Παρασκευή 2 Ιουνίου 2006

Οταν ο Προφήτης βγαίνει στον δρόμο

Λίγο τα ριζοσπαστικά ισλαμικά κινήματα που διέκριναν ευκαιρία αύξησης της επιρροής τους, λίγο η προσπάθεια αυταρχικών και όχι ιδιαίτερα δημοφιλών καθεστώτων να αναζητήσουν ισλαμική νομιμοποίηση, λίγο ο αμερικανικός πόλεμος κατά της τρομοκρατίας, που εισπράττεται όλο και περισσότερο ως πόλεμος κατά των μουσουλμάνων, και το μίγμα στους δρόμους των μουσουλμανικών χωρών ήταν ήδη εκρηκτικό.

«Ο Ιησούς θα ντρεπόταν για σας»
Η δημοσίευση των σκίτσων του Προφήτη Μωάμεθ στη Δανία και, στη συνέχεια, σε εφημερίδες σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αποτέλεσε έτσι τη σπίθα που μεταφέρθηκε στο εκρηκτικό αυτό μίγμα από μια εξαιρετικά αποτελεσματική θρυαλλίδα η οποία δεν υπήρχε παλαιότερα, τα σύγχρονα μέσα ενημέρωσης και επικοινωνίας, που καταργούν τα γεωγραφικά στεγανά, αλλά και τους χρονικούς περιορισμούς, και μεταφέρουν την πληροφορία παντού, ακαριαία. Τον ρόλο της έπαιξε και μια νεο-αναδυόμενη θεωρία η οποία κερδίζει σταθερά έδαφος στον αραβικο-μουσουλμανικό κόσμο, ότι η επόμενη επίθεση εναντίον του θα έρθει από την Ευρώπη και όχι από τις ΗΠΑ. Ενέργειες όπως η δημοσίευση των σκίτσων του Προφήτη ερμηνεύονται, στο πλαίσιο της θεωρίας αυτής, ως ένα είδος «επιθετικής αναγνώρισης», ως μία από τις προσπάθειες διερεύνησης και μέτρησης των αραβικών αντιδράσεων. Οπως λέει ο Σύρος συγγραφέας και πολιτειολόγος Μισέλ Κίλο, τα ισλαμικά κινήματα «έχουν κατακλύσει τους δρόμους με το πρόσχημα ότι υπερασπίζονται τον Προφήτη», χωρίς να εμποδίζονται από τα αραβικά καθεστώτα τα οποία, αντιθέτως, εμποδίζουν σε κάθε περίπτωση τους μετριοπαθείς δημοκρατικούς πολίτες. «Το συριακό κράτος απαγορεύει στους εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών να συναθροιστούν, επιτρέπει όμως σε χιλιάδες άτομα να πυρπολήσουν πρεσβείες», προσθέτει. Τον περασμένο Ιούνιο, κατά τη διάρκεια επίσκεψης της Αμερικανίδας υπουργού Εξωτερικών, Κοντολίζα Ράις, στην Αίγυπτο, ο ηγέτης των Αδελφών Μουσουλμάνων, Μάχντι Ακέφ, δήλωσε: «Εδώ και τριάντα χρόνια οι ΗΠΑ προώθησαν τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή. Αναζητώντας τη σταθερότητα, θυσίασαν τη δημοκρατία».Αναζητώντας αυτή τη δημοκρατία, αλλά και μια απάντηση στο τι οδήγησε έναν από τους λαμπρούς πολιτισμούς της ιστορίας, τον αραβικό, στη σημερινή παρακμή έναντι της Δύσης, πολλοί, κυρίως Αραβες, μουσουλμάνοι καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι φταίνε τα απολυταρχικά καθεστώτα, που επιβλήθηκαν σφετεριζόμενα τον αραβικό εθνικισμό. Το γεγονός αυτό εκμεταλλεύθηκαν τα ριζοσπαστικά ισλαμικά κινήματα για να εδραιωθούν και εξακολουθούν να εκμεταλλεύονται για να αυξήσουν την επιρροή τους. Με τη στάση της στο Μεσανατολικό και την αρχική ενίσχυση των ισλαμιστών ως αντίβαρο στον εθνικισμό, η Δύση ενίσχυσε την τάση αυτή. Σήμερα ο «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» των Μπους και Μπλερ γίνεται αντιληπτός ως «πόλεμος κατά των μουσουλμάνων» από ολοένα μεγαλύτερα τμήματα του πληθυσμού που ριζοσπαστικοποιείται. Οι λέξεις «σταυροφορίες» και «σταυροφόροι», με τους συνειρμούς από τη σφαγή των Αράβων της Ιερουσαλήμ, συνοδεύουν όλο και περισσότερο τις αναφορές στους Δυτικούς. Προσπαθώντας να διατηρηθούν στην εξουσία, τα απολυταρχικά καθεστώτα αναγκάζονται να ακολουθήσουν το ρεύμα και καμιά φορά να υπερθεματίσουν. Παρατηρείται έτσι το οξύμωρο ένα κατ' εξοχήν λαϊκό και στη βάση του εχθρικό προς τη θρησκεία καθεστώς, όπως αυτό του κόμματος «Μπάαθ» στη Συρία, να αλλοιθωρίζει προς το Ισλάμ. Κάτι παρόμοιο είχε κάνει νωρίτερα το αδελφό «Μπάαθ» του Ιράκ. Οταν ο Σαντάμ Χουσεΐν ηττήθηκε στον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου, το 1991, δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να προσθέσει λέξεις από το Κοράνι στη σημαία του «σοσιαλιστικού» του κράτους και θρησκευτικές αναφορές στη ρητορική του, διατηρώντας τη μέχρι τέλους.

06/02/2006

Τρίτη 2 Μαΐου 2006

Μια σκακιέρα για πολλούς παίκτες...

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και η διάλυση της ΕΣΣΔ υποτίθεται ότι άφησαν τις ΗΠΑ ως τη μοναδική υπερδύναμη. Σήμερα, διατηρούν αυτή τη θέση, με την απόσταση από τις υπόλοιπες να αυξάνει συνεχώς σε ό,τι αφορά τη στρατιωτική ισχύ.
Ομως αυτό δεν είναι το μοναδικό γνώρισμα μιας υπερδύναμης, όπως έδειξε και η κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Και έχει ήδη διαμορφωθεί μια ομάδα τριών δεύτερου επιπέδου δυνάμεων (Κίνα, Ινδία, Βραζιλία), που μπορούν μακροπρόθεσμα να περιορίσουν, αν όχι να απειλήσουν, την αμερικανική πρωτοκαθεδρία, ενώ μια τέταρτη, η Ρωσία, προσπαθεί να ανακόψει τη ραγδαία υποβάθμισή της και να αναταχθεί.Η κατάσταση αυτή περιγράφεται με πολύ μεγάλη πιστότητα, αν και όχι εξαντλητικά, από την εικόνα της παγκόσμιας αγοράς ενέργειας και από τους ελιγμούς, τους συχνά βίαιους σπασμούς και τις αναδιατάξεις που δημιουργεί η προσπάθεια αναβάθμισης ή και διατήρησης της σχετικής θέσης κάθε ενός από τους διεθνείς παίκτες.Η φράση «ενεργειακός ψυχρός πόλεμος» άρχισε να διατυπώνεται αρκετά καθυστερημένα και πολύ περιοριστικά, όταν στην εκπνοή του 2005 και στην αυγή του 2006, η πολιτική σύγκρουση Μόσχας - Κιέβου είχε ορατές επιπτώσεις σε σχεδόν ολόκληρη την Ευρώπη, εν μέσω βαριάς κακοκαιρίας.Τα «οφέλη» της ΡωσίαςΗ Ρωσία είναι ίσως ο μεγαλύτερος ωφελημένος από την αύξηση των τιμών του πετρελαίου. Το πρωτοφανές εισόδημα από τις πωλήσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου έχει δημιουργήσει την αίσθηση σε μεγάλο τμήμα της ηγεσίας της ότι η περίοδος της αδυναμίας και της υποχωρητικότητας έχει τελειώσει. Ομως η χρήση της ενέργειας ως όπλου -ή επί το διπλωματικότερο, ως μέσου άσκησης πίεσης- εναντίον των πολύχρωμων καθεστώτων που περισφίγγουν τη Ρωσία υπό δυτική και ιδίως αμερικανική επιρροή, έγινε με τρόπο που υπόμνησε στις ευρωπαϊκές χώρες τους κινδύνους των δικών τους ενεργειακών εξαρτήσεων. Αυτή η υπόμνηση ήρθε πρόωρα για τα συμφέροντα της Μόσχας. Διότι επί του παρόντος η Ρωσία εξαρτάται από την ευρωπαϊκή αγορά για να πουλήσει το ενεργειακό προϊόν της ίσως περισσότερο απ' ό,τι η Ευρώπη εξαρτάται από τον εφοδιασμό της από τη Ρωσία.Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι, κατά τη συνάντησή του με την Αγγελα Μέρκελ στο Τομσκ, ο Βλαντιμίρ Πούτιν φρόντισε να αφαιρέσει τον απειλητικό και εκβιαστικό τόνο που είχαν δώσει ανώτατα στελέχη των ρωσικών ενεργειακών μονοπωλίων στις δηλώσεις τους ότι η Ρωσία θα στραφεί προς τις αγορές της Ασίας και του Ειρηνικού. Ο Ρώσος πρόεδρος επισήμανε ότι η Μόσχα θα αναζητήσει νέες αγορές στην Ασία και τον Ειρηνικό, τόνισε όμως ότι αυτό δεν πρόκειται να επηρεάσει τον εφοδιασμό της Ευρώπης. Αυτό που δεν είπε, αλλά που όλοι αντιλαμβάνονται, είναι ότι, όταν τα ολιγοπώλια λειτουργούν χωρίς να έχουν απέναντί τους ολιγοψώνια, οι τιμές μάλλον αυξάνονται.Ασία: Οι μεγάλοι πελάτεςΑυτό, βεβαίως, ισχύει και για τους εν δυνάμει μεγάλους πελάτες στην Ασία, δηλαδή την Ινδία και, κυρίως, την Κίνα, η ανάπτυξη της οποίας στον βιομηχανικό τομέα είναι περισσότερο ενεργειοβόρος απ' ό,τι η ανάπτυξη της Ινδίας στον τομέα των υπηρεσιών.Στην πραγματικότητα, οι κινήσεις τόσο της Ρωσίας όσο και των ΗΠΑ προσδιορίζονται όλο και περισσότερο από τις εξελίξεις στην Ασία. Ακόμα και ο μεταξύ τους ανταγωνισμός για επιρροή γίνεται με τα μάτια να κοιτάζουν προς την Κίνα.Για τους διαμορφωτές της γεωστρατηγικής πολιτικής δεν περνά απαρατήρητο το ότι η λεγόμενη «περιοχή του Ατλαντικού» (ΗΠΑ, Ευρώπη, Ρωσία και πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας, Βόρεια Αφρική) είναι σχεδόν αυτάρκης ενεργειακά, τόσο στο παρόν όσο και στο μέλλον, σύμφωνα με τα περισσότερα σενάρια. Καλύπτει μόλις το 10% των ενεργειακών της αναγκών με εισαγωγές από τη Μέση Ανατολή. Αντιθέτως, η περιοχή της Ασίας - Ειρηνικού εξαρτάται σε ποσοστό 60% από τη Μέση Ανατολή, η οποία με τη σειρά της εξαρτά το 80% της ανάπτυξής της από την περιοχή αυτή.Κίνα: Οι κινήσεις του «δράκου»Είναι λοιπόν αυτονόητο το ότι η Κίνα διαμορφώνει την πολιτική της (π.χ. στην περίπτωση του Ιράν) με τέτοιο τρόπο, ώστε να διατηρεί όσο το δυνατόν καλύτερους όρους ενεργειακού εφοδιασμού της. Ταυτοχρόνως ενθαρρύνει την ανάγκη της Ρωσίας για διαφοροποίηση του πελατολογίου της, προσπαθώντας παράλληλα να καθησυχάσει όσους στη Μόσχα εξακολουθούν να βλέπουν το Πεκίνο ως έναν εν δυνάμει κίνδυνο. Ακόμα περισσότερο, διεισδύει όλο και περισσότερο στην υποσαχάρια Αφρική, προσφέροντας οικονομική και αναπτυξιακή βοήθεια με αντάλλαγμα την εκμετάλλευση των πλούσιων κοιτασμάτων πρώτων υλών, συμπεριλαμβανομένων και των ενεργειακών.Δεδομένης της ρωσικής ενεργειακής αυτάρκειας και της σχετικής ενεργειακής ασφάλειας των ΗΠΑ, η πολιτική τους διαμορφώνεται εν μέρει από τον μεταξύ τους ανταγωνισμό για επιρροή, αντικείμενο της οποίας είναι σε μεγάλο βαθμό ο έλεγχος του ενεργειακού εφοδιασμού της Ασίας και του Ειρηνικού.Είναι σαφές ότι η Ρωσία δεν έχει ανάγκη το ιρανικό πετρέλαιο για να διατηρεί καλές σχέσεις με την Τεχεράνη. Ενδιαφέρεται όμως για τη διέλευση από το ιρανικό έδαφος πετρελαιαγωγών που θα μεταφέρουν ρωσικών συμφερόντων πετρέλαιο και φυσικό αέριο στον Ινδικό Ωκεανό και από εκεί στον Ειρηνικό. Επιθυμεί επιπλέον να στερήσει τη δίοδο αυτή σε ανταγωνιστικά συμφέροντα.Παρόμοια κίνητρα έχουν οι ΗΠΑ σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, αλλά και στο Αφγανιστάν. Συμβάλλοντας στην κατάρρευση της σοβιετικής επιρροής και κατοχής στο Αφγανιστάν, οι ΗΠΑ κατάφεραν να στερήσουν την ΕΣΣΔ αρχικά και μετέπειτα τη Ρωσία από μια απευθείας διέξοδο προς την Ινδία και τις ακτές του Ινδικού - Ειρηνικού Ωκεανού, έστω και αν οι συνθήκες δεν επιτρέπουν επί του παρόντος να περάσει από εκεί αγωγός υπό αμερικανική επιρροή.Πόλεμος με «ημερομηνία λήξης»Ολα αυτά βέβαια έχουν προσωρινό χαρακτήρα. Διότι, ακόμα και αν τα παγκόσμια αποθέματα ορυκτών καυσίμων δεν άρχιζαν να εξαντλούνται, η συνειδητοποίηση της σημασίας που έχει η ενεργειακή αυτάρκεια / ενεργειακή ασφάλεια οδηγεί σε αναζήτηση άλλων ενεργειακών πηγών, μια τάση που ενισχύεται από την αύξηση του κόστους των υδρογονανθράκων.Με την πυρηνική ενέργεια να συζητείται όλο και περισσότερο παγκοσμίως, ξεπερνιούνται σταδιακά οι οικολογικές ανησυχίες που είχε προκαλέσει η πρώιμη εισαγωγή της ανώριμης πυρηνικής τεχνολογίας. Η Κίνα έχει δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην ανάπτυξη νέας, πιο αποδοτικής και περισσότερο ασφαλούς πυρηνικής τεχνολογίας. Και οι κινήσεις της στην Αφρική τής εξασφαλίζουν μελλοντικά προνομιακή θέση στο επόμενο -στη μετά τους υδρογονάνθρακες εποχή- παγκόσμιο κέντρο εφοδιασμού με καύσιμα: τα αφρικανικά κοιτάσματα ουρανίου.

Σάββατο 4 Φεβρουαρίου 2006

Ποιοι και πώς μας ακούνε

Υποκλοπή α λα ...ελληνικά θεωρούν οι ειδικοί την υπόθεση που αποκαλύφθηκε. Και δεν εννοούν τίποτα περισσότερο από το ότι τα σύγχρονα συστήματα παρακολούθησης είναι τόσο προηγμένα ώστε να μην απαιτούνται τέτοιου είδους μεθοδεύσεις όπως αυτές που ακολουθήθηκαν. Ενας Αμερικανός μπορεί από τη χώρα του να ακούει σε πραγματικό χρόνο κάποιον άλλον που τηλεφωνεί στην Κίνα! Αρα, μάλλον ως πρωτόγονες μπορούν να χαρακτηρισθούν οι μέθοδοι που εφαρμόστηκαν στην περίπτωση της Αθήνας. Είναι ενδεικτικό πως τρεις καθηγητές Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών, οι οποίοι μίλησαν στην «Ε», επισημαίνουν ότι η ιστορία που αποκαλύφθηκε ήταν «ημιεπαγγελματικά στημένη» και αναφέρονται στα πολύ πιο εξελιγμένα συστήματα που υπάρχουν. Και φυσικά, τα προσωπικά μας δεδομένα δεν είναι εκτεθειμένα μόνο κατά τη διάρκεια των τηλεφωνικών υποκλοπών. Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, φαξ, μηνύματα μέσω κινητών και γενικότερα όλες οι σύγχρονες μορφές επικοινωνίας μπορούν να ελεγχθούν ανά πάσα στιγμή από όποιον το θέλει και διαθέτει την ανάλογη τεχνολογική υποστήριξη.
«Οι τεχνολογικές δυνατότητες είναι σε επίπεδο επιστημονικής φαντασίας... μπορούν να ακούσουν επικοινωνίες σε απόσταση χιλιάδων μιλίων από εκεί που βρίσκονται. Κάποιος στην NSA μπορεί να ακούει, σε πραγματικό χρόνο, κάποιον που τηλεφωνεί στη Κίνα, για παράδειγμα».Η περιγραφή των δυνατοτήτων της αμερικανικής NSA από τον συγγραφέα Τζέιμς Μπράντφορντ είναι ακριβής και οδηγεί σε ένα εύλογο ερώτημα: Αν η Εθνική Υπηρεσία Ασφάλειας έχει αυτές τις δυνατότητες -που τις έχει- χρειάζεται οι ΗΠΑ να καταφύγουν σε άλλες μεθόδους παρακολούθησης τηλεφώνων, σχετικά πρωτόγονες, όπως αυτές που αποκαλύφθηκαν προχθές στην Ελλάδα;Ενα από τα συστήματα που διαχειρίζεται η NSA είναι το πασίγνωστο, πλέον, «ECHELON», το οποίο παρακολουθεί συνεχώς κάθε τηλεφώνημα, αποστολή φαξ, μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή άλλη μορφή ηλεκτρονικής επικοινωνίας σε ολόκληρο τον κόσμο. Από τα δισεκατομμύρια των επικοινωνιών αυτών, αυτόματα συστήματα ξεχωρίζουν αυτά που ενδιαφέρουν την υπηρεσία προς περαιτέρω επεξεργασία, περίπου το 1%. Βάσει της συμφωνίας UKUSA του 1948, η αμερικανική υπηρεσία συνεργάζεται στο πλαίσιο αυτό με τις αντίστοιχες υπηρεσίες της Βρετανίας, του Καναδά, της Αυστραλίας και της Νέας Ζηλανδίας.Πέρα από τους δορυφόρους παρακολούθησης, που εκτιμάται ότι είναι γύρω στους 7, η NSA χρησιμοποιεί και επίγειους σταθμούς παρακολούθησης των τηλεπικοινωνιακών δορυφόρων και όλων των επικοινωνιών που διοχετεύονται μέσα απ' αυτούς, καθώς και άλλων ραδιοσυχνοτήτων. Εκτιμάται ότι υπάρχουν γύρω στους 20 τέτοιοι σταθμοί, ενώ άλλες εγκαταστάσεις παρακολούθησης, τοπικής εμβέλειας, βρίσκονται σε αμερικανικές εγκαταστάσεις, κυρίως πρεσβείες, σε 40 ώς 50 χώρες, σύμφωνα με τα στοιχεία του CNN, το οποίο επικαλείται πηγές των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών.Με όλες αυτές τις δυνατότητες στη διάθεσή τους, οι ΗΠΑ φαίνεται ότι δεν έχουν λόγο να δαπανήσουν ενέργεια ή να διακινδυνεύσουν, χρησιμοποιώντας τοπικές μεθόδους παρακολούθησης επικοινωνιών. Ομως το κεντρικό σύστημα παρακολούθησης, ακριβώς λόγω του μεγέθους του και του όγκου των πληροφοριών που επεξεργάζεται, έχει αδυναμίες. Τον Φεβρουάριο του 2000, το σύστημα των υπερ- υπολογιστών της NSA κατέρρευσε λόγω υπερφόρτωσης και έμεινε εκτός λειτουργίας επί τέσσερις μέρες. Οπως λέει στο CNN η διευθύντρια του προγράμματος SIGINT (Πληροφορίες μέσω σημάτων) της NSA, Μορίν Μαγκίνσκι, «σήμερα βρισκόμαστε στο σημείο στο οποίο υπάρχουν υπερβολικά πολλές (πληροφορίες) και είναι πολύ δύσκολο να γίνουν κατανοητές. Ετσι το πρόβλημα για μας αφορά τον όγκο, την ταχύτητα και την ποικιλία των πληροφοριών προς διαχείριση».Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται ιεράρχηση των παρακολουθούμενων στόχων. Οσοι έχουν χαμηλή προτεραιότητα, ειδικό ή περιφερειακό ενδιαφέρον, μπορεί να παρακολουθούνται με λιγότερο αυτοματοποιημένες διαδικασίες, με μεθόδους που έχουν αναπτυχθεί κεντρικά και προσαρμόζονται κατά περίπτωση. Και αν τα όσα ανακοινώθηκαν σχετικά με τις παρακολουθήσεις μέσω του δικτύου της Vodafone περιγράφουν επαρκώς την πραγματικότητα, το ενδεχόμενο να βρίσκονται οι ΗΠΑ πίσω από αυτές μπορεί να θεωρηθεί ακόμη και προσβλητικό. Διότι αν οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν τέτοια μέθοδο παρακολούθησης του Ελληνα πρωθυπουργού, σημαίνει ότι δίνουν πολύ χαμηλή προτεραιότητα στα όσα έχει να πει...

Παρασκευή 3 Φεβρουαρίου 2006

Λογχίζοντας με σκίτσα ευαίσθητα σημεία της παγκόσμιας ανατομίας

Η γελοιογραφία, το σκίτσο, είναι καρικατούρα στην κυριολεξία αλλά και μεταφορικά. Ως καρικατούρα απλοποιεί, συμπυκνώνει, τονίζει και προβάλλει την πραγματικότητα, κάτι που αυτή τη φορά πέτυχε με θεαματικό τρόπο, ξεσηκώνοντας ως και ένοπλες αντιδράσεις μουσουλμάνων στη Μέση Ανατολή και απειλές που ξεπερνούν εκείνες που είχε πυροδοτήσει η υπόθεση των «Σατανικών Στίχων» του Σάλμαν Ρούσντι.Η συντηρητική εφημερίδα «Jyllands - Posten» επέλεξε να δοκιμάσει τα όρια της ελευθερίας της έκφρασης, λογχίζοντας ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία της παγκόσμιας ανατομίας, το Ισλάμ και μερικές από τις πλέον θεμελιώδεις ευαισθησίες του.Οι 12 καρικατούρες της δανέζικης εφημερίδας προχώρησαν πολύ περισσότερο από το να δοκιμάσουν τα όρια της ελευθερίας της έκφρασης. Σε πρώτο επίπεδο, κατάφεραν να φωτίσουν τη διαφορά αντιλήψεων ανάμεσα στον δυτικό και σε άλλους πολιτισμούς σχετικά με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ομως σε δεύτερο επίπεδο έδειξαν την επικίνδυνη αλληλεπίδραση των θρησκευτικών ή ιδεολογικών βεβαιοτήτων. Οπως επισημαίνει ο Ζιλ Κεπέλ στη γαλλική εφημερίδα «Λιμπερασιόν», για τους φανατικούς ισλαμιστές «η Ευρώπη δεν αποτελεί πλέον ένα άσυλο έξω από τον κόσμο του Ισλάμ και οι επιταγές του δόγματος κατά της βλασφημίας τούς φαίνεται ότι πρέπει να εφαρμόζονται παντού, έστω και σε αντίθεση με τους νόμους που εγγυώνται την ελευθερία της έκφρασης». Ο Ρομπέρ Μενάρ, ο πρόεδρος των «Δημοσιογράφων χωρίς Σύνορα», έχει απόλυτο δίκιο όταν επισημαίνει πως η ελευθερία της έκφρασης συμπεριλαμβάνει «το δικαίωμα της δημοσίευσης ακόμη και αν αυτό σοκάρει μια πλειοψηφία του πληθυσμού, όπως το έχει υπενθυμίσει με πολλές αποφάσεις του το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαίωμάτων».Ταυτοχρόνως, όπως λέει ο Κεπέλ, «η έννοια της βλασφημίας παραμένει εξαιρετικά ευαίσθητη σε έναν μουσουλμανικό κόσμο που ζει με το αίσθημα ότι πολιορκείται και ότι το Ισλάμ είναι μια θρησκεία που απειλείται, έστω και αν οι προφήτες και οι ιμάμηδες ισχυρίζονται ότι θα κυριεύσει ολόκληρο τον κόσμο». Και για τους μουσουλμάνους, βλασφημία είναι η ίδια η απεικόνιση του προφήτη, πόσο μάλλον ως τρομοκράτη... Ερμηνεύοντας την εξαιρετικά έντονη αντίδραση, όχι μόνο θρησκευτικών ηγετών και πιστών αλλά και μουσουλμανικών κρατών, ο Κεπέλ επισημαίνει ότι «σήμερα, την ώρα της εκλογικής νίκης της Χαμάς, τα μουσουλμανικά κράτη σπεύδουν να δείξουν ότι βρίσκονται στη πρώτη γραμμή της υπεράσπισης της πίστης». Το σημερινό Ισλάμ είναι οργισμένο λόγω της απειλής που αισθάνεται από τον δυτικό πολιτισμικό ιμπεριαλισμό. Μια απειλή που γίνεται ακόμη πιο έντονη από τη στιγμή που η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία στις ΗΠΑ αποφασίζει να επιβάλει διά των όπλων τις μανιχαϊστικές βεβαιότητές της. Η απάντηση είναι η εξάπλωση της βεβαιότητας περί μάχης καλού και κακού και της προσφυγής του εκάστοτε «καλού» στα όπλα. Με την έννοια αυτή, οι σημερινές απειλές μουσουλμάνων στη Λωρίδα της Γάζας, το Ιράκ ή αλλού είναι αναμενόμενες.Αυτό που κατάφερε να δείξει η εφημερίδα της Δανίας είναι ότι η σύγκρουση των πολιτισμών επεκτείνεται και κορυφώνεται, με καταλύτη την αλαζονική βεβαιότητα του σημερινού πολιτισμικού imperium, της Δύσης με κυρίαρχες τις ΗΠΑ, που ομογενοποιεί όλο και περισσότερο τους μετριοπαθείς και τους ακραίους.

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2006

Μια αναμενόμενη «έκπληξη», που προετοίμασαν Ισραήλ, ΗΠΑ και Φατάχ...

Η πραγματικά σαρωτική νίκη της Χαμάς στις παλαιστινιακές εκλογές δεν θα πρέπει να εκπλήσσει όσους εργάστηκαν μεθοδικά γι' αυτή: το Ισραήλ, τις ΗΠΑ και τη Φατάχ. Το Ισραήλ και οι ΗΠΑ δεν αρκέστηκαν στο να προωθήσουν αρχικά το ισλαμικό κίνημα μεταξύ των Παλαιστινίων, πιστεύοντας ότι έτσι θα αποδυναμώσουν το πατριωτικό. Ακόμα και όταν η Χαμάς πάντρεψε τον ισλαμισμό με τον πατριωτισμό, ακολουθώντας την ευρύτερη τάση, που ήθελε τον ισλαμισμό να παίρνει τη θέση του σοσιαλισμού ως όχημα έκφρασης του αραβικού εθνικισμού, τροφοδότησαν την αξιοπιστία της με δύο τρόπους: από τη μία αποδυνάμωναν συνεχώς τις κοσμικές πολιτικές δυνάμης των Παλαιστινίων, πιέζοντάς τες για όλο και περισσότερες παραχωρήσεις χωρίς ουσιαστικά ανταλλάγματα και στραγγαλίζοντας κάθε δυνατότητα πραγματικής άσκησης εξουσίας. Από την άλλη παρείχαν ολοένα μεγαλύτερη νομιμοποίηση στη Χαμάς στα μάτια των απογοητευμένων Παλαιστινίων, καθιστώντας τη συνεχή στόχο των επιθέσεών τους και αναγορεύοντάς την έτσι σύμβολο του απελευθερωτικού αγώνα.Την ίδια ώρα η Φατάχ, που είχε καταστεί συνώνυμο του παλαιστινιακού κρατικού μηχανισμού, τροφοδοτούσε και αυτή τη Χαμάς, όχι τόσο με τη διαχειριστική ανικανότητά της, που σε μεγάλο βαθμό οφειλόταν και στον στραγγαλισμό από το Ισραήλ, όσο με την καλπάζουσα και προκλητική διαφθορά της.Με την έννοια αυτή η επικράτηση της Χαμάς επαναπροσδιορίζει την εικόνα της Μέσης Ανατολής και τη φέρνει πλησιέστερα στην πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που αφορά τους Παλαιστινίους, τους Ισραηλινούς αλλά και τις ΗΠΑ, μαζί με την ευρύτερη «διεθνή κοινότητα». Είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι η επαφή με την εξουσία και την καθημερινή πραγματικότητα θα οδηγήσει τη Χαμάς σε μετριοπαθέστερες θέσεις. Είναι αδύνατον να προβλεφθεί, όμως, αν η ζύμωσή της αυτή με την παλαιστινιακή κοινωνία θα είναι ευθύγραμμη και ομαλή, παρά τη διάθεση συνδιαλαγής με τις άλλες πολιτικές δυνάμεις που εκφράζει επί του παρόντος.Είναι επίσης αδύνατον να προβλεφθεί το πώς θα χειριστεί τις σχέσεις με το Ισραήλ. Ακόμα όμως και αν υποθέσει κανείς ότι θα είναι διαλλακτικότερη, η μέχρι τώρα εμπειρία της Παλαιστινιακής Αρχής θα την κάνει πολύ πιο σκληρή στις διαπραγματεύσεις της από τη Φατάχ και μάλλον αποκλείει οποιαδήποτε παραχώρηση χωρίς χειροπιαστό αντάλλαγμα εκ μέρους του Ισραήλ.Είναι προφανές ότι στο Ισραήλ έχουν ήδη ξεκινήσει ζυμώσεις. Το αποτέλεσμα θα εκφραστεί στις βουλευτικές εκλογές του Μαρτίου, που θα δείξουν αν η ισραηλινή κοινωνία εκτιμά πως οι όποιες υποχωρήσεις του Αριέλ Σαρόν (αποχώρηση από Γάζα) άνοιξαν περισσότερο την όρεξη των Παλαιστινίων και ενίσχυσαν τη Χαμάς, όπως υποστηρίζει η Δεξιά, ή αν η σκληρή πολιτική αποδυνάμωσε τους μετριοπαθείς και ενίσχυσε τη Χαμάς, όπως υποστηρίζει η Αριστερά.Το ευρύτερο όμως μήνυμα του αποτελέσματος στις παλαιστινιακές εκλογές είναι ήδη ξεκάθαρο: Η δημοκρατία και η ελεύθερη έκφραση της λαϊκής βούλησης δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τις επιλογές αυτών που τη χρησιμοποιούν ως πρόσχημα επιβολής των επιθυμιών τους. Και οι απόπειρες χειραγώγησης ολόκληρων κοινωνιών μέσω εκβιαστικών ψευτοδιλημμάτων ή ωμής βίας δεν καταλήγουν απαραίτητα στα προσδοκώμενα αποτελέσματα.

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2006

ΗΠΑ σε αναμμένα κάρβουνα για τρομοκράτες στην Ελλάδα

Στο πλαίσιο της ευρύτερης «εγρήγορσης» απέναντι στην τρομοκρατία εντάσσει ο πρεσβευτής των ΗΠΑ, Τσαρλς Ρις, σκέψεις για ύπαρξη τρομοκρατικών πυρήνων, εν υπνώσει ή όχι, στην Ελλάδα, τονίζοντας ωστόσο την εμπιστοσύνη που έχει η Ουάσιγκτον στις ελληνικές αρχές.«Είναι σημαντικό να βρισκόμαστε σε εγρήγορση» ήταν η απάντηση που έδωσε όταν κατά τη διάρκεια χθεσινής συνέντευξης Τύπου ρωτήθηκε αν εκτιμάται ότι στην Ελλάδα υπάρχουν τρομοκρατικοί πυρήνες οποιασδήποτε μορφής. Σε ερώτηση ειδικά για πυρήνες εν υπνώσει παρατήρησε ότι «προφανώς αποτελεί μέρος της εγρήγορσης» το να λαμβάνεται υπ' όψιν το μη αναμενόμενο. «Η πολιτική μας είναι να ανησυχούμε», είπε χαρακτηριστικά. Πιο σαφής ήταν η απάντησή του όταν ρωτήθηκε αν, κατά την άποψη των ΗΠΑ, στην Ελλάδα βρίσκονται και άτομα εναντίον των οποίων υπάρχουν στοιχεία για τρομοκρατική δραστηριότητα και τα οποία δεν έχουν συλληφθεί. «Οχι, απ' όσο ξέρω» είπε.Παρατήρησε ότι στο παρελθόν «είχαμε κάποιες πληροφορίες, τις οποίες περάσαμε στις ελληνικές αρχές», οι οποίες ανέλαβαν τα περαιτέρω. «Δεν αναμιχθήκαμε άμεσα. Είμαστε σίγουροι ότι οι ελληνικές αρχές κάνουν ό,τι πρέπει για την ασφάλεια» πρόσθεσε.Απαντώντας εμμέσως στις κατηγορίες που διατυπώθηκαν προσφάτως εναντίον του για ανάμιξη στα εσωτερικά της χώρας, δήλωσε «παρατηρητής της ελληνικής πολιτικής» και διαβεβαίωσε ότι δεν συμμετέχει.Σε επισήμανση ότι η Αμερικανίδα υπουργός Εξωτερικών, Κοντολίζα Ράις, ετοιμάζεται να πραγματοποιήσει δεύτερη επίσκεψη στην Τουρκία μέσα σε μερικές μέρες, ο Ρις άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο πραγματοποίησης επίσκεψης και στην Ελλάδα, επισημαίνοντας ότι η επίσκεψη στην Τουρκία «δεν έχει ανακοινωθεί» από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, αλλά αναφέρθηκε στον τουρκικό Τύπο.Ο Αμερικανός πρεσβευτής αναφέρθηκε και στο θέμα της κατάργησης της υποχρέωσης χορήγησης βίζας για τους Ελληνες που ταξιδεύουν στις ΗΠΑ. Οπως είπε, το συγκεκριμένο πρόγραμμα έχει παγώσει μετά την 11η Σεπτεμβρίου και η αμερικανική κυβέρνηση βρίσκεται σε διαβουλεύσεις με το Κογκρέσο σχετικά με επανάληψή του. Παρατήρησε ότι ένας από τους όρους για κατάργηση της υποχρέωσης βίζας είναι η καθιέρωση τεχνολογικά εξελιγμένου διαβατηρίου με βιομετρικά στοιχεία, κάτι που η Ελλάδα ήδη εισήγαγε από την αρχή του έτους.

Σάββατο 7 Ιανουαρίου 2006

Ο «χασάπης» της «ρεάλ -πολιτίκ»

Για πολλούς συντηρητικούς συμπατριώτες του Σαρόν, αλλά και για εξίσου ακραίους χριστιανούς τηλε-ευαγγελιστές στις ΗΠΑ, πρόκειται περί θείας δίκης. Ο Θεός τιμώρησε τον άνθρωπο που παρέδωσε ένα τμήμα του βιβλικού Ισραήλ, επιβεβαιώνοντας τις προφητείες σκληροπυρηνικών ραβίνων και εποίκων, όταν ο Ισραηλινός πρωθυπουργός εκκένωνε τους εβραϊκούς οικισμούς εποίκων στη Λωρίδα της Γάζας. Για θεία δίκη πρόκειται και κατά την παλαιστινιακή ισλαμική οργάνωση ΧΑΜΑΣ, αλλά και για πολλούς Παλαιστινίους που βλέπουν ότι τιμωρείται όχι μόνο ο «χασάπης της Σάμπρα και Σατίλα», αλλά και ο άνθρωπος που ευθύνεται για τη σκληρή πολιτική των τελευταίων ετών απέναντι στους Παλαιστινίους. Κατά κάποιο τρόπο, η ταύτιση αυτή των δύο άκρων θα μπορούσε να θεωρηθεί ένδειξη επιτυχίας του Σαρόν, ενός εξαιρετικά αμφιλεγόμενου πολιτικού που κατάφερε να εκφράσει και να καταστήσει ορατό ένα στοιχείο που είχε ωριμάσει σταδιακά στους κόλπους της ισραηλινής κοινωνίας, εφαρμόζοντας ένα είδος «ρεάλ-πολιτίκ».Ο Σαρόν ήταν πρωθυπουργός του Ισραήλ και η μονομερής αποχώρηση από τη Λωρίδα της Γάζας είναι φυσικό να αποτελεί τμήμα ευρύτερης στρατηγικής για την καλύτερη εξυπηρέτηση των στόχων του Ισραήλ. Ομως, πριν από μερικά χρόνια, κάτι τέτοιο θα ήταν αδιανόητο. Οποιαδήποτε ιδέα για αποχώρηση από τμήμα του ευρύτερου Ισραήλ δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή ούτε από την ελάχιστη μειοψηφία των ψηφοφόρων του Λικούντ, δηλαδή της Κεντροδεξιάς, πόσο μάλλον από την ακραία θρησκευτική Δεξιά που στο Ισραήλ είναι ακρότατη σε μεταφυσικό βαθμό.Η τριβή με την πραγματικότητα, δηλαδή με την αποτυχία της ακολουθούμενης πολιτικής, οδήγησε όμως σταδιακά μεγάλο τμήμα της ισραηλινής Κεντροδεξιάς σε πιο ρεαλιστικές προσεγγίσεις που με τη σειρά τους επέτρεψαν τη διαμόρφωση μιας πιο ρεαλιστικής πολιτικής την οποία κατάφερε να εκφράσει ο Σαρόν. Από την άποψη αυτή, οι χαρακτηρισμοί όπως «χασάπης», «γεράκι», η μήνις των Παλαιστινίων εναντίον του και η σκληρή του στάση τόσο στο παρελθόν όσο και στο παρόν διευκόλυναν την αποδοχή αυτής της προσέγγισης από μεγαλύτερο τμήμα της ισραηλινής κοινωνίας, καθησυχάζοντάς την.Με την έννοια αυτή και μόνο, η αιφνίδια αποχώρηση του Σαρόν από την πολιτική σκηνή μπορεί να οδηγήσει σε ένα μικρό προσωρινό «παραπάτημα» της ισραηλινής «ρεάλ-πολιτίκ». Διότι η ίδια η πολιτική που εφάρμοσε και η οποία τείνει να διαμορφώσει έναν νέο πολιτικό πόλο - κόμμα στο Ισραήλ, προέρχεται από εσωτερική ζύμωση της ισραηλινής κοινωνίας με καταλύτη την πραγματικότητα.

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2005

Η αποτυχία του πολυπολιτισμικού μοντέλου

Οπως κάθε θεαματικό κοινωνικό γεγονός, τα επεισόδια των περασμένων 11 ημερών στη Γαλλία προκάλεσαν ένα χείμαρρο υπερβολικών αντιδράσεων. Κάποιοι βλέπουν τη νέα Γαλλική Επανάσταση να γεννιέται στα παρισινά προάστια πριν εμπνεύσει τις ανά τον κόσμο καταπιεσμένες μάζες, άλλοι διαβλέπουν τον κίνδυνο δημιουργίας μιας ισλαμικής «πέμπτης φάλαγγας» στους κόλπους της Δύσης, ορισμένοι οσμίζονται χειραγώγηση από την ισλαμική τρομοκρατία, οι επενδύοντες στο φόβο άρχισαν να ζητούν απαγόρευση της μετανάστευσης και απελάσεις, οι Αγγλοσάξονες επιχαίρουν συγκαλυμμένα για τα προβλήματα μιας Γαλλίας που τους κάνει τον έξυπνο σε κοινωνικά θέματα, ο Ερντογάν λέει «αναζητήστε τη μαντίλα» και ο γνωστός Βλαντιμίρ Ζιρινόφσκι διαπιστώνει ότι πίσω από τα επεισόδια βρίσκεται η CIA και τα αμερικανικά σχέδια «να αποδυναμώσουν την Ευρώπη». Αν όμως αφεθούν στην άκρη οι βεβαιότητες της κάθε λογής ιδεολογικής τύφλωσης, οι ευσεβείς πόθοι και οι εξίσου ευσεβείς φόβοι, το κυρίαρχο συναίσθημα είναι αυτό της απορίας. Η απορία ξεκινά από το πώς θα πρέπει να αντιμετωπιστούν αυτοί που συμμετέχουν στα επεισόδια: ως αγνοί κοινωνικοί αγωνιστές, ως εξαθλιωμένα θύματα ενός άδικου κοινωνικού συστήματος, ως εγκληματίες και συμμορίες εμπόρων ναρκωτικών που αντιδρούν στα μέτρα μηδενικής ανοχής που επέβαλε τους τελευταίους μήνες ο Σαρκοζί ή ως απλοί χούλιγκαν που διαγωνίζονται στο άθλημα της σύγκρουσης με την αστυνομία; Αυτές οι ιδιότητες φαίνεται να ανακατεύονται σε αναλογίες που είναι αδύνατον να προσδιοριστούν, καθώς τα ίδια άτομα συνθέτουν την ακόμα ρευστή ταυτότητά τους μέσα στη δυναμική των εξελίξεων. Ετσι, η αδυναμία ακριβούς κατηγοριοποίησής τους οδηγεί σε περισσότερες απορίες σε ό,τι αφορά το «διά ταύτα», όσο και το «τι φταίει». Το μόνο που δεν επιτρέπει απορία είναι το προφανές: Οτι όλα τα μοντέλα ένταξης εισαγώμενων εθνικών μειονοτήτων στην Ευρώπη, είτε πρόκειται για το αγγλοσαξονικό, το γαλλικό ή οποιοδήποτε άλλο, έχουν αποτύχει. Ασχετα αν αντιμετωπίστηκαν στο πλαίσιο ενός «πολυ-πολιτισμικού» μοντέλου, ενός συστήματος υποχρεωτικής ένταξης στην τοπική κοινωνία ή οποιασδήποτε ενδιάμεσης κατάστασης, οι εθνικές μειονότητες, κυρίως όταν σε αυτές έχει επικρατήσει η δεύτερη γενιά, αρνούνται να ενταχθούν με τους όρους που τους επιβάλλονται. Το «πολυ-πολιτισμικό» μοντέλο απέτυχε, δήλωναν πριν από ένα χρόνο πολλοί Ολλανδοί πολιτικοί, κυρίως μετά τη δολοφονία του Βαν Γκογκ, για να συμφωνήσουν λίγο αργότερα Γάλλοι ομόλογοί τους της Σοσιαλδημοκρατίας. Για τέλος της ανεκτικότητας και για απελάσεις μιλά ο Τόνι Μπλερ στη Βρετανία μετά τις βομβιστικές επιθέσεις στο Λονδίνο. Οι άλλες χώρες που διαθέτουν μεγάλο αριθμό εισαγώμενων εθνικών μειονοτήτων, όπως η Ιταλία, η Γερμανία και, κυρίως, η Ισπανία, προσπαθούν να κρατήσουν χαμηλό προφίλ ελπίζοντας ότι η εμπειρία των άλλων θα λύσει εγκαίρως τις δικές τους απορίες. Φυσικά, η βάση των προβλημάτων δεν είναι ίδια για όλους. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, η ύπαρξη εισαγωμένων εθνικών μειονοτήτων αλλά και οι φορτίσεις που αυτές μεταφέρουν, δεν συνδέεται με κάποιο αποικιακό παρελθόν και γι' αυτό, ίσως, οι εντάσεις είναι μικρότερες. Ούτε τα μεγέθη είναι τα ίδια. Η Γαλλία και η Βρετανία πρέπει να διαθέτουν το μεγαλύτερο αριθμό, όμως τα ποιοτικά χαρακτηριστικά είναι διαφορετικά λόγω διαφορετικής αποικιοκρατικής ιστορίας, με τη Γαλλία να διαθέτει την πλέον κρίσιμη μάζα Βορειοαφρικανών. Με δεδομένα όλα αυτά, όλοι κοιτούν τη Γαλλία με την ελπίδα ότι οι δικοί της σπασμοί θα οδηγήσουν σε νέες συνταγές και σε απαντήσεις που θα μειώσουν τις δικές τους απορίες.

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2005

Παγκοσμιοποίηση με ασιατικό πρόσωπο

Τα δάση που σκέπαζαν τη νήσο Μαδέρα κατά τον 15ο αιώνα αποψιλώθηκαν μέσα σε μερικά χρόνια, για να τροφοδοτήσουν με «μαδέρια» την αναδυόμενη, τότε, τεχνολογία της ωκεάνιας ναυσιπλοΐας. Το συγκριτικό πλεονέκτημα που διέθεταν, λόγω γεωγραφικής θέσης στις πύλες του ωκεανού, επέτρεψε στις χώρες της Ιβηρικής, την Ισπανία και την Πορτογαλία, να εκμεταλλευτούν την τεχνολογία αυτή για να ξεκινήσουν πριν από 600 χρόνια τον πρώτο κύκλο παγκοσμιοποίησης που είχε δυτικοευρωπαϊκό πρόσωπο.Ο κύκλος αυτός διευρύνθηκε λίγο αργότερα, όταν η ωρίμανση της ναυτικής τεχνολογίας έδωσε τη δυνατότητα σε Βρετανούς και Ολλανδούς να προχωρήσουν στην οργάνωση της πρώτης αυτής παγκοσμιοποίησης, βάζοντας τα θεμέλια του καπιταλισμού με την πρωτοφανή συγκέντρωση κεφαλαίου. Το κατά πόσον οι αξίες του προτεσταντισμού εξυπηρέτησαν την καπιταλιστική ανάπτυξη ή οι καπιταλιστικές ανάγκες αναζήτησαν ένα ταιριαστό σύστημα αξιών εξακολουθεί να συζητείται. (Βλέπε σημείωμα του Θανάση Γιαλκέτση στο «7» της «Κ.Ε», 21/8/2005, «Τι απέγινε η θρησκεία του κεφαλαίου;»). Παρ' όλα αυτά και παρά τη δυτικοευρωπαϊκή κηδεμονία, μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα η μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου ήταν αυτή της Κίνας, ακολουθούμενη από την ινδική. Πάνω από το μισό του παγκόσμιου ΑΕΠ παραγόταν στην Ασία.Ομως, όταν τα συσσωρευμένα κεφάλαια της Ευρώπης συνδυάστηκαν με το νέο τεχνολογικό κύμα της βιομηχανικής επανάστασης, έδωσαν την απόλυτη κυριαρχία στη Δύση, συμπεριλαμβανομένων και των ΗΠΑ, που απέκτησαν την ανεξαρτησία τους στο κατώφλι της βιομηχανικής επανάστασης. Μπορεί έτσι κανείς να μιλήσει για ένα δεύτερο κύκλο παγκοσμιοποίησης με απόλυτη δυτική κυριαρχία, που κατέληξε στην «υπαρκτή» σήμερα παγκοσμιοποίηση, ταυτισμένη με την «αμερικανοποίηση».Οως στην εκπνοή του 20ού αιώνα και ιδίως κατά τη δεκαετία του '90, η, έστω και πρωτόλεια, ωρίμανση των τεχνολογικών εξελίξεων που έφεραν τη μετα-βιομηχανική εποχή οδηγούν σε αυτό που είναι πιο ορατό σήμερα κατά την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα: την απαρχή ενός τρίτου κύκλου παγκοσμιοποίησης, που δεν ξέρουμε ακόμα πώς να χαρακτηρίσουμε. Η πείσμων άρνηση της φρενιτώδους τεχνολογικής εξέλιξης να μείνει ακίνητη όσο χρειάζεται, για να την μελετήσουμε και να την κατατάξουμε έστω και ονομαστικά, μας αναγκάζει να προσδιορίζουμε τη σημερινή κοινωνία με βάση το παρελθόν ως μετα-βιομηχανική. Ετσι και η άρνηση της παγκοσμιοποίησης να επιβραδύνει για λίγο για να τη «φωτογραφίσουμε», οδηγεί πολλούς να προσδιορίζουν τη σημερινή της φάση πάλι με βάση το παρελθόν, μιλώντας για τη «Μεγάλη Ανατροπή». Κυρίως από το 1995 και μετά, το «πάντρεμα» της πληροφορικής με τις τηλεπικοινωνίες και τις ταχυμεταφορές και η μετατροπή πολλών από τους συντελεστές της παραγωγής αλλά και των προϊόντων σε άυλα, η απόλυτη κυριαρχία μιας παγκόσμιας «lingua franca» για πρώτη φορά στην Ιστορία αποδέσμευσαν την οικονομική δραστηριότητα από τους χωροταξικούς περιορισμούς και οδήγησαν σε μερική χειραφέτηση από τη συσσώρευση κεφαλαίου. Στην Κίνα, οι εξελίξεις αυτές ήρθαν τη στιγμή που οι διάδοχοι του Μάο Τσε Τούνγκ (και ειδικά ο Ντενγκ), αντιμέτωποι με την πραγματικότητα, εμπνέονταν το περίεργο μοντέλο της «Σοσιαλιστικής Οικονομίας της Αγοράς» και τη θέση των αγριεμένων Ερυθροφρουρών, με το κόκκινο βιβλιαράκι του Μάο στο χέρι, έπαιρναν οι εξίσου αγριεμένοι νέοι επιχειρηματίες με τα εγχειρίδια του μάρκετινγκ υπό μάλης. Ο,τι έγινε μέσα σε μερικά χρόνια η Κίνα στον βιομηχανικό τομέα, έγινε στο ίδιο διάστημα μια άλλη χώρα με σοσιαλιστικό υπόβαθρο, η Ινδία, στον τομέα των υπηρεσιών, κάτι που περνά σχετικά απαρατήρητο, γιατί δεν συνεπάγεται εξαγωγή «ορατών» αγαθών. Ομως, μεταφέρει εξίσου πολλά κεφάλαια και θέσεις εργασίας από τη Δύση στην Ασία.Τα τελευταία χρόνια η Κίνα και η Ινδία παρουσιάζουν σχεδόν διψήφιους ρυθμούς ανάπτυξης και, ακόμα και αν η τάση δεν επιταχυνθεί, μέχρι το 2050 θα έχουν κλείσει την ψαλίδα με τις ΗΠΑ, πόσω μάλλον με την Ευρώπη.Μ αζί με την οικονομική ανάπτυξη έρχεται, βεβαίως, και η αυξημένη διεθνής επιρροή, έστω και αν οι δύο συγκεκριμένες χώρες προσπαθούν να κρατήσουν, επί του παρόντος, χαμηλό προφίλ. Σύντομα όμως θα είναι και αυτή πιο ορατή, ανάλογη της οικονομικής τους ανάπτυξης, του πληθυσμού τους και της στρατηγικής γεωγραφικής τους θέσης. Μια εξέλιξη που γίνεται ακόμα πιο ορμητική από τη βελτίωση των μεταξύ τους σχέσεων και τη διαφαινόμενη συνεργασία.Από το 2004, ανώτατοι αξιωματούχοι στη Σιγκαπούρη προειδοποιούσαν ότι «η ισορροπία επιρροής στην περιοχή αυτή μετακινείται ταχύτατα προς την Κίνα, όχι ακόμα η ισορροπία ισχύος αλλά η ισορροπία επιρροής». Και οι ίδιες οι ΗΠΑ, μέσω του Εθνικού Συμβουλίου Πληροφοριών και την έκθεσή του για τις παγκόσμιες προοπτικές μέχρι το 2020, παραδέχονται ότι «η παγκοσμιοποίηση είναι σε μεγάλο βαθμό μη αναστρέψιμη και κατά πάσαν πιθανότητα θα είναι λιγότερο δυτικοποιημένη».Η απάντηση των σημερινών κυρίαρχων της παγκοσμιοποίησης, Ευρώπης και ΗΠΑ, στην πρόκληση που γέννησε η επιτυχία και η διάχυση των δικών τους τεχνολογικών επιτευγμάτων παραμένει επί του παρόντος αμυντική. ΗΠΑ, Ευρώπη και Ρωσία προσπαθούν, η κάθε μία για λογαριασμό της, να εξασφαλίσουν προτιμησιακές πολιτικές, οικονομικές και στρατιωτικές σχέσεις με τις δύο χώρες. Περιστασιακά καταφεύγουν σε εξαρτημένα ανακλαστικά του προστατευτικού παρελθόντος, όπως οι πρόσφατες ποσοστώσεις της Ε.Ε., που όμως δεν μπορούν να έχουν παρά προσωρινά αποτελέσματα και να θίγουν εξίσου τις δύο πλευρές. Οι ΗΠΑ χρησιμοποιούν επιπλέον τη στρατιωτική τους ισχύ για να διατηρήσουν προβάδισμα στη γεωστρατηγική σκακιέρα και ιδίως στον τομέα ελέγχου των ενεργειακών αποθεμάτων και της διακίνησης ενέργειας.Ο αυτοματισμός των νόμων της φύσης, με όλη την αγριότητά τους, επιτρέπει στα κοινωνικά συστήματα της Δύσης που βασίζονται στην αγορά να διαχειριστούν και να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες, χωρίς όμως να αποτρέπουν την τελική επικράτηση του ισχυροτέρου. Αντιθέτως, ελλείψει αυτοματισμών, η προσπάθεια της ανθρώπινης διάνοιας να εξομαλύνει τη σκληρότητα των φυσικών νόμων δεν μπορεί να κινηθεί με την ίδια ταχύτητα, με αποτέλεσμα να καθυστερεί ακόμα και στη διαγνωστική θεώρηση του περιβάλλοντος. Συχνά, λοιπόν, εμφανίζεται το φαινόμενο θαυμαστών αναλυτικών εργαλείων του παρελθόντος και των εποικοδομημάτων τους να εκφυλίζονται σε μεταφυσική, που απλώς προσφέρει εσωτερική γαλήνη σε στιγμές δοκιμασίας με καθιερωμένες τελετουργίες και σύμβολα καλού και κακού.Από μία άποψη, η επικρεμάμενη «Μεγάλη Ανατροπή» μπορεί να θεωρηθεί δίκαιη και ηθική στη λογική τού «και οι έσχατοι έσονται πρώτοι». Ομως, με εξαίρεση μειοψηφιών με ιδιαίτερη μεγαλοψυχία ή σύνδρομο του μάρτυρος, είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι οι «πρώτοι» θα δεχθούν αδιαμαρτύρητα να γίνουν «έσχατοι». Και το «διά ταύτα» στοιχειοθετεί άλλο ένα ερώτημα, που δεν βρίσκει απάντηση στις βεβαιότητες του παρελθόντος.

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2005

Τζιχάντ και υπαρκτή παγκοσμιοποίηση

Στην αγωνία του να πείσει ότι για την επίθεση που δέχτηκε η χώρα του στην καρδιά της, το Λονδίνο, δεν ευθύνεται η πολιτική του παρά πόδας του Μπους στο Αφγανιστάν και, ιδίως, στο Ιράκ, ο Τόνι Μπλερ δήλωσε ότι στόχος ήταν η σύνοδος των G8 στο Γκλενίγκλς και γενικότερα η λεγόμενη «Παγκοσμιοποίηση», η Δύση και ο δυτικός τρόπος ζωής.Η τέχνη της παραπληροφόρησης ή και του απλού ψεύδους απαιτεί συχνά να χρησιμοποιούνται αληθινά στοιχεία για να οδηγήσουν σε ψευδή συμπεράσματα. Το Λονδίνο δεν θα είχε ίσως καταστεί στόχος επίθεσης αν η βρετανική πολιτική δεν το είχε προσδέσει τόσο στενά (ώς δουλικά) στην αμερικανική, καθιστώντας τη Βρετανία σύμβολο «σταυροφορίας» εξ ίσου σημαντικό με τις ΗΠΑ. Διότι κατά τα άλλα, ο Μπλερ έχει δίκιο. Στη ρίζα της ακραίας ισλαμικής λογικής βρίσκεται η υπαρκτή παγκοσμιοποίηση. Και στις δηλώσεις του ο Μπλερ, σίγουρα άθελά του, είπε ακόμα μία αλήθεια, ταυτίζοντας την υπαρκτή παγκοσμιοποίηση με τη Δύση και το δυτικό πολιτισμό. Μιλώντας προσφάτως για την παγκοσμιοποίηση στο Τσάταμ Χάους του Λονδίνου, ο αρμόδιος για θέματα παγκοσμιοποίησης στο Εθνικό Συμβούλιο Πληροφοριών των ΗΠΑ, Ουίλιαμ Αντερσον, προέβλεψε ότι στο μέλλον η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης ή της εκλογίκευσης του παγκόσμιου περιβάλλοντος, όπως τη χαρακτήρισε, θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε συγκρούσεις1. Διατηρώντας την οπτική μιας παγκοσμιοποίησης της αγοράς, προέβλεψε ότι οι συγκρούσεις θα είναι ανάμεσα στους «παίκτες» της αγοράς, όπως η Ευρώπη, οι ΗΠΑ, η Κίνα ή η Ινδία. Αυτό που απέφυγε να αναφέρει είναι οι ήδη υπάρχουσες συγκρούσεις που έφερε η υπαρκτή παγκοσμιοποίηση, ξεκινώντας από τη Γένοβα και φτάνοντας στην 11η Σεπτεμβρίου και τα όσα ακολουθούν.Τη σύνδεση ανάμεσα στον ισλαμικό εξτρεμισμό και την παγκοσμιοποίηση ανέλυσε από το 1996 ο Μπέντζαμιν Μπάρμπερ στο βιβλίο «Τζιχάντ εναντίον Μακκόσμου», όπου Μακκόσμος η κοινωνία της παγκοσμιοποίησης στη λογική των επιχειρήσεων2. Αν και περιγράφει εξαιρετικά την αντίδραση στην υπαρκτή παγκοσμιοποίηση, χρησιμοποιώντας τη λέξη «Τζιχάντ» κινδυνεύει να χαρίσει στον ισλαμικό εξτρεμισμό την αντίσταση σε ένα μοντέλο κοινωνικού δαρβινισμού που προσδιορίζει το συγκεκριμένο τύπο παγκοσμιοποίησης.Οπως οι Μπους και Μπλερ προσπαθούν να εξαπατήσουν με τη ληστρική εκμετάλλευση του όρου «δημοκρατία», έτσι και οι εξτρεμιστές ισλαμιστές (κυρίως ουαχαβίτες) εξαπατούν με την πειρατεία του όρου «Τζιχάντ». Ο μαχητικός ισλαμικός εξτρεμισμός στην παραγματικότητα δεν στρέφεται εναντίον της παγκοσμιοποίησης γενικά, αλλά προσπαθεί να αντιμετωπίσει τη φυσική παγκοσμιοποίηση στους κόλπους της ίδιας της «Ούμα», της παγκόσμιας μουσουλμανικής κοινότητας. Και προκειμένου να το πετύχει, εμφανίζεται ως ο μπροστάρης κατά της δυτικόστροφης υπαρκτής παγκοσμιοποίησης με τον ίδιο τρόπο που οι Μπους και Μπλερ εμφανίζονται ως οι πρωταγωνιστές κατά της τρομοκρατίας και πρωταθλητές της δημοκρατίας για να διατηρήσουν τη θέση τους στην ίδια παγκοσμιοποίηση των σχετικών πλεονεκτημάτων.Στην εποχή πριν από την παγκοσμιοποίηση, η «Ούμα» προσδιοριζόταν από την εφαρμογή των «πέντε πυλώνων» του Ισλάμ. Οποιος πίστευε στον Θεό (Αλλάχ), πλήρωνε το «ζάκατ» (συνεισφορά για τους φτωχούς), συμμετείχε στο «χατζ» (προσκύνημα στη Μέκκα), προσευχόταν καθημερινά και νήστευε όταν έπρεπε, αποτελούσε κύτταρο της «Ούμα». Εκείνη την εποχή για τους περισσότερους ήταν αυτονόητο ότι οι μουσουλμανικές κοινωνίες ήταν εξισλαμισμένες, δηλαδή είχαν ενστερνισθεί πλήρως τον αραβικό ισλαμικό πολιτισμό από τον οποίο ξεκίνησε το Ισλάμ. Ομως η ψευδαίσθηση του τύπου «μία θρησκεία, ένας πολιτισμός» άρχισε να ξεφτίζει όταν η υποδομή της παγκοσμιοποίησης εξαφάνισε τους φραγμούς των αποστάσεων. Η κυριαρχία της πληροφορίας και της μετάδοσής της έφερε τη συνειδητοποίηση ότι η «Ούμα» είναι πολύχρωμη, ότι η θρησκεία δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με ένα πολιτισμικό μοντέλο και ότι οι Αραβες αποτελούν μια συνεχώς συρρικνούμενη μειονότητα μεταξύ των μουσουλμάνων3.Σε θρησκευτικό επίπεδο, η διαπίστωση αυτή οδήγησε στη σύγκρουση ανάμεσα σε «υβριδικό» και «αυθεντικό» Ισλάμ. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις, το κίνημα του Αγιατολάχ Χομέινι στο Ιράκ και των Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν. Σε πολιτικό επίπεδο προκάλεσε την ανασφάλεια των ουαχαβιτών (κυρίως Σαουδαράβων και Πακιστανών) για την αναγνώριση της πρωτοκαθεδρίας τους (Σαουδική Αραβία) ως θεματοφυλάκων των ιερών τόπων της Μέκκας και της Μεδίνας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο σημερινός μαχητικός ισλαμικός εξτρεμισμός είναι κυρίως ουαχαβιτικού πυρήνα και ότι τροφοδοτείται από στοιχεία αραβικού εθνικισμού, τη στιγμή που η αραβική συνιστώσα του Ισλάμ φθίνει.Οταν όμως ο ισλαμικός εξτρεμισμός άρχισε να φθίνει, μη έχοντας κατορθώσει να προσεταιρισθεί τις μεσαίες κοινωνικές τάξεις «του παζαριού» και να επαναλάβει την επιτυχία του στο Ιράν, όπως γράφει ο Ζιλ Κεπέλ4, βρέθηκε ο νέος μεταψυχροπολεμικός «θρίαμβος» της Δύσης για να προσφέρει ένα δεκανίκι, εκκινώντας μια συμβιωτική σχέση.Μετά την αποτυχία του να καταλάβει την εξουσία όπου το αποπειράθηκε (Αλγερία, Αίγυπτο, Βοσνία) είδε τη βία να τον ξεπερνά «καταστρέφοντας τη δυνατότητα να συσπειρώνει διαφορετικές κοινωνικές ομάδες»5. Με την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου, ο ισλαμικός εξτρεμισμός εκμαίευσε ένα σωτήριο δώρο. Αναγορεύτηκε από την παγκόσμια υπερδύναμη, και μοναχικό/μοναδικό μεταψυχροπολεμικό πόλο εξουσίας, σε παγκόσμια δύναμη και πόλο εξουσίας σχεδόν ισότιμο της πρώην ΕΣΣΔ. Στη συνέχεια, με την αμερικανο-βρετανική επίθεση στο Ιράκ είδε να ανοίγουν οι κρουνοί της τροφοδοσίας της με υλικό, έμψυχο και μη.Ξεκινώντας μια μακροχρόνια συμβιωτική σχέση, πρόσφερε σε αντάλλαγμα στις ΗΠΑ και τα προσαρτήματά τους τύπου Βρετανίας τη δυνατότητα να εξασφαλίσουν από μελλοντικές αμφισβητήσεις το συγκριτικό πλεονέκτημά τους στη διαμόρφωση της υπαρκτής παγκοσμιοποίησης των επιχειρήσεων, σύμφωνα με τα συμφέροντά τους και να ανατρέψουν την ανάδυση μιας παγκοσμιοποίησης των πολιτών. Και οι δύο πλευρές της συμβιωτικής σχέσης, έχοντας εξασφαλίσει την ύπαρξη ενός αντίθετου πόλου, έχουν απλουστεύσει τη διαδικασία αυτοπροσδιορισμού τους και έχουν αποκτήσει απλούστερη, σαφέστερη, πιο αναγνωρίσιμη αν και όχι απαραίτητα γνήσια ταυτότητα.Και καθώς η διατήρηση μιας συμβιωτικής σχέσης, όπως και κάθε σχέσης, θέλει φροντίδα, η ανταλλαγή δώρων κατά διαστήματα είναι απαραίτητη. Σε αντάλλαγμα της επίθεσης στο Λονδίνο, η βρετανική ανταπόδοση με την εν ψυχρώ εκτέλεση ενός αθώου Βραζιλιάνου ήταν άμεση.1. Globalization and Future Architectures: US National Intelligence Council's Report on the 2020 Project. Chatham House, 6/6/2005. 2. Benjamin Barber, «Jihad vs Mcworld». 3. Riaz Hassan, YaleGlobal, 17/4/2003. 4. Ζιλ Κεπέλ, «Τζιχάντ, ο Ιερός Πόλεμος», μετάφραση Ελένη Τσερεζόλε, εκδόσεις Καστανιώτη, 2001. 5. Ιδιος, συνέντευξη στην Ελένη Τσερεζόλε.