολιτικών δυνάμεων γύρω από τον Μπαράκ Ομπάμα, τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ όσο και στο εξωτερικό (κυρίως στο «δυτικό» τμήμα). Διότι οι επιμέρους διαφορές μπαίνουν στην άκρη προ του κοινού κινδύνου, έστω και αν η πλήρης αντιστροφή τής ιστορικής ροή είναι αδύνατη.
Αυτή είναι η δυναμική που στις ΗΠΑ έφερε στην εξουσία τον Μπαράκ Ομπάμα και που στο εξωτερικό οδήγησε σε μια «ομπαμομανία». Η διαχείριση της ιστορικής αλλαγής με τον ευνοϊκότερο ή τον λιγότερο οδυνηρό τρόπο για τις ΗΠΑ και για τη Δύση γενικότερα είναι η εντολή που έχει πάρει. Και αυτή θα είναι η πολιτική του.
Η αγωνία για πρόβλεψη του μέλλοντος οδηγεί πολλούς να «διαβάζουν τη σπάλα» της ζωής του Ομπάμα, αναζητώντας εκεί τα σπέρματα της πολιτικής που θα ακολουθήσει, σε μια λογική που δεν απέχει πολύ από το «πήγε σχολείο στην Ινδονησία, άρα θα κλείσει το Γκουαντάναμο» και «έπαιζε μπάσκετ στη γειτονιά, άρα θα φτιάξει το σύστημα υγείας».
Ο βρετανικός «Εκόνομιστ» αναζητεί αναλογίες, γράφοντας ότι «αν ο κ. Ομπάμα μοιάζει με οποιονδήποτε στην πρόσφατη βρετανική Ιστορία, είναι με τον Τόνι Μπλερ, έναν άλλον ηγέτη από παντού και από το πουθενά που συνέθεσε χάρισμα, αισιοδοξία και πηγαία ρητορική». Το αμερικανικό «Νιούσγουικ» βλέπει αναλογίες με τον Ρόναλντ Ρίγκαν στις σχέσεις του Ομπάμα με τους ψηφοφόρους του.
Η προεκλογική περίοδος και οι εκλογές πέρασαν και τώρα οι οιωνοσκόποι εστιάζουν στα πρόσωπα που επιλέγει ή δεν επιλέγει για συνεργάτες του ο Ομπάμα, για να προβλέψουν την πολιτική του στην παραμικρή της λεπτομέρεια, ακόμα και για να προαναγγείλουν πού και πόσο θα ικανοποιήσει ή θα απογοητεύσει τους ψηφοφόρους του και τους ανά τον κόσμο «ομπαμομανείς».
Ομως η πληρέστερη ερμηνεία του «φαινομένου Ομπάμα» και η καλύτερη πρόβλεψη του ρόλου που θα παίξει προέρχεται από κάτι τελείως διαφορετικό, το οποίο δεν αναφέρεται καθόλου στο όνομά του: την έκθεση για τις «Παγκόσμιες Τάσεις 2025», που έδωσε την περασμένη Παρασκευή στη δημοσιότητα το Εθνικό Συμβούλιο Πληροφοριών των ΗΠΑ.
Στην πραγματικότητα, η έκθεση για τις τάσεις που θα διαμορφώσουν την παγκόσμια πραγματικότητα ώς το έτος 2025 δεν αποκαλύπτει κάτι άγνωστο ώς τώρα. Ομως κωδικοποιεί και αναλύει συστηματικά αυτό που διαπερνά ως αίσθηση και ως προβληματισμός κάθε γωνιά του κόσμου, εκτός από εκείνες όπου η σύγχυση ανάμεσα σε πολιτική και μικροπολιτική έχει πλέον παγιωθεί, όπως και η αντικατάσταση της αναλυτικής σκέψης από τον ιδεολογικό οπαδισμό.
Περιγράφοντας το «Παγκόσμιο Τοπίο του 2025», η έκθεση προβλέπει με σχετική βεβαιότητα ότι «η πρωτοφανής μετακίνηση σχετικού πλούτου και οικονομικής ισχύος, σε γενικές γραμμές από τη Δύση προς την Ανατολή, που έχει ήδη αρχίσει, θα συνεχισθεί». Από μόνη της η διαδικασία αυτή, επιταχυνόμενη από την τρέχουσα οικονομική κρίση και συνδυαζόμενη με την αναπόφευκτη μεταφορά ισχύος και επιρροής, αρκεί για να προκαλέσει τεκτονικές πολιτικές πιέσεις. Ενας ολόκληρος κόσμος με τις ρίζες του στην Ευρώπη, ο λεγόμενος Δυτικός, αρχίζει να υποπτεύεται την αγωνία μπροστά στο άγνωστο, μπροστά στην προοπτική ενός περιβάλλοντος που, για πρώτη φορά μετά από πολλούς αιώνες, δεν διαμορφώνεται απ' αυτόν, δεν ελέγχεται με τους δικούς του νόμους και δεν ερμηνεύεται από τις δικές του αναλύσεις.
Ο κρύος φόβος του αγνώστου ενισχύεται από την, έστω και ατελή, συνειδητοποίηση της νομοτέλειας των φυσικών μεγεθών. Και μόνη η αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού κατά 1,2 δισεκατομμύρια μέχρι το 2025 ξεπερνά κατά πολύ τους βασικούς φυσικούς πόρους (ενέργεια, τροφή, νερό) του πλανήτη και η υπάρχουσα τεχνολογία δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα, όπως και η υπάρχουσα κοινωνική ανάλυση δεν μπορεί να διαχειριστεί τις συνέπειες. Μια νέα τεχνολογική επανάσταση, που θα μπορούσε να πολλαπλασιάσει τους διαθέσιμους πόρους, στα πρότυπα της «πράσινης» και της «βιομηχανικής» επανάστασης δεν είναι καθόλου βέβαιον ότι θα έχει αυτή τη φορά δυτικό πρόσωπο. Και η κοινωνική ανάλυση και τα εργαλεία που θα χρειαστεί και θα γεννήσει δεν είναι καθόλου βέβαιον ότι θα εξακολουθήσουν να έχουν ευρωπαϊκό, δηλαδή δυτικό πρόσωπο. Ακόμα και βασικές έννοιες, συνδεδεμένες, παρά τις δοκιμασίες τους, με τη «Δύση», όπως η «δημοκρατία», αποκτούν ασιατικό πρόσωπο με την «κρατική δημοκρατία», που με διάφορες εκδοχές δοκιμάζεται αυτή τη στιγμή.
Ενα τμήμα των δυτικών κοινωνιών δυσκολεύεται να ξεγράψει τις επενδύσεις του σε εσωτερικές, ενδο-δυτικές διαφωνίες κοσμοθεωριών, ιδεολογιών και οικονομικών συστημάτων. Φυσικό είναι να επιθυμεί το πάγωμα (το τέλος) της ιστορίας σε μια στιγμή του παρελθόντος, για την οποία αναπτύχθηκαν τα εργαλεία που εξακολουθεί να διαθέτει ή να διατηρεί τη συνήθεια του διαπληκτισμού για την καταλληλότητα του ενός ή του άλλου εργαλείου, ακόμα και όταν ολόκληρος ο μηχανισμός αναφοράς έχει αλλάξει.
Ενα άλλο τμήμα, όμως, ολοένα και μεγαλύτερο, επικεντρώνεται στην ευρύτερη ιστορική αλλαγή, διαισθανόμενο, για παράδειγμα, ότι δεν έχει τόσο σημασία αν ο Χάγεκ, ο Κέινς ή ο Φρίντμαν είχαν δίκιο, όταν σε λίγο η ίδια συζήτηση θα αφορά ονόματα που θα προφέρονται πιο δύσκολα από τους Δυτικούς. Για το τμήμα αυτό των δυτικών κοινωνιών, η απειλή αφορά κάθε κομμάτι του ευρύτερου δυτικού προτύπου, σημαδεύει εξίσου όλες τις αποχρώσεις. Ακόμα και για όσους αναγνωρίζουν στοιχεία δικαιοσύνης στην κατάρρευση του ευρωπαϊκού/δυτικού ιμπέριουμ, ο φόβος του αγνώστου δεν βρίσκεται μακριά.
Οι ΗΠΑ βρέθηκαν να αποτελούν τη ναυαρχίδα και το σύμβολο του δυτικού αυτού πολιτισμικού ιμπεριαλισμού. Στην τρέχουσα ιστορική φάση είναι ίσως λιγότερο σημαντικό, αν ταυτοχρόνως αποτελούν ναυαρχίδα και σύμβολο ενός από τα αντιμαχόμενα δυτικά συστήματα με αναφορά στη δυτική βιομηχανική επανάσταση. Αυτό εξηγεί και τη συσπείρωση φαινομενικά ετερόκλητων πολιτικών δυνάμεων γύρω από τον Μπαράκ Ομπάμα, τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ όσο και στο εξωτερικό (κυρίως στο «δυτικό» τμήμα). Διότι οι επιμέρους διαφορές μπαίνουν στην άκρη προ του κοινού κινδύνου, έστω και αν η πλήρης αντιστροφή τής ιστορικής ροή είναι αδύνατη.
Αυτή είναι η δυναμική που στις ΗΠΑ έφερε στην εξουσία τον Μπαράκ Ομπάμα και που στο εξωτερικό οδήγησε σε μια «ομπαμομανία». Η διαχείριση της ιστορικής αλλαγής με τον ευνοϊκότερο ή τον λιγότερο οδυνηρό τρόπο για τις ΗΠΑ και για τη Δύση γενικότερα είναι η εντολή που έχει πάρει. Και αυτή θα είναι η πολιτική του.
Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2008
Είναι πολλά τα... ασφάλιστρα, Αρη
Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, οποιαδήποτε αναφορά στη σύγχρονη πειρατεία αφορούσε τα Στενά της Μάλακα, ανάμεσα στη Σουμάτρα της Ινδονησίας και τη Μαλαισία. Σήμερα εστιάζεται σε ένα άλλο στρατηγικό σημείο σύγκλισης, σχεδόν στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος αλλά πολύ δυτικότερα.
Το «Κέρας της Αφρικής» απέναντι από την «Ευδαίμονα Αραβία», η σημερινή Σομαλία απέναντι από τη σημερινή Υεμένη, ανέκαθεν έπαιζε στρατηγικό ρόλο στον έλεγχο των προσβάσεων της Ερυθράς Θάλασσας, του Περσικού Κόλπου και του Ινδικού Ωκεανού, ακόμα και πριν από τη διάνοιξη της Διώρυγας του Σουέζ.
Με τη Σομαλία να αποτελεί ήδη ένα ακυβέρνητο κράτος και το κράτος στην Υεμένη να χαρακτηρίζεται ήδη «αδύναμο» και «ατελές», ολόκληρη η περιοχή, από τον βορρά της Κένυας (για να μην πούμε από τα βόρεια της Μαδαγασκάρης) μέχρι τη Σαουδική Αραβία μέσω του Κόλπου του Αντεν, είναι εκτός ελέγχου ακριβώς τη στιγμή που η στρατηγική της σημασία ενισχύεται περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Αν πριν από λίγους μήνες ήταν εφικτό να αγνοηθούν οι πειρατικές επιθέσεις (στο κάτω κάτω δεν αφορούσαν παρά μόνο μερικές δεκάδες από τα 16.000 πλοία που περνούν από εκεί κάθε χρόνο), η σημερινή οικονομική κρίση δεν το επιτρέπει.
Ηδη το κλίμα που έχει δημιουργηθεί οδηγεί σε αύξηση των ασφαλίστρων για όσα πλοία πλέουν στην περιοχή. Οι αυξήσεις αυτές σε συνδυασμό με την αντίληψη του κινδύνου σπρώχνει όλο και περισσότερες εταιρείες να εγκαταλείπουν τη Διώρυγα του Σουέζ και να προσανατολίζονται στον περίπλου της Αφρικής. Τόσο στη μία όσο και στην άλλη περίπτωση, αποτέλεσμα είναι η τεράστια αύξηση του κόστους μεταφοράς αγαθών, ενέργειας και πρώτων υλών, στη χειρότερη δυνατή στιγμή, όταν η παγκόσμια οικονομία παλεύει με την ύφεση. Δεν είναι τυχαίο το ότι η λεγόμενη «Αλ Κάιντα», με μηνύματα τόσο του Οσάμα μπιν Λάντεν όσο και του Αϊμάν αλ Ζαουάχρι, έχει θέσει εδώ και χρόνια ως στόχο τον έλεγχο της περιοχής, αντιλαμβανόμενη πλήρως την ευρύτερη αποσταθεροποίηση που κάτι τέτοιο μπορεί να προκαλέσει στη Δύση, αλλά και τη σημασία που έχει στον ανταγωνισμό της με το Ιράν.
Το «Κέρας της Αφρικής» απέναντι από την «Ευδαίμονα Αραβία», η σημερινή Σομαλία απέναντι από τη σημερινή Υεμένη, ανέκαθεν έπαιζε στρατηγικό ρόλο στον έλεγχο των προσβάσεων της Ερυθράς Θάλασσας, του Περσικού Κόλπου και του Ινδικού Ωκεανού, ακόμα και πριν από τη διάνοιξη της Διώρυγας του Σουέζ.
Με τη Σομαλία να αποτελεί ήδη ένα ακυβέρνητο κράτος και το κράτος στην Υεμένη να χαρακτηρίζεται ήδη «αδύναμο» και «ατελές», ολόκληρη η περιοχή, από τον βορρά της Κένυας (για να μην πούμε από τα βόρεια της Μαδαγασκάρης) μέχρι τη Σαουδική Αραβία μέσω του Κόλπου του Αντεν, είναι εκτός ελέγχου ακριβώς τη στιγμή που η στρατηγική της σημασία ενισχύεται περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Αν πριν από λίγους μήνες ήταν εφικτό να αγνοηθούν οι πειρατικές επιθέσεις (στο κάτω κάτω δεν αφορούσαν παρά μόνο μερικές δεκάδες από τα 16.000 πλοία που περνούν από εκεί κάθε χρόνο), η σημερινή οικονομική κρίση δεν το επιτρέπει.
Ηδη το κλίμα που έχει δημιουργηθεί οδηγεί σε αύξηση των ασφαλίστρων για όσα πλοία πλέουν στην περιοχή. Οι αυξήσεις αυτές σε συνδυασμό με την αντίληψη του κινδύνου σπρώχνει όλο και περισσότερες εταιρείες να εγκαταλείπουν τη Διώρυγα του Σουέζ και να προσανατολίζονται στον περίπλου της Αφρικής. Τόσο στη μία όσο και στην άλλη περίπτωση, αποτέλεσμα είναι η τεράστια αύξηση του κόστους μεταφοράς αγαθών, ενέργειας και πρώτων υλών, στη χειρότερη δυνατή στιγμή, όταν η παγκόσμια οικονομία παλεύει με την ύφεση. Δεν είναι τυχαίο το ότι η λεγόμενη «Αλ Κάιντα», με μηνύματα τόσο του Οσάμα μπιν Λάντεν όσο και του Αϊμάν αλ Ζαουάχρι, έχει θέσει εδώ και χρόνια ως στόχο τον έλεγχο της περιοχής, αντιλαμβανόμενη πλήρως την ευρύτερη αποσταθεροποίηση που κάτι τέτοιο μπορεί να προκαλέσει στη Δύση, αλλά και τη σημασία που έχει στον ανταγωνισμό της με το Ιράν.
Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2008
Ηρθε ο μεσσίας;
Ο ρεαλισμός ολισθαίνει επικίνδυνα προς τον κυνισμό αν εμποδίζει τη συγκίνηση που προκαλεί η χαρά εκατομμυρίων Αφροαμερικανών, οι οποίοι βλέπουν έναν απ' αυτούς να φτάνει στην επενδεδυμένη με μεταφυσική αξία θέση του προέδρου των ΗΠΑ. Προς τον κυνισμό ολισθαίνει και όταν αγνοεί τη -σχεδόν επαναστατική για τα δεδομένα των σύγχρονων ΗΠΑ- χαρά της συμμετοχής ακόμα περισσότερων εκατομμυρίων Αμερικανών, σε μεγάλο ποσοστό νέων, που θεωρούν ότι «πήραν τη χώρα στα χέρια τους», αποσπώντας την από το έρπον πραξικόπημα των ιδεολόγων του τρόμου της οκταετίας Μπους. Προς την ίδια κατεύθυνση ολισθαίνει όταν δυσφορεί για τον ενθουσιασμό, διακρίνοντας σ' αυτόν το δάχτυλο που κλείνει την τρύπα του φράγματος, ανακόπτοντας την πορεία προς την ολοκληρωτική κατάρρευση όσων συμβολίζουν οι ΗΠΑ.
Ομως ο ρεαλισμός εξαφανίζεται πλήρως όταν τυφλώνεται από τον έρωτα, όταν το επί χρόνια (όχι μόνο του Μπους) ποδοπατημένο από την Ουάσιγκτον διεθνές συναίσθημα εκρήγνυται αναζητώντας στο πρόσωπο ενός νέου προέδρου τον μεσσία που θα επουλώσει όλα τα τραύματα, θα αναστρέψει όλες τις αδικίες και θα φέρει μια εποχή που
«ο λύκος θα κοιμάται μαζί με το αρνί».
Η χρονίζουσα δυσφορία για την ηγεμονική συμπεριφορά των ΗΠΑ, η οργή για τις ταπεινώσεις που η Ουάσιγκτον μοιράζει δεξιά και αριστερά αυτοαναιρείται ακαριαία όταν οι ταπεινωμένοι βλέπουν και τη σωτηρία τους να πηγάζει από εκεί, όταν χορεύουν στους δρόμους και στα πρωτοσέλιδα για την έλευση του μεσσία περιμένοντας να δείξει τον δρόμο για έναν πιο δίκαιο κόσμο και να άρει τις αμαρτίες του κόσμου. «Ο τρώσας ιάσεται» αποτελεί απλή ευχή, ιδίως όταν ο «τρώσας» δεν σκοπεύει να αναληφθεί στους ουρανούς.
Ομως ο ρεαλισμός εξαφανίζεται πλήρως όταν τυφλώνεται από τον έρωτα, όταν το επί χρόνια (όχι μόνο του Μπους) ποδοπατημένο από την Ουάσιγκτον διεθνές συναίσθημα εκρήγνυται αναζητώντας στο πρόσωπο ενός νέου προέδρου τον μεσσία που θα επουλώσει όλα τα τραύματα, θα αναστρέψει όλες τις αδικίες και θα φέρει μια εποχή που
«ο λύκος θα κοιμάται μαζί με το αρνί».
Η χρονίζουσα δυσφορία για την ηγεμονική συμπεριφορά των ΗΠΑ, η οργή για τις ταπεινώσεις που η Ουάσιγκτον μοιράζει δεξιά και αριστερά αυτοαναιρείται ακαριαία όταν οι ταπεινωμένοι βλέπουν και τη σωτηρία τους να πηγάζει από εκεί, όταν χορεύουν στους δρόμους και στα πρωτοσέλιδα για την έλευση του μεσσία περιμένοντας να δείξει τον δρόμο για έναν πιο δίκαιο κόσμο και να άρει τις αμαρτίες του κόσμου. «Ο τρώσας ιάσεται» αποτελεί απλή ευχή, ιδίως όταν ο «τρώσας» δεν σκοπεύει να αναληφθεί στους ουρανούς.
Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2008
Ζητείται επούλωση...
Η «βούλα» του βρετανικού ναού του «φιλελευθερισμού», του περιοδικού «Εκόνομιστ», η υποστήριξη του νεο-φιλελεύθερου Φράνσις Φουκουγιάμα, αλλά και η ύπαρξη γύρω του οικονομικών συμβούλων που προέρχονται από επιχειρήσεις και οργανισμούς με ευθύνη για τη σημερινή οικονομική κρίση, ενδέχεται να ενισχύσουν τις αμφιβολίες όσων θεωρούν ότι ο Μπαράκ Ομπάμα δεν μπορεί και δεν πρόκειται να φέρει την ουσιαστική αλλαγή στις ΗΠΑ. Κάποιοι, συγχέοντας τις έννοιες του κλασικού φιλελευθερισμού με αυτές του νεο-φιλελευθερισμού, ακόμα και του νεο-συντηρητισμού και ρίχνοντάς τες στο τσουβάλι όλων των κακών που αποδίδονται στις ΗΠΑ, θεωρούν ότι μια τέτοια υποστήριξη προδιαγράφει δυσοίωνα το μέλλον.
Ομως, η υποστήριξη προς έναν υποψήφιο δεν σημαίνει απαραίτητα ταύτιση με την πολιτική που αυτός θα ακολουθήσει, όταν μάλιστα αυτή δεν είναι ακόμα ξεκάθαρη για κανέναν. Σε μεγάλο βαθμό, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνδέεται με την επείγουσα ανάγκη επούλωσης των εξαιρετικά επώδυνων τραυμάτων που προκάλεσαν στις ΗΠΑ οι δύο τετραετίες Μπους και η μέχρι πρόσφατα επικράτηση των νεο-συντηρητικών. Τραύματα που, πέραν των άλλων, έπληξαν σοβαρά την αίγλη και την αξιοπιστία φιλοσοφιών και προσεγγίσεων που, καλώς ή κακώς, συνδέονται συμβολικά με τις ΗΠΑ, όπως οι ΗΠΑ συνδέονται με τη Δύση.
Σε αντίθεση με τον ΜακΚέιν, ο Μπαράκ Ομπάμα δείχνει ότι έχει τη δυνατότητα να αλλάξει κάτι, άσχετα με το ότι κανείς δεν είναι βέβαιος ότι θα το κάνει. Εχει δώσει την εικόνα (θα φανεί αν είναι πραγματική) της νηφαλιότητας που επιτρέπει μια δημιουργική σύνθεση, η οποία, ακριβώς επειδή δεν θα ικανοποιήσει κανέναν πουριτανό ιδεολόγο ή ζηλωτή, μπορεί να επιφέρει μια βιώσιμη ισορροπία. Ετσι ώστε όσοι θέλουν να τσακωθούν, να έχουν τουλάχιστον ένα σχετικό σταθερό έδαφος να στηρίξουν τα πόδια τους. Κάτι που επιθυμούν οι περισσότεροι, πέραν εκείνων (διαμετρικά αντίθετων θέσεων) που περιμένουν την ευκαιρία τους στην ολοκληρωτική κρίση και κατάρρευση.
Ομως, η υποστήριξη προς έναν υποψήφιο δεν σημαίνει απαραίτητα ταύτιση με την πολιτική που αυτός θα ακολουθήσει, όταν μάλιστα αυτή δεν είναι ακόμα ξεκάθαρη για κανέναν. Σε μεγάλο βαθμό, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνδέεται με την επείγουσα ανάγκη επούλωσης των εξαιρετικά επώδυνων τραυμάτων που προκάλεσαν στις ΗΠΑ οι δύο τετραετίες Μπους και η μέχρι πρόσφατα επικράτηση των νεο-συντηρητικών. Τραύματα που, πέραν των άλλων, έπληξαν σοβαρά την αίγλη και την αξιοπιστία φιλοσοφιών και προσεγγίσεων που, καλώς ή κακώς, συνδέονται συμβολικά με τις ΗΠΑ, όπως οι ΗΠΑ συνδέονται με τη Δύση.
Σε αντίθεση με τον ΜακΚέιν, ο Μπαράκ Ομπάμα δείχνει ότι έχει τη δυνατότητα να αλλάξει κάτι, άσχετα με το ότι κανείς δεν είναι βέβαιος ότι θα το κάνει. Εχει δώσει την εικόνα (θα φανεί αν είναι πραγματική) της νηφαλιότητας που επιτρέπει μια δημιουργική σύνθεση, η οποία, ακριβώς επειδή δεν θα ικανοποιήσει κανέναν πουριτανό ιδεολόγο ή ζηλωτή, μπορεί να επιφέρει μια βιώσιμη ισορροπία. Ετσι ώστε όσοι θέλουν να τσακωθούν, να έχουν τουλάχιστον ένα σχετικό σταθερό έδαφος να στηρίξουν τα πόδια τους. Κάτι που επιθυμούν οι περισσότεροι, πέραν εκείνων (διαμετρικά αντίθετων θέσεων) που περιμένουν την ευκαιρία τους στην ολοκληρωτική κρίση και κατάρρευση.
Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2008
Τα «παιδιά από το Σικάγο», το σοκ και οι εκλογές στις ΗΠΑ
Η φράση «παραλάβαμε χάος» δύσκολα ακούγεται από τα χείλη μη τριτοκοσμικών πολιτικών. Ομως, αν κάποιος δικαιούται να τη χρησιμοποιήσει, αυτός είναι ο νικητής των προεδρικών εκλογών της επόμενης εβδομάδας στις ΗΠΑ, όποιος και αν είναι. Το αν θα το κάνει είναι μια άλλη ιστορία, όπως και το κατά πόσο θα θελήσει ή θα μπορέσει να το εκμεταλλευτεί δημιουργικά.
Σε μια διαδικασία που περιγράφει γλαφυρότατα η Ναόμι Κλάιν στο βιβλίο της «Το Δόγμα του Σοκ» μιλώντας για την «άνοδο του καπιταλισμού των καταστροφών», το σοκ που προκάλεσε στην αμερικανική κοινωνία η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου επέτρεψε την ανεμπόδιστη επέλαση και την ολοκληρωτική κατάληψη των ΗΠΑ από τα «παιδιά από το Σικάγο», τους επιγόνους τους και τις παραφυάδες τους, με τον ίδιο τρόπο που στο παρελθόν είχαν καταφέρει να εισβάλουν καταστροφικά στις κοινωνίες της Λατινικής Αμερικής και ειδικά στη Χιλή του Πινοσέτ. Αν και ουδέποτε απούσα από τη διαμόρφωση της αμερικανικής πολιτικής και οικονομικής σκηνής κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η ομάδα, που είχε ως «γκουρού» τον καθηγητή του Πανεπιστημίου του Σικάγου, Μίλτον Φρίντμαν, δεν θα μπορούσε ποτέ να εφαρμόσει πλήρως τις ιδέες της για την πλήρη ελευθερία της αγοράς, δεν θα μπορούσε να πετύχει ακόμα και την ιδιωτικοποίηση του πολέμου και της εσωτερικής ασφάλειας των ΗΠΑ, αν δεν είχε βρει γόνιμο έδαφος στο «σάστισμα» μιας κοινωνίας ύστερα από ένα καταστροφικό γεγονός που, καλώς ή κακώς, ανέτρεπε ένα ολόκληρο περιβάλλον βεβαιοτήτων και πεποιθήσεων. Δεν θα μπορούσε να προχωρήσει στην ιδιωτικοποίηση του σχολικού συστήματος στη Νέα Ορλεάνη, την κατάργηση τού, έστω και ασθενούς, συστήματος κοινωνικής πρόνοιας και στέγασης αν δεν είχε την «ευκαιρία» που της έδωσε μια άλλη καταστροφή και το σοκ που προκάλεσε, αυτή του τυφώνα «Κατρίνα». Ο ίδιος ο Μίλτον Φρίντμαν, 93 ετών τότε, περιέγραψε συνοπτικά τη λογική του σοκ, επισημαίνοντας ότι έπειτα από μια καταστροφή η κυβέρνηση έχει ένα περιθώριο «έξι ώς εννέα μηνών μέσα στους οποίους πρέπει να επιτύχει μεγάλες αλλαγές. Αν δεν αρπάξει την ευκαιρία να ενεργήσει αποφασιστικά μέσα στην περίοδο αυτή, δεν θα έχει άλλη τέτοια ευκαιρία».
Ο Φρίντμαν πέθανε ένα χρόνο αργότερα, στις 16 Νοεμβρίου 2006. Εχασε έτσι την ευκαιρία να δοκιμάσει τη λογική του από την αντίστροφη πλευρά, αυτή εκείνου που την υφίσταται. Πολλά από τα παιδιά του «από το Σικάγο», με όποιο όνομα και αν προτιμούν να αυτοπεριγράφονται πέραν του «νεο-φιλελεύθεροι» με το οποίο τους τσουβαλιάζουν οι άλλοι, έχουν σήμερα αυτή την ευκαιρία. Μόλις πριν από τρεις μέρες, ο επί δεκαετίες «τσάρος» της αμερικανικής οικονομίας, Αλαν Γκρίνσπαν, μίλησε σε επιτροπή του Κογκρέσου για προσωπικό «σοκ», απαντώντας καταφατικά σε ερώτηση γερουσιαστή σχετικά με την κατάρρευση της ιδεολογίας του εν μέσω της συνεχιζόμενης χρηματοπιστωτικής και ευρύτερης οικονομικής κρίσης.
Ο Αλαν Γκρίνσπαν έχει τη δυνατότητα να εκλογικεύσει τον συγκλονισμό από την κατάρρευση ενός συναισθηματικού οικοδομήματος, μιας ιδεολογίας, και να επικεντρωθεί σε μια τεχνική ανάλυση του πώς και γιατί. Η ευρύτερη αμερικανική κοινωνία, όμως, είναι αναγκασμένη να φτάσει στο σημείο αυτό μόνον αφού περάσει από την ψυχοπροστατευτική διαδικασία της άρνησης, της οργής και της τελικής αποδοχής. Η διαδικασία γίνεται πιο οδυνηρή και εκρηκτική, καθώς εμπλέκεται στη διαδικασία διαρκούς ανατροφοδότησης της συλλογικής αίσθησης ταυτότητας της αμερικανικής κοινωνίας.
Το αμερικανικό δεν είναι σε καμία περίπτωση το μοναδικό έθνος που ζει μέσα σε μια φούσκα φαντασιώσεων, ψευδαισθήσεων και παραισθήσεων για «περιούσιους λαούς», «ομφαλούς της Γης», «ιστορικά πεπρωμένα» και «ηθικές υπεροχές». Ομως σειρά γεωγραφικών, γεωφυσικών, δημογραφικών και ιστορικών παραγόντων, σε συνδυασμό με κάποιους, ομολογουμένως επιτυχείς, χειρισμούς κατάφεραν να προστατεύσουν τη δική του φούσκα από την επαφή με τις αιχμηρές γωνίες της πραγματικότητας περισσότερο απ' ό,τι άλλες, επιτρέποντάς της να γιγαντωθεί επικίνδυνα. Ετσι το μοιραίο (ας συγχωρεθεί, ποιητική αδεία, η ντετερμινιστική φραστική εκτροπή) σκάσιμο μπορεί να έχει κατακλυσμιαία αποτελέσματα. Το επιβεβαιώνουν ήδη αυτοί που μελετούν και μετρούν τέτοια πράγματα, διαπιστώνοντας και τεκμηριώνοντας επιστημονικά ότι η χρηματοπιστωτική και η επακόλουθη οικονομική κρίση προκάλεσαν πολύ μεγαλύτερο και βαθύτερο συγκλονισμό στην αμερικανική κοινωνία απ' ό,τι ακόμα και η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου.
Σε αυτό το «σοκ και δέος», οι πρώτοι που λογικά θα πρέπει να αναγνωρίσουν «ευκαιρίες» είναι τα «παιδιά από το Σικάγο» ή η νεο-φιλελεύθερη εκδοχή τους. Εξίσου λογικά θα πρέπει να αντιληφθούν ότι αυτή τη φορά οι «ευκαιρίες» δεν αφορούν τους ίδιους που μόλις εντοπίστηκαν να κρατούν στο χέρι την καρφίτσα η οποία έσκασε τη φούσκα που οι ίδιοι δημιούργησαν. Δεν μπορεί να διαφύγει την προσοχή τους ότι την ερχόμενη εβδομάδα, τα μέλη της αμερικανικής κοινωνίας θα εκλέξουν έναν νέο πρόεδρο και σίγουρα θα συμφωνήσουν ότι το «σοκ» των ημερών θα αποτελέσει έναν παράγοντα.
Απλώς και μόνο για να αποφευχθεί άλλο ένα ντετερμινιστικό ολίσθημα, μπορεί κανείς να υποθέσει ότι ακόμα και αν νικήσει το δίδυμο ΜακΚέιν - Σάρα (Θεός φυλάξοι) Πέιλιν, η «ευκαιρία» και η αναγκαιότητα θα οδηγήσουν σε δημιουργικές αλλαγές. Εξασφαλίζοντας με την υπόθεση αυτή ένα σαθρό άλλοθι, μπορεί κανείς να κοιτάξει πιο σοβαρά το άλλο ενδεχόμενο και να αναρωτηθεί αν ένας πολιτικός από το Σικάγο, που σπούδασε και δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου αλλά δεν αγγίχθηκε ιδιαίτερα από τον Μίλτον Φρίντμαν και τα «παιδιά του Σικάγου» μπορεί να εκπλήξει. Η «ευκαιρία» υπάρχει, η δυνατότητα να συσπειρώσει δυνάμεις και συνεργάτες υπάρχει. Για το κατά πόσον ο Μπαράκ Ομπάμα θα τα χρησιμοποιήσει και σε ποιο βαθμό... θα δείξει.
Σε μια διαδικασία που περιγράφει γλαφυρότατα η Ναόμι Κλάιν στο βιβλίο της «Το Δόγμα του Σοκ» μιλώντας για την «άνοδο του καπιταλισμού των καταστροφών», το σοκ που προκάλεσε στην αμερικανική κοινωνία η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου επέτρεψε την ανεμπόδιστη επέλαση και την ολοκληρωτική κατάληψη των ΗΠΑ από τα «παιδιά από το Σικάγο», τους επιγόνους τους και τις παραφυάδες τους, με τον ίδιο τρόπο που στο παρελθόν είχαν καταφέρει να εισβάλουν καταστροφικά στις κοινωνίες της Λατινικής Αμερικής και ειδικά στη Χιλή του Πινοσέτ. Αν και ουδέποτε απούσα από τη διαμόρφωση της αμερικανικής πολιτικής και οικονομικής σκηνής κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η ομάδα, που είχε ως «γκουρού» τον καθηγητή του Πανεπιστημίου του Σικάγου, Μίλτον Φρίντμαν, δεν θα μπορούσε ποτέ να εφαρμόσει πλήρως τις ιδέες της για την πλήρη ελευθερία της αγοράς, δεν θα μπορούσε να πετύχει ακόμα και την ιδιωτικοποίηση του πολέμου και της εσωτερικής ασφάλειας των ΗΠΑ, αν δεν είχε βρει γόνιμο έδαφος στο «σάστισμα» μιας κοινωνίας ύστερα από ένα καταστροφικό γεγονός που, καλώς ή κακώς, ανέτρεπε ένα ολόκληρο περιβάλλον βεβαιοτήτων και πεποιθήσεων. Δεν θα μπορούσε να προχωρήσει στην ιδιωτικοποίηση του σχολικού συστήματος στη Νέα Ορλεάνη, την κατάργηση τού, έστω και ασθενούς, συστήματος κοινωνικής πρόνοιας και στέγασης αν δεν είχε την «ευκαιρία» που της έδωσε μια άλλη καταστροφή και το σοκ που προκάλεσε, αυτή του τυφώνα «Κατρίνα». Ο ίδιος ο Μίλτον Φρίντμαν, 93 ετών τότε, περιέγραψε συνοπτικά τη λογική του σοκ, επισημαίνοντας ότι έπειτα από μια καταστροφή η κυβέρνηση έχει ένα περιθώριο «έξι ώς εννέα μηνών μέσα στους οποίους πρέπει να επιτύχει μεγάλες αλλαγές. Αν δεν αρπάξει την ευκαιρία να ενεργήσει αποφασιστικά μέσα στην περίοδο αυτή, δεν θα έχει άλλη τέτοια ευκαιρία».
Ο Φρίντμαν πέθανε ένα χρόνο αργότερα, στις 16 Νοεμβρίου 2006. Εχασε έτσι την ευκαιρία να δοκιμάσει τη λογική του από την αντίστροφη πλευρά, αυτή εκείνου που την υφίσταται. Πολλά από τα παιδιά του «από το Σικάγο», με όποιο όνομα και αν προτιμούν να αυτοπεριγράφονται πέραν του «νεο-φιλελεύθεροι» με το οποίο τους τσουβαλιάζουν οι άλλοι, έχουν σήμερα αυτή την ευκαιρία. Μόλις πριν από τρεις μέρες, ο επί δεκαετίες «τσάρος» της αμερικανικής οικονομίας, Αλαν Γκρίνσπαν, μίλησε σε επιτροπή του Κογκρέσου για προσωπικό «σοκ», απαντώντας καταφατικά σε ερώτηση γερουσιαστή σχετικά με την κατάρρευση της ιδεολογίας του εν μέσω της συνεχιζόμενης χρηματοπιστωτικής και ευρύτερης οικονομικής κρίσης.
Ο Αλαν Γκρίνσπαν έχει τη δυνατότητα να εκλογικεύσει τον συγκλονισμό από την κατάρρευση ενός συναισθηματικού οικοδομήματος, μιας ιδεολογίας, και να επικεντρωθεί σε μια τεχνική ανάλυση του πώς και γιατί. Η ευρύτερη αμερικανική κοινωνία, όμως, είναι αναγκασμένη να φτάσει στο σημείο αυτό μόνον αφού περάσει από την ψυχοπροστατευτική διαδικασία της άρνησης, της οργής και της τελικής αποδοχής. Η διαδικασία γίνεται πιο οδυνηρή και εκρηκτική, καθώς εμπλέκεται στη διαδικασία διαρκούς ανατροφοδότησης της συλλογικής αίσθησης ταυτότητας της αμερικανικής κοινωνίας.
Το αμερικανικό δεν είναι σε καμία περίπτωση το μοναδικό έθνος που ζει μέσα σε μια φούσκα φαντασιώσεων, ψευδαισθήσεων και παραισθήσεων για «περιούσιους λαούς», «ομφαλούς της Γης», «ιστορικά πεπρωμένα» και «ηθικές υπεροχές». Ομως σειρά γεωγραφικών, γεωφυσικών, δημογραφικών και ιστορικών παραγόντων, σε συνδυασμό με κάποιους, ομολογουμένως επιτυχείς, χειρισμούς κατάφεραν να προστατεύσουν τη δική του φούσκα από την επαφή με τις αιχμηρές γωνίες της πραγματικότητας περισσότερο απ' ό,τι άλλες, επιτρέποντάς της να γιγαντωθεί επικίνδυνα. Ετσι το μοιραίο (ας συγχωρεθεί, ποιητική αδεία, η ντετερμινιστική φραστική εκτροπή) σκάσιμο μπορεί να έχει κατακλυσμιαία αποτελέσματα. Το επιβεβαιώνουν ήδη αυτοί που μελετούν και μετρούν τέτοια πράγματα, διαπιστώνοντας και τεκμηριώνοντας επιστημονικά ότι η χρηματοπιστωτική και η επακόλουθη οικονομική κρίση προκάλεσαν πολύ μεγαλύτερο και βαθύτερο συγκλονισμό στην αμερικανική κοινωνία απ' ό,τι ακόμα και η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου.
Σε αυτό το «σοκ και δέος», οι πρώτοι που λογικά θα πρέπει να αναγνωρίσουν «ευκαιρίες» είναι τα «παιδιά από το Σικάγο» ή η νεο-φιλελεύθερη εκδοχή τους. Εξίσου λογικά θα πρέπει να αντιληφθούν ότι αυτή τη φορά οι «ευκαιρίες» δεν αφορούν τους ίδιους που μόλις εντοπίστηκαν να κρατούν στο χέρι την καρφίτσα η οποία έσκασε τη φούσκα που οι ίδιοι δημιούργησαν. Δεν μπορεί να διαφύγει την προσοχή τους ότι την ερχόμενη εβδομάδα, τα μέλη της αμερικανικής κοινωνίας θα εκλέξουν έναν νέο πρόεδρο και σίγουρα θα συμφωνήσουν ότι το «σοκ» των ημερών θα αποτελέσει έναν παράγοντα.
Απλώς και μόνο για να αποφευχθεί άλλο ένα ντετερμινιστικό ολίσθημα, μπορεί κανείς να υποθέσει ότι ακόμα και αν νικήσει το δίδυμο ΜακΚέιν - Σάρα (Θεός φυλάξοι) Πέιλιν, η «ευκαιρία» και η αναγκαιότητα θα οδηγήσουν σε δημιουργικές αλλαγές. Εξασφαλίζοντας με την υπόθεση αυτή ένα σαθρό άλλοθι, μπορεί κανείς να κοιτάξει πιο σοβαρά το άλλο ενδεχόμενο και να αναρωτηθεί αν ένας πολιτικός από το Σικάγο, που σπούδασε και δίδαξε στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου αλλά δεν αγγίχθηκε ιδιαίτερα από τον Μίλτον Φρίντμαν και τα «παιδιά του Σικάγου» μπορεί να εκπλήξει. Η «ευκαιρία» υπάρχει, η δυνατότητα να συσπειρώσει δυνάμεις και συνεργάτες υπάρχει. Για το κατά πόσον ο Μπαράκ Ομπάμα θα τα χρησιμοποιήσει και σε ποιο βαθμό... θα δείξει.
Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2008
Οταν οι μικροί κάνουν τη ζημιά...
ο Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ έχει 3.500 μέλη. Ακόμα και αν τα είχε επιστρατεύσει όλα, δεν θα προλάβαιναν τα τηλεφωνήματα που δέχεται τις τελευταίες ημέρες από Αμερικανούς πολίτες που ζητούν να μάθουν τις θέσεις του για την οικονομία και για την τρέχουσα χρηματοπιστωτική κρίση. Κάποιοι από αυτούς ανήκουν στην ίδια κατηγορία με εκείνον τον οπαδό του ΜακΚέιν, που έντρομος με αυτό που έβλεπε ως επέλαση των «σοσιαλιστών» στο πρόσωπο του Μπαράκ Ομπάμα και της Νάνσι Πελόζι, κατηγορούσε τους Ρεπουμπλικανούς ότι δεν έκαναν ό,τι πρέπει για να γλιτώσουν από τα νύχια των κομμουνιστών. Στην κορύφωση της τρικυμίας εν κρανίω θέλουν απλώς να μάθουν τι τους περιμένει αν συμβεί το φανταστικό απευκταίο. Οι περισσότεροι όμως είναι οι προβληματισμένοι, αυτοί που αντιλαμβάνονταν ή απλώς υποψιάζονταν ότι η σημερινή κρίση έχει συστημικές ρίζες και, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή τους, ενδιαφέρονται να εξερευνήσουν άγνωστους εξωτικούς γι' αυτούς χώρους.
Παρόμοια ερωτήματα δέχονται με αυξανόμενο ρυθμό και οι «αόρατοι» των αμερικανικών προεδρικών εκλογών. Κάποιες από τις 13 κομματικές υποψηφιότητες (πέραν των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικανών) για την προεδρία που διαθέτουν ψηφοδέλτιο σε έστω και μία Πολιτεία, καθώς και οι 9 ανεξάρτητοι υποψήφιοι συγκεντρώνουν περισσότερο από το συνηθισμένο (αν και πάντα μικρό) ενδιαφέρον.
Αυτό το ενδιαφέρον όμως μπορεί να οδηγήσει σε εκπλήξεις τη βραδιά των εκλογών της 4ης Νοεμβρίου, να αυξήσει τις πιθανότητες να επαναληφθεί το «φαινόμενο Νέιντερ», όταν ο Ραλφ Νέιντερ, το 2000, θεωρήθηκε από πολλούς ότι απέσπασε αρκετούς εν δυνάμει ψηφοφόρους του Αλ Γκορ, ώστε να στερήσει τη νίκη από τον Δημοκρατικό υποψήφιο, συμβάλλοντας έτσι (μαζί με τα περίεργα ψηφοδέλτια στη Φλώριδα) στη νίκη Μπους. Σήμερα ο Νέιντερ δεν αναμένεται να απειλήσει από μόνος του τον Ομπάμα, αποσπώντας σημαντικό ποσοστό από τις ψήφους των ανεξάρτητων. Ομως αν προστεθεί το έστω και μικρό ποσοστό ψήφων που ενδέχεται να συγκεντρώσουν άλλες υποψηφιότητες, όπως αυτή των Πρασίνων, ιδίως αν η σημερινή κρίση τούς χαρίσει λίγους ακόμα ψηφοφόρους, μπορεί να ανατρέψει το αποτέλεσμα σε κάποιες κρίσιμες Πολιτείες, όπου οι δύο βασικοί υποψήφιοι αναμένεται να δώσουν μάχη στήθος με στήθος.
Παρόμοια ερωτήματα δέχονται με αυξανόμενο ρυθμό και οι «αόρατοι» των αμερικανικών προεδρικών εκλογών. Κάποιες από τις 13 κομματικές υποψηφιότητες (πέραν των Δημοκρατικών και των Ρεπουμπλικανών) για την προεδρία που διαθέτουν ψηφοδέλτιο σε έστω και μία Πολιτεία, καθώς και οι 9 ανεξάρτητοι υποψήφιοι συγκεντρώνουν περισσότερο από το συνηθισμένο (αν και πάντα μικρό) ενδιαφέρον.
Αυτό το ενδιαφέρον όμως μπορεί να οδηγήσει σε εκπλήξεις τη βραδιά των εκλογών της 4ης Νοεμβρίου, να αυξήσει τις πιθανότητες να επαναληφθεί το «φαινόμενο Νέιντερ», όταν ο Ραλφ Νέιντερ, το 2000, θεωρήθηκε από πολλούς ότι απέσπασε αρκετούς εν δυνάμει ψηφοφόρους του Αλ Γκορ, ώστε να στερήσει τη νίκη από τον Δημοκρατικό υποψήφιο, συμβάλλοντας έτσι (μαζί με τα περίεργα ψηφοδέλτια στη Φλώριδα) στη νίκη Μπους. Σήμερα ο Νέιντερ δεν αναμένεται να απειλήσει από μόνος του τον Ομπάμα, αποσπώντας σημαντικό ποσοστό από τις ψήφους των ανεξάρτητων. Ομως αν προστεθεί το έστω και μικρό ποσοστό ψήφων που ενδέχεται να συγκεντρώσουν άλλες υποψηφιότητες, όπως αυτή των Πρασίνων, ιδίως αν η σημερινή κρίση τούς χαρίσει λίγους ακόμα ψηφοφόρους, μπορεί να ανατρέψει το αποτέλεσμα σε κάποιες κρίσιμες Πολιτείες, όπου οι δύο βασικοί υποψήφιοι αναμένεται να δώσουν μάχη στήθος με στήθος.
Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2008
Φουσκίτσες μπουρμπουλήθρες και μεγάλη φούσκα
Τα δάκρυα στα μάτια πολλών Ρεπουμπλικανών βουλευτών, την ώρα που το οικονομικό πακέτο διάσωσης ψηφιζόταν στην αμερικανική Βουλή των Αντιπροσώπων, δεν ήταν μέρος της συνηθισμένης παράστασης, ούτε η κραυγή κάποιων ότι «σήμερα είναι η μέρα που καταρρέει η Αμερική» αποτελούσε θεατρινισμό. Στα μάτια τους, όπως στα μάτια πολλών ψηφοφόρων τους, έπαιζαν οι προπαγανδιστικές ταινίες της σκληρής εποχής του Ψυχρού Πολέμου, που έδειχναν μια κόκκινη παλίρροια να σκεπάζει σαν αίμα τον «Ελεύθερο Κόσμο» και αιματοβαμμένους Μπολσεβίκους να βυθίζουν τους κυνόδοντές τους στον σβέρκο των παιδιών τους.
Δεν είναι μόνοι τους. Σε άλλα μέρη του κόσμου πολλοί είναι αυτοί που συμφωνούν μαζί τους, με τη διαφορά ότι χαμογελούν αντί να δακρύζουν. Προχωρούν πέρα από την έκφραση ενός ικανοποιημένου «εμείς σας τα είχαμε πει, σας είχαμε προειδοποιήσει» και βλέπουν την κατάρρευση του καπιταλισμού και του συμβολικού προπυργίου του, με τον σοσιαλισμό να ξεχύνεται μέσα από τα χαλάσματα του κάστρου και βαρονικά κράτη να αποτινάσσουν την κυριαρχία του παραπαίοντος στυγερού ηγεμόνα.
Χωρίς όμως την απατηλή βοήθεια της μεταφυσικής, χωρίς καταφυγή σε πίστεις, ιδεοληψίες, ευσεβείς πόθους ή εξίσου ευσεβείς φόβους, απεκδυόμενος τη συναισθηματική επίδραση της εξελισσόμενης κρίσης, οφείλει κάποιος να αναζητήσει τις, ελάχιστες ήδη, υπάρχουσες βεβαιότητες πριν αγοράσει φτυάρι για να θάψει τις λίρες του στον κήπο ή όπλα για να εισβάλει στη Βαστίλλη ή τα χειμερινά ανάκτορα (ό,τι πέφτει πιο κοντά).
Η ύπαρξη της κρίσης είναι μια τέτοια βεβαιότητα, όπως βεβαιότητα αποτελεί το ότι η κρίση αυτή προέρχεται από τον καπιταλισμό και αυτόν κυρίως πλήττει. Με ασφάλεια μπορεί να θεωρηθεί ότι εστιάζεται στο αγγλο-σαξονικό καπιταλιστικό πρότυπο και ειδικά στη μορφή που αυτό πήρε κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Εξίσου ασφαλώς μπορεί να υποτεθεί ότι το πρότυπο αυτό έχει εκμετρήσει το ζην και να προβλεφθεί ότι θα αντικατασταθεί βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα από κάποιο περισσότερο ρυθμιστικό-παρεμβατικό μοντέλο. Ομως, η βεβαιότητα και η ασφάλεια των προβλέψεων εξαφανίζονται όταν επιχειρηθεί απάντηση στο ερώτημα αν όλα αυτά θα οδηγήσουν σε ευρύτερη κατάρρευση του καπιταλισμού ή σε μια επίδειξη της φυσικής, άρα εγγενώς βάναυσης, ικανότητάς του για προσαρμογή, μετασχηματισμό και αυτο-ίαση.
Στη φυσική σύνδεση της γεω-οικονομίας με τη γεω-πολιτική, η ασφάλεια κάποιων στοιχειωδών διαπιστώσεων δεν αμφισβητείται ούτε από ανθρώπους όπως ο νεο-φιλελεύθερος, αν και μερικώς ανανήψας, Φράνσις Φουκουγιάμα (αυτός με το «Τέλος της Ιστορίας»). Στην τρέχουσα οικονομική κρίση βλέπει, όπως κάθε μη αόμματος, ένα ακόμα καρφί στο φέρετρο της αμερικανικής «ηθικής ισχύος», που μαζί με την προφανώς τρωθείσα οικονομική και την αφρόνως δαπανώμενη στρατιωτική συνθέτουν τη συνολική ισχύ που στηρίζει τον αμερικανικό πόλο εξουσίας. Η απόλυτη βεβαιότητα που διατυπώνει για την πλήρη ανάκαμψη, αφήνοντας ερωτήματα μόνον ως προς τον χρόνο, μπορεί να διαγραφεί άνετα ως μεταφυσική πεποίθηση από τον κατάλογο των βεβαιοτήτων, κάτι σαν το «πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα 'ναι».
Ενα πρόσθετο στοιχείο αποδυνάμωσης του αμερικανικού προτύπου και, κατά συνέπεια, της αμερικανικής ισχύος/εξουσίας, είναι η αναδυόμενη αποσύνδεση του καπιταλισμού, ως οικονομικού προτύπου, από τη δημοκρατία, ως πολιτικό πρότυπο. Η εξαιρετική ορατότητα του, επί του παρόντος, επιτυχημένου κινεζικού προτύπου αυταρχικής διακυβέρνησης με καπιταλιστική οικονομία υπονομεύει σταθερά την από άμβωνος εκτοξευόμενη αυθεντία των Αμερικανών ιεροκηρύκων. Το ίδιο κάνουν άλλα, ίσως λιγότερο κραυγαλέα, πειράματα με διαφορετικές αναμίξεις που οδηγούν σε διαφορετικές πολιτικο-οικονομικές αποχρώσεις σε ολόκληρο τον κόσμο, από τη Ρωσία ώς τη Λατινική Αμερική.
Αρκεί, όμως, μόνη η προφανής ολόπλευρη αποδυνάμωση του μοναδικού πόλου εξουσίας για να αναδυθούν αυτομάτως άλλοι πόλοι, δημιουργώντας ένα πολυ-πολικό σύστημα; Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως βεβαιότητα μόνο σε περίπτωση που η κρίση δεν αφορούσε και τους άλλους ή αν οι άλλοι κατάφερναν κάπως να ξεπεράσουν καλύτερα και πιο γρήγορα την καταιγίδα. Ομως η Ευρώπη, παρά την αρχικά (εν μέρει δικαιολογημένη) αφ' υψηλού θεώρηση της κρίσης στις ΗΠΑ, βρέθηκε πολύ γρήγορα μπλεγμένη στη δίνη. Η Κίνα διαθέτει τα μισά συναλλαγματικά της αποθέματα σε αμερικανικά «χαρτιά». Επιπλέον, κινδυνεύει να δει την πλέον χρυσοφόρα εξωτερική της αγορά, τις ΗΠΑ, να συρρικνώνεται και το παγκοσμιοποιημένο οικονομικό και εμπορικό σύστημα, στο οποίο στηρίχτηκε η οικονομική της έκρηξη, να κλειδώνει. Ακόμα περισσότερο, αν όλοι αυτοί οι παράγοντες οδηγήσουν σε οπισθοδρόμηση της πρωτόγνωρης ευημερίας που απολαμβάνουν σημαντικά τμήματα του κινεζικού πληθυσμού, μπορεί να εξατμιστεί η συγκολλητική ουσία που συγκρατεί το πειραματικό μίγμα οικονομικού και πολιτικού συστήματος, με απρόβλεπτες συνέπειες.
Η Ρωσία, όπως μαρτυρεί και ο πανικός στις χρηματαγορές της, είναι πιθανό να δει την παγκόσμια ύφεση και τη συνεπαγόμενη ήδη ορατή κατάρρευση των ιλιγγιωδών τιμών του πετρελαίου να της στερεί τον μοχλό που οδήγησε στην οικονομική και πολιτική χειραφέτηση και την εσχάτως πανθομολογούμενη ανάδυσή της. Κάτω από τέτοιες διεθνείς συνθήκες, χώρες όπως το Ιράν και η Βενεζουέλα, ενδέχεται να χάσουν το ενεργειακό δίχτυ ασφαλείας που διευκολύνει τη διαμόρφωση μιας πιο ανεξάρτητης πολιτικής και τη διατήρηση ευρύτερων φιλοδοξιών.
Λογικό είναι να υποτεθεί ότι η τρέχουσα κρίση θα ξεφύγει κάποια στιγμή από τη φάση τού «ο σώζων εαυτόν σωθήτω» και θα προαχθεί σε εκείνη τού «το αγώγι σέρνει τον αγωγιάτη», όπως έχει ήδη αρχίσει να διαφαίνεται. Και το «αγώγι», η πραγματικότητα, δείχνει να σέρνει προς την κατεύθυνση τόσο διεθνών όσο και περιφερειακών επανασυσπειρώσεων και συνεργασιών. Σε διεθνές επίπεδο κάτι τέτοιο μπορεί να οδηγήσει σε μια νέα διεθνή συμφωνία τύπου «Μπρέτον Γουντς». Σε περιφερειακό επίπεδο, ενδιαφέρον θα έχει να παρατηρηθεί αν χώρες όπως η Ισλανδία θα εγκαταλείψουν την αλαζονική στάση απέναντι στην Ε.Ε. και το ευρώ αυτού που ξαφνικά κέρδισε μερικά εκατομμύρια στο λαχείο ή αν η Βρετανία αρχίσει να κουράζεται από την «ιππαστί» στον Ατλαντικό στάση που κρατάει επί τόσα χρόνια.
Ακόμα, όμως, και κάτω από τις καλύτερες συνθήκες και υπό την προϋπόθεση ότι όλες οι πολιτικές ηγεσίες θα κινηθούν υπεύθυνα, κάτι όχι και τόσο βέβαιο, η όποια προσπάθεια σε διεθνές επίπεδο κινδυνεύει να περιοριστεί σε περιπτωσιολογικό, προσωρινό και εγγενώς ασταθές επίπεδο αν δεν συνοδευθεί από μια, έστω και καθυστερημένη, συνειδητοποίηση: ότι μετά την εκπνοή της βιομηχανικής περιόδου, η ιστορική φάση, κατά την οποία το αποτύπωμα της Ευρώπης και των μεταγενέστερων υπερπόντιων προεκτάσεών της καθόριζε τη μορφή της υφηλίου, τελειώνει, μαζί με όλες τις θεωρίες και το πλέγμα οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης που διαμόρφωσαν οι ευρωπαϊκές πράσινες και βιομηχανικές επαναστάσεις και που τώρα αγκομαχούν στο κενό μέχρι να βγει η ψυχή τους. Και, όπως οι φούσκες των ακινήτων, του χρηματιστηρίου και των δανείων συνδυάστηκαν για να σκάσει η ευρύτερη οικονομική φούσκα, έτσι και αυτή αποτελεί πρόδρομο σύμπτωμα της μεγαλύτερης, της πραγματικά μεγάλης, φούσκας που δημιουργεί το επιθανάτιο αγκομαχητό.
Δεν είναι μόνοι τους. Σε άλλα μέρη του κόσμου πολλοί είναι αυτοί που συμφωνούν μαζί τους, με τη διαφορά ότι χαμογελούν αντί να δακρύζουν. Προχωρούν πέρα από την έκφραση ενός ικανοποιημένου «εμείς σας τα είχαμε πει, σας είχαμε προειδοποιήσει» και βλέπουν την κατάρρευση του καπιταλισμού και του συμβολικού προπυργίου του, με τον σοσιαλισμό να ξεχύνεται μέσα από τα χαλάσματα του κάστρου και βαρονικά κράτη να αποτινάσσουν την κυριαρχία του παραπαίοντος στυγερού ηγεμόνα.
Χωρίς όμως την απατηλή βοήθεια της μεταφυσικής, χωρίς καταφυγή σε πίστεις, ιδεοληψίες, ευσεβείς πόθους ή εξίσου ευσεβείς φόβους, απεκδυόμενος τη συναισθηματική επίδραση της εξελισσόμενης κρίσης, οφείλει κάποιος να αναζητήσει τις, ελάχιστες ήδη, υπάρχουσες βεβαιότητες πριν αγοράσει φτυάρι για να θάψει τις λίρες του στον κήπο ή όπλα για να εισβάλει στη Βαστίλλη ή τα χειμερινά ανάκτορα (ό,τι πέφτει πιο κοντά).
Η ύπαρξη της κρίσης είναι μια τέτοια βεβαιότητα, όπως βεβαιότητα αποτελεί το ότι η κρίση αυτή προέρχεται από τον καπιταλισμό και αυτόν κυρίως πλήττει. Με ασφάλεια μπορεί να θεωρηθεί ότι εστιάζεται στο αγγλο-σαξονικό καπιταλιστικό πρότυπο και ειδικά στη μορφή που αυτό πήρε κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Εξίσου ασφαλώς μπορεί να υποτεθεί ότι το πρότυπο αυτό έχει εκμετρήσει το ζην και να προβλεφθεί ότι θα αντικατασταθεί βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα από κάποιο περισσότερο ρυθμιστικό-παρεμβατικό μοντέλο. Ομως, η βεβαιότητα και η ασφάλεια των προβλέψεων εξαφανίζονται όταν επιχειρηθεί απάντηση στο ερώτημα αν όλα αυτά θα οδηγήσουν σε ευρύτερη κατάρρευση του καπιταλισμού ή σε μια επίδειξη της φυσικής, άρα εγγενώς βάναυσης, ικανότητάς του για προσαρμογή, μετασχηματισμό και αυτο-ίαση.
Στη φυσική σύνδεση της γεω-οικονομίας με τη γεω-πολιτική, η ασφάλεια κάποιων στοιχειωδών διαπιστώσεων δεν αμφισβητείται ούτε από ανθρώπους όπως ο νεο-φιλελεύθερος, αν και μερικώς ανανήψας, Φράνσις Φουκουγιάμα (αυτός με το «Τέλος της Ιστορίας»). Στην τρέχουσα οικονομική κρίση βλέπει, όπως κάθε μη αόμματος, ένα ακόμα καρφί στο φέρετρο της αμερικανικής «ηθικής ισχύος», που μαζί με την προφανώς τρωθείσα οικονομική και την αφρόνως δαπανώμενη στρατιωτική συνθέτουν τη συνολική ισχύ που στηρίζει τον αμερικανικό πόλο εξουσίας. Η απόλυτη βεβαιότητα που διατυπώνει για την πλήρη ανάκαμψη, αφήνοντας ερωτήματα μόνον ως προς τον χρόνο, μπορεί να διαγραφεί άνετα ως μεταφυσική πεποίθηση από τον κατάλογο των βεβαιοτήτων, κάτι σαν το «πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας θα 'ναι».
Ενα πρόσθετο στοιχείο αποδυνάμωσης του αμερικανικού προτύπου και, κατά συνέπεια, της αμερικανικής ισχύος/εξουσίας, είναι η αναδυόμενη αποσύνδεση του καπιταλισμού, ως οικονομικού προτύπου, από τη δημοκρατία, ως πολιτικό πρότυπο. Η εξαιρετική ορατότητα του, επί του παρόντος, επιτυχημένου κινεζικού προτύπου αυταρχικής διακυβέρνησης με καπιταλιστική οικονομία υπονομεύει σταθερά την από άμβωνος εκτοξευόμενη αυθεντία των Αμερικανών ιεροκηρύκων. Το ίδιο κάνουν άλλα, ίσως λιγότερο κραυγαλέα, πειράματα με διαφορετικές αναμίξεις που οδηγούν σε διαφορετικές πολιτικο-οικονομικές αποχρώσεις σε ολόκληρο τον κόσμο, από τη Ρωσία ώς τη Λατινική Αμερική.
Αρκεί, όμως, μόνη η προφανής ολόπλευρη αποδυνάμωση του μοναδικού πόλου εξουσίας για να αναδυθούν αυτομάτως άλλοι πόλοι, δημιουργώντας ένα πολυ-πολικό σύστημα; Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως βεβαιότητα μόνο σε περίπτωση που η κρίση δεν αφορούσε και τους άλλους ή αν οι άλλοι κατάφερναν κάπως να ξεπεράσουν καλύτερα και πιο γρήγορα την καταιγίδα. Ομως η Ευρώπη, παρά την αρχικά (εν μέρει δικαιολογημένη) αφ' υψηλού θεώρηση της κρίσης στις ΗΠΑ, βρέθηκε πολύ γρήγορα μπλεγμένη στη δίνη. Η Κίνα διαθέτει τα μισά συναλλαγματικά της αποθέματα σε αμερικανικά «χαρτιά». Επιπλέον, κινδυνεύει να δει την πλέον χρυσοφόρα εξωτερική της αγορά, τις ΗΠΑ, να συρρικνώνεται και το παγκοσμιοποιημένο οικονομικό και εμπορικό σύστημα, στο οποίο στηρίχτηκε η οικονομική της έκρηξη, να κλειδώνει. Ακόμα περισσότερο, αν όλοι αυτοί οι παράγοντες οδηγήσουν σε οπισθοδρόμηση της πρωτόγνωρης ευημερίας που απολαμβάνουν σημαντικά τμήματα του κινεζικού πληθυσμού, μπορεί να εξατμιστεί η συγκολλητική ουσία που συγκρατεί το πειραματικό μίγμα οικονομικού και πολιτικού συστήματος, με απρόβλεπτες συνέπειες.
Η Ρωσία, όπως μαρτυρεί και ο πανικός στις χρηματαγορές της, είναι πιθανό να δει την παγκόσμια ύφεση και τη συνεπαγόμενη ήδη ορατή κατάρρευση των ιλιγγιωδών τιμών του πετρελαίου να της στερεί τον μοχλό που οδήγησε στην οικονομική και πολιτική χειραφέτηση και την εσχάτως πανθομολογούμενη ανάδυσή της. Κάτω από τέτοιες διεθνείς συνθήκες, χώρες όπως το Ιράν και η Βενεζουέλα, ενδέχεται να χάσουν το ενεργειακό δίχτυ ασφαλείας που διευκολύνει τη διαμόρφωση μιας πιο ανεξάρτητης πολιτικής και τη διατήρηση ευρύτερων φιλοδοξιών.
Λογικό είναι να υποτεθεί ότι η τρέχουσα κρίση θα ξεφύγει κάποια στιγμή από τη φάση τού «ο σώζων εαυτόν σωθήτω» και θα προαχθεί σε εκείνη τού «το αγώγι σέρνει τον αγωγιάτη», όπως έχει ήδη αρχίσει να διαφαίνεται. Και το «αγώγι», η πραγματικότητα, δείχνει να σέρνει προς την κατεύθυνση τόσο διεθνών όσο και περιφερειακών επανασυσπειρώσεων και συνεργασιών. Σε διεθνές επίπεδο κάτι τέτοιο μπορεί να οδηγήσει σε μια νέα διεθνή συμφωνία τύπου «Μπρέτον Γουντς». Σε περιφερειακό επίπεδο, ενδιαφέρον θα έχει να παρατηρηθεί αν χώρες όπως η Ισλανδία θα εγκαταλείψουν την αλαζονική στάση απέναντι στην Ε.Ε. και το ευρώ αυτού που ξαφνικά κέρδισε μερικά εκατομμύρια στο λαχείο ή αν η Βρετανία αρχίσει να κουράζεται από την «ιππαστί» στον Ατλαντικό στάση που κρατάει επί τόσα χρόνια.
Ακόμα, όμως, και κάτω από τις καλύτερες συνθήκες και υπό την προϋπόθεση ότι όλες οι πολιτικές ηγεσίες θα κινηθούν υπεύθυνα, κάτι όχι και τόσο βέβαιο, η όποια προσπάθεια σε διεθνές επίπεδο κινδυνεύει να περιοριστεί σε περιπτωσιολογικό, προσωρινό και εγγενώς ασταθές επίπεδο αν δεν συνοδευθεί από μια, έστω και καθυστερημένη, συνειδητοποίηση: ότι μετά την εκπνοή της βιομηχανικής περιόδου, η ιστορική φάση, κατά την οποία το αποτύπωμα της Ευρώπης και των μεταγενέστερων υπερπόντιων προεκτάσεών της καθόριζε τη μορφή της υφηλίου, τελειώνει, μαζί με όλες τις θεωρίες και το πλέγμα οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης που διαμόρφωσαν οι ευρωπαϊκές πράσινες και βιομηχανικές επαναστάσεις και που τώρα αγκομαχούν στο κενό μέχρι να βγει η ψυχή τους. Και, όπως οι φούσκες των ακινήτων, του χρηματιστηρίου και των δανείων συνδυάστηκαν για να σκάσει η ευρύτερη οικονομική φούσκα, έτσι και αυτή αποτελεί πρόδρομο σύμπτωμα της μεγαλύτερης, της πραγματικά μεγάλης, φούσκας που δημιουργεί το επιθανάτιο αγκομαχητό.
Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2008
Κάτι τρέχει με τους δίπλα
Οι ΗΠΑ καταγγέλλουν ότι η Συρία συγκεντρώνει στρατιωτικές δυνάμεις στα σύνορα με τον Λίβανο. Η Συρία τελικά το επιβεβαιώνει. Ο Λίβανος βουίζει από τις θεωρίες και τα σενάρια σχετικά με τις προθέσεις της Συρίας.
Η εφημερίδα «Αλ Μουστάκμπαλ», που εκδίδεται από τον Σαντρ Χαρίρι, ηγέτη ενός από τα μεγαλύτερα κόμματα της Συρίας, του «Συνασπισμού του Μέλλοντος», αναρωτιέται αν η Συρία μπορεί να «επιστρέψει άμεσα», δηλαδή να εισβάλει στον Λίβανο. Και φροντίζει να υπενθυμίσει ότι το 1976, η τότε εισβολή της Συρίας είχε αντιμετωπιστεί θετικά από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ (σχεδιάστηκε από τον Χένρι Κίσινγκερ, λέει), επειδή θα έθετε υπό έλεγχο την PLO και θα απέτρεπε μια περιφερειακή σύγκρουση.
Τα σενάρια που συνδέουν τις συριακές κινήσεις με μια κυοφορούμενη νέα περιφερειακή σύγκρουση την αναζητούν στο ενδεχόμενο πολεμικής ενέργειας εκ μέρους του Ισραήλ και/ή των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν. Οι θεωρίες κινούνται σε εκ διαμέτρου αντίθετες κατευθύνσεις, ενδεικτικές όμως των δινορευμάτων που, ιδίως στη Μέση Ανατολή, καταργούν κάθε έννοια ευθύγραμμης προσέγγισης.
Για κάποιους η Συρία εγκαθιστά σταθμό ραντάρ στα ορεινά σύνορα με τον Λίβανο, κλείνοντας έτσι ένα από τα βασικά «παράθυρα» μιας ισραηλινής αεροπορικής επιδρομής στο Ιράν. Ο σταθμός ραντάρ συνδέεται από άλλους με μια άλλη πρόσφατη εξέλιξη. Τις συνεννοήσεις με τη Ρωσία για την επαναλειτουργία παλιάς σοβιετικής ναυτικής βάσης στα συριακά παράλια και την ανάγκη ανάπτυξης μιας «ομπρέλας» προστασίας στην περιοχή. Μπορεί βεβαίως να συνδέεται και με το κλείσιμο διόδων για επιχειρήσεις εναντίον ευαίσθητων συριακών εγκαταστάσεων, όπως ο περσινός ισραηλινός βομβαρδισμός συριακών εγκαταστάσεων που, κατά το Ισραήλ, ήταν πυρηνικές.
Οι ΗΠΑ, πάντως, ειδοποίησαν χθες τον Λίβανο να μην ανησυχεί διότι οι συριακές δυνάμεις δείχνουν να έχουν αμυντική διάταξη. Το ερώτημα που προκύπτει είναι: αμυντική απέναντι σε τι; Τι αναμένει η Συρία για να προετοιμάζεται αμυντικά; Το βέβαιο είναι ότι κάτι τρέχει στην περιοχή.
Η εφημερίδα «Αλ Μουστάκμπαλ», που εκδίδεται από τον Σαντρ Χαρίρι, ηγέτη ενός από τα μεγαλύτερα κόμματα της Συρίας, του «Συνασπισμού του Μέλλοντος», αναρωτιέται αν η Συρία μπορεί να «επιστρέψει άμεσα», δηλαδή να εισβάλει στον Λίβανο. Και φροντίζει να υπενθυμίσει ότι το 1976, η τότε εισβολή της Συρίας είχε αντιμετωπιστεί θετικά από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ (σχεδιάστηκε από τον Χένρι Κίσινγκερ, λέει), επειδή θα έθετε υπό έλεγχο την PLO και θα απέτρεπε μια περιφερειακή σύγκρουση.
Τα σενάρια που συνδέουν τις συριακές κινήσεις με μια κυοφορούμενη νέα περιφερειακή σύγκρουση την αναζητούν στο ενδεχόμενο πολεμικής ενέργειας εκ μέρους του Ισραήλ και/ή των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν. Οι θεωρίες κινούνται σε εκ διαμέτρου αντίθετες κατευθύνσεις, ενδεικτικές όμως των δινορευμάτων που, ιδίως στη Μέση Ανατολή, καταργούν κάθε έννοια ευθύγραμμης προσέγγισης.
Για κάποιους η Συρία εγκαθιστά σταθμό ραντάρ στα ορεινά σύνορα με τον Λίβανο, κλείνοντας έτσι ένα από τα βασικά «παράθυρα» μιας ισραηλινής αεροπορικής επιδρομής στο Ιράν. Ο σταθμός ραντάρ συνδέεται από άλλους με μια άλλη πρόσφατη εξέλιξη. Τις συνεννοήσεις με τη Ρωσία για την επαναλειτουργία παλιάς σοβιετικής ναυτικής βάσης στα συριακά παράλια και την ανάγκη ανάπτυξης μιας «ομπρέλας» προστασίας στην περιοχή. Μπορεί βεβαίως να συνδέεται και με το κλείσιμο διόδων για επιχειρήσεις εναντίον ευαίσθητων συριακών εγκαταστάσεων, όπως ο περσινός ισραηλινός βομβαρδισμός συριακών εγκαταστάσεων που, κατά το Ισραήλ, ήταν πυρηνικές.
Οι ΗΠΑ, πάντως, ειδοποίησαν χθες τον Λίβανο να μην ανησυχεί διότι οι συριακές δυνάμεις δείχνουν να έχουν αμυντική διάταξη. Το ερώτημα που προκύπτει είναι: αμυντική απέναντι σε τι; Τι αναμένει η Συρία για να προετοιμάζεται αμυντικά; Το βέβαιο είναι ότι κάτι τρέχει στην περιοχή.
Σάββατο 30 Αυγούστου 2008
«Επιστροφή» Τσένι
Είναι σίγουρα μια συμβολική κίνηση σε μια στιγμή που, ούτως ή άλλως, οι δυνατότητες αντίδρασης στις πρόσφατες ρωσικές ενέργειες δύσκολα ξεπερνούν το επίπεδο του απλού συμβολισμού. Ομως η απόφαση να σταλεί ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ, Ντικ Τσένι, στη Γεωργία, την Ουκρανία, το Αζερμπαϊτζάν και την Ιταλία (γιατί;) μέσα στις επόμενες μέρες μπορεί να έχει πρακτικές επιπτώσεις, πολύ πέραν μιας απλής συμβολικής έκφρασης υποστήριξης προς τις χώρες που αρχίζουν να αισθάνονται πλησιέστερα στον σβέρκο τους τη ρωσική ανάσα τη στιγμή που η πίστη τους στην αμερικανική προστασία δοκιμάζεται.
Ομως ο Τσένι δεν είναι ένας οποιοσδήποτε αντιπρόεδρος. Το γεγονός ότι κατά το τελευταίο διάστημα έχει εξαφανιστεί στο παρασκήνιο οφείλεται ακριβώς σ' αυτό. Η κυριαρχία του στη διαμόρφωση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής μετά την 11η Σεπτεμβρίου και στη συμμαχία του με τους νεοφιλελεύθερους ευθύνεται για τα περισσότερα εκτρωματικά αποτελέσματα που οδήγησαν ακόμα και την κυβέρνηση Μπους σε μια σιωπηρή προσπάθεια να περισωθεί ό,τι απομένει. Ο Τσένι και οι νεοσυντηρητικοί μπήκαν στο ψυγείο και για ακόμα έναν λόγο. Για να μη μειώσουν ακόμα περισσότερο τις πιθανότητες παραμονής των Ρεπουμπλικανών στην εξουσία, στο πρόσωπο του Τζον ΜακΚέιν.
Δεν είναι βέβαιο ότι η κυβέρνηση Μπους το καλοσκέφτηκε όταν αποφάσισε να «αμολήσει» τον αντιπρόεδρο μέσα στον Σεπτέμβριο. Οπως επισημαίνουν οι «Τάιμς της Νέας Υόρκης», «το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται σήμερα ο κόσμος είναι αυτός (ο Τσένι) να προκαλέσει περισσότερη δυσφορία και άγχη» και να δώσει στους Ευρωπαίους συμμάχους των ΗΠΑ την ευκαιρία ή τη δικαιολογία να αποφύγουν την αντιπαράθεση με τη Μόσχα. Σε αυτή την περίπτωση ίσως η Ουάσιγκτον το ξανασκεφτεί.
Ενδέχεται όμως να θέλει να στείλει το αντίστροφο μήνυμα με παραλήπτη τη Μόσχα και τους Ευρωπαίους συμμάχους: ότι αν δεν γίνουν πιο δεκτικοί στις αμερικανικές θέσεις, υπάρχει κίνδυνος να σηκώσουν πάλι κεφάλι στην Ουάσιγκτον οι ανεξέλεγκτοι ιδεολόγοι που θα διοχετεύσουν την πικρία από τον πρόσφατο παραγκωνισμό τους σε ένα εκδικητικό αμόκ.
Ομως ο Τσένι δεν είναι ένας οποιοσδήποτε αντιπρόεδρος. Το γεγονός ότι κατά το τελευταίο διάστημα έχει εξαφανιστεί στο παρασκήνιο οφείλεται ακριβώς σ' αυτό. Η κυριαρχία του στη διαμόρφωση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής μετά την 11η Σεπτεμβρίου και στη συμμαχία του με τους νεοφιλελεύθερους ευθύνεται για τα περισσότερα εκτρωματικά αποτελέσματα που οδήγησαν ακόμα και την κυβέρνηση Μπους σε μια σιωπηρή προσπάθεια να περισωθεί ό,τι απομένει. Ο Τσένι και οι νεοσυντηρητικοί μπήκαν στο ψυγείο και για ακόμα έναν λόγο. Για να μη μειώσουν ακόμα περισσότερο τις πιθανότητες παραμονής των Ρεπουμπλικανών στην εξουσία, στο πρόσωπο του Τζον ΜακΚέιν.
Δεν είναι βέβαιο ότι η κυβέρνηση Μπους το καλοσκέφτηκε όταν αποφάσισε να «αμολήσει» τον αντιπρόεδρο μέσα στον Σεπτέμβριο. Οπως επισημαίνουν οι «Τάιμς της Νέας Υόρκης», «το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται σήμερα ο κόσμος είναι αυτός (ο Τσένι) να προκαλέσει περισσότερη δυσφορία και άγχη» και να δώσει στους Ευρωπαίους συμμάχους των ΗΠΑ την ευκαιρία ή τη δικαιολογία να αποφύγουν την αντιπαράθεση με τη Μόσχα. Σε αυτή την περίπτωση ίσως η Ουάσιγκτον το ξανασκεφτεί.
Ενδέχεται όμως να θέλει να στείλει το αντίστροφο μήνυμα με παραλήπτη τη Μόσχα και τους Ευρωπαίους συμμάχους: ότι αν δεν γίνουν πιο δεκτικοί στις αμερικανικές θέσεις, υπάρχει κίνδυνος να σηκώσουν πάλι κεφάλι στην Ουάσιγκτον οι ανεξέλεγκτοι ιδεολόγοι που θα διοχετεύσουν την πικρία από τον πρόσφατο παραγκωνισμό τους σε ένα εκδικητικό αμόκ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)