Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2009

Ο σοσιαλισμός, η μοναδικότητα και ο Δανός υδραυλικός

Ολοι έσπευσαν να το επισημάνουν: η νίκη του ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα έρχεται σε αντίθεση με την ευρύτερη τάση στην Ευρώπη, που θέλει τα σοσιαλιστικά/σοσιαλδημοκρατικά κόμματα να υποχωρούν σε πείσμα όσων είχαν επενδύσει στην παγκόσμια οικονομική κρίση (και απ' ό,τι φαίνεται μόνο σ' αυτήν) όλη την αφέλεια των ευσεβών πόθων τους.

Με το πορτογαλικό σοσιαλιστικό κόμμα να κερδίζει την πρωτιά στις εκλογές, να χάνει όμως μεγάλο μέρος της δύναμής του και να αναζητεί τώρα εταίρους για την κυβέρνηση και τους Γερμανούς Σοσιαλδημοκράτες στο χειρότερο μεταπολεμικό ποσοστό τους, η ισπανική «Ελ Παΐς» παρατήρησε ότι η νίκη του ΠΑΣΟΚ στην Ελλάδα αποτελεί «μόνο μία ανάσα» για τους Ευρωπαίους σοσιαλιστές, που αυτή τη στιγμή βρίσκονται στην εξουσία μόνο στην Ελλάδα, την Ισπανία, τη Βρετανία, τη Σλοβενία και την Ουγγαρία. Αν ευοδωθούν οι προσπάθειες σχηματισμού κυβέρνησης, θα ξαναβρεθούν στην εξουσία και στην Πορτογαλία, έστω και όχι μόνοι τους, ενώ στην Αυστρία και την Ολλανδία συμμετέχουν σε κυβερνήσεις συνασπισμού με την Κεντροδεξιά. Ομως στη Βρετανία οι Εργατικοί του Γκόρντον Μπράουν διακρίνουν πλέον πεντακάθαρα, όχι το φως στην άκρη του τούνελ, αλλά το φωτάκι πάνω από την έξοδο, ενώ αντίστοιχα σοβαρά προβλήματα αντιμετωπίζουν στην Ισπανία και οι σοσιαλιστές του Χοσέ Λουίθ Ροντρίγκες Θαπατέρο, που έχει χάσει την εμπιστοσύνη τού 72% των πολιτών, σύμφωνα με πρόσφατη σφυγμομέτρηση.

Λιγότερο από ένα χρόνο νωρίτερα, τον Δεκέμβριο του 2008, οι Ευρωπαίοι σοσιαλιστές, με μέλη 33 σοσιαλιστικά, σοσιαλδημοκρατικά και εργατικά κόμματα δημοσίευαν το μανιφέστο τους για το 2009. Με αναφορές στην «έξυπνη πράσινη ανάπτυξη», την «καινοτομία» την «πράσινη τεχνολογία» και την ανάπτυξη της ευρυζωνικής υποδομής συστήθηκαν στο ευρωπαϊκό κοινό ως «δύναμη αλλαγής», κατηγορώντας τους συντηρητικούς του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος για «τυφλή πίστη» στην αγορά, με αποτελέσματα ορατά στην οικονομική κρίση.

Λίγους μήνες αργότερα, το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών δεν έδειξε ότι οι Ευρωπαίοι πολίτες πείστηκαν, καθώς διατήρησαν και ενίσχυσαν το προβάδισμα της Κεντροδεξιάς στο Ευρωκοινοβούλιο. Από τότε εξαίρεση στη γενική τάση αποτέλεσε η Ελλάδα και η άνοδος του ΠΑΣΟΚ, που αντιμετωπίστηκε από πολλούς ως συγκυριακή.

Λίγους μήνες αργότερα, το αποτέλεσμα των εκλογών της 4ης Οκτωβρίου κατέρριψε τους ευσεβείς πόθους όσων θεωρούσαν την άνοδο του ΠΑΣΟΚ περιστασιακή. Επί του παρόντος όμως δεν μπορούν με την ίδια ευκολία να τροφοδοτήσουν τις ελπίδες των ανά την Ευρώπη σοσιαλιστών.

Η άνοδος ενός σοσιαλιστικού κόμματος αποτελεί μοναδικότητα στη σημερινή Ευρώπη. Το ερώτημα είναι κατά πόσον η μοναδικότητα αυτή αποτελεί προάγγελο μιας τάσης αναβίωσης της ελκυστικότητας των ευρωπαϊκών σοσιαλιστικών κομμάτων και επιτυχούς διείσδυσης της ρητορικής περί «πράσινης ανάπτυξης» και της συνθηματολογίας τύπου «ναι, μπορούμε» του Μπαράκ Ομπάμα ή οφείλεται κυρίως σε ένα άθροισμα ελληνικών «μοναδικοτήτων», που δύσκολα μπορεί να εμφανιστεί σε άλλη, ευρωπαϊκή ή μη, χώρα. Στη δεύτερη περίπτωση, οι ελπίδες ότι μια ευρύτερη πολιτική πλατφόρμα μπορεί να καταστεί ειδοποιός των σοσιαλιστικών κομμάτων σε βαθμό που να λειτουργεί ως έρμα στις καταιγίδες των τοπικών ιδιαιτεροτήτων κάθε χώρας, δύσκολα στηρίζονται.

Αναμφίβολα, στην κοινωνία κάθε χώρας υπάρχουν ιδιαιτερότητες, που ερμηνεύονται ιστορικά και επηρεάζουν την πολιτική συμπεριφορά έξω από το σύστημα αναφοράς Δεξιάς-Αριστεράς. Το άθροισμα και η ένταση αυτών των ιδιαιτεροτήτων κατά τα τελευταία χρόνια δίνουν στην Ελλάδα μια πραγματική μοναδικότητα στη σημερινή Ευρώπη. Η μοναδικότητα αυτή δεν εκφράζεται πλέον παθητικά, με την καθυστέρηση εμφάνισης φαινομένων κατά μία ή δύο δεκαετίες σε σχέση με τις ΗΠΑ ή την υπόλοιπη Ευρώπη. Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ, σε αντίθεση με την πτώση των άλλων σοσιαλιστικών κομμάτων, δεν μπορεί να αποδοθεί σχηματικά ούτε κατ' ελάχιστον σε μια τέτοια διαφορά φάσης.

Τα τελευταία χρόνια, ίσως με μια μικρή ανάπαυλα την περίοδο των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, αυξάνει συνεχώς το τμήμα της ελληνικής κοινωνίας που αισθάνεται μια συνολική απογοήτευση. Η απογοήτευση αυτή δεν περιορίζεται απέναντι στην πολιτική εκπροσώπηση της ελληνικής κοινωνίας (που, ούτως ή άλλως, στην κομματικά συντεταγμένη έκφρασή της γίνεται αντιληπτή όλο και περισσότερο ως αποσυνδεδεμένη από το σοβαρό κομμάτι της πραγματικότητας). Επεκτείνεται απέναντι σε αυτό που αντιλαμβάνεται ως βαθύτατο ενδεή συντηρητισμό (όχι με την έννοια Δεξιάς - Αριστεράς) και στειρότητα της ελληνικής κοινωνίας και φτάνει στην απώλεια ελπίδας για την ίδια τη χώρα.

Ομως ακόμα και για τους (όλο και περισσότερους) ανθρώπους που προσπαθούν με διάφορους τρόπους να προετοιμάσουν τα παιδιά τους για να έχουν τη δυνατότητα διαφυγής από αυτό που βλέπουν ως επικείμενο ναυάγιο, με την εγκατάσταση και εργασία τους σε άλλες χώρες, διατηρείται κάποια ελπίδα αποτροπής του ναυαγίου. Κάτι τέτοιο είχε εκφραστεί προ μηνών, μεταξύ αστείου και σοβαρού, από κάποιον πολιτικό που μίλησε για την ανάγκη να αναλάβουν για λίγο ξένοι τη διακυβέρνηση της χώρας ώστε, όντας έξω από το σύστημα παθογένειας, να μπορέσουν να το αντιμετωπίσουν.

Στον δρόμο για να αποκτήσει κρίσιμη μάζα έκφρασης, αυτή η μερίδα του πληθυσμού, προερχόμενη κυρίως από τη μεσαία τάξη, λειτουργεί συχνά αντίστροφα από αυτό που προσδοκούν οι παραδοσιακοί πολιτικάντηδες. Σε μια χώρα γεμάτη αρνητικές (υπάρχουν βέβαια και κάποιες καλές) «μοναδικότητες» σε κάθε τομέα, αρχίζοντας από την παγκόσμια μοναδικότητα του «μη ρίχνετε χαρτιά στη λεκάνη», αισθάνονται ως πολυτέλεια τα κομματικά, ακόμα και τα ξεθυμασμένα ιδεολογικά διλήμματα. Κραυγάζοντας «primum vivere, deinde philosofari»), κάποιοι απ' αυτούς αναζήτησαν κάποια ελπίδα, πειθόμενοι από τις κατηγορίες που εκτόξευσαν εναντίον του Γιώργου Παπανδρέου πολιτικοί του αντίπαλοι, λέγοντας ότι είναι μακριά από την ελληνική πραγματικότητα, ότι είναι Σκανδιναβός ή Αμερικανός πολιτικός.

Διότι όταν τα υδραυλικά απειλούν να σε πνίξουν, ο Δανός υδραυλικός δίνει κάποια ελπίδα. Κάτι που δεν συνεπάγεται αυτομάτως κέρδος για τους Ευρωπαίους σοσιαλιστές, παρά μόνο μακροπρόθεσμα, σε περίπτωση θεαματικής επιτυχίας.


Δευτέρα 31 Αυγούστου 2009

Ποιος κέρδισε τελικά στη Λιβύη του Καντάφι;

Η λέξη «ξεβρακώνομαι» δεν χρησιμοποιείται ποτέ στη διπλωματική γλώσσα, ούτε καν στις καθωσπρέπει συζητήσεις ή τις σοβαρές αναλύσεις.

Ομως, τον τελευταίο καιρό, η στάση μιας σειράς ηγετών δυτικών χωρών απέναντι στη Λιβύη του Καντάφι και στον ίδιο τον Μουαμάρ Καντάφι προσωπικά, έχει δώσει λαβή σε κατηγορίες ότι «ξεβρακώθηκαν».

Κάποιοι, σαν τον Μπερλουσκόνι, που υποδέχθηκε πριν από λίγο καιρό στην Ιταλία τον Καντάφι, κάνοντας ότι δεν βλέπει μερικές από τις σκόπιμες προσβολές του Λίβυου ηγέτη, απάντησαν ουσιαστικά ότι αμάρτησαν για το παιδί τους, δηλαδή για τα συμφέροντα της χώρας τους, αφήνοντας τη φαντασία να πλανάται πάνω από τεράστιου εύρους επενδύσεις του λιβυκού κρατικού ταμείου διαχείρισης του πλούτου που φέρνει το πετρέλαιο ή πάνω από την πρόσβαση στους λιβυκούς υδρογονάνθρακες, υγρούς και αέριους.

Αλλοι, όπως έγινε την περασμένη εβδομάδα με τον πρόεδρο της Ελβετίας που επισκέφθηκε τη Λιβύη και ζήτησε «συγγνώμη», επειδή οι Αρχές της χώρας του είχαν συλλάβει και ταλαιπωρήσει για λίγες ώρες τα παιδιά του Καντάφι όταν αυτά παρανόμησαν σε ελβετικό έδαφος, κάνουν ότι δεν ακούν τις κατηγορίες για δουλικότητα που εξαπολύουν εναντίον τους πολλοί από τους συμπατριώτες τους.

Κάποιοι άλλοι, κυρίως αυτοί (ΗΠΑ, Βρετανία) που έπαιξαν κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση του σχετικού σκηνικού που φέρνει τη Λιβύη του Καντάφι να ξαναμπαίνει στα καλύτερα σαλόνια γιορτάζοντας σήμερα τα 40 χρόνια από την ανατροπή του βασιλιά Ιντρις (τότε καλού φίλου της «Δύσης»), καταγγέλλουν εκ του ασφαλούς ενέργειες όπως η απόφαση της κυβέρνησης της Σκωτίας να αφήσει ελεύθερο τον έναν από τους δύο Λίβυους που έχουν καταδικαστεί για την ανατίναξη του αεροσκάφους της Pan Am πάνω από το Λόκερμπι της Σκωτίας, έχοντας αφήσει τον Σκωτσέζο υπουργό Δικαιοσύνης να βγάλει το φίδι από την τρύπα και να προσφέρει (και εκ μέρους τους) στον Καντάφι ένα καλό δώρο για τα 40ά γενέθλια του κινήματός του, εξυπηρετώντας τα συμφέροντα όλων.

Είναι όμως αυτή η πραγματική εικόνα; Πρόκειται για τη νίκη κάποιων, των δυτικών κυβερνήσεων ή του Καντάφι ή απλώς αυτό που φαίνεται σήμερα, συμπεριλαμβανομένου και του «ξεβρακώματος», αποτελεί το ευτυχές αποτέλεσμα μιας πολιτικής που μπορεί να αποτελέσει πρότυπο για το μέλλον των διεθνών σχέσεων σε δύσκολες περιπτώσεις; Διότι η υπόθεση της Λιβύης χρησιμοποιείται ως παράδειγμα επιτυχημένης σκληρής διπλωματίας, το αποτέλεσμα της οποίας είναι θετικό για όλους και μπορεί να καθοδηγήσει την προσέγγιση άλλων περιπτώσεων, όπως το Ιράν και η Βόρεια Κορέα.

Σύμφωνα με αυτή τη λογική, η πολιτική που ξεκίνησε ο Μπιλ Κλίντον, αλλάζοντας τις μέχρι τότε αποτυχημένες προσεγγίσεις Ρίγκαν και Μπους πατρός, και την οποία, παραδόξως, δεν άλλαξε ο πρόεδρος Μπους ο νεότερος σε μια σπάνια επίδειξη ορθολογισμού, είχε ως αποτέλεσμα η Λιβύη όχι μόνο να εγκαταλείψει τα προγράμματα απόκτησης όπλων μαζικής καταστροφής και να διακόψει την υποστήριξη της τρομοκρατίας αλλά και να μετατραπεί από μέρος του προβλήματος σε μέρος της λύσης του. Ετσι, το πρώην κράτος-παρίας έγινε και πάλι δεκτό στα καλύτερα σαλόνια, προς αμοιβαίο όφελος, έστω και αν αγνοεί τους κανόνες του σαβουάρ βιβρ.

Η επιτυχία αυτή, τουλάχιστον από τη δυτική οπτική, οδηγεί σε χρήσιμα συμπεράσματα για τη διαμόρφωση της πολιτικής πιέσεων σε άλλες περιπτώσεις και σε προβληματισμό για το κατά πόσον οι συνθήκες είναι συγκρίσιμες, ειδικά στις περιπτώσεις του Ιράν και της Βόρειας Κορέας.

Ως γενικά συμπεράσματα, η δυτική ανάλυση καταγράφει τα εξής:

1. Τα καθεστώτα-παρίες, ακόμα και τα σκληρότερα, μπορούν να αλλάξουν, όταν η αλλαγή εξυπηρετεί καλύτερα τους βασικούς τους στόχους, όπως η παραμονή στην εξουσία.

2. Η επιδίωξη αλλαγής καθεστώτος, σε αντίθεση με την αλλαγή πολιτικής, είναι αντιπαραγωγική. Ενα καθεστώς θα παλέψει μέχρι τέλους για την επιβίωσή του. Αντιθέτως, οι διαβεβαιώσεις που έδιναν, ακόμα και εμπράκτως, τα τελευταία χρόνια οι ΗΠΑ και η Βρετανία ότι δεν επιδιώκουν την ανατροπή του καθεστώτος αλλά την αλλαγή της πολιτικής του, έπαιξαν κεντρικό ρόλο στην επιτυχία της προσέγγισης της Λιβύης. Αντιθέτως, αναφορές του Μπους περί άξονα του κακού σχετικά με τη Βόρεια Κορέα και το Ιράν, έπεισαν τις δύο αυτές χώρες ότι στόχος της Ουάσιγκτον ήταν η ανατροπή των καθεστώτων τους.

3. Είναι απαραίτητες η συνέπεια και η σταθερότητα, τόσο στις κυρώσεις ή τις απειλές κυρώσεων, δηλαδή στο σκέλος της ράβδου, όσο και στο σκέλος της ανταμοιβής, δηλαδή του καρότου.

4. Τόσο η ράβδος όσο και το καρότο θα πρέπει να προέρχονται από πολλές πλευρές με την ίδια σταθερότητα και αξιοπιστία.

5. Χρειάζεται ευελιξία, ώστε να γίνονται οι κατάλληλες υποχωρήσεις την κατάλληλη στιγμή.

6. Η μυστική διπλωματία φέρνει αποτελέσματα, ιδίως όταν αναμιγνύνονται πλευρές για τις οποίες το «πρόσωπο» ή η βιτρίνα έχει ιδιαίτερη σημασία.

Ολα αυτά ενισχύουν τη λογική του Μπαράκ Ομπάμα, για συνομιλίες, όχι μόνο με τους φίλους αλλά και με τους εχθρούς. Χρησιμεύουν ακόμα ως παράδειγμα του τι μπορεί να κερδίσει μια χώρα επιστρέφοντας στην αγκαλιά της λεγόμενης διεθνούς κοινότητας. Αυτή τουλάχιστον είναι η ανάλυση της Δύσης. Δεν είναι και τόσο σαφές ποια είναι η ανάλυση της άλλης πλευράς, όπως της Τεχεράνης ή της Πιονγκγιάνγκ.


Δευτέρα 17 Αυγούστου 2009

Εκλογές στο Αφγανιστάν, σημαντικές όσο στις ΗΠΑ

Αν υπάρχουν κάποιοι στις ΗΠΑ που αναπολούν την εποχή του Ψυχρού Πολέμου (υπάρχουν), σκέφτονται πως, αν τα πράγματα είχαν μείνει σε εκείνη τη φάση, σήμερα θα μπορούσαν να πανηγυρίζουν για «νίκη» στο Αφγανιστάν.

Διότι, σχεδόν οκτώ χρόνια μετά την εισβολή τους εκεί, παρά τις αυτοκαταστροφικές ιδεοληπτικές νευρώσεις των κυβερνήσεων Μπους, βρίσκονται (ελαφρώς) σε λιγότερο κακή κατάσταση απ' ό,τι βρίσκονταν οι Σοβιετικοί μερικά χρόνια μετά τη δική τους εισβολή, έστω και αν το μέλλον διαγράφεται κάθε άλλο παρά ευοίωνο.

Ομως, σήμερα το περιβάλλον δεν επιτρέπει τέτοιου είδους ανόητους παιδιάστικους ανταγωνισμούς, ειδικά σε ένα θέμα που, κατά σχεδόν μεταφυσικό τρόπο, καταφέρνει να παίζει ακούσια καθοριστικό ρόλο στο σύνολο των παγκόσμιων γεωπολιτικών εξελίξεων. Οι έμποροι στην αγορά της Καμπούλ, οι γιδοβοσκοί στα βουνά, οι λαθρέμποροι στα ορεινά περάσματα, οι καλλιεργητές παπαρούνας, ακόμα και οι Ταλιμπάν με τα μαύρα τουρμπάνια, δύσκολα μπορούν να φανταστούν ότι οι ενέργειές τους επηρεάζουν την ανάδυση νέων παγκόσμιων δυνάμεων, όπως η Κίνα και η Ινδία, τη διαμόρφωση του μελλοντικού ρόλου παλαιών δυνάμεων, όπως οι ΗΠΑ, η Ευρώπη και η Ρωσία ή τη διατήρηση και κατακρήμνιση συλλογικών οντοτήτων, όπως το ΝΑΤΟ.

Ο ακούσιος αυτός ρόλος δεν είναι καινούργιος για το Αφγανιστάν. Από τότε που η επέλαση του Τζένγκις Χαν κατέστρεψε τη δυνατότητά του να ενώνει τους γείτονές του μέσω του Δρόμου του Μεταξιού και από τη στιγμή που η βρετανική αυτοκρατορία τού ανέθεσε για πρώτη φορά τον ρόλο να χωρίζει, αποτελώντας ανάχωμα ανάμεσα στην ίδια και την τσαρική Ρωσία, παίρνοντας τη σημερινή του μορφή, το Αφγανιστάν παίζει ρόλο στο διεθνές γεωπολιτικό παιχνίδι, μια χωρίζοντας και μια ενώνοντας τη Νότια Ασία με την Κεντρική Ασία και την Ευρασία και μια χωρίζοντάς τες. Ιδιαίτερα στο διάστημα μετά την αναδίπλωση της βρετανικής αυτοκρατορίας και τη διάσπαση της Ινδίας με τη δημιουργία του Πακιστάν και του Μπανγκλαντές, ο ρόλος αυτός έγινε πολύ πιο περίπλοκος, με αποκορύφωμα τα τελευταία 30 χρόνια πολέμου.

Σήμερα το Αφγανιστάν δεν αποτελεί απλώς ανάχωμα απέναντι στη Ρωσία. Δεν παρέχει μόνο στρατηγικό βάθος στο Πακιστάν, δηλαδή δεν εμπλέκεται μόνο στην αντιπαράθεσή του με την Ινδία και κατ' επέκταση στις σχέσεις της Ινδίας με τις ΗΠΑ και την Κίνα (η οποία, παρεμπιπτόντως, αποκτά όλο και μεγαλύτερο ρόλο, έστω και με χαρακτηριστικά αθόρυβο τρόπο). Δεν παίζει μόνο ρόλο-κλειδί στις σχέσεις Δύσης - Ιράν, ούτε ο ρόλος του περιορίζεται με τη συμμετοχή του στους αλγόριθμους για τον Περσικό Κόλπο. Δεν βρίσκεται, μαζί με το Πακιστάν, μόνο στο επίκεντρο του εξτρεμιστικού ισλαμισμού ή του «ισλαμοφασισμού». Δεν παίζει μόνο καθοριστικό ρόλο στις πυρηνικές ισορροπίες Πακιστάν και Ινδίας. Ούτε αποτελεί μόνο τη λυδία λίθο, στην οποία δοκιμάζεται η ίδια η ύπαρξη μιας συμμαχίας, που ξεκινά χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, του ΝΑΤΟ. Εχει το, σχεδόν μοναδικό παγκοσμίως, προνόμιο να τα κάνει όλα αυτά ταυτοχρόνως.

Με την έννοια αυτήν, οι προεδρικές εκλογές που θα γίνουν την ερχόμενη Πέμπτη στο Αφγανιστάν θα μπορούσαν να έχουν τεράστια διεθνή σημασία, καθώς μόνον οι εκλογές στις ΗΠΑ έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν ίσως περισσότερο τον διεθνή περίγυρο. Και, με την ίδια έννοια, δικαιολογούν αυξημένο ενδιαφέρον ακόμα και στην Ελλάδα, ακόμα και στην καρδιά του Αυγούστου.

Ομως οι πάντες αντιλαμβάνονται ότι, όσο σημαντικές και αν είναι, οι αφγανικές εκλογές στην παρούσα φάση δεν είναι παρά ένα τμήμα της διαμορφούμενης στρατηγικής απεγκλωβισμού από το Αφγανιστάν με την όσο το δυνατόν ταχύτερη «αφγανοποίησή» του. Το κατά πόσον ο νέος πρόεδρος θα αποκτήσει κάποιο ρόλο ευρύτερο από αυτόν του «δημάρχου της Καμπούλ», στον οποίο είχε καταδικάσει τον Χαμίντ Καρζάι η ιδεολογική αναπηρία του Τζορτζ Μπους και των περί αυτόν, εξαρτάται από κατά πόσον η «ρεάλ πολιτίκ» έχει πλέον εδραιωθεί στην Ουάσιγκτον, κατά πόσον υπάρχουν ακόμα περιθώρια αυτή να συγκρατήσει την αποδυνάμωση των αμερικανικών συμμαχιών και της αμερικανικής επιρροής και το κατά πόσον οι χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ θα αντέξουν για πολύ ακόμα τη συνεχή γκρίνια για αύξηση του ρόλου τους στο Αφγανιστάν (ή τουλάχιστον την αποτροπή της μείωσής του).

Παρ' όλα αυτά, ακόμα και για όσους δεν συμμερίζονται την αμερικανική θρησκευτική βεβαιότητα ότι η δημοκρατία (με την έννοια της πραγματοποίησης εκλογών) θεραπεύει πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν, ακόμα και η ίδια η διεξαγωγή των εκλογών παρουσιάζει ενδιαφέρον. Το ενδιαφέρον αυτό δεν το επισημαίνουν τόσο οι δηλώσεις ανωτάτων αξιωματούχων του ΟΗΕ, του ΝΑΤΟ, των ΗΠΑ, της Βρετανίας και άλλων όσο οι αυξανόμενες επιθέσεις (αυτοκτονίας ή άλλες) των Ταλιμπάν, αλλά και οι εντεινόμενες επιχειρήσεις των αμερικανικών και ΝΑΤΟϊκών δυνάμεων. Διότι τόσο η διεξαγωγή τους όσο και το αποτέλεσμά τους μπορούν να αποτελέσουν μια ένδειξη της πορείας που θα πάρουν οι προσπάθειες «αφγανοποίησης» του Αφγανιστάν, με τη συνεργασία πολλών δυνάμεων, ανάμεσα στις οποίες και οι μετριοπαθέστεροι Ταλιμπάν.

Με δεδομένο ότι οι δυτικές δυνάμεις θα χρειαστεί να παραμείνουν στο Αφγανιστάν τουλάχιστον για άλλα 20 με 30 χρόνια, όπως λένε ανώτατοι αξιωματικοί των βρετανικών ενόπλων δυνάμεων (που ξέρουν καλύτερα απ' όλους από τέτοια πράγματα), οι εκλογές της Πέμπτης ίσως δώσουν μια ιδέα για το κάτω από ποιες συνθήκες θα παραμείνουν.

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009

Τι να το κάνουν το μυαλό όταν έχουν... κάμερες

Πριν από μερικές δεκαετίες, όταν πρωτοεμφανίστηκαν οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές χειρός, κυκλοφόρησε μια μικρή αφίσα με τον «Σνούπι», που κρατούσε ένα κομπιουτεράκι στο χέρι του και έλεγε: «Τι να το κάνεις το μυαλό, αν έχεις μπαταρίες».

Σήμερα, εν μέσω συζητήσεων για κάμερες, ΕΥΠικές συσκευές «συνακρόασης» κινητών τηλεφώνων και φακέλωμα του DNA, μπαίνει κανείς στον πειρασμό να αναρωτηθεί αν θα πρέπει να αποδεχθεί τις θεωρίες περί τεχνολογικού ντετερμινισμού και αν θα πρέπει να τις επεκτείνει στον κοινωνικό έλεγχο. Να προβληματιστεί, δηλαδή, για το κατά πόσον η προϋπάρχουσα πρόθεση άσκησης κοινωνικού ελέγχου εξυπηρετείται από τις προσφερόμενες τεχνολογίες ή αν από μόνη της η προσφορά τεχνολογιών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για κοινωνικό έλεγχο δημιουργεί την επιθυμία χρήσης τους. Ταυτοχρόνως όμως αναρωτιέται και για κάτι πολύ πιο απλό: «Τι να το κάνεις το μυαλό αν έχεις όλη αυτή την τεχνολογία στη διάθεσή σου» και, κατ' επέκταση, μήπως ο σχεδόν γραφικός λούμπεν χαφιές του παρελθόντος, με το μουστάκι-ποντικοουρά και το λίγδικο καβουράκι διέθετε περισσότερη ευφυΐα από τον αποχαυνωμένο μπροστά σε μια σειρά οθονών σύγχρονο εντεταλμένο μπανιστιρτζή.

Από την εποχή του Ιταλού εγκληματολόγου Τσέζαρε Λομπρόζο, τον 19ο αιώνα, και την ανάπτυξη των πρώτων βιομετρικών συστημάτων αναγνώρισης, η τεχνολογία έχει επιστρατευτεί για τον κοινωνικό έλεγχο, με την έννοια της επιβολής κανόνων, με την πρόληψη των παραβιάσεων και τη σχετική αύξηση της πιθανότητας εντοπισμού ή σύλληψης των όποιων παραβατών. Η τάση αυτή κορυφώθηκε προς το τέλος του 20ού αιώνα και την αρχή του 21ου, με την εξέλιξη και ωρίμανση τεχνολογιών παρακολούθησης, ελέγχου και βιομετρικής αναγνώρισης, που μετατρέπουν σταδιακά άψυχες συσκευές σε ελεγκτές της ανθρώπινης συμπεριφοράς [από τον ταχογράφο στα φορτηγά, ο οποίος τώρα εμπλουτίζεται με συστήματα GPS που επιτρέπουν την πλήρη παρακολούθηση της κίνησής τους, ώς τα κινητά τηλέφωνα που επιτρέπουν στους γονείς να παρακολουθούν τις κινήσεις των παιδιών τους ή τα προγράμματα γονικού (ή άλλου) ελέγχου στο Διαδίκτυο και αυτά που επιτρέπουν στις επιχειρήσεις να μετρούν την αποδοτικότητα των υπαλλήλων τους, ακόμη και ώς τις κάρτες που επιτρέπουν στα σουπερμάρκετ να γνωρίζουν περισσότερα για τις συνήθειές σου απ' ό,τι εσύ ο ίδιος].

Στην ιδιωτική σφαίρα, η χρήση τεχνολογίας είναι εξαιρετικά ελκυστική, κυρίως επειδή είναι εντάσεως κεφαλαίου και όχι εργασίας. Για παράδειγμα, ένας γονιός αγοράζει ένα ασύρματο σύστημα παρακολούθησης του μωρού του και έτσι αποδεσμεύεται από την ανάγκη να είναι συνεχώς δίπλα του ή παρακολουθώντας μέσω κινητού τηλεφώνου τις κινήσεις του έφηβου γιου του, νομίζει ότι δεν χρειάζεται να αφιερώσει χρόνο και ενέργεια για να δημιουργήσει μια μακροχρόνια σχέση με το παιδί του ώστε να έχει έγκαιρη ειδοποίηση όταν κάτι πάει στραβά.

Στον βαθμό που παρόμοια κριτήρια κόστους-απόδοσης εισάγονται σταδιακά στον δημόσιο τομέα, η μετατόπιση προς τη χρήση της τεχνολογίας είναι απολύτως λογική. Ενα σύστημα κοινωνικού ελέγχου βασισμένο σε κάμερες, μικρόφωνα, αναγνώριση βιομετρικών δεδομένων, διασύνδεση ηλεκτρονικών αρχείων κ.λπ. είναι έντασης κεφαλαίου, ενώ ένα αντίστοιχης αποτελεσματικότητας σύστημα με επίσημους ή ανεπίσημους πληροφοριοδότες και αναλυτές είναι έντασης εργασίας. Στη βάση αυτή, λογικό είναι το ότι, αν και η ιδέα μιας πανίσχυρης αστυνομίας που γνωρίζει τα πάντα προκειμένου να προστατέψει το ύψιστο αγαθό, δηλαδή το κράτος, κυριάρχησε στη Γαλλία του 18ου αιώνα, η κυριαρχία της τεχνολογίας στον κοινωνικό έλεγχο βρήκε το πλέον πρόσφορο έδαφος στην αγγλοσαξονική λογική, με τη Βρετανία να κατέχει σήμερα τα πρωτεία παγκοσμίως στις κάμερες παρακολούθησης, ενδεχομένως και σε άλλες τεχνολογικές μεθόδους ελέγχου και επιβολής συμμόρφωσης.

Εν μέρει, ως άλλοθι για την όλο και μεγαλύτερη κρατική χρήση τεχνολογίας για τον κοινωνικό έλεγχο προβάλλεται η διαθεσιμότητα των τεχνολογιών προς χρήση από τα επί μέρους άτομα, κάτι υπό όρους ψευδές. Για παράδειγμα, μπορεί το Twitter και το YouTube να χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον πριν από λίγο καιρό στο Ιράν για τον συντονισμό και την επικοινωνία των διαδηλωτών προς τα έξω, όμως αυτή η δυνατότητα βρισκόταν υπό τον απόλυτο έλεγχο δύο εταιρειών. Και ίσως δεν θα παρεχόταν αδιαλείπτως, αν η κυβέρνηση των ΗΠΑ δεν είχε ζητήσει από την Twitter να μη διακόψει την παροχή για την τακτική συντήρηση του συστήματος, όπως ήταν προγραμματισμένο. Μπορεί κάλλιστα να υποθέσει κανείς ότι θα μπορούσε να είχε συμβεί το αντίθετο. Δεν πρόκειται λοιπόν για αντίσταση στην εξουσία και στον έλεγχο, αλλά για αντίσταση σε έναν συγκεκριμένο πόλο εξουσίας και ελέγχου, με την ενδεχόμενη υποταγή σε έναν άλλον, ίσως λιγότερο ευδιάκριτο.

Πέραν αυτού, με ή χωρίς προσχήματα, οι ασκούντες τον έλεγχο εξακολουθούν να διαθέτουν τα κλασικά όπλα. Με το πρόσχημα της παιδεραστίας ή της προστασίας των πνευματικών δικαιωμάτων, προσπαθούν να νομοθετήσουν περιορισμούς στο Διαδίκτυο. Μπορούν να νομοθετήσουν υποχρεώσεις παρόχων (υπηρεσιών δικτύου, κινητής ή σταθερής τηλεφωνίας) να λειτουργούν ως εκπρόσωποι των κρατικών μηχανισμών παρακολούθησης και ελέγχου. Μπορούν ακόμη να καταστήσουν αυτοτελή αδικήματα τη χρήση τεχνολογικών μέσων όταν αυτή είναι προς όφελος του πολίτη (όπως βιντεοσκόπηση ή μαγνητοφώνηση παρανομούντων αστυνομικών ή άλλων κρατικών υπαλλήλων) ή άλλων μέσων τεχνολογικής αντίστασης, όπως οι συσκευές εντοπισμού ραντάρ της Τροχαίας. Μπορούν επίσης να απαγορεύσουν την κατοχή ορισμένων «εξισωτικών» τεχνολογιών από ιδιώτες, με την ίδια λογική που η φεουδαλική Ιαπωνία είχε απαγορεύσει τη χρήση πυρίτιδας και πυροβόλων όπλων, καθώς κάτι τέτοιο θα εξίσωνε την ισχύ των απλών χωρικών με αυτή των σκληρά εκπαιδευμένων στην τέχνη του πολέμου με σπαθί ευγενών σαμουράι.

Ηεξάρτηση από την τεχνολογία παρακολούθησης και ελέγχου συνεπάγεται συνήθως και άλλες εξαρτήσεις, κυρίως από τις πηγές της τεχνολογίας. Είναι ασύνηθες, ο πάροχος μιας τέτοιου είδους τεχνολογίας, είτε ως ιδιώτης είτε ως κρατική οντότητα, να τη διαθέτει σε τρίτους χωρίς να έχει φροντίσει τη δική του θωράκιση απέναντί της ή ακόμη και τη χρήση της εκ μέρους του «από την πίσω πόρτα», ανάλογα με τα συμφέροντά του, τα οποία δεν ταυτίζονται απαραιτήτως πάντα με αυτά του τελικού χρήστη.

Σε ένα άλλο επίπεδο, η χρήση της τεχνολογίας, όπως στην περίπτωση των γιατρών που σταδιακά παραδίδουν τις διαγνωστικές ικανότητές τους σε όλο και πιο σύνθετες τεχνολογίες, οδηγεί σε μια όλο και στενότερη οπτική. Εστιάζοντας στο δέντρο και όχι στο δάσος, απειλεί να οδηγήσει σε μυωπία απέναντι σε ευρύτερα συστημικά πλαίσια και στην αναγνώριση μακροπρόθεσμων τάσεων και επιπτώσεων. Δηλαδή, η προώθηση τεχνολογίας για κοινωνικό έλεγχο με την εκμετάλλευση συγκυριών ανασφάλειας είναι αντιπαραγωγική. Ακόμη και όταν (και για όσους) ο κοινωνικός έλεγχος είναι το ζητούμενο.


Δευτέρα 20 Ιουλίου 2009

Ιοί (και συνωμοσίες) στα μέτρα του καθενός

Είναι σαν τα ρατσιστικά ανέκδοτα. Ο κορμός παραμένει ο ίδιος, αλλά σε κάθε χώρα αλλάζει το υποκείμενο, ανάλογα με τις τοπικές προκαταλήψεις ή τις απλές συνήθειες. Το ίδιο ανέκδοτο που, εκτός πολιτικής ορθότητας, στις ΗΠΑ αναφέρεται σε Πολωνούς, στη Γαλλία αναφέρεται στους Βέλγους, στην Ελλάδα στους Πόντιους, στην Ιταλία στους καραμπινιέρους κ.λπ. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τις θεωρίες συνωμοσίας.

Τις τελευταίες μέρες στην Ελλάδα κυκλοφόρησε και αναπαράχθηκε από ορισμένα ιστολόγια μια τέτοια θεωρία συνωμοσίας, που αναφέρεται στην πανδημία γρίπης. Χωρίς ιδιαίτερη πρωτοτυπία, στο επίκεντρό της βρίσκονται η Λέσχη Μπίλντερμπεργκ και οι «Ιλουμινάτι». Για να υπάρξει και το τοπικό στοιχείο, περιγράφεται πως στην τελευταία συνάντηση της Λέσχης, στη Βουλιαγμένη, μοιράστηκε στους συμμετέχοντες ένα σχέδιο εξόντωσης των δύο τρίτων του παγκόσμιου πληθυσμού μέσω της διοχέτευσης ενός ιού γρίπης που θα προκαλέσει πανδημία, αυτή που τώρα εξελίσσεται. Υποτίθεται ότι με κάποιο τρόπο αυτό θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα των μελών της Λέσχης Μπίλντερμπεργκ, αν και δεν είναι απολύτως σαφές το πώς.

Αντιθέτως, πολύ πιο σαφής είναι η παραλλαγή που κυκλοφορεί στις ΗΠΑ στον χώρο της φανατικής εθνικιστικής άκρας Δεξιάς. Εκεί θεωρείται δεδομένο ότι η νέα γρίπη αποτελεί έμπνευση της λέσχης Μπίλντερμπεργκ και των «Ιλουμινάτι», προκειμένου να δικαιολογηθούν μαζικοί εμβολιασμοί, οι οποίοι θα χρησιμοποιηθούν ως όχημα για τη δηλητηρίαση όσο το δυνατόν μεγαλύτερου ποσοστού του πληθυσμού των ΗΠΑ. Ετσι, με τον αμερικανικό πληθυσμό εκτός μάχης, ο ΟΗΕ θα καταφέρει να καταλάβει τις ΗΠΑ, σκλαβώνοντας και σβήνοντας τη μοναδική σπίθα ελευθερίας που απομένει στον κόσμο.

Στον κόσμο της συνωμοσιολογίας, έστω και λιγότερο νοσηρής, κινδυνεύει να πέσει σήμερα όποιος προσπαθεί να προβλέψει τις γεωπολιτικές επιδράσεις που μπορεί να έχει η νέα πανδημία, ακόμα και το αν θα έχει σημαντικές τέτοιες επιδράσεις. Η μοναδική εμπειρία στην οποία μπορεί να στηριχτεί μια τέτοια πρόβλεψη είναι η πανδημία της «ισπανικής γρίπης» του 1918-19 με τα 50 εκατομμύρια θύματα, που όμως αναφέρεται σε ένα τελείως διαφορετικό παγκόσμιο περιβάλλον. Σε μικρότερο βαθμό, μπορεί να αναζητηθεί αναλογία με την «ασιατική γρίπη» του 1957-58 και τη «γρίπη του Χονγκ Κονγκ» του 1968-69.

Αν ξεπεράσει κανείς τη βασική αβεβαιότητα, αυτή που αναφέρεται στην έκταση και το βάθος της πανδημίας (δηλαδή τόσο τον αριθμό όσων νοσήσουν όσο και τον αριθμό των περιστατικών κάποιας βαρύτητας και των θανάτων), η επόμενη αβεβαιότητα προέρχεται από την ιδιαιτερότητα της συγκυρίας. Η σημερινή πανδημία έρχεται σε μια στιγμή σοβαρής διεθνούς οικονομικής κρίσης και είναι εξαιρετικά δύσκολη η εκτίμηση της επίδρασης που θα μπορούσε να έχει.

Κινδυνολογικά, μπορεί κανείς να υποθέσει ότι η νόσηση ώς και του 50% του πληθυσμού μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα στη λειτουργία της οικονομίας, όπως ακούγεται τον τελευταίο καιρό. Ομως πρέπει να ληφθούν υπόψη και άλλες παράμετροι, όπως το γεγονός ότι το ποσοστό του πληθυσμού που θα νοσήσει δεν θα το κάνει ταυτοχρόνως αλλά κλιμακωτά, σε εβδομαδιαίες -πάνω κάτω- περιόδους, έστω και αν υπάρξουν φάσεις ιδιαίτερης έξαρσης. Οπως δείχνει η εμπειρία μαζικής απουσίας εργαζομένων από την εργασία τους (π.χ. Αύγουστος στην Ελλάδα) η οικονομία δεν καταρρέει.

Το ιστορικό παράδειγμα της «ισπανικής γρίπης» του 1918-19 καθησυχάζει. Τότε, σε ολόκληρο τον κόσμο πέθαναν πάνω από 50 εκατομμύρια άνθρωποι. Μόνο στις ΗΠΑ πέθαναν σε μερικούς μήνες 675.000 και μάλιστα, λόγω της ιδιαιτερότητας της «ισπανικής γρίπης», να πλήττει περισσότερο νέους και υγιείς, το μεγαλύτερο ποσοστό ήταν από 20 ώς 40 ετών, ανήκαν δηλαδή στο πλέον παραγωγικό τμήμα του πληθυσμού. Το προσδόκιμο επιβίωσης για εκείνη τη γενιά μειώθηκε κατά 10 χρόνια εξαιτίας της γρίπης. Τι πιο φυσιολογικό από το συγκλονιστεί η οικονομία και να πέσει το χρηματιστήριο; Και όμως. Το χρηματιστήριο ανέβηκε. Από τον Σεπτέμβριο του 1918 ώς τον Απρίλιο του 1919, ο δείκτης Ντάου Τζόουνς αυξήθηκε κατά 12,1%. Παρόμοια συμπεριφορά έδειξε το χρηματιστήριο και στις δύο άλλες, πολύ μικρότερης έκτασης πανδημίες, του 1957-58 και του 1968-69.

Το 1989, οι οικονομολόγοι καθηγητές Ντέιβιντ Κάτλερ, Τζέιμς Ποτέρμπα και Λόρενς Σάμερ ξεκίνησαν μια έρευνα, για να αποδείξουν ότι σημαντικά, μη οικονομικά γεγονότα επηρεάζουν το χρηματιστήριο. Ξεκίνησαν από την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ και έφτασαν μέχρι το κραχ του 1987, μελετώντας την επίδραση 49 χωριστών σημαντικών γεγονότων. Το αποτέλεσμα ήταν να αποδείξουν το τελείως αντίθετο από αυτό που αποτελούσε την αρχική τους υπόθεση. Αναγκάστηκαν να παραδεχθούν ότι υπάρχει «εντυπωσιακά μικρή επίδραση των μη οικονομικών ειδήσεων».

Από την άλλη πλευρά, υπάρχει μια πολύ σημαντική διαφορά με την περίοδο του 1918-19. Τότε η πανδημία της γρίπης ήρθε σε μια στιγμή ευφορίας και οικονομικής ανάκαμψης με το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Δεν ισχύει το ίδιο σήμερα ή μάλλον σήμερα ισχύει το αντίθετο. Ετσι, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να προβλεφθεί ότι η πανδημία της γρίπης δεν θα έχει σοβαρή επίδραση στη διεθνή οικονομία. Η μόνη ασφαλής εκτίμηση είναι ότι δεν είναι απαραίτητο να υπάρξει μια τέτοια επίπτωση.

Σχετικά ασφαλές, είναι να προβλεφθεί και ότι οι επιπτώσεις της όποιας έκτασης πανδημίας δεν θα είναι ίδιες για όλους και, με την έννοια αυτή, μπορεί να έχουν και κάποιες γεωπολιτικές συνέπειες. Προφανώς, οι δυνατότητες των πλούσιων αναπτυγμένων κρατών με τα αναπτυγμένα συστήματα υγείας να αντιμετωπίσουν και να ανασχέσουν την πανδημία είναι πολύ μεγαλύτερες απ' ό,τι αυτές των φτωχών υπό ανάπτυξη χωρών. Δεν είναι ξεκάθαρο αν αυτό θα μπορούσε να έχει γεωπολιτικές επιπτώσεις, εκτός από συγκριμένες περιπτώσεις. Ενα παράδειγμα αποτελεί η Ρωσία, όπου το προσδόκιμο επιβίωσης είναι ήδη αντίστοιχο τριτοκοσμικών χωρών και το δημογραφικό, μαζί με το εντεινόμενο οικονομικό πρόβλημα αποτελεί σοβαρό παράγοντα αστάθειας.

Οπως και με την οικονομική κρίση, σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του τελικού αποτελέσματος παίζει η ψυχολογία. Σε πολλές περιπτώσεις, η χρηματοοικονομική κρίση διαμόρφωσε μια αλλαγή ψυχολογίας και μια αλλαγή συμπεριφοράς που, με τη σειρά τους, έφεραν στην επιφάνεια οικονομικά προβλήματα που χρόνιζαν, όσο δεν γίνονταν αντιληπτά από τους πολλούς. Κάτι παρόμοιο δεν αποκλείεται να συμβεί και με τη πανδημία της γρίπης.

Θα μπορούσε, για παράδειγμα, στους πληθυσμούς των αναπτυγμένων κρατών να διαμορφωθεί μια ψυχολογία περιχαράκωσης για να αποφευχθεί η μετάδοση της λοίμωξης. Αν αυτή επηρεάσει πρακτικές όπως η αντιμετώπιση των κυμάτων νόμιμης και παράνομης μετανάστευσης, μπορεί να δημιουργηθούν σοβαρές πιέσεις με γεωπολιτικές επιπτώσεις.

Ομως, οι επιπτώσεις δεν είναι αυτόματες και αναπόδραστες. Διότι ο μεγάλος κίνδυνος δεν είναι η γρίπη, αλλά το ενδεχόμενο πανικόβλητων ή λαϊκίστικων αντιδράσεων, τροφοδοτούμενων από την εσχατολογία και τη συνωμοσιολογία των αδαών.


Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009

ΗΠΑ-ΡΩΣΙΑ: γνωστοί από παλιά, στη νέα γειτονία

Το 2009, η επίσκεψη ενός προέδρου των ΗΠΑ στη Μόσχα, έστω και αν αυτός είναι ένας «σούπερ σταρ» όπως ο Μπαράκ Ομπάμα, δεν αποτελεί τη συγκλονιστική είδηση που ήταν κάποτε.

Παρ' όλα αυτά, το μεγαλύτερο μέρος του διεθνούς Τύπου αφιερώνει τμήμα τουλάχιστον της πρώτης του σελίδας στην τριήμερη επίσκεψη που ξεκινά σήμερα, περιγράφοντας, περισσότερο ή λιγότερο γλαφυρά, στις μέσα σελίδες την αμηχανία που τη συνοδεύει.

Το βρετανικό περιοδικό «Εκόνομιστ» δείχνει στο εξώφυλλο τον Μπαράκ Ομπάμα να μπαίνει, ελαφρώς χαζοχαρούμενα, στο στόμα της ρωσικής αρκούδας, για να τονίσει, όπως οι περισσότεροι συντηρητικοί αναλυτές στις ΗΠΑ και αλλού, ότι τα χαμόγελα, η ρητορική δεινότητα και η καλή διάθεση που προσπαθεί να δείξει ο ακόμα νέος πρόεδρος των ΗΠΑ ή ο ουιλσονιανός ιδεαλισμός, με τον οποίο χρωματίζει τη στάση του στην εξωτερική πολιτική δεν αρκούν για μια ουσιαστική προσέγγιση.

Επισημαίνουν ακόμα τις αδυναμίες της άλλης πλευράς, την οποία περιγράφουν ως μια χώρα σε βαθειά κρίση ταυτότητας, με τεράστια οικονομικά προβλήματα, λόγω του συνδυασμού της διεθνούς οικονομικής κρίσης με την εξάρτηση της οικονομίας από την εξαγωγή πρώτων υλών, οι τιμές των οποίων έχουν πέσει (πετρέλαιο-αέριο). Βλέπουν μια κοινωνία που κυριολεκτικά αποδεκατίζεται από τα υψηλά επίπεδα φτώχειας και συνακόλουθης θνησιμότητας, ένα περιβάλλον διαφθοράς που γιγαντώνεται, ακολουθώντας τη διαμόρφωση μιας νέας «νομενκλατούρας» και εξαθλιωμένα τμήματα του πληθυσμού να χορταίνουν προσωρινά από μια όλο και σε μεγαλύτερη αφθονία προσφερόμενη λαϊκιστική και εθνικιστική δίαιτα.

Ομως, η Ρωσία δεν είναι μόνον αυτά, όπως και ο Ομπάμα δεν είναι μόνον ο αγαθιάρης ιδεαλιστής, όπως προσπαθούν κάποιοι να τον παρουσιάσουν - κάτι που προσπαθεί και ο ίδιος να διαψεύσει, με κινήσεις όπως η νέα επίθεση στο Αφγανιστάν. Και, ακόμα περισσότερο, οι σχέσεις ανάμεσα στη Ρωσία και τις ΗΠΑ έχουν να κάνουν με πολύ ουσιαστικότερα πράγματα από την απλή περιπτωσιολογία της «αντιπυραυλικής ασπίδας», του περιορισμού των πυρηνικών όπλων ή της σχέσης της Γεωργίας και της Ουκρανίας με το ΝΑΤΟ.

Ηαναγκαιότητα μιας νέας συνεννόησης ανάμεσα σε δύο χώρες ηπειρωτικού μεγέθους, με τη Ρωσία να εκτείνεται σε δύο ηπείρους και τις ΗΠΑ να βρέχονται από δύο ωκεανούς, προκύπτει από την αλλαγή της παλίρροιας που θυμίζει τη μετατόπιση ισχύος που έγινε στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ξεκίνησε η διαδικασία μετατόπισης της παγκόσμιας ηγεμονίας από την Ευρώπη προς τις αναδυόμενες ΗΠΑ. Η μετατόπιση της ισχύος από τη μία στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού οδήγησε σε μια εποχή κατάρρευσης αυτοκρατοριών και σε δεκαετίες οδυνηρών σπασμών προσαρμογής.

Οπως η βλαπτική επίδραση του καπνίσματος ή η ανθρωπογενής υπερθέρμανση της ατμόσφαιρας, έτσι και η τεκτονική αυτή μετατόπιση περνάει σταδιακά τις άμυνες της ανθρώπινης διάνοιας (όπως η άρνηση), για να φτάσει στην τελική αποδοχή της πραγματικότητας. Η πρωτοφανής έκταση αλλά και το βάθος της αλλαγής εξακολουθούν να δυσχεραίνουν την πλήρη κατανόησή της. Διότι, πλέον, δεν πρόκειται για τη μετατόπιση από τη μία πλευρά του Ατλαντικού στην άλλη, αλλά για την πλήρη εγκατάλειψη του Ατλαντικού και τη μεταφορά του κέντρου ισχύος σε έναν άλλο ωκεανό, τον Ειρηνικό. Μια μετατόπιση τόσο μεγάλη, που συνεπάγεται εν τέλει την πλήρη αλλαγή του παγκόσμιου αξιακού συστήματος.

Σε αντίθεση με τη φυλακισμένη στον Ατλαντικό Ωκεανό Ευρώπη, τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ρωσία είναι λιγότερο δεσμευμένες από τη γεωγραφία αλλά και από την πολιτισμική ταυτότητα. Η πραγματικότητα είναι γι' αυτές λιγότερο τραυματική, κάτι που σημαίνει ότι χρειάζονται λιγότερο το ψυχολογικό βάλσαμο της άρνησης.

Οι ΗΠΑ βρέχονται από τον Ειρηνικό όσο και από τον Ατλαντικό και μπορούν να κοιτάξουν προς την Ασία με την ίδια ευκολία που κοιτάζουν προς την Ευρώπη. Πολιτισμικά, η δημογραφία έχει φροντίσει, ώστε ήδη να διαμορφωθεί μια συλλογική ταυτότητα που γεφυρώνει τους δύο ωκεανούς και μπορεί εύκολα να ρίξει το βάρος της από τη μία ή την άλλη πλευρά. Η Ρωσία, ιππαστί σε δύο ηπείρους, την Ευρώπη και, κυρίως, την Ασία, χάρη στον Μέγα Πέτρο, βρέχεται από τον Ειρηνικό Ωκεανό, ενώ αγκαλιάζει ολόκληρη την Ασία. Οσο για την πολιτισμική της ταυτότητα και τα ασιατικά στοιχεία που περιλαμβάνει, δεν έχει κανείς παρά να ρωτήσει τους κατοίκους της Πετρούπολης για τους Μοσχοβίτες...

Ο Μπαράκ Ομπάμα δεν μπαίνει σήμερα στο στόμα της ρωσικής αρκούδας που είναι έτοιμη να τον καταβροχθίσει. Πέρα από τις περιπλοκές που επιβάλλουν οι συγκυρίες, ακόμα και οι προσωπικότητες, κάνει ένα βήμα περισσότερο στη χορογραφία που, σίγουρα όχι ευθύγραμμα, θα διαμορφώσει ένα νέο modus vivendi ανάμεσα στις δύο χώρες, με διαφορετικά απ' ό,τι μέχρι σήμερα σημεία αναφοράς.

Η ανησυχία και η αμηχανία προέρχονται περισσότερο από την Ευρώπη, ως ήπειρο και ως νοοτροπία. Η οποία υποψιάζεται πως μέσα από την επουλωτική ρητορική του ο πρόεδρος των ΗΠΑ με τις λιγότερες προσωπικές ευρωπαϊκές καταβολές κοιτάζει πέρα από την ευρωπαϊκή ήπειρο. Και ότι για τη Ρωσία η Ευρώπη είναι, μακροπρόθεσμα, απλώς μια ενεργειακή αγορά που, αγοράζοντας ρωσικό πετρέλαιο και αέριο, χρηματοδοτεί την επέκταση προς την κατεύθυνση που πραγματικά έχει σημασία, προς τον Ειρηνικό.


Δευτέρα 8 Ιουνίου 2009

Ευρωπαϊκή ψήφος και αγανάκτηση in rem

Τις περισσότερες φορές είναι απολαυστική η συζήτηση με κάποιον ξένο διπλωμάτη που μόλις ξεκινά τη θητεία του στην Ελλάδα και βρίσκεται ακόμα υπό την επήρεια του πολιτισμικού σοκ.

Καθώς κάνει τις πρώτες διερευνητικές επαφές του, σε μια προσπάθεια να καταλάβει, ή τουλάχιστον να καταγράψει, τις ελληνικές «μοναδικότητες», η αναζήτηση τρόπων να του τις εξηγήσεις με όρους και αναλογίες που μπορεί να καταλάβει λειτουργεί σχεδόν ψυχαναλυτικά και σίγουρα αμφίδρομα, με επιβράβευση τη στιγμή που η -συνήθως έκπληκτη- έκφραση του προσώπου του δείχνει ότι κατάλαβε.

Μια τέτοια στιγμή ήρθε πριν από λίγες μέρες στο πρόσωπο ενός νεοαφιχθέντος διπλωμάτη που προσπαθούσε -ματαίως- να καταλάβει τη σχέση του Ελληνα με το ελληνικό κράτος και τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζει την πολιτική της εκπροσώπηση. Βοηθούσης της επικαιρότητας, η λάμψη της κατανόησης ήρθε μετά την απρόσεκτη επισήμανση, μεταξύ αστείου και σοβαρού, ότι υπάρχουν πολλά κοινά με τον τρόπο που πολλοί Ευρωπαίοι αντιμετωπίζουν την Ευρωπαϊκή Ενωση: ως κάτι το ξεκομμένο από τους ίδιους, σχεδόν εχθρικό, το οποίο όμως μπορεί να απομυζηθεί, να άρει τις αμαρτίες όλων και στο οποίο οφείλεται κάποιος βαθμός υπερήφανης αντίστασης.

Είναι αλήθεια ότι η σοβαρότητα της συζήτησης επέβαλλε μια άμεση υποχώρηση από την ακραία αυτή απλούστευση, η οποία όμως άνοιξε τον δρόμο σε μια παραγωγική κουβέντα για τις ευρωεκλογές και στην αναζήτηση περισσότερων αναλογιών, η οποία σήμερα, την επομένη των ευρωεκλογών, με τα αποτελέσματα ανά την Ευρώπη να είναι ήδη γνωστά, ίσως δεν έχει νόημα.

Κάποια στοιχεία του αποτελέσματος, όμως, μπορούν να προβλεφθούν με σχετική ακρίβεια, χωρίς η πρόβλεψη αυτή να κινδυνεύει σήμερα με γελοιοποίηση: είναι βέβαιο ότι σε ολόκληρη την Ευρώπη όσοι ψήφισαν, θα έχουν ψηφίσει κυρίως με εθνικά κριτήρια. Και, στις περισσότερες περιπτώσεις, τα κριτήρια αυτά είναι το εξής ένα: η διαμαρτυρία.

Στα Βαλκάνια, δηλαδή στη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Ελλάδα, αλλά και στη Βρετανία, η διαμαρτυρία μπορεί να εκφράζει περισσότερο απ' ό,τι αλλού την αγανάκτηση για τη διαφθορά. Σε άλλες χώρες μπορεί να εκφράζει αγανάκτηση για την οικονομική κρίση και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται από τις κυβερνήσεις. Ομως η αγανάκτηση είναι πανταχού παρούσα, άσχετα αν είναι στοχευμένη ή όχι. Δεν απουσιάζει ούτε από τις χώρες όπου δεν υπάρχουν a priori αθωωθέντες πολιτικοί και ακροβατούντες εισαγγελείς για να προσωποποιήσουν τους στόχους της αγανάκτησης. Πρόκειται περί μιας ευρύτερης, γενικευμένης, in rem (κατά παντός υπευθύνου) αγανάκτησης, που ξεπερνά την περιστασιακή συμπτωματολογία και αναφέρεται στη βασική αίσθηση αποσύνδεσης της πολιτικής από τη σύγχρονη πραγματικότητα.

Πέραν των συχνά απλουστευτικών αναφορών στο «δημοκρατικό έλλειμμα», προσπαθώντας να εξηγήσουν τη συνεχώς χαμηλή συμμετοχή των πολιτών στις ευρωπαϊκές διαδικασίες, με κορυφαία αυτή των ευρωεκλογών, πολλοί επιστήμονες επισημαίνουν δύο βασικά στοιχεία: τις θεσμικές δομές και τον βαθμό της πόλωσης. Η συμμετοχή των πολιτών, διαπιστώνουν, είναι ευθέως ανάλογη της σαφήνειας και της απλότητας ενός πολιτικού συστήματος. Οι έρευνες έχουν δείξει πως η συμμετοχή είναι συνήθως μεγαλύτερη σε προεδρικές εκλογές, όπου η επιλογή είναι ουσιαστικά μεταξύ δύο ατόμων. Μειώνεται στις βουλευτικές εκλογές και ακόμη περισσότερο στις περιφερειακές. Το χαοτικό θεσμικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ενωσης, με το κουβάρι των εξουσιών και αρμοδιοτήτων, αποθαρρύνει από μόνο του τη συμμετοχή των πολιτών, έστω και αν δεν συνοδευόταν από το «δημοκρατικό έλλειμμα». Αν συνδεθεί με την έλλειψη «πόλωσης», άρα και οπαδικού ενδιαφέροντος, σε μια Ευρωπαϊκή Ενωση όπου κυριαρχεί παντού η λογική του συμβιβασμού και της δημόσιας παρουσίασης μιας εικόνας συναίνεσης, γίνεται εύκολα αντιληπτό γιατί στις ευρωεκλογές ψηφίζουμε εθνικά.

Αυτό όμως δεν εξηγεί από μόνο του γιατί η ψήφος με εθνικά κριτήρια συνοδεύεται από τόσο μεγάλη αγανάκτηση, που τροφοδοτεί παντού την ψήφο αποχής ή την ψήφο διαμαρτυρίας. Δεν εξηγεί γιατί, μεσούσης της λεγόμενης «κρίσης του καπιταλισμού», παρά τα τοπικά συγκυριακά σκαμπανεβάσματα, διατηρείται αναλλοίωτη η συνολική ισχύς των συντηρητικών δυνάμεων.

Ηεξήγηση ίσως βρίσκεται στην ευρύτερη τάση που, στην εξαχρειωμένη βαλκανική της εκδοχή, συνοψίζεται στο δίλημμα ανάμεσα στα «Παπαγαλάκια» και στο «Σοσιαλισμός ή Βαρβαρότητα». Την αγωνιώδη προσπάθεια να εφευρεθεί αντικείμενο πόλωσης εν μέσω μιας γενικευμένης εν τω βάθει πολιτικής απορίας απέναντι στο περιβάλλον.

Ο Ελληνας που προτίμησε χθες την παραλία από την κάλπη δίνει τις ίδιες εξηγήσεις με οποιονδήποτε άλλο Ευρωπαίο πολίτη που έκανε το ίδιο. Το «επειδή δεν πρόκειται τίποτα να αλλάξει» ή το «όλοι ίδιοι είναι» μπορεί να προκαλεί τη βίαιη αντίδραση των επαγγελματιών της πολιτικής, εκφράζει όμως μια πραγματικότητα: την παντελή απουσία οποιασδήποτε συγκροτημένης περιγραφής της σημερινής πραγματικότητας, πόσο μάλλον κάποιας σύγχρονης πρότασης που θα μπορούσε να εκφραστεί ιδεολογικά και να προσφέρει τη δυνατότητα ελκυστικής πόλωσης πέραν του σημερινού επιπέδου χυδαιότητας των κύριων κομματικών δυνάμεων ή του περιφερειακού αμήχανου ρομαντικού αναχρονισμού.

Με τη λογική αυτή, οι χθεσινές ευρωεκλογές είχαν πολύ μεγαλύτερη πολιτική σημασία από τις εκλογές επιλογής διαχειριστή, δηλαδή τις εθνικές εκλογές, επιτρέποντας την εξαγωγή ευρύτερων συμπερασμάτων. Με την προϋπόθεση ότι αναγνωρίζεται η αποσύνδεση της πολιτικής από τα απογυμνωμένα κομματικά συστήματα νομής της εξουσίας.


Δευτέρα 25 Μαΐου 2009

Το δημοκρατικό έλλειμμα δεν είναι μόνο ευρωπαϊκό

Την τελευταία φορά, το ενδιαφέρον για εκλογές εκτός εθνικών ορίων ήταν συγκλονιστικό, η αγωνία έσφιγγε ολόκληρη την Ευρώπη και το αποτέλεσμα πυροδότησε οπαδικές εκρήξεις χαράς σε όποιες πλατείες ευρωπαϊκών πόλεων είχαν στηθεί γιγαντοοθόνες.

Οι Ευρωπαίοι πολίτες ήξεραν -ή έστω πίστευαν- ότι το αποτέλεσμα των εκλογών είχε μεγάλη σημασία για το μέλλον τους.

Σε αντίθεση με τις αμερικανικές εκλογές του περασμένου Νοεμβρίου, οι επικείμενες ευρωεκλογές ελάχιστα ενδιαφέρουν τους Ευρωπαίους πολίτες, με εξαίρεση εκείνους που, μέσω αυτών, έχουν να στείλουν μηνύματα με την ελπίδα ότι αυτή τη φορά θα μπορέσουν να διαπεράσουν τον έμφυτο αλλά και καλά γυμνασμένο παχυδερμισμό των κυρίαρχων εθνικών πολιτικών δυνάμεων που συνήθως κάνουν ότι δεν ακούν. Πέραν αυτού, ουδέν.

Για την ανά τετραετία προϊούσα αδιαφορία των Ευρωπαίων πολιτών για τις ευρωεκλογές (φέτος μόνο το 30% είναι ο κοινοτικός μέσος όρος των ενδιαφερομένων) έχει κατηγορηθεί κατά κόρον το «δημοκρατικό έλλειμμα» της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Από εκεί προκύπτει το -αφελές αν δεν είναι ρητορικό- ερώτημα, γιατί η αδιαφορία των Ευρωπαίων ψηφοφόρων να αυξάνεται σήμερα που το Ευρωκοινοβούλιο, δηλαδή οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι, έχει αποκτήσει μεγαλύτερες αρμοδιότητες, ακόμα και το δικαίωμα βέτο σε ορισμένες περιπτώσεις. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι λίγο μετά τη συγκρότησή του, το νέο Ευρωκοινοβούλιο μπορεί να ασκήσει βέτο στη δεύτερη θητεία του Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο στην προεδρία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αν μάλιστα η Ιρλανδία επικυρώσει τη συνθήκη της Λισαβόνας σε ένα καινούργιο δημοψήφισμα μέχρι το τέλος του χρόνου, ίσως κληθεί να ψηφίσει και για τον νέο πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Ενωσης, αυτόν που θα αντικαταστήσει τη σημερινή κυλιόμενη εξαμηνιαία προεδρία της Ε.Ε., ίσως και τον νέο «υπουργό Εξωτερικών» της Ευρωπαϊκής Ενωσης που θα πάρει τη θέση του σημερινού ύπατου εκπροσώπου εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας, Χαβιέρ Σολάνα.

Ομως, οι πάντες γνωρίζουν ότι ο μέγας Ποντίφιξ (γεφυροποιός) των Αζορών και νυν Μπαρόζο ο Εντρομος (φοβάται ακόμα και τη σκιά του, βλέποντας παντού τρομοκράτες έτοιμους να τον σκοτώσουν) φυτεύτηκε στην ηγεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής λόγω της εξυπηρέτησης προς τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους, και τις παραφυάδες του στην Ευρώπη (δες Τόνι Μπλερ) με τη σκηνοθεσία της συνάντησης των Αζορών προκειμένου να προωθηθεί η εισβολή στο Ιράκ. Οι ίδιοι (οι πάντες) ξέρουν ότι παρόμοια πορεία ακολούθησε και ο Χαβιέρ Σολάνα, δίνοντας εξετάσεις προ δεκαετίας ως γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, την εποχή που οι ΝΑΤΟϊκές βόμβες έπεφταν στη ραδιοτηλεόραση του Βελιγραδίου. Γνωρίζουν ότι την περασμένη εβδομάδα ο Σολάνα συνόδευε τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν, στην περιοδεία του στα Βαλκάνια, αόρατος έστω και ως ξεναγός. Και ξέρουν ότι ο Αμερικανός αντιπρόεδρος και όχι ο Ευρωπαίος εκπρόσωπος (και αν το έκανε ποιος θα του έδινε σημασία) διαβεβαίωνε για στήριξη της πορείας των βαλκανικών χωρών προς την Ευρωπαϊκή Ενωση.

Ξέρουν ακόμα ότι η ψήφος τους στις ευρωεκλογές δεν θα αλλάξει πολλά πράγματα ακόμα και εκεί που το Ευρωκοινοβούλιο έχει αποκτήσει κάποιες ουσιαστικές αρμοδιότητες, καθώς, όπως και στα εθνικά Κοινοβούλια, οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται απαραίτητα στην αίθουσα της Ολομέλειας αλλά πολύ συχνά στα κομματικά γραφεία. Το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα έχει ήδη εκφράσει την υποστήριξή του προς τον Μπαρόζο, που προσπαθεί να μην ενοχλήσει κανέναν, δηλαδή να μην κάνει το παραμικρό. Την υποστήριξή τους στο πρόσωπό του έχουν εκφράσει ήδη ανοιχτά και οι Σοσιαλιστές Ισπανίας, Πορτογαλίας και Βρετανίας (και όχι τόσο ανοιχτά οι υπόλοιποι), κάτι που σημαίνει ότι είναι βέβαιο πως και το Κόμμα Ευρωπαίων Σοσιαλιστών δεν πρόκειται να προτείνει εναλλακτικό υποψήφιο.

Πέραν όλων αυτών, η ανυπαρξία ευρωπαϊκών κομμάτων (εκτός ίσως του «αντιευρωπαϊκού» Λίμπερτας, που όμως δεν κατάφερε να αναπτυχθεί πανευρωπαϊκά, όπως σχεδίαζε) σημαίνει ότι η ψήφος στις ευρωεκλογές σηκώνει όλο το φορτίο των εθνικών πολιτικών διαρθρώσεων και της διευρυνόμενης (αλλού περισσότερο αλλού λιγότερο) διάστασής τους από τη ζωντανή κοινωνική πραγματικότητα. Τα σκάνδαλα στην Ελλάδα και η αγανάκτηση με τους λογαριασμούς των βουλευτών στη Βρετανία, η ευρύτερη απαξίωση της «κομματικής» πολιτικής, μετράνε πολύ περισσότερο από αναφορές στο Ευρωκοινοβούλιο, ακόμα και όταν αυτές ξεπερνάνε διαβεβαιώσεις τύπου «η πολιτική είναι προσφορά» με τις οποίες ατυχείς διορισμένοι από τα κόμματα ευρωβουλευτές απαντάνε αναγκαστικά σε ερωτήσεις σχετικά με την παραμονή τους ή όχι στις Βρυξέλλες, γνωρίζοντας και οι ίδιοι ότι έτσι τροφοδοτούν τη σαρκαστική φαντασία της πλειονότητας των ακροατών τους.

Ως αντίδραση στην εθνική και όχι στην ευρωπαϊκή ασφυξία, η ψήφος στις ευρωεκλογές ανέκαθεν προωθούσε νέες πολιτικές εκφράσεις. Το 1984 έδωσε την πρώτη εκλογική επιτυχία στο γαλλικό Εθνικό Μέτωπο του Ζαν Μαρί Λεπέν και στους Πράσινους της Γερμανίας. Το 2004 πρόσφερε στο βρετανικό Κόμμα της Ανεξαρτησίας την πρώτη σημαντική κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Οι πολιτικές αυτές δυνάμεις, κάνοντας το ντεμπούτο τους στην ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή, ακολούθησαν στη συνέχεια αρκετά σημαντική πορεία στο εθνικό πολιτικό τοπίο των χωρών τους.

Με αυτή τη λογική, ίσως οι ευρωεκλογές αποτελούν μια ευκαιρία προόδου, με την έννοια της εισαγωγής νέων παραμέτρων, όσο μικρή, δειλή και ατελής και αν είναι. Διότι δίνει μια, έστω ελάχιστη, ευκαιρία να σπάσει ο συντηρητικός νάρθηκας των κατεστημένων πολιτικών εκφράσεων που, με νύχια και με δόντια, προσπαθούν να διατηρήσουν παγωμένο το πολιτικό τοπίο αποτρέποντας με κάθε μέσο την είσοδο νέων παικτών στο κεντρικό γήπεδο.


Δευτέρα 27 Απριλίου 2009

Οι 100 μέρες για «την ψυχή» των ΗΠΑ

Κανείς δεν θα μπορούσε να ικανοποιήσει όλες τις προσδοκίες ή να επουλώσει όλες τις πληγές, πόσω μάλλον μέσα σε 100 μέρες.

Καθώς ο Μπαράκ Ομπάμα συμπληρώνει αυτή την εβδομάδα 100 μέρες στον Λευκό Οίκο, έχει κάνει περισσότερα μέσα στο χρονικό αυτό διάστημα από οποιονδήποτε άλλο πρόεδρο των ΗΠΑ στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα της πρώτης προεδρικής του θητείας. Ομως δεν είναι αρκετό για να εξαφανίσει το αίσθημα του ανικανοποίητου που εξακολουθεί να αιωρείται στις ΗΠΑ και διεθνώς.

Είναι αλήθεια ότι σε μερικές χώρες, όπως στην Ελλάδα, ένας πρόεδρος των ΗΠΑ θα χαρακτηριζόταν ανεπιφυλάκτως καλός, μόνον αν, στις πρώτες μέρες, αν όχι τις πρώτες ώρες μετά την ανάληψη της εξουσίας, ανακοίνωνε την πλήρη διάλυση της Ενωσης. Αν δηλαδή γινόταν ένας στιγμιαίος Γκορμπατσόφ, χωρίς τις καθυστερήσεις και τις ατελέσφορες προσπάθειες του τελευταίου προέδρου της ΕΣΣΔ να σώσει ό,τι μπορούσε να σωθεί στη χώρα του.

Το ενδιαφέρον είναι ότι για κάποιους συμπατριώτες του ο Ομπάμα κάνει ακριβώς αυτό. Βάζει τις ΗΠΑ στον δρόμο της καταστροφής. Οι ίδιοι που έκλαιγαν (στην κυριολεξία!) όταν το Κογκρέσο περνούσε τα μέτρα για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και εκείνοι θεωρούσαν ότι η χώρα παραδίδεται στον κομμουνισμό, βλέπουν τώρα την καταστροφή να έρχεται και τους εχθρούς να περνάνε μέσα από τα τείχη, με την υπόθεση της επίσημης αποκάλυψης έστω και υπό όρους, έστω και μέρους, των βασανιστηρίων που είχε εγκρίνει η κυβέρνηση Μπους. Πόσω μάλλον όταν αρχίζει να διαφαίνεται το ενδεχόμενο άσκησης ποινικών διώξεων στελεχών των κυβερνήσεων Μπους.

Στην περίπτωση αυτήν ο Μπαράκ Ομπάμα, αν και κατ' αρχήν πρόθυμος να αποκαλύψει τον εγκληματικό αμοραλισμό της περιόδου Μπους, αν μη τι άλλο για να σηματοδοτήσει και να διακηρύξει διεθνώς την αλλαγή, δείχνει να σύρεται από τη δυναμική που αναπτύσσεται στο ενδεχόμενο άσκησης ποινικών διώξεων, κάτι που αρχικά ίσως δεν επιθυμούσε.

Μια παρόμοια εικόνα ή μάλλον την αίσθηση ότι η πολιτική Ομπάμα δεν είναι πλήρως διαμορφωμένη και ότι σε μεγάλο βαθμό αποτελείται από αυτοσχεδιασμούς (που κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά συχνά δοκιμάζονται από την πραγματικότητα) δίνουν πολλά από τα συστατικά της, ιδίως σε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική. Χαρακτηριστική η περίπτωση της πρώτης ευρωπαϊκής επίσκεψής του, κατά την οποία η υποστήριξη των Ευρωπαίων για το Αφγανιστάν ήταν χλιαρότερη του αναμενόμενου, κάτι που, όπως περιγράφει στην «Ε» του περασμένου Σαββάτου ο Δημήτρης Δήμας, οδήγησε τον Ομπάμα σε μια σχεδόν παρορμητική και μεγαλύτερη του προσχεδιασμένου αναβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας.

Μια διαφορετική οπτική θα αντικαθιστούσε τις λέξεις «αυτοσχεδιασμός» και «παρόρμηση», με τις «ευελιξία» και «προσαρμοστικότητα», κάτι που ενδεχομένως θα ήταν πιο κοντά στην πραγματικότητα και τις προκλήσεις που διαμορφώνει ένα ριζικά διαφορετικό περιβάλλον.

Κατ' αρχάς, ό,τι και να κάνει ο Μπαράκ Ομπάμα για να αποκαταστήσει το ηθικό κύρος και τον διεθνή ρόλο των ΗΠΑ, αυτό που οι Αμερικανοί αρέσκονται να χαρακτηρίζουν «αμερικανική ηγεσία», έχει να αντιμετωπίσει τα νέα αντισώματα που έχει δημιουργήσει στη διεθνή κοινότητα ο εμβολιασμός της με δύο δόσεις αμερικανικής προεδρίας του Τζορτζ Μπους. Στη συνέχεια έχει να αντιμετωπίσει έναν αμερικανικό πολιτικό πολιτισμό, που παραδοσιακά αντιστέκεται σε οποιονδήποτε συμβιβασμό απαιτείται για την ανάληψη συλλογικών πρωτοβουλιών σαν και αυτές που απαιτούνται στις σημερινές συνθήκες.

Ταυτοχρόνως, η εκκίνηση του σημερινού οικονομικού χάους από τις ΗΠΑ ή από τις αμερικανικής εμπνεύσεως οικονομικές πρακτικές αποδυναμώνει θεαματικά κάθε ιδέα «αμερικανικής ηγεσίας» στη διεθνή οικονομία. Η ανάδυση άλλων ισχυρών διεθνών παικτών, όπως η Ευρωπαϊκή Ενωση και η Κίνα, μειώνει τη σχετική ισχύ των ΗΠΑ. Η δημιουργία και σταθεροποίηση περιφερειακών οργανισμών και θεσμών, στους οποίους οι ΗΠΑ ούτε καν συμμετέχουν, ιδίως σε περιοχές που θα πρωταγωνιστήσουν στο μέλλον, όπως η Ασία, δυσχεραίνουν τους χειρισμούς της Ουάσιγκτον.

Ομως, η πορεία σε όλους τους τομείς θα κριθεί, κατά πάσαν πιθανότητα, από την έκβαση δύο διαδικασιών που αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε εξέλιξη. Η μία αφορά το εσωτερικό των ΗΠΑ και είναι η διαδικασία «για να ξαναβρούμε την ψυχή της χώρας μας», όπως γράφει στους «Τάιμς της Νέας Υόρκης» ο νομπελίστας Πολ Κρούγκμαν. Είναι η υπόθεση του Γκουαντάναμο, των βασανιστηρίων, του απόλυτου αμοραλισμού που συνεχίζει να εκφράζει ο πρώην αντιπρόεδρος Ντικ Τσένι, επιμένοντας ότι τα βασανιστήρια νομιμοποιούνται εκ του αποτελέσματος, δηλαδή από τις πληροφορίες που αποκτήθηκαν. Χωρίς την αίσθηση κάποιας, έστω ατελούς, κάθαρσης, οποιαδήποτε προσπάθεια «ηγεσίας» των ΗΠΑ ξεκινά υπονομευμένη.

Η δεύτερη διαδικασία αφορά το διεθνές πεδίο και είναι αυτή που βρίσκεται σε εξέλιξη στο Πακιστάν και στην περιοχή γύρω του. Η πολιτική των ΗΠΑ έχει οδηγήσει την κυβέρνηση της χώρας να πλησιάζει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η κυβέρνηση Καρζάι στο Αφγανιστάν, που στην πραγματικότητα απλώνει την εξουσία της στην Καμπούλ (και όχι σε όλες τις γειτονιές της). Μόλις την περασμένη εβδομάδα, οι Ταλιμπάν, ελέγχοντας ουσιαστικά για όσο διάστημα ήθελαν πόλη 80 χιλιόμετρα από το Ισλαμαμπάντ, έκαναν μια επίδειξη της ικανότητάς τους να ασκούν μεγαλύτερο έλεγχο από αυτόν της πακιστανικής κυβέρνησης.

Το Πακιστάν και η χώρα που αποτελεί το «στρατηγικό βάθος του», το Αφγανιστάν, αποτελούν αυτή τη στιγμή κομβικό σημείο για τις διεθνείς εξελίξεις, άρα και για την αμερικανική πολιτική. Δεν είναι μόνο το ότι διαθέτει πυρηνικά όπλα ως αντίβαρο στα πυρηνικά της Ινδίας. Είναι το ότι η εξομάλυνση της κατάστασης στην περιοχή είναι αποφασιστικής σημασίας για την πορεία όλων των κρίσιμων εξελίξεων στην περιοχή που ορίζεται από την Κεντρική Ασία και τους δύο ωκεανούς, τον Ινδικό και τον Ειρηνικό. Εκεί που οι πάντες και όχι μόνον οι ΗΠΑ θα δοκιμαστούν στο μέλλον. Και ελπίζεται η δοκιμασία να είναι μόνον πολιτική.


Δευτέρα 6 Απριλίου 2009

Η αμοιβαιότητα και το μέλλον του ΝΑΤΟ

Η Ελλάδα αποφασίζει να πάρει μέτρα τόνωσης για τη ραχοκοκκαλιά της ευρωπαϊκής οικονομίας, την αυτοκινητοβιομηχανία, έστω και αν η ίδια δεν παράγει αυτοκίνητα.

Η Τουρκία καταλήγει τελικά να ψηφίσει ως νέο γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ τον Αντερς Φογκ Ρασμούσεν, αίροντας τις όποιες επιφυλάξεις προέβαλε, ειλικρινά ή προσχηματικά.

Και στις δύο περιπτώσεις η λέξη-κλειδί είναι αυτή που χαρακτηρίζει κάθε μορφή διεθνούς (ή άλλης) σχέσης, η «αμοιβαιότητα», αυτό που κάποιοι θα έλεγαν «το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δυο το πρόσωπο» ή θα χαρακτήριζαν ως «παζάρι».

Κάποιες φορές, όπως στην περίπτωση της Τουρκίας και του νέου γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ, η «αμοιβαιότητα» έχει άμεσο χαρακτήρα, όπως δείχνει και η δήλωση του Μπαράκ Ομπάμα στην Πράγα έπειτα από λίγες ώρες, και έτσι το παζάρι γίνεται πιο σκληρό και χυδαίο. Η μία ή η άλλη πλευρά (μερικές φορές και οι δύο) απαιτεί να της καταβληθεί αμέσως και «στο χέρι» το αντίτιμο και «υποχωρεί» μόνον όταν και η άλλη πλευρά αποδείξει ότι οι υποχωρήσεις είναι όντως «αμοιβαίες».

Σε άλλες περιπτώσεις, όπως αυτή της Ελλάδας και της Ε.Ε., η ατμόσφαιρα είναι σαφώς πιο κομψή και πολιτισμένη. Η υποχώρηση ή η προσφορά της μίας πλευράς δεν γίνεται απαραίτητα με την προσδοκία άμεσου ανταποδοτικού οφέλους. Συχνά χρησιμοποιείται για να δείξει καλή θέληση, για να οικοδομήσει ένα θετικό κλίμα ή για να διώξει την αρνητική ενέργεια που έχει συσσωρευθεί. Οσο για το αντίτιμο, όποτε και αν έρθει, η αξία του είναι σχετική και εξαρτάται από τη σημασία που έχει για την κάθε πλευρά τη συγκεκριμένη στιγμή.

Αυτό το κλίμα κομψής «αμοιβαιότητας», που συχνά εκχυδαΐζεται σε παζάρι, επέτρεψε στο ΝΑΤΟ να γιορτάσει το Σάββατο τα 60ά γενέθλιά του. Κανονικά, με την αρτιμέλειά του να αποκαθίσταται με την επιστροφή της Γαλλίας στο στρατιωτικό σκέλος και με την είσοδο δύο νέων μελών, της Αλβανίας και της Κροατίας, η γιορτή θα έπρεπε να είναι μια έκρηξη χαράς. Η ξινίλα της Αγγέλας Μέρκελ απέναντι στον αγενώς τηλεφωνούντα Μπερλουσκόνι, τα τσαλιμάκια της Τουρκίας για τον γενικό γραμματέα, οι διαδηλώσεις στο Στρασβούργο και τη γειτονική γερμανική Κελ δεν θα μπορούσαν να καλύψουν το πανηγύρι για μια Συμμαχία που στα 40 της κέρδισε τον Ψυχρό Πόλεμο, για να αποδειχθεί στη συνέχεια περιζήτητη νύφη για τους μνηστήρες που στριμώχνονται στην πόρτα της.

Αν στα 40 και στα 50 του το ΝΑΤΟ κατάφερε να κρατηθεί, έστω και αμήχανα, στα πόδια του μέσα σε ένα ευμετάβλητο μεταβατικό περιβάλλον, στα 60 του δοκιμάζεται από την αμηχανία της προσαρμογής του σε έναν νέο κόσμο, όπου παγιώνονται τεκτονικές αλλαγές στη διεθνή δομή και καταρρέουν σχέσεις ισχύος που καθόρισαν δεκαετίες, ακόμα και αιώνες. Ανάμεσά τους δοκιμάζεται έντονα η αρχή της «αμοιβαιότητας», που αποτέλεσε τη βάση της Συμμαχίας και εκφράστηκε από το άρθρο 5 της Συνθήκης της Ουάσιγκτον. Με αντικειμενικό σκοπό να συνδέσει την ασφάλεια της Βόρειας Αμερικής με αυτή της Ευρώπης και να διασφαλίσει μια σταθερή και ελεγχόμενη σχέση με τη Ρωσία.

Σε κανένα από τα κείμενα δεν διατυπώνεται η ερμηνεία, το πνεύμα με το οποίο αυτή η «αμοιβαιότητα» γινόταν αντιληπτή στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Αυτή η διαφορά αντίληψης είναι που δοκιμάζει το ΝΑΤΟ τα τελευταία χρόνια, όταν οι ανατροπές στην ανατολική Ευρώπη και τη Ρωσία αφαίρεσαν το κεντρικό στοιχείο που καθόριζε μια κοινή αντίληψη της «αμοιβαιότητας». Εκεί που ήταν σχεδόν αυτονόητο ότι «αμοιβαιότητα» σήμαινε προπάντων ότι η Δυτική Ευρώπη πρόσφερε το αρχικό ανάχωμα απέναντι στον «κίνδυνο εξ ανατολών» και η Βόρεια Αμερική θα έσπευδε για την προστασία του, τα πράγματα μπλέχτηκαν όταν οι ΗΠΑ επικαλέστηκαν την αμοιβαιότητα για να ζητήσουν την αλληλεγγύη των συμμάχων τους και το μπλέξιμο αυτό γίνεται πλέον εξαιρετικά ορατό στην περίπτωση του Αφγανιστάν.

Ο συλλογικός ψυχισμός της κυβέρνησης Μπους στρίμωξε το ΝΑΤΟ στη γωνία του Αφγανιστάν, καθιστώντας το θέμα της ασιατικής χώρας καθοριστικής σημασίας για το μέλλον του Οργανισμού, έστω και αν δεν είναι το κομβικό στοιχείο για τη μακροπρόθεσμη πορεία του. Το ΝΑΤΟ δεν μπορεί να εγκαταλείψει το Αφγανιστάν «με την ουρά στα σκέλια», δεν μπορεί να αγνοήσει την εντολή του ΟΗΕ, αλλά και δεν μπορεί να «νικήσει», ενώ δοκιμάζεται συνεχώς η εσωτερική συνοχή του από τον διαφορετικό βαθμό προθυμίας των χωρών - μελών να συμμετάσχουν στην αποστολή. Μοναδική επιλογή, να διαμορφώσει μια σταδιακή απεμπλοκή που θα σώσει τα προσχήματα, κάτι προς το οποίο φαίνεται να στοχεύει ήδη η νέα αμερικανική ηγεσία.

Ομως, αν ξεπεραστούν οι τοξικές επιδράσεις του, το ίδιο το Αφγανιστάν μπορεί να αποτελέσει τον δρόμο μέσα από τον οποίο το ΝΑΤΟ θα εξασφαλίσει τον εορτασμό και των 70ών γενεθλίων του. Οπως γράφει στο «The World Today» ο πρεσβευτής της Ρωσίας στο ΝΑΤΟ, Ντμίτρι Ρογκόζιν, «μια ήττα του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν θα οδηγήσει τη συμμαχία σε μια απόλυτη κρίση. Εμείς (η Ρωσία) δεν θέλουμε μια τέτοια ήττα. Θέλουμε ένα ΝΑΤΟ που λειτουργεί σε πλήρη αρμονία με την εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας, να περιορίσει την απειλή που αποτελούν οι Ταλιμπάν και άλλα εξτρεμιστικά στοιχεία για όλους, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσίας και των γειτόνων της...».

Το Αφγανιστάν, αν δεν καταστρέψει το ΝΑΤΟ, μπορεί να του επιτρέψει να προχωρήσει στον επόμενο μετασχηματισμό του, στη βάση πολλαπλών «αμοιβαιοτήτων». Να εστιάσει στο επόμενο σημείο παγκόσμιας έντασης, την ευρύτερη περιοχή του Ινδικού Ωκεανού, εμπλουτίζοντας το δυναμικό του με τη συνεργασία της Ρωσίας και του Ιράν. Στη βάση των αμοιβαίων συμφερόντων, φυσικά.