Τα περί νέου Ψυχρού Πολέμου όρμησαν πριν από μία εβδομάδα στην επικαιρότητα, όταν ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν, στήνοντας το σκηνικό για τη σύνοδο του G8 στο Χάιλιγκενταμ, απείλησε να στοχοποιήσει εγκαταστάσεις στην Ευρώπη αν οι ΗΠΑ αναπτύξουν στην Πολωνία και την Τσεχία το σχεδιαζόμενο αντιπυραυλικό τους σύστημα.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή, οι όποιοι ψίθυροι περί Ψυχρού Πολέμου, που είχε προκαλέσει η αμερικανική προσπάθεια άλωσης του ρωσικού «εγγύς εξωτερικού», δηλαδή χωρών της πρώην ΕΣΣΔ, από φιλοαμερικανικά καθεστώτα και οι βυζαντινισμοί γύρω από τους δρόμους μεταφοράς υδρογονανθράκων εμφανίζονταν δειλά και σποραδικά. Εξαίρεση η σχετική έξαρση που είχε προκαλέσει πάλι η κίνηση της Ρωσίας να διακόψει για λίγο την παροχή φυσικού αερίου λόγω της διένεξής της με την Ουκρανία. Για τα πρωτοσέλιδα της Δύσης, φαίνεται ότι τη στρόφιγγα του Ψυχρού Πολέμου μπορεί να ανοιγοκλείσει μόνο η Μόσχα.Οπως ο χορός, εκτός από το ζεϊμπέκικο, χρειάζεται τουλάχιστον δύο, το λιγότερο δύο πλευρές χρειάζεται και ένας Ψυχρός ή Θερμός Πόλεμος. Και όπως η είσοδος ενός άλλου χορευτή στο βαρύ μοναχικό ζεϊμπέκικο μπορεί να βγάλει τα μαχαίρια, έτσι και η επιστροφή της Ρωσίας στην πίστα δίπλα στις ΗΠΑ, με όσους χτυπάνε παλαμάκια να ξαναμοιράζονται, βγάζει τους πυραύλους και τους αντι-πυραύλους. Διότι το αμερικανικό αντιπυραυλικό σύστημα δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα εργαλείο πολιτικής πίεσης που παίζει περιφερειακό ρόλο στην ουσία της διένεξης. Μιας διένεξης που ξεκινά από την ανάκαμψη της Ρωσίας και τη διεκδίκηση εκ μέρους της του φυσικού της ρόλου στη διεθνή σκηνή και από την προσπάθεια των ΗΠΑ να διατηρήσουν την παντοκρατορία, τη γεύση της οποίας άρχισαν να δοκιμάζουν μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ.Αποτυγχάνοντας, κυρίως λόγω μιας εμμονικής αυτοκαταστροφικής πολιτικής στο Ιράκ και μιας εξίσου εμμονικής άρνησης αναγνώρισης της διεθνούς πραγματικότητας, να διαμορφώσει το διεθνές περιβάλλον στα μέτρα της, η Ουάσιγκτον προσπαθεί τώρα να ανακόψει την εκ νέου ανάδυση ενός δεύτερου πόλου, καταφεύγοντας σε συνταγές που θεωρεί ότι έχουν πετύχει στο παρελθόν.Οι απόψεις των επιτελών της κυβέρνησης Μπους, σε ό,τι αφορά τη Ρωσία, διαμορφώθηκαν μέσα στο κλίμα ευφορίας για την «ιστορική νίκη» των ΗΠΑ απέναντι στην ΕΣΣΔ. Επικράτησε η σχολή που θεωρεί ότι κυρίαρχο ρόλο στην κατάρρευση του αντίπαλου πόλου έπαιξε η στρατηγική της προεδρίας Ρίγκαν, ότι η προώθηση της υπόθεσης των πυραύλων «Πέρσινγκ» και «Κρουζ» στην Ευρώπη αλλά και η φούσκα του «Πολέμου των Αστρων» ανάγκασαν την ΕΣΣΔ να μπει σε ένα παιχνίδι εξισορρόπησης το οποίο δεν μπορούσε να αντέξει με αποτέλεσμα να καταρρεύσει από την εξάντληση.Αφού έκανε ό,τι μπορούσε για να διευκολύνει την ανάκαμψη της Ρωσίας με τη μονομανία του «Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας», η Ουάσιγκτον αιφνιδιάστηκε με την ανάδυσή της την ώρα που εκείνη κοίταζε αλλού. Η καταφυγή στην παλιά «δοκιμασμένη» συνταγή ήταν σχεδόν αντανακλαστική. Ομως η σημερινή Ρωσία δεν είναι η τότε ήδη παραπαίουσα ΕΣΣΔ. Η δυναμική της είναι ανοδική. Ούτε οι ΗΠΑ είναι αυτές της δεκαετίας του '80. Σήμερα η κατάστασή τους θυμίζει εν μέρει εκείνη της τότε ΕΣΣΔ, με την αφαίμαξη που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράκ και το Αφγανιστάν και την απώλεια ηθικών, διπλωματικών και οικονομικών ερεισμάτων σε διεθνές επίπεδο. Επιπλέον, η επαναστατικά αρτηριοσκληρωτική λογική της κυβέρνησης Μπους επιταχύνει, αντί να επιβραδύνει, την παρακμή.Ακόμα και αν οι προθέσεις της Ουάσιγκτον είναι ειλικρινείς και αν όντως στόχος του αντιπυραυλικού συστήματος δεν είναι η Μόσχα, αλλά χώρες όπως η Βόρεια Κορέα και το Ιράκ, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η Ουάσιγκτον φέρνει σήμερα τον εαυτό της στη θέση που πιστεύει ότι είχε φέρει την ΕΣΣΔ κάποτε. Αναγκάζεται δηλαδή σε εξαιρετικά δυσανάλογες επενδύσεις σε όλα τα επίπεδα προκειμένου να αντιμετωπίσει αντιπάλους που είναι σε θέση να απορροφήσουν πολύ πιο εύκολα το κόστος προβολής ενός «μπαμπούλα», τόσο γιατί αυτό είναι ασυγκρίτως μικρότερο όσο και επειδή οι δικές τους κοινωνίες έχουν διαφορετική μορφή και μεγαλύτερη απορροφητικότητα.Η Ρωσία κατηγορεί τις ΗΠΑ ότι εισάγουν μια λογική νέου Ψυχρού Πολέμου. Κάτι που δεν φαίνεται να ενοχλεί ιδιαιτέρως τη Μόσχα, καθώς μια τέτοια λογική την αναγορεύει σχεδόν αυτονόητα και τυπικά σε έναν δεύτερο πόλο στο διεθνές επίπεδο, συνεχίζοντάς την, σχεδόν αυτόβουλη, αποδόμηση του πρώτου.
Σάββατο 16 Ιουνίου 2007
Δευτέρα 11 Ιουνίου 2007
Επιστροφή στην (ψυχρή) φύση. Αναζητώντας τη νέα α-ταξία
Ο Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος έτρεχε υπό βροχήν στη Λέσβο για να επιβραδύνει τη νομοτελειακή φθορά, λόγω ηλικίας, της φυσικής του κατάστασης. Στην άλλη άκρη της Ευρώπης, στη Γερμανία, ακόμα και ο γιος του, ο σημερινός πρόεδρος Μπους, πρέπει επιτέλους να αντιλαμβανόταν ότι πρέπει και αυτός να τρέξει για να επιβραδύνει την επίσης νομοτελειακή φθορά του πατρικού οράματος της «Νέας Παγκόσμιας Τάξης» περί τις ΗΠΑ.Το λάθος στη διαπίστωση του πατρός Μπους κατά τις αρχές της δεκαετίας του '90 όπως και ο λανθασμένος εφησυχασμός του υιού Μπους στο ξεκίνημα του 21ου αιώνα εδράζεται στη συναισθηματική φόρτιση που προκάλεσε ένθεν κακείθεν η πειραματική εφαρμογή στη Ρωσία ενός, αρχικά λενινιστικού και μετέπειτα σταλινικού, σοσιαλιστικού μοντέλου. Ο εξαιρετικά διεισδυτικός στο θυμικό έντονος ιδεολογικός χαρακτήρας του μοντέλου αυτού οδήγησε στην ταύτιση του προσωρινού ιδεολογικού εποικοδομήματος με το σταθερό φυσικό υπόβαθρο, τη Ρωσία, και έδωσε στη Μόσχα τη μεταφυσική συμβολική αξία μιας Ιερουσαλήμ ή μιας Μέκκας. Η κατάρρευση του σοσιαλιστικού μοντέλου οδήγησε έτσι σε μια έκρηξη συναισθηματισμού, αντίστοιχου με αυτόν που είχε προκαλέσει στην Ευρώπη αλλά και στον αραβικό κόσμο η άλωση της Ιερουσαλήμ από τους Σταυροφόρους. Και μέσα στο συναισθηματικό αυτό όργιο, η προειδοποίηση ενός από τους γνησιότερους εκφραστές της τροτσκιστικής ρίζας των Αμερικανών νεο-συντηρητικών, του Φράνσις Φουκουγιάμα, περί «Τέλους των Ιδεολογιών» διαβάστηκε -και χλευάστηκε- αντίστροφα.Ομως ο Φουκουγιάμα δεν πανηγύριζε για το τέλος μιας συγκεκριμένης αντίπαλης ιδεολογίας, ούτε προσπαθούσε να τρίψει την ήττα στα μούτρα των ηττημένων. Προσπαθούσε να προειδοποιήσει ότι τα κοινωνικά εποικοδομήματα έρχονται και παρέρχονται αλλά το φυσικό γεωπολιτικό υπόβαθρο παραμένει. Στην παγκόσμια ιστορική εξέλιξη δεν είναι δυνατόν να μην εκφρασθεί η μάζα της μεγαλύτερης χώρας του κόσμου, της χώρας των δύο ηπείρων, ανεξαρτήτως των εσωτερικών της εξελίξεων. Οπως δεν μπορεί να μην εκφρασθεί και η μάζα της μεγαλύτερης σε πληθυσμό χώρας του κόσμου, της Κίνας. Ακόμα περισσότερο, οι βαρυτικές επιδράσεις τέτοιων μαζών είναι αδύνατον να μην επηρεάζουν τις τροχιές όλων των υπολοίπων.Η νικητήρια ευφορία που επικράτησε στις ΗΠΑ τις δύο τελευταίες δεκαετίες εμπόδισε τη διαμόρφωση σύγχρονων εργαλείων διαχείρισης και εξισορρόπησης των φυσικών αυτών μεγεθών. Το αντίστοιχο καταθλιπτικό επεισόδιο της άλλης πλευράς φαίνεται ότι, ωθούμενο από την ανάγκη και βοηθούμενο από τον αμερικανικό αυτάρεσκο εφησυχασμό, πέρασε νωρίτερα σε φάση αποδρομής. Η Ρωσία (αλλά και η Κίνα) δείχνει έτσι πιο έτοιμη να διαχειριστεί μια εποχή «Τέλους Ιδεολογιών» απ' ό,τι οι ΗΠΑ. Σε αντίθεση με την Ουάσιγκτον, δείχνει να αντιλαμβάνεται ότι ο συλλογικός ιδεολογικός αφοπλισμός καθιστά την προβολή στρατιωτικής ισχύος πολύ δυσχερέστερη και αναποτελεσματική, καθώς δεν είναι πλέον εύκολο να υποστηριχθεί «ηθικά», δηλαδή συναισθηματικά. Εκμεταλλευόμενη την αφασία των ΗΠΑ, που δυσκολεύονται να ξεπεράσουν την παρελθούσα φάση του θριάμβου τους, εξασφαλισμένη στρατιωτικά σε επίπεδο αποτροπής, η Μόσχα αναπτύσσει τα ώς τώρα ανεκμετάλλευτα αποθέματα «ήπιας ισχύος» που διαθέτει. Και σε αντίθεση με την Ουάσιγκτον, αποφεύγει να τα υποστηρίξει με αξιακά φορτισμένα ιδεολογήματα τύπου «Δημοκρατία», «Ελευθερία» κ.λπ.Οταν ο Τζορτζ Μπους και ο Τόνι Μπλερ συνομιλούν με τον Θεό για να μιλήσουν για «σωστό» και «λάθος» και για απόλυτες αξίες, η ρητορική της Μόσχας (αν μπορεί πλέον να χαρακτηριστεί ρητορική) δίνει μια εικόνα στεγνού ρεαλισμού.Αποφεύγοντας οποιαδήποτε ιδεολογική έξαρση που θα μπορούσε να τρομάξει και να αντισυσπειρώσει θυμίζοντας το σοβιετικό παρελθόν της, η Ρωσία εκφράζεται πλέον τελείως ορθολογικά. Μιλά για ισορροπίες και αντισταθμίσεις (πολυ-πολικότητα έναντι μονο-πολισμού) καθώς και για μπίζνες. Ακούγεται έτσι πολύ πιο αξιόπιστη, όταν κατηγορεί, όπως έκανε την περασμένη Τετάρτη, την Ουάσιγκτον για «ψυχροπολεμική λογική» και αισθάνεται αρκετά ασφαλής ώστε να επανεισαγάγει έναν συναισθηματικά φορτισμένο όρο, μιλώντας για «ιμπεριαλισμό» των ΗΠΑ. Συνειδητοποιώντας ότι παραμένουν ανά τον κόσμο διάσπαρτοι θύλακοι σε διαφορετική πολιτική εξελικτική φάση, καταφέρνει έτσι να τους κλείνει το μάτι εξασφαλίζοντας τακτικές συνεργασίες. Αν και δεν το προβάλλει, δεν έχει επίσης κανέναν λόγο να αποθαρρύνει όσους αισθάνονται την ανάγκη να πιστεύουν ότι η Ρωσία αποτελεί φυσικό τους σύμμαχο λόγω πολιτισμικής ή άλλης συγγένειας.Στην ίδια λογική, αποφεύγει να εκφραστεί σε θέματα όπως η παγκοσμιοποίηση, έστω και αν γνωρίζει ότι η ίδια, αν και λιγότερο από την Κίνα, είναι από τους βασικούς ωφελημένους. Αφήνει έτσι τη δυνατότητα σε όσους ταυτίζουν την αντίδρασή τους προς την παγκοσμιοποίηση με αντίδραση προς τις ΗΠΑ να συνταχθούν εξ αντανακλάσεως μαζί της ή, τουλάχιστον, να την αντιμετωπίζουν θετικά.Το παράθυρο ευκαιρίας που έχει ανοίξει διάπλατα για τη Μόσχα η εξαιρετικά ιδεολογικοποιημένη τραυματική προεδρία Μπους μπορεί να μικρύνει σύντομα με την αλλαγή φρουράς στον Λευκό Οίκο και την ενδεχόμενη αντανακλαστική κίνηση της αμερικανικής κοινωνίας προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ομως η εγγενής θρησκειόστροφη αμερικανική συναισθηματικότητα δύσκολα θα σταματήσει πλήρως να εκφράζεται μανιχαϊστικά, έστω και αν μια νέα ηγεσία καταφέρει να διατυπώσει αυτή την έκφραση λιγότερο απλοϊκά.Η ανάδυση νέων ουσιαστικών ιδεολογικών εργαλείων με αναφορά στη σύγχρονη πραγματικότητα δεν διακρίνεται στο ορατό μέλλον ώστε να αναμένεται νέα πόλωση σε ιδεολογικό άξονα. Η υποκατάσταση των ιδεολογιών της βιομηχανικής εποχής από τις αρχαιότερες ιδεολογίες - θρησκείες (όπως ο ισλαμισμός) αρχίζει να δείχνει τα όριά της. Αν και αρχικά η σύγκρουσή τους με συμφέροντα και ο εγγενής ιεραποστολικός τους χαρακτήρας έδειξε ότι μπορεί να προκαλέσουν ευρύτερη πόλωση στο πρότυπο του «Πολέμου των Πολιτισμών» του Σάμιουελ Χάντινγκτον, η ορμή τους εξαντλείται από τις ακρότητες που οδηγούν σε ένα θορυβώδες περιθώριο. Ηδη στις ιστορικές γραμμές συνάντησης των πολιτισμών διακρίνονται ζυμώσεις προς τον συγκερασμό του ισλαμικού υποβάθρου με ένα καθολικά αποδεκτό (ακόμα και με τα δυτικά πρότυπα) δημοκρατικό εποικοδόμημα. Και αν οι προσπάθειες διαμόρφωσης ενός τέτοιου μοντέλου στην Τουρκία υπονομεύονται από την ενθάρρυνση που τους παρέχουν τα συμφέροντα των ΗΠΑ, άλλες, όπως οι εσωτερικές ζυμώσεις στους κόλπους του συγκριτικά προοδευτικότερου και περισσότερο δυτικόστροφου Ισλάμ, του σιιτικού (όπως οι θεωρητικές αναζητήσεις της λιβανέζικης Χεζμπολάχ), υπόσχονται περισσότερα για τη διαμόρφωση μιας λιγότερο πολωτικής ιδεολογικής βάσης που θα μπορούσε να διαψεύσει τον Χάντινγκτον. Συνεισφέρουν, δηλαδή, στη διατήρηση ενός κόσμου όπου ο νεοπαγής ρεαλισμός της Ρωσίας αποτελεί την κατάλληλη συνταγή.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - Ανάλυση στα γεγονότα
Επιστροφή στην (ψυχρή) φύση
Αναζητώντας τη νέα α-ταξία
Του ΚΩΣΤΑ Γ. ΤΣΑΠΟΓΑ
Ο Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος έτρεχε υπό βροχήν στη Λέσβο για να επιβραδύνει τη νομοτελειακή φθορά, λόγω ηλικίας, της φυσικής του κατάστασης. Στην άλλη άκρη της Ευρώπης, στη Γερμανία, ακόμα και ο γιος του, ο σημερινός πρόεδρος Μπους, πρέπει επιτέλους να αντιλαμβανόταν ότι πρέπει και αυτός να τρέξει για να επιβραδύνει την επίσης νομοτελειακή φθορά του πατρικού οράματος της «Νέας Παγκόσμιας Τάξης» περί τις ΗΠΑ.Το λάθος στη διαπίστωση του πατρός Μπους κατά τις αρχές της δεκαετίας του '90 όπως και ο λανθασμένος εφησυχασμός του υιού Μπους στο ξεκίνημα του 21ου αιώνα εδράζεται στη συναισθηματική φόρτιση που προκάλεσε ένθεν κακείθεν η πειραματική εφαρμογή στη Ρωσία ενός, αρχικά λενινιστικού και μετέπειτα σταλινικού, σοσιαλιστικού μοντέλου. Ο εξαιρετικά διεισδυτικός στο θυμικό έντονος ιδεολογικός χαρακτήρας του μοντέλου αυτού οδήγησε στην ταύτιση του προσωρινού ιδεολογικού εποικοδομήματος με το σταθερό φυσικό υπόβαθρο, τη Ρωσία, και έδωσε στη Μόσχα τη μεταφυσική συμβολική αξία μιας Ιερουσαλήμ ή μιας Μέκκας. Η κατάρρευση του σοσιαλιστικού μοντέλου οδήγησε έτσι σε μια έκρηξη συναισθηματισμού, αντίστοιχου με αυτόν που είχε προκαλέσει στην Ευρώπη αλλά και στον αραβικό κόσμο η άλωση της Ιερουσαλήμ από τους Σταυροφόρους. Και μέσα στο συναισθηματικό αυτό όργιο, η προειδοποίηση ενός από τους γνησιότερους εκφραστές της τροτσκιστικής ρίζας των Αμερικανών νεο-συντηρητικών, του Φράνσις Φουκουγιάμα, περί «Τέλους των Ιδεολογιών» διαβάστηκε -και χλευάστηκε- αντίστροφα.Ομως ο Φουκουγιάμα δεν πανηγύριζε για το τέλος μιας συγκεκριμένης αντίπαλης ιδεολογίας, ούτε προσπαθούσε να τρίψει την ήττα στα μούτρα των ηττημένων. Προσπαθούσε να προειδοποιήσει ότι τα κοινωνικά εποικοδομήματα έρχονται και παρέρχονται αλλά το φυσικό γεωπολιτικό υπόβαθρο παραμένει. Στην παγκόσμια ιστορική εξέλιξη δεν είναι δυνατόν να μην εκφρασθεί η μάζα της μεγαλύτερης χώρας του κόσμου, της χώρας των δύο ηπείρων, ανεξαρτήτως των εσωτερικών της εξελίξεων. Οπως δεν μπορεί να μην εκφρασθεί και η μάζα της μεγαλύτερης σε πληθυσμό χώρας του κόσμου, της Κίνας. Ακόμα περισσότερο, οι βαρυτικές επιδράσεις τέτοιων μαζών είναι αδύνατον να μην επηρεάζουν τις τροχιές όλων των υπολοίπων.Η νικητήρια ευφορία που επικράτησε στις ΗΠΑ τις δύο τελευταίες δεκαετίες εμπόδισε τη διαμόρφωση σύγχρονων εργαλείων διαχείρισης και εξισορρόπησης των φυσικών αυτών μεγεθών. Το αντίστοιχο καταθλιπτικό επεισόδιο της άλλης πλευράς φαίνεται ότι, ωθούμενο από την ανάγκη και βοηθούμενο από τον αμερικανικό αυτάρεσκο εφησυχασμό, πέρασε νωρίτερα σε φάση αποδρομής. Η Ρωσία (αλλά και η Κίνα) δείχνει έτσι πιο έτοιμη να διαχειριστεί μια εποχή «Τέλους Ιδεολογιών» απ' ό,τι οι ΗΠΑ. Σε αντίθεση με την Ουάσιγκτον, δείχνει να αντιλαμβάνεται ότι ο συλλογικός ιδεολογικός αφοπλισμός καθιστά την προβολή στρατιωτικής ισχύος πολύ δυσχερέστερη και αναποτελεσματική, καθώς δεν είναι πλέον εύκολο να υποστηριχθεί «ηθικά», δηλαδή συναισθηματικά. Εκμεταλλευόμενη την αφασία των ΗΠΑ, που δυσκολεύονται να ξεπεράσουν την παρελθούσα φάση του θριάμβου τους, εξασφαλισμένη στρατιωτικά σε επίπεδο αποτροπής, η Μόσχα αναπτύσσει τα ώς τώρα ανεκμετάλλευτα αποθέματα «ήπιας ισχύος» που διαθέτει. Και σε αντίθεση με την Ουάσιγκτον, αποφεύγει να τα υποστηρίξει με αξιακά φορτισμένα ιδεολογήματα τύπου «Δημοκρατία», «Ελευθερία» κ.λπ.Οταν ο Τζορτζ Μπους και ο Τόνι Μπλερ συνομιλούν με τον Θεό για να μιλήσουν για «σωστό» και «λάθος» και για απόλυτες αξίες, η ρητορική της Μόσχας (αν μπορεί πλέον να χαρακτηριστεί ρητορική) δίνει μια εικόνα στεγνού ρεαλισμού.Αποφεύγοντας οποιαδήποτε ιδεολογική έξαρση που θα μπορούσε να τρομάξει και να αντισυσπειρώσει θυμίζοντας το σοβιετικό παρελθόν της, η Ρωσία εκφράζεται πλέον τελείως ορθολογικά. Μιλά για ισορροπίες και αντισταθμίσεις (πολυ-πολικότητα έναντι μονο-πολισμού) καθώς και για μπίζνες. Ακούγεται έτσι πολύ πιο αξιόπιστη, όταν κατηγορεί, όπως έκανε την περασμένη Τετάρτη, την Ουάσιγκτον για «ψυχροπολεμική λογική» και αισθάνεται αρκετά ασφαλής ώστε να επανεισαγάγει έναν συναισθηματικά φορτισμένο όρο, μιλώντας για «ιμπεριαλισμό» των ΗΠΑ. Συνειδητοποιώντας ότι παραμένουν ανά τον κόσμο διάσπαρτοι θύλακοι σε διαφορετική πολιτική εξελικτική φάση, καταφέρνει έτσι να τους κλείνει το μάτι εξασφαλίζοντας τακτικές συνεργασίες. Αν και δεν το προβάλλει, δεν έχει επίσης κανέναν λόγο να αποθαρρύνει όσους αισθάνονται την ανάγκη να πιστεύουν ότι η Ρωσία αποτελεί φυσικό τους σύμμαχο λόγω πολιτισμικής ή άλλης συγγένειας.Στην ίδια λογική, αποφεύγει να εκφραστεί σε θέματα όπως η παγκοσμιοποίηση, έστω και αν γνωρίζει ότι η ίδια, αν και λιγότερο από την Κίνα, είναι από τους βασικούς ωφελημένους. Αφήνει έτσι τη δυνατότητα σε όσους ταυτίζουν την αντίδρασή τους προς την παγκοσμιοποίηση με αντίδραση προς τις ΗΠΑ να συνταχθούν εξ αντανακλάσεως μαζί της ή, τουλάχιστον, να την αντιμετωπίζουν θετικά.Το παράθυρο ευκαιρίας που έχει ανοίξει διάπλατα για τη Μόσχα η εξαιρετικά ιδεολογικοποιημένη τραυματική προεδρία Μπους μπορεί να μικρύνει σύντομα με την αλλαγή φρουράς στον Λευκό Οίκο και την ενδεχόμενη αντανακλαστική κίνηση της αμερικανικής κοινωνίας προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ομως η εγγενής θρησκειόστροφη αμερικανική συναισθηματικότητα δύσκολα θα σταματήσει πλήρως να εκφράζεται μανιχαϊστικά, έστω και αν μια νέα ηγεσία καταφέρει να διατυπώσει αυτή την έκφραση λιγότερο απλοϊκά.Η ανάδυση νέων ουσιαστικών ιδεολογικών εργαλείων με αναφορά στη σύγχρονη πραγματικότητα δεν διακρίνεται στο ορατό μέλλον ώστε να αναμένεται νέα πόλωση σε ιδεολογικό άξονα. Η υποκατάσταση των ιδεολογιών της βιομηχανικής εποχής από τις αρχαιότερες ιδεολογίες - θρησκείες (όπως ο ισλαμισμός) αρχίζει να δείχνει τα όριά της. Αν και αρχικά η σύγκρουσή τους με συμφέροντα και ο εγγενής ιεραποστολικός τους χαρακτήρας έδειξε ότι μπορεί να προκαλέσουν ευρύτερη πόλωση στο πρότυπο του «Πολέμου των Πολιτισμών» του Σάμιουελ Χάντινγκτον, η ορμή τους εξαντλείται από τις ακρότητες που οδηγούν σε ένα θορυβώδες περιθώριο. Ηδη στις ιστορικές γραμμές συνάντησης των πολιτισμών διακρίνονται ζυμώσεις προς τον συγκερασμό του ισλαμικού υποβάθρου με ένα καθολικά αποδεκτό (ακόμα και με τα δυτικά πρότυπα) δημοκρατικό εποικοδόμημα. Και αν οι προσπάθειες διαμόρφωσης ενός τέτοιου μοντέλου στην Τουρκία υπονομεύονται από την ενθάρρυνση που τους παρέχουν τα συμφέροντα των ΗΠΑ, άλλες, όπως οι εσωτερικές ζυμώσεις στους κόλπους του συγκριτικά προοδευτικότερου και περισσότερο δυτικόστροφου Ισλάμ, του σιιτικού (όπως οι θεωρητικές αναζητήσεις της λιβανέζικης Χεζμπολάχ), υπόσχονται περισσότερα για τη διαμόρφωση μιας λιγότερο πολωτικής ιδεολογικής βάσης που θα μπορούσε να διαψεύσει τον Χάντινγκτον. Συνεισφέρουν, δηλαδή, στη διατήρηση ενός κόσμου όπου ο νεοπαγής ρεαλισμός της Ρωσίας αποτελεί την κατάλληλη συνταγή.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - Ανάλυση στα γεγονότα
Επιστροφή στην (ψυχρή) φύση
Αναζητώντας τη νέα α-ταξία
Του ΚΩΣΤΑ Γ. ΤΣΑΠΟΓΑ
Ο Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος έτρεχε υπό βροχήν στη Λέσβο για να επιβραδύνει τη νομοτελειακή φθορά, λόγω ηλικίας, της φυσικής του κατάστασης. Στην άλλη άκρη της Ευρώπης, στη Γερμανία, ακόμα και ο γιος του, ο σημερινός πρόεδρος Μπους, πρέπει επιτέλους να αντιλαμβανόταν ότι πρέπει και αυτός να τρέξει για να επιβραδύνει την επίσης νομοτελειακή φθορά του πατρικού οράματος της «Νέας Παγκόσμιας Τάξης» περί τις ΗΠΑ.Το λάθος στη διαπίστωση του πατρός Μπους κατά τις αρχές της δεκαετίας του '90 όπως και ο λανθασμένος εφησυχασμός του υιού Μπους στο ξεκίνημα του 21ου αιώνα εδράζεται στη συναισθηματική φόρτιση που προκάλεσε ένθεν κακείθεν η πειραματική εφαρμογή στη Ρωσία ενός, αρχικά λενινιστικού και μετέπειτα σταλινικού, σοσιαλιστικού μοντέλου. Ο εξαιρετικά διεισδυτικός στο θυμικό έντονος ιδεολογικός χαρακτήρας του μοντέλου αυτού οδήγησε στην ταύτιση του προσωρινού ιδεολογικού εποικοδομήματος με το σταθερό φυσικό υπόβαθρο, τη Ρωσία, και έδωσε στη Μόσχα τη μεταφυσική συμβολική αξία μιας Ιερουσαλήμ ή μιας Μέκκας. Η κατάρρευση του σοσιαλιστικού μοντέλου οδήγησε έτσι σε μια έκρηξη συναισθηματισμού, αντίστοιχου με αυτόν που είχε προκαλέσει στην Ευρώπη αλλά και στον αραβικό κόσμο η άλωση της Ιερουσαλήμ από τους Σταυροφόρους. Και μέσα στο συναισθηματικό αυτό όργιο, η προειδοποίηση ενός από τους γνησιότερους εκφραστές της τροτσκιστικής ρίζας των Αμερικανών νεο-συντηρητικών, του Φράνσις Φουκουγιάμα, περί «Τέλους των Ιδεολογιών» διαβάστηκε -και χλευάστηκε- αντίστροφα.Ομως ο Φουκουγιάμα δεν πανηγύριζε για το τέλος μιας συγκεκριμένης αντίπαλης ιδεολογίας, ούτε προσπαθούσε να τρίψει την ήττα στα μούτρα των ηττημένων. Προσπαθούσε να προειδοποιήσει ότι τα κοινωνικά εποικοδομήματα έρχονται και παρέρχονται αλλά το φυσικό γεωπολιτικό υπόβαθρο παραμένει. Στην παγκόσμια ιστορική εξέλιξη δεν είναι δυνατόν να μην εκφρασθεί η μάζα της μεγαλύτερης χώρας του κόσμου, της χώρας των δύο ηπείρων, ανεξαρτήτως των εσωτερικών της εξελίξεων. Οπως δεν μπορεί να μην εκφρασθεί και η μάζα της μεγαλύτερης σε πληθυσμό χώρας του κόσμου, της Κίνας. Ακόμα περισσότερο, οι βαρυτικές επιδράσεις τέτοιων μαζών είναι αδύνατον να μην επηρεάζουν τις τροχιές όλων των υπολοίπων.Η νικητήρια ευφορία που επικράτησε στις ΗΠΑ τις δύο τελευταίες δεκαετίες εμπόδισε τη διαμόρφωση σύγχρονων εργαλείων διαχείρισης και εξισορρόπησης των φυσικών αυτών μεγεθών. Το αντίστοιχο καταθλιπτικό επεισόδιο της άλλης πλευράς φαίνεται ότι, ωθούμενο από την ανάγκη και βοηθούμενο από τον αμερικανικό αυτάρεσκο εφησυχασμό, πέρασε νωρίτερα σε φάση αποδρομής. Η Ρωσία (αλλά και η Κίνα) δείχνει έτσι πιο έτοιμη να διαχειριστεί μια εποχή «Τέλους Ιδεολογιών» απ' ό,τι οι ΗΠΑ. Σε αντίθεση με την Ουάσιγκτον, δείχνει να αντιλαμβάνεται ότι ο συλλογικός ιδεολογικός αφοπλισμός καθιστά την προβολή στρατιωτικής ισχύος πολύ δυσχερέστερη και αναποτελεσματική, καθώς δεν είναι πλέον εύκολο να υποστηριχθεί «ηθικά», δηλαδή συναισθηματικά. Εκμεταλλευόμενη την αφασία των ΗΠΑ, που δυσκολεύονται να ξεπεράσουν την παρελθούσα φάση του θριάμβου τους, εξασφαλισμένη στρατιωτικά σε επίπεδο αποτροπής, η Μόσχα αναπτύσσει τα ώς τώρα ανεκμετάλλευτα αποθέματα «ήπιας ισχύος» που διαθέτει. Και σε αντίθεση με την Ουάσιγκτον, αποφεύγει να τα υποστηρίξει με αξιακά φορτισμένα ιδεολογήματα τύπου «Δημοκρατία», «Ελευθερία» κ.λπ.Οταν ο Τζορτζ Μπους και ο Τόνι Μπλερ συνομιλούν με τον Θεό για να μιλήσουν για «σωστό» και «λάθος» και για απόλυτες αξίες, η ρητορική της Μόσχας (αν μπορεί πλέον να χαρακτηριστεί ρητορική) δίνει μια εικόνα στεγνού ρεαλισμού.Αποφεύγοντας οποιαδήποτε ιδεολογική έξαρση που θα μπορούσε να τρομάξει και να αντισυσπειρώσει θυμίζοντας το σοβιετικό παρελθόν της, η Ρωσία εκφράζεται πλέον τελείως ορθολογικά. Μιλά για ισορροπίες και αντισταθμίσεις (πολυ-πολικότητα έναντι μονο-πολισμού) καθώς και για μπίζνες. Ακούγεται έτσι πολύ πιο αξιόπιστη, όταν κατηγορεί, όπως έκανε την περασμένη Τετάρτη, την Ουάσιγκτον για «ψυχροπολεμική λογική» και αισθάνεται αρκετά ασφαλής ώστε να επανεισαγάγει έναν συναισθηματικά φορτισμένο όρο, μιλώντας για «ιμπεριαλισμό» των ΗΠΑ. Συνειδητοποιώντας ότι παραμένουν ανά τον κόσμο διάσπαρτοι θύλακοι σε διαφορετική πολιτική εξελικτική φάση, καταφέρνει έτσι να τους κλείνει το μάτι εξασφαλίζοντας τακτικές συνεργασίες. Αν και δεν το προβάλλει, δεν έχει επίσης κανέναν λόγο να αποθαρρύνει όσους αισθάνονται την ανάγκη να πιστεύουν ότι η Ρωσία αποτελεί φυσικό τους σύμμαχο λόγω πολιτισμικής ή άλλης συγγένειας.Στην ίδια λογική, αποφεύγει να εκφραστεί σε θέματα όπως η παγκοσμιοποίηση, έστω και αν γνωρίζει ότι η ίδια, αν και λιγότερο από την Κίνα, είναι από τους βασικούς ωφελημένους. Αφήνει έτσι τη δυνατότητα σε όσους ταυτίζουν την αντίδρασή τους προς την παγκοσμιοποίηση με αντίδραση προς τις ΗΠΑ να συνταχθούν εξ αντανακλάσεως μαζί της ή, τουλάχιστον, να την αντιμετωπίζουν θετικά.Το παράθυρο ευκαιρίας που έχει ανοίξει διάπλατα για τη Μόσχα η εξαιρετικά ιδεολογικοποιημένη τραυματική προεδρία Μπους μπορεί να μικρύνει σύντομα με την αλλαγή φρουράς στον Λευκό Οίκο και την ενδεχόμενη αντανακλαστική κίνηση της αμερικανικής κοινωνίας προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ομως η εγγενής θρησκειόστροφη αμερικανική συναισθηματικότητα δύσκολα θα σταματήσει πλήρως να εκφράζεται μανιχαϊστικά, έστω και αν μια νέα ηγεσία καταφέρει να διατυπώσει αυτή την έκφραση λιγότερο απλοϊκά.Η ανάδυση νέων ουσιαστικών ιδεολογικών εργαλείων με αναφορά στη σύγχρονη πραγματικότητα δεν διακρίνεται στο ορατό μέλλον ώστε να αναμένεται νέα πόλωση σε ιδεολογικό άξονα. Η υποκατάσταση των ιδεολογιών της βιομηχανικής εποχής από τις αρχαιότερες ιδεολογίες - θρησκείες (όπως ο ισλαμισμός) αρχίζει να δείχνει τα όριά της. Αν και αρχικά η σύγκρουσή τους με συμφέροντα και ο εγγενής ιεραποστολικός τους χαρακτήρας έδειξε ότι μπορεί να προκαλέσουν ευρύτερη πόλωση στο πρότυπο του «Πολέμου των Πολιτισμών» του Σάμιουελ Χάντινγκτον, η ορμή τους εξαντλείται από τις ακρότητες που οδηγούν σε ένα θορυβώδες περιθώριο. Ηδη στις ιστορικές γραμμές συνάντησης των πολιτισμών διακρίνονται ζυμώσεις προς τον συγκερασμό του ισλαμικού υποβάθρου με ένα καθολικά αποδεκτό (ακόμα και με τα δυτικά πρότυπα) δημοκρατικό εποικοδόμημα. Και αν οι προσπάθειες διαμόρφωσης ενός τέτοιου μοντέλου στην Τουρκία υπονομεύονται από την ενθάρρυνση που τους παρέχουν τα συμφέροντα των ΗΠΑ, άλλες, όπως οι εσωτερικές ζυμώσεις στους κόλπους του συγκριτικά προοδευτικότερου και περισσότερο δυτικόστροφου Ισλάμ, του σιιτικού (όπως οι θεωρητικές αναζητήσεις της λιβανέζικης Χεζμπολάχ), υπόσχονται περισσότερα για τη διαμόρφωση μιας λιγότερο πολωτικής ιδεολογικής βάσης που θα μπορούσε να διαψεύσει τον Χάντινγκτον. Συνεισφέρουν, δηλαδή, στη διατήρηση ενός κόσμου όπου ο νεοπαγής ρεαλισμός της Ρωσίας αποτελεί την κατάλληλη συνταγή.
Σάββατο 19 Μαΐου 2007
Πέταξαν το γεράκι!
Δεν είναι καθόλου ευχάριστο να βλέπεις έναν άνθρωπο να δακρύζει, απολογούμενος για επιλογές ηθικής τάξεως που έκανε. Στην περίπτωση του Πολ Γούλφοβιτς, μάλιστα, η απολογία αφορά λάθος αντικείμενο.
Στην πολιτική επιτύμβια στήλη του Γούλφοβιτς θα μπορούσε να γραφεί η περιγραφή που του έκανε ανώτατο στέλεχος του Πενταγώνου: «Στην Ουάσιγκτον υπάρχουν δύο ειδών κακοποιοί, οι απατεώνες και οι βλάκες. Δεν είναι απατεώνας...»Ο φαινομενικά ήπιος πρώην καθηγητής του Γέιλ δεν θα έπρεπε να απολογηθεί, επειδή ευνόησε μισθολογικά τη σύντροφό του από τη θέση του προέδρου της Διεθνούς Τράπεζας. Και ίσως τα δάκρυά του να μην αφορούσαν αποκλειστικά αυτό το ανθρώπινο πταίσμα, αλλά την κατάρρευση μιας ολόκληρης ιδεολογίας, η οποία στήθηκε σε μεγάλο βαθμό πάνω στις δικές του απόψεις περί ηθικής, στη δική του εκδοχή για το καλό και το κακό, που οδήγησαν σε τερατουργήματα της αμερικανικής πολιτικής τύπου Ιράκ. Μιας προσέγγισης που, καταρρέουσα, θα αποσυνδέσει ξανά την ασκούμενη διεθνή πολιτική από την πρόσφορη σε εκμετάλλευση υποκειμενική έννοια της ηθικής και θα την επαναφέρει σε πιο προβλέψιμη, άρα και πιο ελεγχόμενη, ρεαλιστική βάση.Η επιστροφή του κυνικού ρεαλισμού τύπου Κίσινγκερ διακρίνεται πλέον ως φυσικό επακόλουθο της κακέκτυπης ανατύπωσης του ουιλσονιανού ιδεαλισμού, που σημειολογικά θα οριοθετηθεί με την αποχώρηση από την ενεργό πολιτική του Τόνι Μπλερ σε λίγες μέρες (περισσότερα γι' αυτόν και το ρόλο του στους πανηγυρικούς της αποχώρησής του).Πιονέρος της νέας πολιτικής εποχήςΟ Πολ Γούλφοβιτς δεν αξίζει τη γελοιοποίηση των φωτογραφιών με τις τρύπιες κάλτσες στο τέμενος της Κωνσταντινούπολης. Δεν αξίζει ούτε το στίγμα που θα τον συντροφεύει μετά την αποχώρησή του από την Παγκόσμια Τράπεζα. Αντιθέτως, αξίζει να μνημονεύεται ως ένας από τους καταλύτες της κατάρρευσης των ιδεοληπτικών συγχύσεων μιας εξαιρετικά μεταβατικής εποχής. Διότι προϋπόθεση της κατάρρευσης είναι η ανύψωση.Αν οι απόψεις του Γούλφοβιτς περί -μοιραία υποκειμενικής- ηθικής διεθνούς πολιτικής παρέμεναν πνευματική τροφή μερικών φοιτητών στη Σχολή Διεθνών Σχέσεων του Γέιλ (όπως της Κοντολίζα Ράις), αν απλώς μηρυκάζονταν σε διάφορες «Δεξαμενές Σκέψης», αν η συναισθηματική έκρηξη της 11ης Σεπτεμβρίου δεν τις είχε καταστήσει επίσημη πολιτική των ΗΠΑ με τις αναπόφευκτες παραμορφώσεις της θεωρίας που προκαλεί η πράξη, η αίγλη τους θα παρέμενε αλώβητη, έτοιμη να αναδυθεί σε νέα Ιράκ και νέες Σερβίες. Διότι η συναισθηματική τους αξία είναι σημαντική, όπως έδειξε και η μεγάλη αποδοχή που είχε ο ΝΑΤΟϊκός πόλεμος στη πρώην Γιουγκοσλαβία, κυρίως μεταξύ των ανά τον κόσμο «προοδευτικών».Καταβολές και ΟλοκαύτωμαΗ συναισθηματική βάση κάθε ηθικής άποψης οδηγεί σε μια ψυχαναλυτική προσέγγιση των απόψεων του Γούλφοβιτς (και του Μπλερ, αλλά, είπαμε, ήγγικεν η ώρα). Ο θάνατος του συνόλου σχεδόν των συγγενών του στην Πολωνία στο ναζιστικό Ολοκαύτωμα είναι φυσικό να αποτέλεσε τη βάση. Η αποτυχία του «κατευνασμού» κατά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, η καθυστέρηση της αμερικανικής εμπλοκής στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, σε συνδυασμό με την εκτίμηση ότι αυτή επέτρεψε την ανάπτυξη του Ολοκαυτώματος, έδωσε λογική αξία στην άποψη ότι παρόμοιοι κίνδυνοι πρέπει να αντιμετωπίζονται αποφασιστικά στο ξεκίνημά τους, σχεδόν προληπτικά. Η παρομοίωση των «ρεαλιστών» με τον Νέβιλ Τσάμπερλεν δεν ήταν απλώς αποστομωτικό επιχείρημα σε επίπεδο υπεραπλουστευτικών τηλεοπτικών συζητήσεων. Πιο συναισθηματική, άρα πιο αυθαίρετη, ήταν η άποψη ότι οποιαδήποτε δημοκρατία είναι εκ φύσεως αγαθή και, ακόμα περισσότερο, εκ φύσεως φιλική προς τις -εξ ορισμού αγαθές- ΗΠΑ. Οι οποίες, στρατιωτικά πανίσχυρες, δεν έχουν καμιά δικαιολογία για να μην κάνουν το σωστό.Ο καταλύτης της 11ης Σεπτεμβρίου εξασφάλισε τις εκτελεστικές συμμαχίες για την εφαρμογή του ιδεολογήματος αυτού. Η φαινομενικά ετερόκλητη συμμαχία του ιδεαλιστή Γούλφοβιτς με κυνικούς ρεαλιστές (Τσένι), ανασφαλείς που αναζητούν συναισθηματικές βεβαιότητες (Μπους) και απλοϊκούς μάνατζερ (Ράμσφελντ), αλλά και όσους αναζητούσαν ευκαιρία να επενδύσουν χάριν των συμφερόντων τους, οικονομικών, πολιτικών και άλλων, απέκτησε ορμή, αλλά και όψη, οδοστρωτήρα.Παρασυρμένοι από τον οδοστρωτήρα αυτό, ακόμα και οι επικριτές του, κυρίως στην Ευρώπη, στριμώχτηκαν σε διατύπωση αντιρρήσεων σε ηθικολογικό επίπεδο, παίζοντας έτσι στο γήπεδο της αμερικανικής «Ομάδας του Ονείρου» (Dream Team).Τώρα που η πρώτη εκτεταμένη πειραματική εφαρμογή του μορφώματος αυτού στο Ιράκ το κάνει να φαίνεται περισσότερο σαν «ταύρος σε υαλοπωλείο» μετά τα αναισθητικά βέλη των κτηνιάτρων που ήρθαν να τον μαζέψουν, ο γδούπος της πτώσης του συμπαρασύρει και τις όποιες θετικές αρχικές παραδοχές του.Αν όμως στην πλευρά της λεγόμενης «Δύσης» η φυσική αντίδραση στο καταστροφικό αμερικανο-βρετανικό (δεν ξεχνάμε τον Μπλερ) συναισθηματικό όργιο φαίνεται να είναι μια σταδιακή αναδίπλωση στο ρεαλισμό, ακόμα και με τα χαρακτηριστικά του κυνισμού, η συναισθηματική έξαρση, που πυροδότησε στο στρατόπεδο, που εκ των πραγμάτων βρέθηκε απέναντι, στο Ισλάμ, διατηρεί την ορμή της και προσφέρεται ακόμα για παρόμοια εκμετάλλευση από το σύμπλεγμα των δικών της ιδεαλιστών, κυνικών και απλών συμφεροντολόγων.«Παραπλανημένος»Στην πολιτική επιτύμβια στήλη του Γούλφοβιτς θα μπορούσε να γραφεί η περιγραφή που του έκανε ανώτατο στέλεχος του Πενταγώνου: «Στην Ουάσιγκτον υπάρχουν δύο ειδών κακοποιοί, οι απατεώνες και οι βλάκες. Δεν είναι απατεώνας. Είναι βαθιά παραπλανημένος, είναι αδιάβροχος στα πραγματικά στοιχεία και είναι ένας σοβαρός, προβληματισμένος άνθρωπος».Η συναισθηματική ανάγκη, η μεταφυσική πίστη που απορρίπτει κάθε λογική απόδειξη του αντιθέτου, οδήγησε γι' άλλη μια φορά στην Ιστορία σε αιματηρά εγκλήματα. Και φαίνεται ότι ήρθε η ώρα ο κυνισμός να κάνει γι' άλλη μια φορά τα δικά του.
Στην πολιτική επιτύμβια στήλη του Γούλφοβιτς θα μπορούσε να γραφεί η περιγραφή που του έκανε ανώτατο στέλεχος του Πενταγώνου: «Στην Ουάσιγκτον υπάρχουν δύο ειδών κακοποιοί, οι απατεώνες και οι βλάκες. Δεν είναι απατεώνας...»Ο φαινομενικά ήπιος πρώην καθηγητής του Γέιλ δεν θα έπρεπε να απολογηθεί, επειδή ευνόησε μισθολογικά τη σύντροφό του από τη θέση του προέδρου της Διεθνούς Τράπεζας. Και ίσως τα δάκρυά του να μην αφορούσαν αποκλειστικά αυτό το ανθρώπινο πταίσμα, αλλά την κατάρρευση μιας ολόκληρης ιδεολογίας, η οποία στήθηκε σε μεγάλο βαθμό πάνω στις δικές του απόψεις περί ηθικής, στη δική του εκδοχή για το καλό και το κακό, που οδήγησαν σε τερατουργήματα της αμερικανικής πολιτικής τύπου Ιράκ. Μιας προσέγγισης που, καταρρέουσα, θα αποσυνδέσει ξανά την ασκούμενη διεθνή πολιτική από την πρόσφορη σε εκμετάλλευση υποκειμενική έννοια της ηθικής και θα την επαναφέρει σε πιο προβλέψιμη, άρα και πιο ελεγχόμενη, ρεαλιστική βάση.Η επιστροφή του κυνικού ρεαλισμού τύπου Κίσινγκερ διακρίνεται πλέον ως φυσικό επακόλουθο της κακέκτυπης ανατύπωσης του ουιλσονιανού ιδεαλισμού, που σημειολογικά θα οριοθετηθεί με την αποχώρηση από την ενεργό πολιτική του Τόνι Μπλερ σε λίγες μέρες (περισσότερα γι' αυτόν και το ρόλο του στους πανηγυρικούς της αποχώρησής του).Πιονέρος της νέας πολιτικής εποχήςΟ Πολ Γούλφοβιτς δεν αξίζει τη γελοιοποίηση των φωτογραφιών με τις τρύπιες κάλτσες στο τέμενος της Κωνσταντινούπολης. Δεν αξίζει ούτε το στίγμα που θα τον συντροφεύει μετά την αποχώρησή του από την Παγκόσμια Τράπεζα. Αντιθέτως, αξίζει να μνημονεύεται ως ένας από τους καταλύτες της κατάρρευσης των ιδεοληπτικών συγχύσεων μιας εξαιρετικά μεταβατικής εποχής. Διότι προϋπόθεση της κατάρρευσης είναι η ανύψωση.Αν οι απόψεις του Γούλφοβιτς περί -μοιραία υποκειμενικής- ηθικής διεθνούς πολιτικής παρέμεναν πνευματική τροφή μερικών φοιτητών στη Σχολή Διεθνών Σχέσεων του Γέιλ (όπως της Κοντολίζα Ράις), αν απλώς μηρυκάζονταν σε διάφορες «Δεξαμενές Σκέψης», αν η συναισθηματική έκρηξη της 11ης Σεπτεμβρίου δεν τις είχε καταστήσει επίσημη πολιτική των ΗΠΑ με τις αναπόφευκτες παραμορφώσεις της θεωρίας που προκαλεί η πράξη, η αίγλη τους θα παρέμενε αλώβητη, έτοιμη να αναδυθεί σε νέα Ιράκ και νέες Σερβίες. Διότι η συναισθηματική τους αξία είναι σημαντική, όπως έδειξε και η μεγάλη αποδοχή που είχε ο ΝΑΤΟϊκός πόλεμος στη πρώην Γιουγκοσλαβία, κυρίως μεταξύ των ανά τον κόσμο «προοδευτικών».Καταβολές και ΟλοκαύτωμαΗ συναισθηματική βάση κάθε ηθικής άποψης οδηγεί σε μια ψυχαναλυτική προσέγγιση των απόψεων του Γούλφοβιτς (και του Μπλερ, αλλά, είπαμε, ήγγικεν η ώρα). Ο θάνατος του συνόλου σχεδόν των συγγενών του στην Πολωνία στο ναζιστικό Ολοκαύτωμα είναι φυσικό να αποτέλεσε τη βάση. Η αποτυχία του «κατευνασμού» κατά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, η καθυστέρηση της αμερικανικής εμπλοκής στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, σε συνδυασμό με την εκτίμηση ότι αυτή επέτρεψε την ανάπτυξη του Ολοκαυτώματος, έδωσε λογική αξία στην άποψη ότι παρόμοιοι κίνδυνοι πρέπει να αντιμετωπίζονται αποφασιστικά στο ξεκίνημά τους, σχεδόν προληπτικά. Η παρομοίωση των «ρεαλιστών» με τον Νέβιλ Τσάμπερλεν δεν ήταν απλώς αποστομωτικό επιχείρημα σε επίπεδο υπεραπλουστευτικών τηλεοπτικών συζητήσεων. Πιο συναισθηματική, άρα πιο αυθαίρετη, ήταν η άποψη ότι οποιαδήποτε δημοκρατία είναι εκ φύσεως αγαθή και, ακόμα περισσότερο, εκ φύσεως φιλική προς τις -εξ ορισμού αγαθές- ΗΠΑ. Οι οποίες, στρατιωτικά πανίσχυρες, δεν έχουν καμιά δικαιολογία για να μην κάνουν το σωστό.Ο καταλύτης της 11ης Σεπτεμβρίου εξασφάλισε τις εκτελεστικές συμμαχίες για την εφαρμογή του ιδεολογήματος αυτού. Η φαινομενικά ετερόκλητη συμμαχία του ιδεαλιστή Γούλφοβιτς με κυνικούς ρεαλιστές (Τσένι), ανασφαλείς που αναζητούν συναισθηματικές βεβαιότητες (Μπους) και απλοϊκούς μάνατζερ (Ράμσφελντ), αλλά και όσους αναζητούσαν ευκαιρία να επενδύσουν χάριν των συμφερόντων τους, οικονομικών, πολιτικών και άλλων, απέκτησε ορμή, αλλά και όψη, οδοστρωτήρα.Παρασυρμένοι από τον οδοστρωτήρα αυτό, ακόμα και οι επικριτές του, κυρίως στην Ευρώπη, στριμώχτηκαν σε διατύπωση αντιρρήσεων σε ηθικολογικό επίπεδο, παίζοντας έτσι στο γήπεδο της αμερικανικής «Ομάδας του Ονείρου» (Dream Team).Τώρα που η πρώτη εκτεταμένη πειραματική εφαρμογή του μορφώματος αυτού στο Ιράκ το κάνει να φαίνεται περισσότερο σαν «ταύρος σε υαλοπωλείο» μετά τα αναισθητικά βέλη των κτηνιάτρων που ήρθαν να τον μαζέψουν, ο γδούπος της πτώσης του συμπαρασύρει και τις όποιες θετικές αρχικές παραδοχές του.Αν όμως στην πλευρά της λεγόμενης «Δύσης» η φυσική αντίδραση στο καταστροφικό αμερικανο-βρετανικό (δεν ξεχνάμε τον Μπλερ) συναισθηματικό όργιο φαίνεται να είναι μια σταδιακή αναδίπλωση στο ρεαλισμό, ακόμα και με τα χαρακτηριστικά του κυνισμού, η συναισθηματική έξαρση, που πυροδότησε στο στρατόπεδο, που εκ των πραγμάτων βρέθηκε απέναντι, στο Ισλάμ, διατηρεί την ορμή της και προσφέρεται ακόμα για παρόμοια εκμετάλλευση από το σύμπλεγμα των δικών της ιδεαλιστών, κυνικών και απλών συμφεροντολόγων.«Παραπλανημένος»Στην πολιτική επιτύμβια στήλη του Γούλφοβιτς θα μπορούσε να γραφεί η περιγραφή που του έκανε ανώτατο στέλεχος του Πενταγώνου: «Στην Ουάσιγκτον υπάρχουν δύο ειδών κακοποιοί, οι απατεώνες και οι βλάκες. Δεν είναι απατεώνας. Είναι βαθιά παραπλανημένος, είναι αδιάβροχος στα πραγματικά στοιχεία και είναι ένας σοβαρός, προβληματισμένος άνθρωπος».Η συναισθηματική ανάγκη, η μεταφυσική πίστη που απορρίπτει κάθε λογική απόδειξη του αντιθέτου, οδήγησε γι' άλλη μια φορά στην Ιστορία σε αιματηρά εγκλήματα. Και φαίνεται ότι ήρθε η ώρα ο κυνισμός να κάνει γι' άλλη μια φορά τα δικά του.
Δευτέρα 7 Μαΐου 2007
Οι Γάλλοι επέλεξαν μια... αρσενική Θάτσερ
Τελικά η Γαλλία ψήφισε συναισθηματικά για να απορρίψει το συναίσθημα στην πολιτική. Φόβοι, ανησυχίες και, κυρίως, απογοητεύσεις έστρεψαν τους ψηφοφόρους εκείνους που μετακινούμενοι κρίνουν το αποτέλεσμα μακριά από τους, έστω και αχνούς, σοσιαλιστικούς συναισθηματισμούς της Σεγκολέν Ρουαγιάλ και τους προσανατόλισαν στην πυγμή υπεραναπλήρωσης ενός πυγμαίου σωματότυπου του Νικολά Σαρκοζί.
Η τηλεοπτική αναμέτρηση των δύο υποψηφίων είναι αυτή που παγίωσε και διεύρυνε τη διαφορά υπέρ του Σαρκοζί, όχι λόγω της λανθασμένης ανάγνωσης των προσδοκιών των Γάλλων εκ μέρους της Σεγκολέν Ρουαγιάλ, όσο λόγω των περιορισμών που της επέβαλε η σοσιαλιστική ταυτότητά της, με όση χαλαρότητα και αν την αντιλαμβανόταν, καθώς και η συναισθηματική αοριστία που τη συνόδευε. Προφανής απόφαση και των δύο υποψηφίων ήταν να ανασκευάσουν την εικόνα που τους συνόδευε σε όλη την προεκλογική εκστρατεία. Ο Σαρκοζί κατάφερε να αποβάλει (για δύο ώρες) την τραχύτητα και την επιθετικότητά του, εμφανιζόμενος ως «ήρεμη δύναμη», με σαφείς, ξεκάθαρες θέσεις σε συγκεκριμένα ζητήματα. Η Ρουαγιάλ πέτυχε να εμφανιστεί επιθετική. Ομως η επιθετικότητα αυτή εκφράσθηκε και πάλι ως συναίσθημα, ως οργή. Και όταν έλεγε «είμαι οργισμένη», αναφερόταν σε επίσης συναισθηματικά φορτισμένες αλλά και αφηρημένες έννοιες όπως «αδικία», «κοινωνική δικαιοσύνη» κ.λπ. Συνέχισε δηλαδή στο μοτίβο μιας προεκλογικής εκστρατείας στηριγμένης σε συχνές διακηρύξεις περί «Ελευθερίας, Ισότητας, Αδελφοσύνης», με μια ελαφριά επίπαση πρακτικών προτάσεων, συχνά όχι και τόσο επιτυχημένων (όπως τα στρατόπεδα αναμόρφωσης για την αντιμετώπιση της νεανικής παραβατικότητας). Μπορεί να έπεισε για τη δυνατότητά της να οργίζεται με την αδικία και για τις καλές της προθέσεις, δεν φαίνεται όμως να έπεισε για την ικανότητά της να μεταφράσει τις προθέσεις αυτές σε πρακτικές λύσεις για τα προβλήματα που απασχολούν τους Γάλλους. «Εχουμε τελειώσει. Αν δεν αλλάξουμε ριζικά όλα όσα έχουμε μάθει, θα σβήσουμε. Και δεν το βλέπω να αλλάζουμε», έλεγε απογοητευμένος, σχεδόν φοβισμένος, φίλος Γάλλος δημοσιογράφος, από τους πλέον δραστήριους φοιτητές του Μάη του '68, έπειτα από μερικά ταξίδια στην Κίνα. Σήμερα, στα εξήντα του, σκέφτεται μήπως πρέπει να ακολουθήσει τις χιλιάδες των νεαρών, καλά εκπαιδευμένων Γάλλων, που ουσιαστικά «ψηφίζουν με τα πόδια τους» παίρνοντας την άγουσα για τη Βρετανία, όπου διακρίνουν (και βρίσκουν απ' ό,τι φαίνεται) απείρως περισσότερες ευκαιρίες εργασίας, έκφρασης και δημιουργίας απ' όσες τους προσφέρει πλέον μια αγκυλωμένη γαλλική κοινωνία. Ολο και περισσότεροι ανάμεσά τους βλέπουν στις διεκδικήσεις του παρελθόντος και στα κεκτημένα του παρόντος, τα βαρίδια του μέλλοντος. Μεγάλο μέρος της γαλλικής κοινωνίας ζει πλέον σε μια υποκειμενική πραγματικότητα που την οδηγεί να απαιτεί ρήξεις. Και με δεδομένο το ξέφτισμα των «υπαρκτών» ιδεολογικών προτύπων, συμπεριλαμβανομένου και του σοσιαλισμού «με χαμηλά λιπαρά» της Σεγκολέν Ρουαγιάλ, και την απουσία νέων, στρέφεται στη διαχειριστική πυγμή που προβάλλει ο Νικολά Σαρκοζί, ακολουθώντας με καθυστέρηση τους γείτονές της στην επιλογή μιας αρσενικής Μάργκαρετ Θάτσερ. Στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές δεν αποκλείεται να αναπληρώσουν τη χρονική υστέρηση απέναντι στη Βρετανία, οδηγώντας σε μια νέα «συγκατοίκηση», αυτή τη φορά όχι ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά με την κλασική έννοια, αλλά με τη γαλλική εκδοχή της Θάτσερ στην προεδρία και τη γαλλική εκδοχή του Τόνι Μπλερ στην πρωθυπουργία.
Η τηλεοπτική αναμέτρηση των δύο υποψηφίων είναι αυτή που παγίωσε και διεύρυνε τη διαφορά υπέρ του Σαρκοζί, όχι λόγω της λανθασμένης ανάγνωσης των προσδοκιών των Γάλλων εκ μέρους της Σεγκολέν Ρουαγιάλ, όσο λόγω των περιορισμών που της επέβαλε η σοσιαλιστική ταυτότητά της, με όση χαλαρότητα και αν την αντιλαμβανόταν, καθώς και η συναισθηματική αοριστία που τη συνόδευε. Προφανής απόφαση και των δύο υποψηφίων ήταν να ανασκευάσουν την εικόνα που τους συνόδευε σε όλη την προεκλογική εκστρατεία. Ο Σαρκοζί κατάφερε να αποβάλει (για δύο ώρες) την τραχύτητα και την επιθετικότητά του, εμφανιζόμενος ως «ήρεμη δύναμη», με σαφείς, ξεκάθαρες θέσεις σε συγκεκριμένα ζητήματα. Η Ρουαγιάλ πέτυχε να εμφανιστεί επιθετική. Ομως η επιθετικότητα αυτή εκφράσθηκε και πάλι ως συναίσθημα, ως οργή. Και όταν έλεγε «είμαι οργισμένη», αναφερόταν σε επίσης συναισθηματικά φορτισμένες αλλά και αφηρημένες έννοιες όπως «αδικία», «κοινωνική δικαιοσύνη» κ.λπ. Συνέχισε δηλαδή στο μοτίβο μιας προεκλογικής εκστρατείας στηριγμένης σε συχνές διακηρύξεις περί «Ελευθερίας, Ισότητας, Αδελφοσύνης», με μια ελαφριά επίπαση πρακτικών προτάσεων, συχνά όχι και τόσο επιτυχημένων (όπως τα στρατόπεδα αναμόρφωσης για την αντιμετώπιση της νεανικής παραβατικότητας). Μπορεί να έπεισε για τη δυνατότητά της να οργίζεται με την αδικία και για τις καλές της προθέσεις, δεν φαίνεται όμως να έπεισε για την ικανότητά της να μεταφράσει τις προθέσεις αυτές σε πρακτικές λύσεις για τα προβλήματα που απασχολούν τους Γάλλους. «Εχουμε τελειώσει. Αν δεν αλλάξουμε ριζικά όλα όσα έχουμε μάθει, θα σβήσουμε. Και δεν το βλέπω να αλλάζουμε», έλεγε απογοητευμένος, σχεδόν φοβισμένος, φίλος Γάλλος δημοσιογράφος, από τους πλέον δραστήριους φοιτητές του Μάη του '68, έπειτα από μερικά ταξίδια στην Κίνα. Σήμερα, στα εξήντα του, σκέφτεται μήπως πρέπει να ακολουθήσει τις χιλιάδες των νεαρών, καλά εκπαιδευμένων Γάλλων, που ουσιαστικά «ψηφίζουν με τα πόδια τους» παίρνοντας την άγουσα για τη Βρετανία, όπου διακρίνουν (και βρίσκουν απ' ό,τι φαίνεται) απείρως περισσότερες ευκαιρίες εργασίας, έκφρασης και δημιουργίας απ' όσες τους προσφέρει πλέον μια αγκυλωμένη γαλλική κοινωνία. Ολο και περισσότεροι ανάμεσά τους βλέπουν στις διεκδικήσεις του παρελθόντος και στα κεκτημένα του παρόντος, τα βαρίδια του μέλλοντος. Μεγάλο μέρος της γαλλικής κοινωνίας ζει πλέον σε μια υποκειμενική πραγματικότητα που την οδηγεί να απαιτεί ρήξεις. Και με δεδομένο το ξέφτισμα των «υπαρκτών» ιδεολογικών προτύπων, συμπεριλαμβανομένου και του σοσιαλισμού «με χαμηλά λιπαρά» της Σεγκολέν Ρουαγιάλ, και την απουσία νέων, στρέφεται στη διαχειριστική πυγμή που προβάλλει ο Νικολά Σαρκοζί, ακολουθώντας με καθυστέρηση τους γείτονές της στην επιλογή μιας αρσενικής Μάργκαρετ Θάτσερ. Στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές δεν αποκλείεται να αναπληρώσουν τη χρονική υστέρηση απέναντι στη Βρετανία, οδηγώντας σε μια νέα «συγκατοίκηση», αυτή τη φορά όχι ανάμεσα στη Δεξιά και την Αριστερά με την κλασική έννοια, αλλά με τη γαλλική εκδοχή της Θάτσερ στην προεδρία και τη γαλλική εκδοχή του Τόνι Μπλερ στην πρωθυπουργία.
Τρίτη 24 Απριλίου 2007
Ο ριζοσπαστισμός της μεσαίας τάξης
Μια πρόγευση των επιπτώσεων της παγκοσμιοποίησης στη μελλοντική πολιτική συμπεριφορά των πολιτών στις αναπτυγμένες χώρες, ιδίως στην Ευρώπη, δίνει ο προχθεσινός πρώτος γύρος των γαλλικών προεδρικών εκλογών και ιδίως ο τριπλασιασμός της δύναμης του Κέντρου στο πρόσωπο του Φρανσουά Μπαϊρού, σε συνδυασμό με τον καταποντισμό των μικρών αριστερών κομμάτων.
Από το 6% των εκλογών του 2002, ο Μπαϊρού συγκέντρωσε πάνω από 18%. Σχολιάζοντας το αποτέλεσμα αυτό, ο διευθυντής της «Μοντ», Ζαν- Μαρί Κολομπανί (βλέπε σε διπλανή σελίδα), παρατηρεί ότι «το κέντρο επιβλήθηκε προσθέτοντας στις παραδοσιακές συνιστώσες του μια διάσταση καθαρής διαμαρτυρίας». Σε πρώτο επίπεδο, η διαμαρτυρία αυτή είναι προφανές ότι αφορά τη γαλλική πολιτική σκηνή, τα πρόσωπα και τα κόμματα που εναλλάχθηκαν τα τελευταία χρόνια στην εξουσία. Λίγο βαθύτερα, όμως, εδράζεται στην εντεινόμενη δυσφορία μιας μέσης τάξης, μεγάλα τμήματα της οποίας ωθούνται σταθερά πέρα από τη γραμμή που τους χώριζε από τα κατώτερα εισοδηματικά στρώματα, καταλαμβάνοντας το όλο και μεγαλύτερο κενό που αφήνουν εκείνοι που μετακινούνται από τα εργατικά στρώματα προς το περιθώριο της κοινωνίας.Στο επίπεδο της δυσφορίας, τμήμα της μεσαίας τάξης εκφράζεται όλο και περισσότερο διαμαρτυρόμενο, χρησιμοποιώντας την αρνητική ψήφο για να την εκφράσει. Ενα τμήμα έχει ήδη αρχίσει να ριζοσπαστικοποιείται. Στην περίπτωση της Γαλλίας, η ριζοσπαστικοποίηση αυτή το κατευθύνει κυρίως στην άκρα δεξιά ή στην ακροδεξιά συνιστώσα πολιτικών όπως ο Νικολά Σαρκοζί.Στην Ευρώπη, ιστορικά η δυσφορία και η συνακόλουθη ριζοσπαστικοποίηση της μεσαίας τάξης εκφράστηκε επαναστατικά μέσω φασιστικών μορφωμάτων. Οι ιστορικές συνθήκες δεν είναι ίδιες με αυτές του παρελθόντος. Ο ρυθμός αύξησης της δυσφορίας, όμως, ξυπνά ιστορικές μνήμες.
Από το 6% των εκλογών του 2002, ο Μπαϊρού συγκέντρωσε πάνω από 18%. Σχολιάζοντας το αποτέλεσμα αυτό, ο διευθυντής της «Μοντ», Ζαν- Μαρί Κολομπανί (βλέπε σε διπλανή σελίδα), παρατηρεί ότι «το κέντρο επιβλήθηκε προσθέτοντας στις παραδοσιακές συνιστώσες του μια διάσταση καθαρής διαμαρτυρίας». Σε πρώτο επίπεδο, η διαμαρτυρία αυτή είναι προφανές ότι αφορά τη γαλλική πολιτική σκηνή, τα πρόσωπα και τα κόμματα που εναλλάχθηκαν τα τελευταία χρόνια στην εξουσία. Λίγο βαθύτερα, όμως, εδράζεται στην εντεινόμενη δυσφορία μιας μέσης τάξης, μεγάλα τμήματα της οποίας ωθούνται σταθερά πέρα από τη γραμμή που τους χώριζε από τα κατώτερα εισοδηματικά στρώματα, καταλαμβάνοντας το όλο και μεγαλύτερο κενό που αφήνουν εκείνοι που μετακινούνται από τα εργατικά στρώματα προς το περιθώριο της κοινωνίας.Στο επίπεδο της δυσφορίας, τμήμα της μεσαίας τάξης εκφράζεται όλο και περισσότερο διαμαρτυρόμενο, χρησιμοποιώντας την αρνητική ψήφο για να την εκφράσει. Ενα τμήμα έχει ήδη αρχίσει να ριζοσπαστικοποιείται. Στην περίπτωση της Γαλλίας, η ριζοσπαστικοποίηση αυτή το κατευθύνει κυρίως στην άκρα δεξιά ή στην ακροδεξιά συνιστώσα πολιτικών όπως ο Νικολά Σαρκοζί.Στην Ευρώπη, ιστορικά η δυσφορία και η συνακόλουθη ριζοσπαστικοποίηση της μεσαίας τάξης εκφράστηκε επαναστατικά μέσω φασιστικών μορφωμάτων. Οι ιστορικές συνθήκες δεν είναι ίδιες με αυτές του παρελθόντος. Ο ρυθμός αύξησης της δυσφορίας, όμως, ξυπνά ιστορικές μνήμες.
Τετάρτη 11 Απριλίου 2007
Εντονη αμφισβήτηση για τον πόλεμο
ΚΑΘΕ δυστύχημα προϋποθέτει τη σύμπτωση μιας σειράς γεγονότων. Η έλλειψη ενός και μόνο απ' αυτά μειώνει τη σοβαρότητά του ή και το αποτρέπει. Αυτό ισχύει ιδιαιτέρως για τον «παράγοντα ενεργοποίησης», τον καταλύτη που είναι απαραίτητος για την πυροδότηση του συνδυασμού στοιχείων ώστε να προκύψει το δυστύχημα.
ΓΙΑ το δυστύχημα στο οποίο κατέληξαν οι ΗΠΑ υπό την προεδρία του Τζορτζ Μπους, ο παράγοντας ενεργοποίησης είναι προφανής: η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου. Ομως, για να μπορέσουν οι διάφορες ομάδες ζηλωτών να φέρουν τις ΗΠΑ στη σημερινή τους κατάσταση, τόσο διεθνώς όσο και στο εσωτερικό, για να προωθήσουν ένα έρπον πραξικόπημα, χρειάστηκε να συμπέσουν ή να συσσωρευτούν πολλές προϋποθέσεις.Κατ' αρχήν έπρεπε να υπάρχουν αυτοί καθεαυτοί οι ζηλωτές, τόσο οι νεο-συντηρητικοί ιδεολόγοι όσο και οι θρησκόληπτοι, οι ιδεοληψίες και οι θρησκοληψίες που, αν και δεν αποτελούν αποκλειστικότητα των ΗΠΑ, παρουσιάζουν εκεί παραδοσιακά ιδιαίτερη διεισδυτικότητα στη κοινωνία. Επρεπε να έχει προηγηθεί η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, που επέτρεψε σε άλλα θέματα να αναδειχθούν στην αμερικανική κεντρική πολιτική σκηνή. Χρειαζόταν μια οκταετία προεδρίας του Μπιλ Κλίντον, ώστε να ξεπεραστεί σε μεγάλο βαθμό το σύνδρομο του Βιετνάμ και οι απομονωτικές συνέπειές του. Χρειαζόταν ακόμα και το σκάνδαλο Λεβίνσκι, για να προσθέσει πινελιές ηθικολογίας στις εκλογές. Και οι εκλογές χρειαζόταν να φέρουν στην εξουσία μια προσωπικότητα με ψυχολογία που θα την οδηγούσε σε ταύτιση με τους ζηλωτές.Ενα δυστύχημα είναι στιγμιαίο, αλλά οι επιπτώσεις του μπορεί να έχουν διάρκεια. Τρεις μέρες πριν από τις εκλογές στις ΗΠΑ, κατά τις οποίες θα ανανεωθεί ολόκληρη η Βουλή των Αντιπροσώπων, το ένα τρίτο των εδρών της Γερουσίας και οι κυβερνήτες στην πλειονότητα των Πολιτειών, οι σφυγμομετρήσεις, παρουσιάζοντας ως πιθανότερη τη νίκη των Δημοκρατικών, δείχνουν ότι οι επιπτώσεις αρχίζουν να αμβλύνονται.Προφανής καταλύτης αυτής της εξέλιξης, η υπόθεση του Ιράκ, οδήγησε σε συνειδητοποίηση της σύγκρουσης ιδεοληψιών και πραγματικότητας, καταφέρνοντας να διαπεράσει παρωπίδες φόβου, μεταφυσικής πίστης στο πρόσωπο του προέδρου και σταθερά καλλιεργημένων ψευδαισθήσεων. Ομως, αν το Ιράκ αφύπνισε τμήματα της αμερικανικής κοινωνίας, αν και σε αυτό καθώς και στην ευρύτερη εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ στρέφεται το διεθνές ενδιαφέρον, δεν είναι το αποκλειστικό στοιχείο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ήττα των Ρεπουμπλικανών στις μεθαυριανές εκλογές. Πολλοί θεωρούν, μάλιστα, ότι δεν θα είναι ούτε καν το κυρίαρχο.Οι εκλογές, που γίνονται στο μέσο της προεδρικής θητείας, παρουσιάζουν σημαντικές ομοιότητες με τις ελληνικές δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές, στο βαθμό που η ψήφος των πολιτών δεν ακολουθεί απαραίτητα κομματικές γραμμές αλλά αφορά συγκεκριμένες προσωπικότητες. Η κομματική ψήφος αλλά και η ψήφος διαμαρτυρίας απέναντι στην πολιτική της κεντρικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης έχει βεβαίως τη θέση της, όμως και αυτή επηρεάζεται από τις εξελίξεις.Αν οι εκλογές της 7ης Νοεμβρίου καταλήξουν σε δυστύχημα για τους Ρεπουμπλικανούς, σίγουρα ο «παράγοντας ενεργοποίησης» θα είναι το Ιράκ. Το ότι ο Τζορτζ Μπους επιμένει δημοσίως στην ορθότητα της πολιτικής του είναι λογικό, καθώς πρέπει να απαντήσει σε κάποιο βαθμό στις κατηγορίες. Αυτό που εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται λογικό είναι το ότι δεν σύρεται απλώς στην ανάδειξη του θέματος -που εξελίσσεται στη νέμεση της προεδρίας του- ως κορυφαίου στην προεκλογική περίοδο, αλλά δείχνει να το επιδιώκει. Ομως, από εκλογικής απόψεως, για τους Ρεπουμπλικανούς άλλο είναι το κρίσιμο θέμα το οποίο προσπαθούν να κρατήσουν όσο το δυνατόν μακρύτερα από τις προεκλογικές συζητήσεις: Η υπόθεση των σεξουαλικών σκανδάλων του Ρεπουμπλικανού βουλευτή από τη Φλώριδα, Μαρκ Φόλι, και η συγκάλυψή τους από τη ρεπουμπλικανική ηγεσία του Κογκρέσου.Ο λόγος είναι απλός: η εκλογική βάση των Ρεπουμπλικανών γενικά και του Τζορτζ Μπους ειδικότερα, η θρησκευτική Δεξιά, είναι εξαιρετικά συντηρητική κοινωνικά, θρησκόληπτη και απόλυτη στις δικές της αξίες.Στις προεδρικές εκλογές του 2004, τον Τζορτζ Μπους ψήφισαν το 78% των λευκών Ευαγγελικών, που αποτελούν το 23% των ψηφοφόρων. Τον ψήφισαν το 52% των Καθολικών, έστω και αν ο αντίπαλός του, Τζον Κέρι, ήταν Καθολικός, κάτι που δεν άφησε ανεκμετάλλευτο κατά την προεκλογική του εκστρατεία. Παρουσιάστηκε τότε το φαινόμενο διάσπασης της ψήφου των Καθολικών, πολλοί από τους οποίους δεν ψήφισαν τον ομόδοξό τους αλλά τον Μεθοδιστή Μπους για έναν και μοναδικό λόγο: ο Κέρι ήταν Δημοκρατικός και το Δημοκρατικό κόμμα είναι υπέρ της ελευθερίας της επιλογής στον τομέα της άμβλωσης. Οι Καθολικοί είναι ανυποχώρητα εναντίον των αμβλώσεων και για πολλούς ήταν θέμα αρχής να μην ψηφίσουν τον οποιονδήποτε Δημοκρατικό υποψήφιο.Οσο στην προεκλογική περίοδο κυριαρχεί το θέμα του Ιράκ, είναι βέβαιο ότι κάποιοι από τους εν δυνάμει ψηφοφόρους των Ρεπουμπλικανών, αν δεν καγχάσουν, θα αρχίσουν να αμφισβητούν τις συνεχιζόμενες διαβεβαιώσεις, προερχόμενες ακόμα και από στρατηγούς, ότι τόσο ο πρόεδρος Μπους όσο και ο υπουργός Αμυνας, Ντόναλντ Ράμσφελντ, ως Ιωάννες της Λωρραίνης, καθοδηγούνται από τον Θεό στις επιλογές τους σχετικά με τον πόλεμο στο Ιράκ και τον ευρύτερο πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. Ομως, ακόμα κι αυτοί, θα δυσκολευτούν να ψηφίσουν Δημοκρατικούς, έστω κι αν το Δημοκρατικό Κόμμα κάνει ό,τι μπορεί για να μην προβάλει τις πάγιες θέσεις του σε «ηθικά» θέματα όπως οι αμβλώσεις και οι έρευνες σε αρχέγονα κύτταρα.Αν όμως κυριαρχούσε το «ηθικό» θέμα του Φόλι, οι Ρεπουμπλικανοί ψηφοφόροι που θα αισθάνονταν αναγκασμένοι να τιμωρήσουν το κόμμα τους ψηφίζοντας Δημοκρατικούς ή απλώς απέχοντας θα ήταν πολύ περισσότεροι. Παρά την καταστροφική πορεία του πολέμου στο Ιράκ, οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν κάποιες, έστω και μικρές, ελπίδες διάσωσης της κυριαρχίας τους στο Κογκρέσο μετά τις εκλογές. Αν αυτό συμβεί, θα σημαίνει ότι η πολιτική κατάσταση στις ΗΠΑ έχει απολιθωθεί κατά μήκος των άκαμπτων θρησκευτικών και ιδεολογικών γραμμών που εκφράστηκαν στις εκλογές του 2000 και 2005, και τροφοδοτήθηκαν από την ανάδραση μιας «δικής τους» εξουσίας.Αν, το πιθανότερο, οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου, οι πιέσεις στον πρόεδρο Μπους για αλλαγή στιλ στην εξωτερική πολιτική και στο θέμα του Ιράκ θα ενισχυθούν. Σε θέματα ουσίας, όμως, και οι Δημοκρατικοί είναι όμηροι των επιλογών που έχουν ήδη γίνει στο παρελθόν, πολλές από τις οποίες με τη δική τους συναίνεση. Στα δύο χρόνια που μεσολαβούν μέχρι τις προεδρικές εκλογές του 2008, η επαφή της ρητορικής τους με την πραγματικότητα ενδέχεται να λειτουργήσει προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.Ακόμα και αν συμβάλουν στη χειραφέτηση της αμερικανικής κοινωνίας από τους νεο-συντηρητικούς ζηλωτές και την αποκατάσταση συνταγματικών και ανθρώπινων δικαιωμάτων, αν παίξουν τον ρόλο τους στην αποδυνάμωση των Ευαγγελιστών που, ερμηνεύοντας κατά λέξη το Ευαγγέλιο, ταυτίζονται με τα συντηρητικότερα στοιχεία του Ισραήλ και τα στηρίζουν (στη Δεξιά του Κυρίου, τόσο η Δεξιά όσο και ο Κύριος ταυτίζονται), δεν θα μπορέσουν να ξεφύγουν από τη θρησκευτική πόλωση της αμερικανικής κοινωνίας.Οπως σχολιάζει ο ειδικός για τους Ευαγγελικούς στο Κέντρο Ηθικής και Δημόσιας Πολιτικής των ΗΠΑ, Μάικλ Κρομάρτι, μέχρι τις εκλογές του 2008 «οι Δημοκρατικοί θα πρέπει να δηλώνουν ότι συντονίζονται θρησκευτικά με την Αμερική και να πείσουν γι' αυτό. Ολοι οι μελλοντικοί πολιτικοί σύμβουλοι θα πρέπει να κατανοήσουν τις θρησκευτικές ευαισθησίες».Η κατανόηση είναι, κατ' αρχήν, θετική. Η θρησκευτική περιχαράκωση και η ενθάρρυνση ή αποδοχή θρησκευτικών διαχωριστικών γραμμών στην πολιτική σκηνή, όμως, εγκυμονεί κινδύνους. Ιδίως σε μια χώρα και σε μία ήπειρο που δεν έχει αναπτύξει αντισώματα, όπως η Ευρώπη, μη έχοντας εμβολιαστεί ιστορικά με τις ολέθριες επιπτώσεις της επικράτησης θρησκευτικών και ιδεολογικών βεβαιοτήτων.
04/11/07
ΓΙΑ το δυστύχημα στο οποίο κατέληξαν οι ΗΠΑ υπό την προεδρία του Τζορτζ Μπους, ο παράγοντας ενεργοποίησης είναι προφανής: η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου. Ομως, για να μπορέσουν οι διάφορες ομάδες ζηλωτών να φέρουν τις ΗΠΑ στη σημερινή τους κατάσταση, τόσο διεθνώς όσο και στο εσωτερικό, για να προωθήσουν ένα έρπον πραξικόπημα, χρειάστηκε να συμπέσουν ή να συσσωρευτούν πολλές προϋποθέσεις.Κατ' αρχήν έπρεπε να υπάρχουν αυτοί καθεαυτοί οι ζηλωτές, τόσο οι νεο-συντηρητικοί ιδεολόγοι όσο και οι θρησκόληπτοι, οι ιδεοληψίες και οι θρησκοληψίες που, αν και δεν αποτελούν αποκλειστικότητα των ΗΠΑ, παρουσιάζουν εκεί παραδοσιακά ιδιαίτερη διεισδυτικότητα στη κοινωνία. Επρεπε να έχει προηγηθεί η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, που επέτρεψε σε άλλα θέματα να αναδειχθούν στην αμερικανική κεντρική πολιτική σκηνή. Χρειαζόταν μια οκταετία προεδρίας του Μπιλ Κλίντον, ώστε να ξεπεραστεί σε μεγάλο βαθμό το σύνδρομο του Βιετνάμ και οι απομονωτικές συνέπειές του. Χρειαζόταν ακόμα και το σκάνδαλο Λεβίνσκι, για να προσθέσει πινελιές ηθικολογίας στις εκλογές. Και οι εκλογές χρειαζόταν να φέρουν στην εξουσία μια προσωπικότητα με ψυχολογία που θα την οδηγούσε σε ταύτιση με τους ζηλωτές.Ενα δυστύχημα είναι στιγμιαίο, αλλά οι επιπτώσεις του μπορεί να έχουν διάρκεια. Τρεις μέρες πριν από τις εκλογές στις ΗΠΑ, κατά τις οποίες θα ανανεωθεί ολόκληρη η Βουλή των Αντιπροσώπων, το ένα τρίτο των εδρών της Γερουσίας και οι κυβερνήτες στην πλειονότητα των Πολιτειών, οι σφυγμομετρήσεις, παρουσιάζοντας ως πιθανότερη τη νίκη των Δημοκρατικών, δείχνουν ότι οι επιπτώσεις αρχίζουν να αμβλύνονται.Προφανής καταλύτης αυτής της εξέλιξης, η υπόθεση του Ιράκ, οδήγησε σε συνειδητοποίηση της σύγκρουσης ιδεοληψιών και πραγματικότητας, καταφέρνοντας να διαπεράσει παρωπίδες φόβου, μεταφυσικής πίστης στο πρόσωπο του προέδρου και σταθερά καλλιεργημένων ψευδαισθήσεων. Ομως, αν το Ιράκ αφύπνισε τμήματα της αμερικανικής κοινωνίας, αν και σε αυτό καθώς και στην ευρύτερη εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ στρέφεται το διεθνές ενδιαφέρον, δεν είναι το αποκλειστικό στοιχείο που ενδέχεται να οδηγήσει σε ήττα των Ρεπουμπλικανών στις μεθαυριανές εκλογές. Πολλοί θεωρούν, μάλιστα, ότι δεν θα είναι ούτε καν το κυρίαρχο.Οι εκλογές, που γίνονται στο μέσο της προεδρικής θητείας, παρουσιάζουν σημαντικές ομοιότητες με τις ελληνικές δημοτικές και νομαρχιακές εκλογές, στο βαθμό που η ψήφος των πολιτών δεν ακολουθεί απαραίτητα κομματικές γραμμές αλλά αφορά συγκεκριμένες προσωπικότητες. Η κομματική ψήφος αλλά και η ψήφος διαμαρτυρίας απέναντι στην πολιτική της κεντρικής ομοσπονδιακής κυβέρνησης έχει βεβαίως τη θέση της, όμως και αυτή επηρεάζεται από τις εξελίξεις.Αν οι εκλογές της 7ης Νοεμβρίου καταλήξουν σε δυστύχημα για τους Ρεπουμπλικανούς, σίγουρα ο «παράγοντας ενεργοποίησης» θα είναι το Ιράκ. Το ότι ο Τζορτζ Μπους επιμένει δημοσίως στην ορθότητα της πολιτικής του είναι λογικό, καθώς πρέπει να απαντήσει σε κάποιο βαθμό στις κατηγορίες. Αυτό που εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται λογικό είναι το ότι δεν σύρεται απλώς στην ανάδειξη του θέματος -που εξελίσσεται στη νέμεση της προεδρίας του- ως κορυφαίου στην προεκλογική περίοδο, αλλά δείχνει να το επιδιώκει. Ομως, από εκλογικής απόψεως, για τους Ρεπουμπλικανούς άλλο είναι το κρίσιμο θέμα το οποίο προσπαθούν να κρατήσουν όσο το δυνατόν μακρύτερα από τις προεκλογικές συζητήσεις: Η υπόθεση των σεξουαλικών σκανδάλων του Ρεπουμπλικανού βουλευτή από τη Φλώριδα, Μαρκ Φόλι, και η συγκάλυψή τους από τη ρεπουμπλικανική ηγεσία του Κογκρέσου.Ο λόγος είναι απλός: η εκλογική βάση των Ρεπουμπλικανών γενικά και του Τζορτζ Μπους ειδικότερα, η θρησκευτική Δεξιά, είναι εξαιρετικά συντηρητική κοινωνικά, θρησκόληπτη και απόλυτη στις δικές της αξίες.Στις προεδρικές εκλογές του 2004, τον Τζορτζ Μπους ψήφισαν το 78% των λευκών Ευαγγελικών, που αποτελούν το 23% των ψηφοφόρων. Τον ψήφισαν το 52% των Καθολικών, έστω και αν ο αντίπαλός του, Τζον Κέρι, ήταν Καθολικός, κάτι που δεν άφησε ανεκμετάλλευτο κατά την προεκλογική του εκστρατεία. Παρουσιάστηκε τότε το φαινόμενο διάσπασης της ψήφου των Καθολικών, πολλοί από τους οποίους δεν ψήφισαν τον ομόδοξό τους αλλά τον Μεθοδιστή Μπους για έναν και μοναδικό λόγο: ο Κέρι ήταν Δημοκρατικός και το Δημοκρατικό κόμμα είναι υπέρ της ελευθερίας της επιλογής στον τομέα της άμβλωσης. Οι Καθολικοί είναι ανυποχώρητα εναντίον των αμβλώσεων και για πολλούς ήταν θέμα αρχής να μην ψηφίσουν τον οποιονδήποτε Δημοκρατικό υποψήφιο.Οσο στην προεκλογική περίοδο κυριαρχεί το θέμα του Ιράκ, είναι βέβαιο ότι κάποιοι από τους εν δυνάμει ψηφοφόρους των Ρεπουμπλικανών, αν δεν καγχάσουν, θα αρχίσουν να αμφισβητούν τις συνεχιζόμενες διαβεβαιώσεις, προερχόμενες ακόμα και από στρατηγούς, ότι τόσο ο πρόεδρος Μπους όσο και ο υπουργός Αμυνας, Ντόναλντ Ράμσφελντ, ως Ιωάννες της Λωρραίνης, καθοδηγούνται από τον Θεό στις επιλογές τους σχετικά με τον πόλεμο στο Ιράκ και τον ευρύτερο πόλεμο κατά της τρομοκρατίας. Ομως, ακόμα κι αυτοί, θα δυσκολευτούν να ψηφίσουν Δημοκρατικούς, έστω κι αν το Δημοκρατικό Κόμμα κάνει ό,τι μπορεί για να μην προβάλει τις πάγιες θέσεις του σε «ηθικά» θέματα όπως οι αμβλώσεις και οι έρευνες σε αρχέγονα κύτταρα.Αν όμως κυριαρχούσε το «ηθικό» θέμα του Φόλι, οι Ρεπουμπλικανοί ψηφοφόροι που θα αισθάνονταν αναγκασμένοι να τιμωρήσουν το κόμμα τους ψηφίζοντας Δημοκρατικούς ή απλώς απέχοντας θα ήταν πολύ περισσότεροι. Παρά την καταστροφική πορεία του πολέμου στο Ιράκ, οι Ρεπουμπλικανοί διατηρούν κάποιες, έστω και μικρές, ελπίδες διάσωσης της κυριαρχίας τους στο Κογκρέσο μετά τις εκλογές. Αν αυτό συμβεί, θα σημαίνει ότι η πολιτική κατάσταση στις ΗΠΑ έχει απολιθωθεί κατά μήκος των άκαμπτων θρησκευτικών και ιδεολογικών γραμμών που εκφράστηκαν στις εκλογές του 2000 και 2005, και τροφοδοτήθηκαν από την ανάδραση μιας «δικής τους» εξουσίας.Αν, το πιθανότερο, οι Δημοκρατικοί αποκτήσουν τον έλεγχο του Κογκρέσου, οι πιέσεις στον πρόεδρο Μπους για αλλαγή στιλ στην εξωτερική πολιτική και στο θέμα του Ιράκ θα ενισχυθούν. Σε θέματα ουσίας, όμως, και οι Δημοκρατικοί είναι όμηροι των επιλογών που έχουν ήδη γίνει στο παρελθόν, πολλές από τις οποίες με τη δική τους συναίνεση. Στα δύο χρόνια που μεσολαβούν μέχρι τις προεδρικές εκλογές του 2008, η επαφή της ρητορικής τους με την πραγματικότητα ενδέχεται να λειτουργήσει προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.Ακόμα και αν συμβάλουν στη χειραφέτηση της αμερικανικής κοινωνίας από τους νεο-συντηρητικούς ζηλωτές και την αποκατάσταση συνταγματικών και ανθρώπινων δικαιωμάτων, αν παίξουν τον ρόλο τους στην αποδυνάμωση των Ευαγγελιστών που, ερμηνεύοντας κατά λέξη το Ευαγγέλιο, ταυτίζονται με τα συντηρητικότερα στοιχεία του Ισραήλ και τα στηρίζουν (στη Δεξιά του Κυρίου, τόσο η Δεξιά όσο και ο Κύριος ταυτίζονται), δεν θα μπορέσουν να ξεφύγουν από τη θρησκευτική πόλωση της αμερικανικής κοινωνίας.Οπως σχολιάζει ο ειδικός για τους Ευαγγελικούς στο Κέντρο Ηθικής και Δημόσιας Πολιτικής των ΗΠΑ, Μάικλ Κρομάρτι, μέχρι τις εκλογές του 2008 «οι Δημοκρατικοί θα πρέπει να δηλώνουν ότι συντονίζονται θρησκευτικά με την Αμερική και να πείσουν γι' αυτό. Ολοι οι μελλοντικοί πολιτικοί σύμβουλοι θα πρέπει να κατανοήσουν τις θρησκευτικές ευαισθησίες».Η κατανόηση είναι, κατ' αρχήν, θετική. Η θρησκευτική περιχαράκωση και η ενθάρρυνση ή αποδοχή θρησκευτικών διαχωριστικών γραμμών στην πολιτική σκηνή, όμως, εγκυμονεί κινδύνους. Ιδίως σε μια χώρα και σε μία ήπειρο που δεν έχει αναπτύξει αντισώματα, όπως η Ευρώπη, μη έχοντας εμβολιαστεί ιστορικά με τις ολέθριες επιπτώσεις της επικράτησης θρησκευτικών και ιδεολογικών βεβαιοτήτων.
04/11/07
Πέμπτη 5 Απριλίου 2007
Σύγχυση ιδεών στις ΗΠΑ κληροδοτεί ο Μπους
Είναι ομολογουμένως θλιβερό να υπερασπίζεσαι δικτάτορες, θρησκόληπτους/ιδεόπληκτους φανατικούς, απλά καθάρματα ή καταστροφικές ψυχώσεις τρομοκρατημένων κοινωνιών. Και είναι τραγικό να αναγκάζεσαι να το κάνεις για να αντιταχθείς σε άλλους, χειρότερους δικτάτορες, θρησκόληπτους/ιδεόπληκτους φανατικούς, απλά καθάρματα και καταστροφικότερες ψυχώσεις πιο τρομοκρατημένων κοινωνιών...Αυτός ο φρικτός εγκλωβισμός σε ένα μανιχαϊκό σύμπαν με μοναδικούς πόλους το κακό και το μεγαλύτερο κακό είναι το κληροδότημα της εποχής Μπους, που κάνει τον παλιότερο και σχεδόν ξεχασμένο διπολισμό να μοιάζει ανακουφιστικός, Διότι ο τότε μανιχαϊσμός πρόσφερε την ψευδαίσθηση της επιλογής ανάμεσα στο καλό και το κακό, ή μάλλον στο ότι υπήρχε κάποιο καλό απέναντι στο κακό όταν το κάθε ένα προσδιοριζόταν ανάλογα με την οπτική γωνία.Τότε όμως, η απόλυτη θρησκευτική/ιδεολογική βεβαιότητα της μιας πλευράς δεν είχε απέναντί της μια παρόμοια θρησκευτική/ιδεολογική οντότητα, έστω και αν γινόταν προσπάθεια να αναγορευτεί σε κάτι τέτοιο η απλή περιγραφή ενός οικονομικού συστήματος.Ο λεγόμενος «καπιταλισμός» ποτέ δεν μπόρεσε από μόνος του να προσφέρει ψυχική γαλήνη ή να κατευνάσει υπαρξιακές αγωνίες, κάτι που πετύχαινε το -πραγματικό ή προβαλλόμενο- υπόβαθρο των απέναντι. Δεν έβλεπε έτσι ανταγωνιστικά, άρα εχθρικά, τις θρησκείες, πλην της μιας αντίπαλης θρησκόμορφης ιδεολογίας, την οποία χρησιμοποιούσε για να καλύπτει εξ αντανακλάσεως το δικό του κενό. Ομως, με την κατάρρευση του χρήσιμου αντιπάλου απώλεσε τα «ευγενή» χαρακτηριστικά που του προσέδιδε ο ετεροπροσδιορισμός αυτός. Οι προσπάθειες διαμόρφωσης ενός ιδεολογικού υπόβαθρου είχαν ξεκινήσει στις ΗΠΑ από νωρίς. Από την εποχή της προεδρίας Ρίγκαν ακόμα, καθηγητές σε αμερικανικά πανεπιστήμια καθώς και «δεξαμενές σκέψης» που κοίταζαν προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση άρχισαν να αποκτούν προσβάσεις στα ανώτατα κλιμάκια της αμερικανικής ηγεσίας. Διαμόρφωναν σταδιακά μια πολιτική ανάλυση που αντλούσε από την εμπειρία της αμερικανικής ιστορίας σε συνδυασμό με την από ιδρύσεως εμπειρία του Ισραήλ. Υστερα από μια περίοδο αγρανάπαυσης, οι φορείς αυτής της προσέγγισης ρίζωσαν από το 2000 για τα καλά στην κυβέρνηση του νεότερου Μπους. Οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 τούς πρόσφεραν το στοιχείο του υπαρξιακού φόβου, τον οποίο έσπευσαν να γαληνέψουν μετατρέποντας την ανάλυσή τους σε ιδεολογία και εμπλουτίζοντάς τη με παραθρησκευτικά ιδεολογικά στοιχεία, εκμεταλλευόμενοι την έντονη θρησκευτική ταυτότητα της κυβέρνησης Μπους και των υποστηρικτών της, αλλά και, ετεροπροσδιοριζόμενοι για άλλη μία φορά, την ακραία θρησκευτικότητα των νέων αντιπάλων.Ο κόσμος, όπως διαμορφώθηκε από αυτή την αλληλεπίδραση, περιγράφεται θαυμάσια από τα όσα συμβαίνουν αυτές τις μέρες μέσα και γύρω από τον Λίβανο. Μια χρονίως φοβισμένη στρατιωτικοποιημένη κοινωνία υπό τη συνεχή αίσθηση της απειλής, με την ψυχολογία του πολιορκημένου (συνθήκες που εκτρέφουν τη θρησκευτική βεβαιότητα περί καλού, δικαίου και σωστού), υπό μια άπειρη πολιτική ηγεσία που τρέμει μη φανεί ανεπαρκής, ανακουφίζει το θυμικό της υποστηρίζοντας -με ποσοστά κοντά στο 90% και αναζητώντας τρόπους εκλογίκευσης για πρωτοφανείς μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο- επιθέσεις συλλογικής ευθύνης και σύλληψης ενός ολόκληρου έθνους ως ομήρου, έναντι δύο αιχμαλώτων στρατιωτών.Μια άλλη κοινωνία, επίσης τρομοκρατημένη μετά την 11η Σεπτεμβρίου, με αντίστοιχη υποκειμενική αίσθηση απειλής και πολιορκίας και με παρόμοια μεταφυσική βεβαιότητα περί καλού, δικαίου και σωστού, υποστηρίζει για άλλη μία φορά τη στάση της κυβέρνησής της υπέρ μιας στρατιωτικής εισβολής σε χώρα της Μέσης Ανατολής, παρά τη δική της οδυνηρή εμπειρία από το Ιράκ.Τα πράγματα είναι πιο ορθολογικά -αν και όχι πιο ηθικά- εκεί που θα περίμενε κανείς το αντίθετο. Το ελαφρώς αυτάρεσκο μειδίαμα του σεΐχη της Χεζμπολάχ, Χασάν Νασράλα, μετά τις επιθέσεις στην έδρα της οργάνωσής του, δεν φανερώνει απλώς την αλαζονεία ιερωμένου που αισθάνεται ότι έχει την αποκλειστική αντιπροσωπεία της Αλήθειας. Δείχνει ότι η αντίπαλη των ΗΠΑ και του Ισραήλ πλευρά πατά σε μια πολύ παλαιότερη, βαθύτερη -άρα στερεότερη- θρησκευτική/ιδεολογική βάση και αντλεί από την εμπειρία των ιερατείων της στον κοινωνικό έλεγχο και τον έλεγχο της σκέψης επί πολλές εκατονταετίες. Με την κληρονομιά αυτή, ο ισλαμικός ριζοσπαστισμός στο σύνολό του κατάφερε, εδώ και μερικά χρόνια, να αναστρέψει τη φθίνουσα πορεία του, να μετατραπεί αρχικά σε όχημα του αραβικού εθνικισμού και στη συνέχεια σε πόλο αντίστασης κατά της δυτικής επικυριαρχίας κάθε μορφής...Υπολογίζοντας με την οξυδέρκεια εμπόρου του «σουκ» το κόστος και το κέρδος, πρότεινε στη Δύση -δηλαδή στις ΗΠΑ- μια ανταλλαγή που ήξερε ότι θα γίνει αμέσως δεκτή. Προσφέρθηκε να αποτελέσει τον αναγκαίο αντίπαλο πόλο, να επιτρέψει στις ΗΠΑ να ετεροπροσδιορίσουν πάνω του την ιδεολογική τους ταυτότητα και πήρε ως αντάλλαγμα τη δική του ετερο-νομιμοποίηση.Τη σύγκρουση με τις ΗΠΑ χρησιμοποίησε σαν δεκανίκι που της επέτρεψε να σταθεί στα πρώτα βήματά της η σιιτική Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν. Τη σύγκρουση με τις ΗΠΑ εκμαίευσε η σουνιτική ουαχαμπιτική Αλ Κάιντα για να ανέβει, μέσω αυτής, στην κορυφή του παγκόσμιου ισλαμικού φονταμενταλιστικού κινήματος. Την εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ χρησιμοποίησε για να πατήσει για πρώτη φορά πόδι στην εκτός αραβικής χερσονήσου Μέση Ανατολή. Στη σύγκρουση με τις ΗΠΑ με βάση το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης αναβαπτίζεται η Ισλαμική Επανάσταση στο Ιράν, ύστερα από μια περίοδο αμφισβήτησης. Με τη σύγκρουση με το Ισραήλ -δηλαδή με τις ΗΠΑ- η Χεζμπολάχ διεκδικεί για τον εαυτό της και για το σιιτικό Ιράν το ρόλο της στο παγκόσμιο ισλαμικό κίνημα.Σαν τουρίστες που επιστρέφουν στο ξενοδοχείο τους έπειτα από περιήγηση στα πολύχρωμα στενά των «σουκ» κάποιας αραβικής μεδίνας, οι ΗΠΑ δείχνουν να περηφανεύονται ότι κατάφεραν να «ρίξουν» τον έμπορο στο παζάρι. Σαν όλους τους τουρίστες, πέφτουν έξω.
31/07/2006
31/07/2006
Οταν οι... Ολλανδοί εγκατέλειψαν τη Σρεμπρένιτσα
Ακόμη και στην εξαιρετικά απίθανη περίπτωση που οι βρετανικοί ισχυρισμοί δεν είναι προκλητικά προσχηματικοί για να καλύψουν μια σκοπίμως προβοκατόρικη ενέργεια, η βρετανο-αμερικανική αποχώρηση από τις φυλακές της Ιεριχούς, που άνοιξε την πόρτα διάπλατα στην ισραηλινή επιδρομή, φορτώνει τις δύο χώρες με όνειδος αντίστοιχο εκείνου που σήκωσαν οι ολλανδικές δυνάμεις που εγκατέλειψαν την «ασφαλή ζώνη» της Σρεμπρένιτσα, την προστασία της οποίας είχαν αναλάβει να εγγυώνται.
Είναι αλήθεια ότι οι Βρετανοί και οι Αμερικανοί της Ιεριχούς δεν προστάτευαν χιλιάδες άμαχους και γυναικόπαιδα, αλλά κρατούμενους. Οι χώρες τους, όμως, είχαν αναλάβει διπλό εγγυητικό ρόλο, ο οποίος και είχε επιτρέψει τη διέξοδο από ένα εξαιρετικά επικίνδυνο αδιέξοδο. Η παρουσία τους παρείχε εγγυήσεις τόσο στους Ισραηλινούς όσο και στους Παλαιστινίους. Στους πρώτους εγγυόταν ότι οι κατηγορούμενοι για τον φόνο του Ισραηλινού υπουργού Τουρισμού θα έμεναν όντως στις παλαιστινιακές φυλακές και δεν θα έφευγαν από την πίσω πόρτα. Στους δεύτερους εγγυόταν ότι η παλαιστινιακή κυριαρχία -όσο μπορεί να μιλά κανείς για κάθε τέτοιο- θα παρέμενε σεβαστή και ότι οι κρατούμενοι δεν θα εκτελούνταν ή δεν θα απάγονταν από το Ισραήλ.Δείχνοντας την αξία που έχουν οι «εγγυήσεις» τους -κάτι που βεβαίως πλήττει περαιτέρω την όποια εναπομείνασα σχετική αξιοπιστία τους- ΗΠΑ και Βρετανία αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τη θέση τους ισχυριζόμενοι ότι δεν υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες ασφαλείας και ότι δεν γνώριζαν ότι οι Ισραηλινοί θα επέδραμαν, αν και τους είχαν ενημερώσει ότι θα φύγουν.Φυσικά, οι δύο χώρες δεν αποδέχθηκαν το απολύτως αναμενόμενο πλήγμα στην αξιοπιστία τους και στις όποιες προσπάθειες βελτίωσης της εικόνας τους στον αραβικό - μουσουλμανικό κόσμο για απλούς τεχνικούς λόγους, όπως ισχυρίζονται. Ούτε το έκαναν, απλώς και μόνο για να διευκολύνουν τον προσωρινό πρωθυπουργό του Ισραήλ, Εχούντ Ολμερτ, να μαζέψει περισσότερους πόντους εν όψει των εκλογών στη χώρα του.Το Λονδίνο θα επεδείκνυε κακοήθη αφέλεια, μεγαλύτερη και από αυτή του Λευκού Οίκου, αν δεν ανέμενε ότι η αποχώρηση θα προκαλούσε εντονότατες παλαιστινιακές αντιδράσεις εναντίον Ευρωπαίων στα παλαιστινιακά εδάφη ή εναντίον αμερικανικών και βρετανικών στόχων. Αντιδράσεις, που θα μπορούσαν στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν ως πρόσχημα ή θα διαμορφώσουν κλίμα που θα επιτρέψει τη σκλήρυνση της στάσης απέναντι στη Χαμάς και τους Παλαιστινίους ή που θα οξύνουν τις αντιθέσεις μεταξύ μετριοπαθών και σκληροπυρηνικών Παλαιστινίων.
15/03/2006
Είναι αλήθεια ότι οι Βρετανοί και οι Αμερικανοί της Ιεριχούς δεν προστάτευαν χιλιάδες άμαχους και γυναικόπαιδα, αλλά κρατούμενους. Οι χώρες τους, όμως, είχαν αναλάβει διπλό εγγυητικό ρόλο, ο οποίος και είχε επιτρέψει τη διέξοδο από ένα εξαιρετικά επικίνδυνο αδιέξοδο. Η παρουσία τους παρείχε εγγυήσεις τόσο στους Ισραηλινούς όσο και στους Παλαιστινίους. Στους πρώτους εγγυόταν ότι οι κατηγορούμενοι για τον φόνο του Ισραηλινού υπουργού Τουρισμού θα έμεναν όντως στις παλαιστινιακές φυλακές και δεν θα έφευγαν από την πίσω πόρτα. Στους δεύτερους εγγυόταν ότι η παλαιστινιακή κυριαρχία -όσο μπορεί να μιλά κανείς για κάθε τέτοιο- θα παρέμενε σεβαστή και ότι οι κρατούμενοι δεν θα εκτελούνταν ή δεν θα απάγονταν από το Ισραήλ.Δείχνοντας την αξία που έχουν οι «εγγυήσεις» τους -κάτι που βεβαίως πλήττει περαιτέρω την όποια εναπομείνασα σχετική αξιοπιστία τους- ΗΠΑ και Βρετανία αποφάσισαν να εγκαταλείψουν τη θέση τους ισχυριζόμενοι ότι δεν υπήρχαν οι κατάλληλες συνθήκες ασφαλείας και ότι δεν γνώριζαν ότι οι Ισραηλινοί θα επέδραμαν, αν και τους είχαν ενημερώσει ότι θα φύγουν.Φυσικά, οι δύο χώρες δεν αποδέχθηκαν το απολύτως αναμενόμενο πλήγμα στην αξιοπιστία τους και στις όποιες προσπάθειες βελτίωσης της εικόνας τους στον αραβικό - μουσουλμανικό κόσμο για απλούς τεχνικούς λόγους, όπως ισχυρίζονται. Ούτε το έκαναν, απλώς και μόνο για να διευκολύνουν τον προσωρινό πρωθυπουργό του Ισραήλ, Εχούντ Ολμερτ, να μαζέψει περισσότερους πόντους εν όψει των εκλογών στη χώρα του.Το Λονδίνο θα επεδείκνυε κακοήθη αφέλεια, μεγαλύτερη και από αυτή του Λευκού Οίκου, αν δεν ανέμενε ότι η αποχώρηση θα προκαλούσε εντονότατες παλαιστινιακές αντιδράσεις εναντίον Ευρωπαίων στα παλαιστινιακά εδάφη ή εναντίον αμερικανικών και βρετανικών στόχων. Αντιδράσεις, που θα μπορούσαν στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν ως πρόσχημα ή θα διαμορφώσουν κλίμα που θα επιτρέψει τη σκλήρυνση της στάσης απέναντι στη Χαμάς και τους Παλαιστινίους ή που θα οξύνουν τις αντιθέσεις μεταξύ μετριοπαθών και σκληροπυρηνικών Παλαιστινίων.
15/03/2006
Αμερικανικός εμφύλιος ο πόλεμος στον Λίβανο
Ακολουθώντας την κλασική ψυχροπολεμική προσέγγιση, ο πόλεμος στον Λίβανο πράγματι μπορεί να θεωρηθεί, όπως κατά κόρον έχει αναλυθεί, ένας πόλεμος δι' αντιπροσώπων ανάμεσα στις ΗΠΑ από τη μία πλευρά και στη Συρία και το Ιράν από την άλλη. Το σφάλμα στην προσέγγιση αυτή δεν αφορά το κατά πόσο πρόκειται για πόλεμο δι' αντιπροσώπων, κάτι που όντως ισχύει, αλλά το ποιοι είναι οι αντιπροσωπευόμενοι. Διότι στην πραγματικότητα πρόκειται περί ενός εμφυλίου πολέμου που, όπως όλοι οι εμφύλιοι, είναι σκληρότερος και αιματηρότερος.Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι το κατά πόσον από τον πόλεμο στον Λίβανο βγήκε κερδισμένο το Ισραήλ ή η Χεζμπολάχ, αλλά αν στον εμφύλιο των ΗΠΑ βγήκαν κερδισμένοι οι νεοσυντηρητικοί ή οι ρεαλιστές. Διότι αυτοί που στην πραγματικότητα πολεμούσαν δι' αντιπροσώπων στη Μέση Ανατολή ήταν η συσπειρωμένη γύρω από την «emminence grise» της Ουάσιγκτον, τον αντιπρόεδρο Ντικ Τσένι, δράκα των νεοσυντηρητικών ιδεολόγων και η εκπροσωπούμενη από την υπουργό Εξωτερικών, Κοντολίζα Ράις, ψυχραιμότερη ομάδα των ρεαλιστών.Μετά την ολέθρια για τη θεωρία τους περί «δημιουργικής καταστροφής» πορεία των πολέμων στο Ιράκ αλλά και στο Αφγανιστάν, οι νεοσυντηρητικοί έχασαν τον απόλυτο έλεγχο της πολιτικής που τους χάρισε η 11η Σεπτεμβρίου και έμειναν να παρακολουθούν αφρίζοντας την επικυρούμενη διά του διορισμού της Κοντολίζας Ράις στο υπουργείο Εξωτερικών ενίσχυση των ρεαλιστών. Οι νεοσυντηρητικοί στις ΗΠΑ βρέθηκαν σε άτακτη υποχώρηση, χάνοντας από τις τάξεις τους ακόμα και σημαντικά στελέχη που αλλαξοπίστησαν, όπως ο Φουκουγιάμα, ο οποίος κατέληξε να παρομοιάζεται ειρωνικά με τον απόστολο Παύλο, πρώην Σαούλ, που συνάντησε την Αποκάλυψη στον δρόμο προς τη Δαμασκό.Οσοι αντιμετώπιζαν συγκαταβατικά και χαιρέκακα την παρέα των Φέιθ, Περλ, Κρίστολ και Κάγκαν ξεχνούσαν ότι δεν είναι μόνοι, όπως και η νεοσυντηρητική ιδεολογική προσέγγιση δεν περιορίζεται στον χώρο της συντηρητικής Δεξιάς, ούτε έχει γεωγραφικά όρια στις ΗΠΑ. Βασίστηκε άλλωστε στην ιδεολογία του παλαιού ισραηλινού κόμματος «Λικούντ» και μάλιστα της πλέον συντηρητικής πτέρυγάς του. Ακόμα και στην αφρίζουσα κατά των ΗΠΑ και του Ισραήλ Ελλάδα, τα νεοσυντηρητικά ιδεολογήματα ξεπηδούν συχνά, ανεξαρτήτως κομματικού πλαισίου, όπως φαίνεται από την υποστήριξη ισραηλινής μεθοδολογίας πειρατικών προσεγγίσεων στην ελληνική εξωτερική πολιτική, που βρίσκουν ευκαιρία να αρθρωθούν σε περιόδους έντασης, όπως το τελευταίο ελληνο-τουρκικό επεισόδιο στην Κάρπαθο.Για τους Αμερικανούς και τους Ισραηλινούς νεοσυντηρητικούς, η ανάγκη αναγέννησης από τις στάχτες τους έγινε πολύ επιτακτικότερη από τη φρίκη που τους προκαλεί η σταδιακή επιτυχία της Κοντολίζας Ράις και των ρεαλιστών στο να ανοίξουν για πρώτη φορά ένα παράθυρο απευθείας επικοινωνίας ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη, με Δούρειο Ιππο την ανάγκη κάποιας συνεννόησης για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκάλεσε η πλέον παταγώδης αποτυχία της νεοσυντηρητικής πολιτικής: η εισβολή στο Ιράκ.Ακόμα χειρότερα, όπως γράφει ο Ρίτσαρντ Περλ, «στις 31 Μαΐου, η κυβέρνηση προσφέρθηκε να συμμετάσχει σε συνομιλίες με το Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα. Πώς γίνεται ο Μπους, ο οποίος ορκίστηκε πως στη δική του βάρδια "τα χειρότερα όπλα δεν πρόκειται να πέσουν στα χειρότερα χέρια", επέλεξε μια τέτοια άδοξη υποχώρηση;».Παρόμοια φρίκη πρέπει να είχαν αισθανθεί οι πρόδρομοί τους όταν ο γνωστότερος εκπρόσωπος της ρεαλιστικής σχολής στις ΗΠΑ, ο Χένρι Κίσινγκερ, είχε καταφέρει να οδηγήσει τον τότε πρόεδρο, Ρίτσαρντ Νίξον, στο άνοιγμα των σχέσεων με την Κίνα.Για την εξουδετέρωση του κινδύνου, αυτή τη φορά δεν κρίθηκε πρόσφορη η αναζήτηση «σκελετών στο ντουλάπι» τύπου Ουότεργκεϊτ. Αποτελεσματικότερη κρίθηκε η κινητοποίηση της νεοσυντηρητικής διεθνούς και ειδικά του ισραηλινού πυρήνα της, που συμμεριζόταν απολύτως την αποστροφή απέναντι στην προσέγγιση του αρχετυπικού εχθρού (Ιράν), ενώ επιπλέον αντιμετώπιζε και αυτός τη δική του «φρίκη»: την απόφαση της νέας κυβέρνησης Ολμερτ να προχωρήσει σε κάποιου είδους αποχώρηση από τη Δυτική Οχθη, όπως είχε γίνει πέρυσι στη Λωρίδα της Γάζας, ξεφουσκώνοντας έτσι τα οράματα ενός μείζονος Ισραήλ.Ο υπουργός Αμυνας του Ισραήλ, Αμίρ Περέτζ, εκφράζει πραγματική πικρία, όταν ισχυρίζεται ότι παραπλανήθηκε από τους στρατιωτικούς, έστω και αν εκείνος επέλεξε να αγνοήσει τη φωνή των ρεαλιστών στο επιτελείο του. Εκμεταλλευόμενοι την απειρία της ισραηλινής κυβέρνησης, την αφέλεια του Ολμερτ και του Περέτζ περί τα στρατιωτικά και την ανάγκη ενός πρωθυπουργού και ενός υπουργού Αμυνας που, για πρώτη φορά στο Ισραήλ, δεν έχουν στρατιωτικό υπόβαθρο να αποδείξουν ότι έχουν το σθένος να υπερασπιστούν τη χώρα, κατάφεραν να τους παρασύρουν σε μια γνήσιας νεοσυντηρητικής σύλληψης περιπέτεια «δημιουργικής καταστροφής» που, αν πετύχαινε, θα αποκαθιστούσε τη θέση των νεοσυντηρητικών ως απόλυτων διαμορφωτών της αμερικανικής πολιτικής, θα κλιμακωνόταν σε ευθεία σύγκρουση με τη Συρία και το Ιράν ή, τουλάχιστον, θα καθιστούσε αδιανόητη κάθε προσέγγιση Ουάσιγκτον - Τεχεράνης. Θα έβαζε επίσης τέλος στις «αηδίες» περί αποχώρησης του Ισραήλ από τη Δυτική Οχθη.Οπως όλες οι μέχρι τώρα ιδεολογικά φορτισμένες συλλήψεις των νεοσυντηρητικών, το σχέδιο σκόνταψε στην επαφή του με την πραγματικότητα. Πρώτο συστατικό της πραγματικότητας αυτής, το απρόσμενο σθένος της Χεζμπολάχ απέναντι στην τροφοδοτούμενη με συνεχή εφοδιασμό οπλικών συστημάτων από τις ΗΠΑ ισραηλινή επίθεση. Δεύτερο, η εξίσου απρόσμενη επιτυχία των χειρισμών της Κοντολίζας Ράις και των ρεαλιστών, παρά τις αμέτρητες τρικλοποδιές και προβοκάτσιες.Ακόμα και ο φαινομενικά εντελώς αψυχολόγητος ισραηλινός βομβαρδισμός της Κανά με τα δεκάδες θύματα μεταξύ των αμάχων δεν είχε μόνιμο αποτέλεσμα. Αν και έγινε την κρισιμότερη στιγμή, όταν η Αμερικανίδα υπουργός Εξωτερικών ξεκινούσε τη δεύτερη και αποφασιστική περιοδεία της στη Μέση Ανατολή, αν και την ανάγκασε να τη διακόψει, καθώς ήταν αδύνατον να επισκεφθεί τη Βηρυτό και οποιαδήποτε αραβική πρωτεύουσα μέσα στο κλίμα που είχε διαμορφωθεί, δεν μπόρεσε να αποτρέψει το τελικό αποτέλεσμα, την αποκλιμάκωση μέσω ΟΗΕ, αν και την καθυστέρησε σημαντικά.Δικαιολογημένη είναι λοιπόν η οργή των νεοσυντηρητικών στις ΗΠΑ. Ο κατ' εξοχήν εκφραστής τους, Τσαρλς Κραουτχάμερ, μιλά για τη «χαμένη στιγμή του Ισραήλ» και καταγγέλλει ότι «οι Ισραηλινοί ηγέτες (που αποδέχθηκαν τον συμβιβασμό του ΟΗΕ) φαίνεται να μην κατανοούν πόσο καταστροφική μπορεί να αποβεί μια αποτυχημένη επιχείρηση στον Λίβανο για τη σχέση της χώρας με τις ΗΠΑ» και τονίζει ότι καταστρέφεται η εμπιστοσύνη της Ουάσιγκτον (δηλαδή των νεοσυντηρητικών) προς το Ισραήλ.Χάνοντας άλλη μία μάχη, οι νεοσυντηρητικοί είναι φυσικό να γκρινιάζουν. Ομως η μάχη δεν είναι ο πόλεμος και έχουν επιδείξει κατ' επανάληψη την ικανότητα να αναγεννώνται σχεδόν από τη στάχτη τους. Και τη στιγμή που η βία, η καταστροφή και η προβοκάτσια είναι βασικά στοιχεία της ιδεολογίας τους, μια κατάπαυση του πυρός στον Λίβανο δεν σημαίνει και πολλά. Διότι ο εμφύλιος στην Ουάσιγκτον δεν σταματά με αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας.
21/08/2006
21/08/2006
Μετανάστες, ιθαγενείς αναχωρητές και θύματα του ψηφιακού κόσμου
«Σήμερα οι επιστήμονες διαιρούν τον κόσμο ανάμεσα σε ψηφιακούς ιθαγενείς και ψηφιακούς μετανάστες. Οποιοσδήποτε, πάνω από τα 25, είναι ψηφιακός μετανάστης. Χρειάστηκε να διδαχθεί την ψηφιακή γλώσσα. Ο ψηφιακός ιθαγενής την έμαθε όπως μαθαίνει κανείς τη μητρική του γλώσσα... Ο ψηφιακός μετανάστης δυσκολεύεται και έχει για πάντα μια βαρειά, περιοριστική προφορά». Μορίς Σάατσι, ιδρυτής και διευθυντής του ομώνυμου διαφημιστικού ομίλου.
Το 1728, ο Βρετανός Αλεξάντερ Πόουπ δημοσίευσε το σατιρικό επικό του ποίημα «The Dunciad», καταγγέλλοντας και σατιρίζοντας, μεταξύ άλλων, τον όγκο των βιβλίων που παρήγε η σχετικά νέα τέχνη της τυπογραφίας καθώς αναπτυσσόταν σε σχεδόν βιομηχανικό επίπεδο από και για την αυξανόμενη μάζα της μέσης τάξης.Οπως πολλοί την εποχή εκείνη, θεωρούσε ότι η πληθώρα των πληροφοριών που καθιστούσε διαθέσιμη στη διευρυνόμενη μέση τάξη η ευκολία των νέων τεχνολογιών οδηγούσε σε ένα φτωχότερο κόσμο, καθώς κανείς δεν μπορούσε να απορροφήσει και να επεξεργαστεί λογικά τέτοιον όγκο πληροφοριών, που συχνά ήταν άχρηστες.Ομως, ο υπόλοιπος 18ος και ολόκληρος ο 19ος αιώνας οδήγησαν σε μια απόλυτη κυριαρχία του γραπτού, τυπωμένου λόγου. Για πρώτη φορά στην ιστορία, το μεγαλύτερο μέρος των συμβολικών ανταλλαγών που διαμορφώνουν τον πολιτισμό έφτασε να γίνεται γραπτά. Η βάση κάθε πολιτισμού, η επικοινωνία, μεταφέρθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της πάνω σε τυπωμένο χαρτί, σε βιβλία και εφημερίδες. Και στην κορύφωση της τάσης αυτής, στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, στη γραπτή επικοινωνία -και στη μηχανή της βιομηχανικής επανάστασης- προσαρμόστηκε όχι μόνον η συνολική δομή της κοινωνίας αλλά και η ίδια η ανθρώπινη φυσιολογία. Και πολλές από τις αλλαγές αυτές δεν έχουν ακόμα γίνει πλήρως αποδεκτές από τμήματα των κοινωνιών.Είναι λοιπόν φυσικό, πολύ μεγαλύτερα τμήματα να αδυνατούν να αποδεχθούν, ακόμα και να αναγνωρίσουν, τις σημερινές, πολύ ταχύτερες αλλαγές. Συχνά, αγνοώντας ότι η τεχνολογική εξέλιξη, από την ανακάλυψη των πρώτων εργαλείων ή της φωτιάς, διαμόρφωσε εξελικτικά τον άνθρωπο με τη σημερινή του μορφή, χωρίς καν να σκέφτονται τον κόκκυγα, τη σκωληκοειδή απόφυση ή τους εκφυλιζόμενους τραπεζίτες τους, αισθάνονται φρίκη όταν ακούν τους επιστήμονες να λένε ότι στην επόμενη γενιά ανδρών στις ανεπτυγμένες χώρες το ισχυρότερο δάχτυλο θα είναι για πρώτη φορά ο αντίχειρας, λόγω της επίδρασης των χειριστηρίων των ηλεκτρονικών παιχνιδιών και των αλφαριθμικών πληκτρολογίων στα κινητά τηλέφωνα για την αποστολή γραπτών μηνυμάτων.Ακόμα μεγαλύτερη φρίκη θα αισθάνονταν αν άκουγαν ακόμα πιο πρόσφατες μελέτες νευροφυσιολόγων, σύμφωνα με τις οποίες αλλάζει η ίδια η φυσιολογία του εγκεφάλου, ο οποίος στους «ιθαγενείς» της ψηφιακής εποχής είναι διαφορετικά «καλωδιωμένος» απ' ό,τι στους «μετανάστες». Οι περισσότεροι από αυτούς επιλέγουν να αγνοήσουν την αίσθηση της πλήξης που τους προκαλεί -έστω και αν συχνά αρνούνται να το παραδεχθούν- η παρακολούθηση σήμερα κινηματογραφικών ταινιών που τους είχαν συναρπάσει πριν από μερικά χρόνια, όταν οι κινήσεις της κάμερας, ο ρυθμός της αφήγησης, ο όγκος του κειμένου που περνούσε ως διάλογος και η εναλλαγή των σκηνών ήταν διαφορετικά.Ακόμα και οι ψηφιακοί «μετανάστες», τουλάχιστον μεγάλο μέρος τους, παρουσιάζουν δείγματα αυτού που το πρώην στέλεχος της «Μάικροσοφτ», Λίντα Στόουν, επιτυχημένα περιέγραψε το 1997 ως «συνεχή τμηματική προσοχή». Γράφουν στον υπολογιστή ή οδηγούν αυτοκίνητο τη στιγμή που μιλούν στο τηλέφωνο και ενώ παίζει το ραδιόφωνο ή η τηλεόραση. Η προσοχή τους μοιράζεται συνεχώς ανάμεσα σ' αυτά και, όταν κάποιος ερεθισμός το απαιτήσει, μετατοπίζεται στιγμιαία προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Κάτι που αρχίζουν να αναγνωρίζουν οι διαφημιστές και έτσι ο λόρδος Σάατσι λέει ότι αν πριν από λίγο καιρό έπρεπε να περιορίσεις το μήνυμά σου σε μία πρόταση, τώρα πρέπει να το περιορίσεις σε μία λέξη. Η νέα γλώσσα που διαμορφώνεται μέσα από τη συμπύκνωση της διαφήμισης, τη θυμική επίδραση της εικόνας και τους πρακτικούς περιορισμούς της μικρής οθόνης στα κινητά τηλέφωνα είναι βέβαιον ότι απομακρύνεται από την παλιά. Και η διαφορά αυτή είναι ευρύτερη και βαθύτερη από τις διαφορές που ανέκαθεν εισήγαγε κάθε γενιά για να διαφοροποιηθεί από την άλλη.Ο πως επισημάνει ο Βίλεμ Φλούσερ στη μελέτη του «Telematische Kultur», ο τρόπος σκέψης, ο οποίος εκφράζεται με το κείμενο, εξαρτάται από το τεχνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο παράγεται το μήνυμα. Αυτό σημαίνει ότι το υλικό πλαίσιο της επικοινωνίας αλλάζει τον ίδιο τον χαρακτήρα του κειμένου ή της εικόνας. Με το τεχνικό περιβάλλον να αλλάζει ριζικά και ραγδαία, δεν αλλάζει μόνον ο τρόπος σκέψης, έκφρασης και επικοινωνίας. Διαφοροποιείται σε πρωτοφανή έκταση και ο βαθμός που διάφορα τμήματα του πληθυσμού μετέχουν στις αλλαγές, επηρεάζονται από αυτές αλλά και τις επηρεάζουν.Από τη δεκαετία του '50, ο Ντέιβιντ Ρίσμαν με το «The Lonely Crowd» επισήμαινε τον έξωθεν έλεγχο του ανθρώπινου μυαλού, είτε από το τελετουργικό της Εκκλησίας και του κράτους είτε από την πίεση της κοινωνίας μέσα από τη διαδικασία της κοινωνικοποίησης είτε από τα σύγχρονα μέσα ενημέρωσης. Ομως ο βαθμός ενσωμάτωσης διαφόρων ομάδων του πληθυσμού στον ψηφιακό κόσμο διαφέρει σημαντικά. Και οι διαφορές δεν περιορίζονται ανάμεσα στον ανεπτυγμένο οικονομικά κόσμο και τον υπό ανάπτυξη, αλλά επεκτείνονται στο εσωτερικό των τεχνολογικά και οικονομικά ανεπτυγμένων κοινωνιών. Οφείλονται τόσο στην άνιση δυνατότητα πρόσβασης στην τεχνολογική υποδομή όσο και σε δύο πολύ πιο σημαντικούς παράγοντες: αφ' ενός τον φόβο και την ανησυχία που προκαλεί το καινούργιο, αφ' ετέρου στην προσπάθεια κάποιων απ' όσους μετέχουν στην ψηφιακή εποχή, να διατηρήσουν ένα είδος αποκλειστικότητας, δημιουργώντας ένα νέο ιερατείο. Χαρακτηριστική της δεύτερης περίπτωσης είναι η μονότονη προβολή από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, που κατ' εξοχήν εκφράζουν την ψηφιακή εποχή, των αρνητικών στοιχείων της, από το Ιντερνετ που παρουσιάζεται συνήθως ως χώρος όπου καραδοκούν άπειροι κίνδυνοι, μέχρι τη μονότονη κινδυνολογία για -όντως υπαρκτούς- κινδύνους από την κινητή τηλεφωνία, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια κ.λπ.Παίζοντας με τους φόβους και τις ανησυχίες ευρέων στρωμάτων, διαμορφώνουν έτσι ένα κοινό που φοβάται να αποκτήσει πρόσβαση στα όπλα που εκείνα τα ίδια χρησιμοποιούν και τα οποία θα είναι πολύ λιγότερο αποτελεσματικά απέναντι στους γνώστες και υποψιασμένους.Μαζί με τη φυσική δυσπιστία ομάδων της κοινωνίας σε κάθε τι καινούργιο και τον φόβο που προκαλεί το άγνωστο, διαμορφώνονται τμήματα της κοινωνίας που γίνονται, σχεδόν εθελοντικά, θύματα της ψηφιακής εποχής. Κάτι σαν τους επαρχιώτες εσωτερικούς μετανάστες της δεκαετίας του '50 που, όταν έφταναν με γουρλωμένα μάτια στην Αθήνα, έπεφταν θύματα των επιτηδείων, που τους περίμεναν γύρω από την Ομόνοια.Θύματα του αναχωρητισμού τους πέφτουν και ομάδες που απλώς αρνούνται -ή πιστεύουν ότι αρνούνται- την ψηφιακή εποχή. Αποστερώντας τον εαυτό τους από το σύγχρονο οπλοστάσιο, θυμίζουν κάτι το εξαιρετικά ευγενικό, ηρωικό και μάταιο: Την επέλαση του πολωνικού ιππικού -απομεινάρι μιας νοσταλγούμενης αγροτικής κοινωνίας- που με σπάθες προσπάθησε να αναχαιτίσει τα «πάντσερ» της ναζιστικής Γερμανίας, το 1939.
21/07/2006
Το 1728, ο Βρετανός Αλεξάντερ Πόουπ δημοσίευσε το σατιρικό επικό του ποίημα «The Dunciad», καταγγέλλοντας και σατιρίζοντας, μεταξύ άλλων, τον όγκο των βιβλίων που παρήγε η σχετικά νέα τέχνη της τυπογραφίας καθώς αναπτυσσόταν σε σχεδόν βιομηχανικό επίπεδο από και για την αυξανόμενη μάζα της μέσης τάξης.Οπως πολλοί την εποχή εκείνη, θεωρούσε ότι η πληθώρα των πληροφοριών που καθιστούσε διαθέσιμη στη διευρυνόμενη μέση τάξη η ευκολία των νέων τεχνολογιών οδηγούσε σε ένα φτωχότερο κόσμο, καθώς κανείς δεν μπορούσε να απορροφήσει και να επεξεργαστεί λογικά τέτοιον όγκο πληροφοριών, που συχνά ήταν άχρηστες.Ομως, ο υπόλοιπος 18ος και ολόκληρος ο 19ος αιώνας οδήγησαν σε μια απόλυτη κυριαρχία του γραπτού, τυπωμένου λόγου. Για πρώτη φορά στην ιστορία, το μεγαλύτερο μέρος των συμβολικών ανταλλαγών που διαμορφώνουν τον πολιτισμό έφτασε να γίνεται γραπτά. Η βάση κάθε πολιτισμού, η επικοινωνία, μεταφέρθηκε στο μεγαλύτερο μέρος της πάνω σε τυπωμένο χαρτί, σε βιβλία και εφημερίδες. Και στην κορύφωση της τάσης αυτής, στο τέλος του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, στη γραπτή επικοινωνία -και στη μηχανή της βιομηχανικής επανάστασης- προσαρμόστηκε όχι μόνον η συνολική δομή της κοινωνίας αλλά και η ίδια η ανθρώπινη φυσιολογία. Και πολλές από τις αλλαγές αυτές δεν έχουν ακόμα γίνει πλήρως αποδεκτές από τμήματα των κοινωνιών.Είναι λοιπόν φυσικό, πολύ μεγαλύτερα τμήματα να αδυνατούν να αποδεχθούν, ακόμα και να αναγνωρίσουν, τις σημερινές, πολύ ταχύτερες αλλαγές. Συχνά, αγνοώντας ότι η τεχνολογική εξέλιξη, από την ανακάλυψη των πρώτων εργαλείων ή της φωτιάς, διαμόρφωσε εξελικτικά τον άνθρωπο με τη σημερινή του μορφή, χωρίς καν να σκέφτονται τον κόκκυγα, τη σκωληκοειδή απόφυση ή τους εκφυλιζόμενους τραπεζίτες τους, αισθάνονται φρίκη όταν ακούν τους επιστήμονες να λένε ότι στην επόμενη γενιά ανδρών στις ανεπτυγμένες χώρες το ισχυρότερο δάχτυλο θα είναι για πρώτη φορά ο αντίχειρας, λόγω της επίδρασης των χειριστηρίων των ηλεκτρονικών παιχνιδιών και των αλφαριθμικών πληκτρολογίων στα κινητά τηλέφωνα για την αποστολή γραπτών μηνυμάτων.Ακόμα μεγαλύτερη φρίκη θα αισθάνονταν αν άκουγαν ακόμα πιο πρόσφατες μελέτες νευροφυσιολόγων, σύμφωνα με τις οποίες αλλάζει η ίδια η φυσιολογία του εγκεφάλου, ο οποίος στους «ιθαγενείς» της ψηφιακής εποχής είναι διαφορετικά «καλωδιωμένος» απ' ό,τι στους «μετανάστες». Οι περισσότεροι από αυτούς επιλέγουν να αγνοήσουν την αίσθηση της πλήξης που τους προκαλεί -έστω και αν συχνά αρνούνται να το παραδεχθούν- η παρακολούθηση σήμερα κινηματογραφικών ταινιών που τους είχαν συναρπάσει πριν από μερικά χρόνια, όταν οι κινήσεις της κάμερας, ο ρυθμός της αφήγησης, ο όγκος του κειμένου που περνούσε ως διάλογος και η εναλλαγή των σκηνών ήταν διαφορετικά.Ακόμα και οι ψηφιακοί «μετανάστες», τουλάχιστον μεγάλο μέρος τους, παρουσιάζουν δείγματα αυτού που το πρώην στέλεχος της «Μάικροσοφτ», Λίντα Στόουν, επιτυχημένα περιέγραψε το 1997 ως «συνεχή τμηματική προσοχή». Γράφουν στον υπολογιστή ή οδηγούν αυτοκίνητο τη στιγμή που μιλούν στο τηλέφωνο και ενώ παίζει το ραδιόφωνο ή η τηλεόραση. Η προσοχή τους μοιράζεται συνεχώς ανάμεσα σ' αυτά και, όταν κάποιος ερεθισμός το απαιτήσει, μετατοπίζεται στιγμιαία προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Κάτι που αρχίζουν να αναγνωρίζουν οι διαφημιστές και έτσι ο λόρδος Σάατσι λέει ότι αν πριν από λίγο καιρό έπρεπε να περιορίσεις το μήνυμά σου σε μία πρόταση, τώρα πρέπει να το περιορίσεις σε μία λέξη. Η νέα γλώσσα που διαμορφώνεται μέσα από τη συμπύκνωση της διαφήμισης, τη θυμική επίδραση της εικόνας και τους πρακτικούς περιορισμούς της μικρής οθόνης στα κινητά τηλέφωνα είναι βέβαιον ότι απομακρύνεται από την παλιά. Και η διαφορά αυτή είναι ευρύτερη και βαθύτερη από τις διαφορές που ανέκαθεν εισήγαγε κάθε γενιά για να διαφοροποιηθεί από την άλλη.Ο πως επισημάνει ο Βίλεμ Φλούσερ στη μελέτη του «Telematische Kultur», ο τρόπος σκέψης, ο οποίος εκφράζεται με το κείμενο, εξαρτάται από το τεχνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο παράγεται το μήνυμα. Αυτό σημαίνει ότι το υλικό πλαίσιο της επικοινωνίας αλλάζει τον ίδιο τον χαρακτήρα του κειμένου ή της εικόνας. Με το τεχνικό περιβάλλον να αλλάζει ριζικά και ραγδαία, δεν αλλάζει μόνον ο τρόπος σκέψης, έκφρασης και επικοινωνίας. Διαφοροποιείται σε πρωτοφανή έκταση και ο βαθμός που διάφορα τμήματα του πληθυσμού μετέχουν στις αλλαγές, επηρεάζονται από αυτές αλλά και τις επηρεάζουν.Από τη δεκαετία του '50, ο Ντέιβιντ Ρίσμαν με το «The Lonely Crowd» επισήμαινε τον έξωθεν έλεγχο του ανθρώπινου μυαλού, είτε από το τελετουργικό της Εκκλησίας και του κράτους είτε από την πίεση της κοινωνίας μέσα από τη διαδικασία της κοινωνικοποίησης είτε από τα σύγχρονα μέσα ενημέρωσης. Ομως ο βαθμός ενσωμάτωσης διαφόρων ομάδων του πληθυσμού στον ψηφιακό κόσμο διαφέρει σημαντικά. Και οι διαφορές δεν περιορίζονται ανάμεσα στον ανεπτυγμένο οικονομικά κόσμο και τον υπό ανάπτυξη, αλλά επεκτείνονται στο εσωτερικό των τεχνολογικά και οικονομικά ανεπτυγμένων κοινωνιών. Οφείλονται τόσο στην άνιση δυνατότητα πρόσβασης στην τεχνολογική υποδομή όσο και σε δύο πολύ πιο σημαντικούς παράγοντες: αφ' ενός τον φόβο και την ανησυχία που προκαλεί το καινούργιο, αφ' ετέρου στην προσπάθεια κάποιων απ' όσους μετέχουν στην ψηφιακή εποχή, να διατηρήσουν ένα είδος αποκλειστικότητας, δημιουργώντας ένα νέο ιερατείο. Χαρακτηριστική της δεύτερης περίπτωσης είναι η μονότονη προβολή από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, που κατ' εξοχήν εκφράζουν την ψηφιακή εποχή, των αρνητικών στοιχείων της, από το Ιντερνετ που παρουσιάζεται συνήθως ως χώρος όπου καραδοκούν άπειροι κίνδυνοι, μέχρι τη μονότονη κινδυνολογία για -όντως υπαρκτούς- κινδύνους από την κινητή τηλεφωνία, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια κ.λπ.Παίζοντας με τους φόβους και τις ανησυχίες ευρέων στρωμάτων, διαμορφώνουν έτσι ένα κοινό που φοβάται να αποκτήσει πρόσβαση στα όπλα που εκείνα τα ίδια χρησιμοποιούν και τα οποία θα είναι πολύ λιγότερο αποτελεσματικά απέναντι στους γνώστες και υποψιασμένους.Μαζί με τη φυσική δυσπιστία ομάδων της κοινωνίας σε κάθε τι καινούργιο και τον φόβο που προκαλεί το άγνωστο, διαμορφώνονται τμήματα της κοινωνίας που γίνονται, σχεδόν εθελοντικά, θύματα της ψηφιακής εποχής. Κάτι σαν τους επαρχιώτες εσωτερικούς μετανάστες της δεκαετίας του '50 που, όταν έφταναν με γουρλωμένα μάτια στην Αθήνα, έπεφταν θύματα των επιτηδείων, που τους περίμεναν γύρω από την Ομόνοια.Θύματα του αναχωρητισμού τους πέφτουν και ομάδες που απλώς αρνούνται -ή πιστεύουν ότι αρνούνται- την ψηφιακή εποχή. Αποστερώντας τον εαυτό τους από το σύγχρονο οπλοστάσιο, θυμίζουν κάτι το εξαιρετικά ευγενικό, ηρωικό και μάταιο: Την επέλαση του πολωνικού ιππικού -απομεινάρι μιας νοσταλγούμενης αγροτικής κοινωνίας- που με σπάθες προσπάθησε να αναχαιτίσει τα «πάντσερ» της ναζιστικής Γερμανίας, το 1939.
21/07/2006
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)