Παρασκευή 30 Απριλίου 2004

Η Ευρώπη διευρύνεται στον Ατλαντικό;

Από αύριο το γεωγραφικό κέντρο βάρους της Ευρωπαϊκής Ενωσης μετακινείται προς τα ανατολικά. Ομως η πολιτική συνισταμένη μετακινείται -επί του παρόντος- προς τα δυτικά, αγγίζοντας τα νερά του Ατλαντικού Ωκεανού και μια σειρά αγγλοσαξονικών προσεγγίσεων σε κοινωνικά και οικονομικά θέματα.
Ορισμένοι εκτιμούν ότι αυτή η μετακίνηση φτάνει στο βαθμό να τορπιλίζει μια μελλοντική ισχυρή Ευρώπη περιορίζοντας την ανάπτυξή της στο βαθμό που δεν θα μπορούσε να αποτελέσει ανταγωνιστικό πόλο για τις ΗΠΑ.Γεωγραφική μετακίνηση προς τα ανατολικά συνιστά η ένταξη των οχτώ από τις δέκα νέες χώρες που από σήμερα γίνονται μέλη της Ε.Ε., στη μεγαλύτερη διεύρυνση της ιστορίας της. Μόνο οι δύο μικρότερες, η Κύπρος και η Μάλτα, βρίσκονται στο Νότο. Ταυτοχρόνως είναι και οι μόνες που δεν ανήκαν στο παρελθόν στον πρώην σοσιαλιστικό κόσμο και οι μόνες που σήμερα δεν κινούνται στη βάση της θεωρίας των πλέον φιλελεύθερων Αμερικανών οικονομολόγων. Είναι επίσης οι μόνες που δεν συντάχθηκαν με ενθουσιασμό με τις ΗΠΑ στον πόλεμο του Ιράκ.Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο Αμερικανός υπουργός Αμυνας, Ντόναλντ Ράμσφελντ, είχε δίκιο όταν μιλούσε για μια «νέα Ευρώπη», πιο φιλική προς τις ΗΠΑ από την «παλιά Ευρώπη». Είναι αλήθεια ότι οι πρώην σοσιαλιστικές χώρες βλέπουν σήμερα τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ ως τους βασικούς εγγυητές της ασφάλειάς τους. Είναι επίσης αλήθεια ότι στον οικονομικό τομέα έχουν μια στάση πολύ πιο φιλελεύθερη, παρόμοια με αυτή που χαρακτηρίζει τη μετά Θάτσερ πολιτική της Βρετανίας. Το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης, που υπάρχει στη Δύση, είναι σχεδόν άγνωστο εκεί. Αντιθέτως, οι πολυεθνικές εταιρείες απολαύουν μιας εξαιρετικά θετικής εικόνας, καθώς αντιμετωπίζονται ως οι ατμομηχανές της οικονομικής ανάπτυξης.Είναι όμως σφάλμα να θεωρήσει κανείς ότι λειτουργούν -και ακόμα περισσότερο, ότι θα λειτουργούν στο μέλλον- ως ένας ενιαίος πόλος, ως μια «αγγλοσαξονική πέμπτη φάλαγγα» υπονόμευσης της Ενωμένης Ευρώπης, όπως φοβούνται ορισμένοι.«Ενας φάκελος» το ΙράκΣε ό,τι αφορά την εξωτερική πολιτική, το θέμα του Ιράκ «δεν ήταν παρα μόνο ένας φάκελος. Πέραν αυτού, τα νέα μέλη έχουν κατά 99% κοινά συμφέροντα με τα παλιά», λέει ο αναλυτής του Ινστιτούτου Εξωτερικής Πολιτικής της Εσθονίας, Αντρες Κασεκαμπ. Και η υποδιευθύντρια του Κέντρου Ευρωπαϊκής Μεταρρύθμισης στο Λονδίνο, Χέδερ Γκράμπε, εκτιμά πως «τα νέα μέλη επιθυμούν μια ισχυρή ατλαντική συμμαχία, αλλά στα περισσότερα θέματα συντάσσονται με τους Ευρωπαίους και όχι με τους Αμερικανούς».Χαρακτηριστικό είναι ότι, σε αντίθεση με παλιά μέλη όπως η Βρετανία και η Δανία, όλα τα νέα μέλη αποδέχονται στο σύνολό του το κοινοτικό κεκτημένο. Κατά τον Κριστόφ Μάγερ του Κέντρου Ευρωπαϊκών Πολιτικών Μελετών στις Βρυξέλλες, «δεν πρόκειται να είναι δύσκολα μέλη. Ακόμα και η Πολωνία δεν πρόκειται να είναι η Βρετανία της Μάργκαρετ Θάτσερ».Και στην πορεία «η εξωτερική πολιτική αυτών των χωρών θα εξευρωπαϊστεί. Δεν θα είναι πλέον παρατηρητές, θα συναποφασίζουν», όπως επισημαίνει η Μαξίμ Λεφέβρ του Γαλλικού Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων.Ομως η πίεση για μια χαλαρότερη Ευρωπαϊκή Ενωση δεν είναι απαραίτητο να προέλθει από σκόπιμη πολιτική. Και μόνη η αύξηση των μελών από 15 σε 25 (και μεθαύριο ίσως σε 33) με τα διαρθρωτικά προβλήματα που προκαλεί ασκεί πιέσεις. Για το λόγο αυτό κρίσιμης σημασίας για τη μελλοντική μορφή της Ευρωπαϊκής Ενωσης είναι τα θέμα του Ευρωπαϊκού Συντάγματος καθώς και οι διάφορες φωνές που ακούγονται για μια μελλοντική ένωση πολλαπλών ταχυτήτων ή πυρήνων.Οι συμμαχίεςΤο βέβαιο είναι ότι από αύριο η νέα Ε.Ε. θα είναι πολύ διαφορετική από την παλιά. Οι δέκα χώρες από σήμερα δεν αποτελούν τμήμα μιας ομάδας (των νέων χωρών), αλλά η κάθε μία θα ελίσσεται, θα ενεργεί και θα συμμετέχει σε κατά περίπτωση ενδοκοινοτικές συμμαχίες και ομάδες χωρών ανάλογα με τα συμφέροντά της. Μέσα στην Ευρωπαϊκή Ενωση, τα συμφέροντα σε συγκεκριμένα θέματα αποτελούν πολύ πιο ισχυρή συγκολλητική ουσία ακόμα και από ιστορικούς δεσμούς και δεσμούς αίματος.

Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2004

«Φράχτης ασφαλείας και όχι πολιτικός»

Αντισημιτικά φαινόμενα, αλλά λιγότερα απ' ό,τι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, διαπιστώνει στην Ελλάδα ο πρεσβευτής του Ισραήλ, Ραμ Αβιράμ, που δηλώνει ικανοποιημένος από τα μέτρα που έχει πάρει τον τελευταίο χρόνο η ελληνική κυβέρνηση.
Μιλά ακόμα για το τείχος διαχωρισμού των Παλαιστινίων, αναγνωρίζοντας ότι έχουν δημιουργηθεί προβλήματα για ορισμένες παλαιστινιακές κοινότητες και ισχυριζόμενος ότι γίνεται προσπάθεια αντιμετώπισης του θέματος, όπου είναι δυνατόν.- Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός, Αριέλ Σαρόν, χαρακτήρισε προχθές το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης «Διεθνές Τσίρκο της Χάγης». Δεν πρόκειται περί ευθείας προσβολής του δικαστηρίου και του ΟΗΕ;«Δεν θα αναφερθώ στα όσα είπε ο πρωθυπουργός. Θέλω όμως να μοιραστώ μαζί σας το αίσθημα του μέσου Ισραηλινού. Αισθάνεται απογοητευμένος και απομονωμένος, για να μην πούμε προσβεβλημένος. Αισθάνεται ότι είναι εκτεθειμένος σε τρομοκρατικές επιθέσεις, σε τυχαίους φόνους. Αισθάνεται ότι πρέπει να το σκεφτεί καλά πριν μπει σε ένα λεωφορείο. Και όταν προσπαθεί να αμυνθεί, ο κόσμος δεν το καταλαβαίνει. Αυτή τη φορά προτείναμε μια μη βίαιη, προσωρινή μέθοδο καταπολέμησης της τρομοκρατίας. Και εμείς, τα θύματα, βρισκόμαστε στο δικαστήριο κατηγορούμενοι. Δεν ξέρω αν είδατε, στη Χάγη πήγαμε ένα κατεστραμμένο λεωφορείο, από αυτά που καταστράφηκαν από επιθέσεις αυτοκτονίας, και είχαμε τις φωτογραφίες 927 θυμάτων. Τι λοιπόν θέλει η διεθνής κοινότητα; Να στεκόμαστε σαν στόχοι στο Λούνα Παρκ, για να μας σκοτώνουν;».«Είναι φράκτης ασφαλείας»- Αν υποθέσουμε ότι το τείχος είναι όντως απαραίτητο για λόγους ασφαλείας, γιατί δεν ακολουθεί την Πράσινη Γραμμή του '67;«Να πω κατ' αρχάς ότι τώρα συνειδητοποιούμε περισσότερο απ' όσο συνειδητοποιούσαμε όταν άρχισε να χτίζεται ο φράχτης ότι δημιουργεί δυσκολίες για ένα μικρό τμήμα των παλαιστινιακών κοινοτήτων. Και αυτή τη στιγμή κάνουμε ό,τι μπορούμε για να μειώσουμε, όσο είναι δυνατόν, οποιαδήποτε δυσχέρεια προκαλεί ο φράχτης στις παλαιστινιακές κοινότητες. Ομως πρέπει να θυμόμαστε ότι, αν πρόκειται για δίλημμα ανάμεσα στην ποιότητα ζωής και στην ίδια τη ζωή, προτεραιότητα έχει η ίδια η ζωή. Το έχουμε πει άπειρες φορές: Δεν πρόκειται για πολιτικό φράχτη. Είναι φράχτης ασφαλείας.Πρόκειται για μια προσωρινή μέθοδο. Και την περασμένη εβδομάδα είδατε πόσο προσωρινή είναι, με την αφαίρεση τμήματος του φράχτη. Προσπαθώ να καταλάβω την προπαγάνδα που λέει ότι αυτό είναι το μεγαλύτερο έγκλημα στον Κόσμο. Εγώ πιστεύω ότι το μεγαλύτερο έγκλημα είναι να στέλνεις ένα αγόρι 17 χρόνων με μια βόμβα μέσα σε ένα λεωφορείο και να σκοτώνεις δεκάδες ανθρώπους. Τι είδους έγκλημα πολέμου είναι το να προσπαθείς να αμυνθείς;».«Απογοήτευση ο Αραφάτ»- Πώς μπορεί να αναζητηθούν άλλες επιλογές, όταν το Ισραήλ αρνείται να συνομιλήσει με τον Γιάσερ Αραφάτ και χθες ο Αριέλ Σαρόν δήλωσε ότι ο Παλαιστίνιος πρωθυπουργός, Αχμέντ Κρέα, ηγείται μιας κυβέρνησης απατεώνων και δολοφόνων και είναι αδύνατον να υπάρξει οποιαδήποτε διαπραγμάτευση μαζί τους. Με ποιον θέλει να συνομιλήσει το Ισραήλ;«Θα αναφερθώ στον Αραφάτ. Ο Αραφάτ αποτελεί απογοήτευση, όχι μόνο για τους Ισραηλινούς. Οπως κανείς δεν μπορεί να του αμφισβητήσει τη συμφωνία του Οσλο, έτσι και κανείς δεν μπορεί να του αμφισβητήσει την ανανέωση της τρομοκρατίας, το 2000. Και από τότε δεν κάνει τίποτα για να το αλλάξει, αντιθέτως, καλλιεργεί στην παλαιστινιακή κοινωνία τη λογική ότι πρόκειται για νόμιμο εργαλείο. Ο Αραφάτ είχε πολλές ευκαιρίες. Ημουν παρών σε πολλές περιπτώσεις στις οποίες του δόθηκε η ευκαιρία να βρεθεί ένας τρόπος να προχωρήσουμε στον τομέα της ειρήνης. Και μην ξεχνάτε ότι αυτό ήταν μετά το Καμπ Ντέιβιντ, όπου προσφέραμε στους Παλαιστίνιους, ίσως όχι το 100% όσων ήθελαν, αλλά το 97% και είπαμε ότι συζητάμε για το άλλο 3%. Αντί για συζήτηση, ήρθε ένα κύμα τρομοκρατίας.Θέλουμε όμως να συνομιλήσουμε με κάποιον που να μπορούμε να του έχουμε κάποια εμπιστοσύνη. Ομως ο Αραφάτ δεν αφήνει κανέναν να επικρατήσει πέρα από τον ίδιο. Αυτός ήταν η αιτία για την παραίτηση του Αμπού Μάζεν. Δεν είναι κάτι που δημιούργησαν οι Ισραηλινοί.Σε ό,τι αφορά τον Αμπού Αλά (Αχμέντ Κρέα) βλέπουμε, γι' άλλη μια φορά, μια κατάσταση στην οποία ο Αμπού Αλά ονομάζεται πρωθυπουργός, αλλά ο Γιάσερ Αραφάτ είναι αυτός που κάνει κουμάντο. Οσο αυτό συνεχίζεται και όσο ο Αραφάτ δεν κάνει κάτι για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας, δεν έχει νόημα να συνομιλείς μαζί του».- Ποια είναι λοιπόν η απάντηση; Μήπως η μονομερής αποχώρηση και ο μονομερής προσδιορισμός των συνόρων, όπως φαίνεται να προωθεί η κυβέρνηση Σαρόν;«Δοκιμάζουμε τα πάντα. Από την εποχή του Οσλο έχουμε αλλάξει πέντε πρωθυπουργούς. Ο καθένας έφερε μια νέα ιδέα σχετικά με το τι πρέπει να γίνει. Από την παλαιστινιακή πλευρά, η Αραφάτ εξακολουθεί να είναι αυτός που ελέγχει τα πράγματα. Ετσι, οδηγηθήκαμε στο να πάρουμε διάφορα μέτρα για την εξασφάλιση της ασφάλειας των Ισραηλινών πολιτών. Ο πρωθυπουργός πρότεινε ένα σχέδιο που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη μετακίνηση των ισραηλινών οικισμών από τη Γάζα. Και πιστεύω ότι με την πρόταση αυτή ο πρωθυπουργός κινήθηκε σε μια νέα ιδέα που θα μπορούσε με κάποιο τρόπο να οδηγήσει σε διέξοδο από το αδιέξοδο στο οποίο βρισκόμαστε σήμερα».- Είναι τελείως διαφορετικό να μιλά κανείς για τη Γάζα και άλλο να μιλά για τη Δυτική Οχθη.«Γιατί;».- Κατ' αρχάς τα πράγματα είναι πολύ πιο περίπλοκα, όπως στην περίπτωση των ισραηλινών οικισμών, από απόψεως πληθυσμού, αριθμού και διασποράς.«Ας αρχίσουμε με αυτό που είναι απλούστερο και μπορεί να γίνει και αν αυτό φέρει περισσότερη ηρεμία, λιγότερη βία και μπορεί να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής τόσο των Ισραηλινών όσο και των Παλαιστινίων. Αν αυτό μπορεί να γίνει στη Γάζα, ας ξεκινήσουμε από εκεί».Αντισημιτικά φαινόμενα- Τον τελευταίο καιρό το Ισραήλ μιλά όλο και περισσότερο για αναβίωση του αντισημιτισμού. Πολλοί, από την άλλη πλευρά, εκτιμούν ότι αυτό είναι ένας τρόπος να προπηλακισθούν όσοι εκφράζουν την αντίθεσή τους στην πολιτική που εφαρμόζει το Ισραήλ στο Μεσανατολικό. Ποια είναι η γνώμη σας και πώς βλέπετε το θέμα, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την Ελλάδα;«Κατ' αρχάς πιστεύω ότι στην Ελλάδα υπάρχουν φαινόμενα που μπορούν να χαρακτηριστούν αντισημιτικά. Πιστεύω ότι είναι λίγα και όχι σαν αυτά που μπορεί κανείς να βρει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ομως δεν νομίζω ότι πρέπει να τα αγνοούμε. Και πιστεύω ότι τον τελευταίο χρόνο, η ελληνική κυβέρνηση πήρε μερικά μέτρα προς τη σωστή κατεύθυνση. Το πρώτο ήταν ένας νόμος που περιγράφει τι μπορεί και τι δεν μπορεί να λέγεται σε ό,τι αφορά τον αντισημιτισμό. Το άλλο είναι ένας ειδικός νόμος που ορίζει ως ημέρα ανάμνησης του Ολοκαυτώματος των Ελλήνων Εβραίων, τις 27 Ιανουαρίου. Το τρίτο είναι η πρόταση να υπάρξει μια ομάδα εργασίας από Ελληνες Εβραίους και Εβραίους από όλο τον κόσμο που θα εξετάσει με διαφόρους τρόπους πώς να αντιμετωπιστεί το θέμα μέσω της εκπαίδευσης. Θεωρώ ότι είναι σημαντικά βήματα και θα πρέπει να έχουν συνέχεια.Σε ό,τι αφορά την άλλη παρατήρησή σας, συχνά γίνεται το αντίθετο από αυτό που λέτε, δηλαδή κάποιοι χρησιμοποιούν την κριτική της ισραηλινής πολιτικής, προκειμένου να βρουν έναν τρόπο έκφρασης των αισθημάτων τους απέναντι στους Εβραίους...».

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2003

«Επένδυση ασφάλειας η Βουλγαρία»

«Εμπιστοσύνη» είναι η λέξη-κλειδί στις σχέσεις Ελλάδας - Βουλγαρίας, σύμφωνα με τον Βούλγαρο πρόεδρο, Γκεόργκι Παρβάνοφ, που επισκέπτεται επισήμως την Ελλάδα από την Τετάρτη ώς σήμερα.
Εχοντας εξασφαλίσει την πλήρη υποστήριξη της Ελλάδας στην προσπάθεια της χώρας του να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ενωση το 2007 και με δεδομένη ουσιαστικά την ένταξή της στο ΝΑΤΟ για την οποία παραμένει σε εκκρεμότητα η επικύρωση της σχετικής συμφωνίας από τα κοινοβούλια των χωρών-μελών της Συμμαχίας, ο 45χρονος πρόεδρος θεωρεί ότι ακόμα και διαφωνίες με την Ελλάδα, όπως αυτή που αφορά τις σχέσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης με το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ, είναι εποικοδομητικές, εφ' όσον συμβάλλουν στον προβληματισμό για τη διαμόρφωση τελικών θέσεων.-Σε ορισμένα θέματα, όπως οι σχέσεις με τις ΗΠΑ και ό,τι αυτές συνεπάγονται, η Βουλγαρία έχει διαφορετικές θέσεις από αυτές της ελληνικής κοινής γνώμης. Γιατί, λοιπόν, η Ελλάδα θα πρέπει να υποστηρίξει την ένταξη μιας χώρας που έχει διαφορετική στάση σε τέτοια σημαντικά θέματα;«Στην κοινή θέση»«Κατ' αρχήν θα ήθελα να ευχαριστήσω για τη σταθερή υποστήριξή της για τους στόχους προτεραιότητας της Βουλγαρίας.Διαφωνίες υπάρχουν σε κάθε οικογένεια, συμπεριλαμβανομένης της μεγάλης ευρωπαϊκής οικογένειας. Πιστεύω ότι κατά τη διάρκεια της επεξεργασίας μιας θέσης ή μιας λύσης, καλό είναι να υπάρχουν διαφορετικές απόψεις και διαφωνίες. Οταν όμως υπάρχει κοινή θέση, η Βουλγαρία την ακολουθεί. Η βουλγαρική στάση βρίσκεται μέσα στη γενική ευρωπαϊκή θέση για κοινή εξωτερική πολιτική. Ως παράδειγμα, αναφέρω τη στάση για το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο.-Δεν μπορεί να αναμένει κανείς από μία υποψήφια χώρα να υποστηρίζει μια ενιαία θέση όταν μια τέτοια ενιαία θέση δεν υπάρχει στους κόλπους της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ενωσης.«Αν πρέπει να σας απαντήσω γιατί η Ελλάδα θα πρέπει να υποστηρίξει την ένταξη της Βουλγαρίας, θα απαντούσα με μία πρόταση: Διότι η εισδοχή της Βουλγαρίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση και στο ΝΑΤΟ αποτελεί επένδυση στην ασφάλεια όλης της περιοχής μας, της ευρωπαϊκής ηπείρου και συγκεκριμένα της ελληνικής κοινωνίας.Ως σύμμαχοι θα μπορούσαμε να αντιμετωπίσουμε πολύ πιο αποτελεσματικά ορισμένες προκλήσεις που βρίσκονται μπροστά μας».-Μια και αναφερθήκατε στην ασφάλεια της περιοχής, ο οικονομικός τομέας είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Χθες (Τρίτη 5/11) μιλώντας στη Σόφια, προτείνατε τη δημιουργία μιας ζώνης ελεύθερου εμπορίου.«Εδωσα ένα σχέδιο με πέντε βήματα που μπορούν να συνεισφέρουν στην ενδυνάμωση της οικονομικής συνεργασίας. Θεωρώ ότι, όπως στην Κεντρική Ευρώπη υπήρχε η CEFTA, το οικονομικό αυτό μοντέλο θα μπορούσε να εφαρμοστεί και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.Νομίζω ότι οι χώρες της περιοχής μπορούν να βρουν τόσο εσωτερικούς πόρους όσο και εξωτερική βοήθεια, να αναζητήσουν κοινές επενδύσεις στις υποδομές, στην από κοινού αγορά ενέργειας, στην ανάπτυξη νέων τεχνολογιών. Δεν το απαιτούν μόνο οι επιχειρηματικοί κύκλοι, αλλά και η κοινωνία των πολιτών. Το πώς θα γίνει, θα μας το πουν οι εμπειρογνώμονες. Στη Βουλγαρία υπάρχει βούληση να βοηθήσει για την πραγμάτωση αυτών των ιδεών».-Στο επίπεδο της διμερούς συνεργασίας Ελλάδας - Βουλγαρίας, ποιο θεωρείτε ότι είναι το ισχυρότερο στοιχείο;«Για μένα, η λέξη-κλειδί στις διμερείς σχέσεις είναι η λέξη εμπιστοσύνη. Διότι και στο παρελθόν είχαμε καλές διμερείς σχέσεις, ακόμα και όταν ανήκαμε σε διαφορετικούς στρατιωτικο-πολιτικούς συνασπισμούς. Αλλά εμπιστοσύνη τόσο μεγάλη σαν και αυτή που εμπνέει αυτή τη στιγμή τις σχέσεις μας δεν υπήρχε ποτέ πριν. Και αυτό εξηγεί γιατί η Ελλάδα είναι ο πρώτος επενδυτής στη Βουλγαρία».«Τρικλοποδιά»-Σήμερα υπάρχει ένα δημοσίευμα σε ελληνική εφημερίδα, σχετικά με ένα βουλγαρικό γραμματόσημο με τη Μονή Ζωγράφου του Αγίου Ορους κάτω από τη λέξη Βουλγαρία. Αναφέρεται μάλιστα ότι έχει γίνει και σχετικό διάβημα από την ελληνική κυβέρνηση. Ως ιστορικός και μάλιστα ως ιστορικός που έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με την όχι και πολύ μακρινή ταραχώδη περίοδο των Βαλκανίων, γνωρίζετε τις ευαισθησίες που υπάρχουν στην περιοχή μας και το πόσο εύκολα αυτές μπορούν να εξαφθούν. Τι πιστεύετε ότι μπορεί να γίνει ώστε να μην υπάρχουν τέτοια προβλήματα;«Ως ιστορικός και ως αρχηγός του κράτους θα πω ότι πρέπει να ανασύρουμε από την ιστορία εκείνα που μας ενώνουν και όχι εκείνα που μας χωρίζουν. Και στη Βουλγαρία εμφανίζονται, όχι σπάνια, παρόμοια δημοσιεύματα τα οποία, αν ο ένας ή ο άλλος κρατικός παράγοντας τους έδινε ιδιαίτερη σημασία, θα μπορούσαν να βάλουν τρικλοποδιά. Εχει μείνει μακριά στο παρελθόν η περίοδος κατά την οποία η Ιστορία μπορούσε να χρησιμεύσει ως βάση για εδαφικές αξιώσεις. Εμείς πρέπει να έχουμε την ευρωπαϊκή ανάμνηση της περίπλοκης Ιστορίας μας.Είμαι υπέρ της ύπαρξης μιας πολύ πιο δυναμικής ανταλλαγής πολιτιστικών αγαθών και επικοινωνίας στον πολιτιστικό τομέα. Θα χαιρόμουν αν μπορούσαμε να διοργανώσουμε ημέρες ελληνικού πολιτισμού στη Βουλγαρία και αντιστοίχως, βουλγαρικού πολιτισμού στην Ελλάδα. Είμαι έτοιμος να βοηθήσω σε μια τέτοια, πιο σύγχρονη προσέγγιση των θεμάτων».

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2003

Η τραγωδία της Αντιγόνης στις μέρες μας

«Πρώτα ήρθαν για τους σοσιαλιστές και εγώ δεν διαμαρτυρήθηκα γιατί δεν ήμουν σοσιαλιστής. Μετά ήρθαν για τους συνδικαλιστές και εγώ δεν διαμαρτυρήθηκα γιατί δεν ήμουν συνδικαλιστής. Μετά ήρθαν για τους Εβραίους και εγώ δεν διαμαρτυρήθηκα γιατί δεν ήμουν Εβραίος. Μετά ήρθαν για μένα και δεν είχε μείνει κανείς να διαμαρτυρηθεί για λογαριασμό μου». Μάρτιν Νιμόλερ, Λουθηρανός πάστορας, που φυλακίστηκε για 8 χρόνια από τους ναζί επειδή μίλησε κατά του Χίτλερ.Αν η Αντιγόνη του Σοφοκλή παίζεται ακόμα σε ολόκληρο τον κόσμο, είναι επειδή το πρόβλημα που θέτει στον θεατή παραμένει επίκαιρο. Αν έχει αποτελέσει τη βάση χιλιάδων θεατρικών και λογοτεχνικών έργων σε όλες τις εποχές και όλο τον κόσμο, είναι επειδή το πρόβλημα εξακολουθεί να αναζητεί λύση: Κατά πόσον η αρχέγονη ηθική, οι αρχέγονοι φυσικοί νόμοι, όλα όσα συναποτελούν αυτό που αποκαλείται συνείδηση μπορούν να εναντιωθούν στη συντεταγμένη έκφραση της κοινωνίας, στους νόμους και τις αποφάσεις του κράτους, κατά πόσον και πότε το άτομο μπορεί ή οφείλει να πράξει κατά συνείδηση, εναντιούμενο στους νόμους των ανθρώπων. Ή, ακόμα πιο απλά, κατά πόσον η προσωπική ηθική μπορεί και πρέπει να εναντιώνεται στην εξουσία, κατά πόσο το raison d' etat του Ρισελιέ αποτελεί την ύπατη αξία.Μια «παράσταση» βασισμένη στην Αντιγόνη του Σοφοκλή παίζεται αυτές τις μέρες στο Λονδίνο, στα Βασιλικά Δικαστήρια, όπου ένας ανώτατος δικαστικός, ο λόρδος Χάτον, εξετάζει τις συνθήκες που οδήγησαν στην αυτοκτονία ενός υψηλόβαθμου στελέχους της δημόσιας διοίκησης, του εμπειρογνώμονα του βρετανικού υπουργείου Αμυνας σε θέματα βιολογικού πολέμου, δ/ρα Κέλι.Το αντικείμενο της ανάκρισης είναι η αυτοκτονία του δ/ρα Κέλι και οι τυχόν ευθύνες ατόμων που ενδεχομένως τον οδήγησαν εκεί ασκώντας ασφυκτικές πιέσεις. Η αυτοκτονία του όμως είναι απλώς το γεγονός που επιτρέπει να τεθούν τα ευρύτερα ερωτήματα: Κατά πόσον ένας άνθρωπος, πολύ περισσότερο ένας δημόσιος υπάλληλος, υποταγμένος τυπικά και νομικά σε έναν κρατικό μηχανισμό, δεν περιορίζεται απλώς να αμφισβητήσει τις επιλογές της κυβέρνησης που ηγείται του μηχανισμού αυτού, αλλά και σκοπίμως διοχετεύει προς τα έξω σχετικές πληροφορίες με στόχο να υπονομεύσει τις κατ' αυτόν ηθικά απαράδεκτες επιλογές.Στον ρόλο του Κρέοντα, που μοιράζονται ο πρωθυπουργός Τόνι Μπλερ και ο πανίσχυρος σύμβουλός του σε θέματα επικοινωνίας Αλιστερ Κάμπελ, καταφεύγουν στην κλασική άμυνα των διαχειριστών της όποιας εξουσίας, συγχέοντας σκοπίμως τα πρόσωπα με τους θεσμούς και προειδοποιώντας εμμέσως, μέσω δικών τους διαρροών, ότι η αμφισβήτηση της κυβερνητικής αξιοπιστίας σημαίνει αμφισβήτηση της αξιοπιστίας του θεσμού της κυβέρνησης.Παρόμοιο έργο παίζεται αυτές τις μέρες και στην Αυστραλία, αν και η απουσία δραματικών γεγονότων, όπως μία αυτοκτονία, αλλά και η απόσταση, το καθιστούν λιγότερο ορατό. Και εκεί, ένας αξιωματούχος των αυστραλιανών μυστικών υπηρεσιών, ο Αντριου Ουίλκι, ο οποίος διαφώνησε με τις κυβερνητικές επιλογές πλήρους σύνταξης με τις ΗΠΑ στο Ιράκ και παραιτήθηκε τον προηγούμενο Μάρτιο, καταθέτει σε εξεταστική επιτροπή του Κοινοβουλίου περίπου τα ίδια με αυτά που άφησε να διαρρεύσουν ο δρ Κέλι. Πώς η, αυστραλιανή στην περίπτωσή του, κυβέρνηση διασκεύασε τεχνηέντως τις αναφορές των μυστικών υπηρεσιών για να δημιουργήσει ένα «μυθικό Ιράκ», στο οποίο έπρεπε οπωσδήποτε να σταλούν και αυστραλιανές δυνάμεις.Στις δύο αυτές περιπτώσεις, τα διλήμματα τύπου Αντιγόνης είναι σχετικά απλά. Η εκ της εξουσίας εκπορευόμενη νομιμότητα, στο συγκεκριμένο θέμα αμφισβητείται ούτως ή άλλως έντονα από μεγάλο μέρος της κοινωνίας. Η εναντίωση, ακόμα και αν δεν εξυπηρετεί ιδιοτελείς σκοπούς, όπως μπορεί να συμβεί μερικές φορές, είναι σχετικά εύκολη μέσα στο ευρύτερο κλίμα που τη νομιμοποιεί σε μεγάλο βαθμό.Τα πράγματα δυσκολεύουν όταν η σύγκρουση δεν γίνεται ανάμεσα στο άτομο και την εξουσία, αλλά στο άτομο και την ίδια την κοινωνία, έστω και αν στην κοινωνία αυτή έχει «κατασκευασθεί» μια συναίνεση, προκειμένου να εξυπηρετήσει τους στόχους της εξουσίας ή ακόμα και ομάδων που τη διεκδικούν.Την περίπτωση αυτή αφορούν τα λόγια του Λουθηρανού πάστορα. Είχε φοβηθεί να αντιδράσει στις επιλογές μιας ομάδας που, οικοδομώντας πάνω στους φόβους, τις ανασφάλειες και τις απογοητεύσεις του γερμανικού λαού, δημιούργησε τη συναίνεση που έφερε αρχικά στην εξουσία το Εθνικό Σοσιαλιστικό Κόμμα και τον Αδόλφο Χίτλερ και στη συνέχεια έφερε την εξουσία στα μέτρα του.Αφορούν όσους φοβούνται να αντιδράσουν στην τρομακτική συναίνεση που έχει κατασκευάσει στις ΗΠΑ μια ιδιοτελής ομάδα, χτίζοντας πάνω στους φόβους και τις ανασφάλειες του αμερικανικού λαού με τα υλικά που προσέφερε αφειδώς η 11η Σεπτεμβρίου.Η εναντίωση στην εξουσία ενέχει την αξία της αντίστασης. Η εναντίωση στην κατασκευασμένη «συναίνεση» της κοινωνίας, την ομοφωνία, την «εθνική ομοψυχία» απειλείται με την απαξία της προδοσίας.Οχειρισμός της κοινής γνώμης από εξουσίες ή ομάδες συμφερόντων αποτελεί έτσι το σημαντικότερο εργαλείο καθυπόταξης της κοινωνίας στους στόχους τους, μετατρέποντάς την σε δεσμοφύλακα του εαυτού της. Σε οποιονδήποτε χρόνο. Σε οποιονδήποτε τόπο. Ασχετα με το αν η εξουσία βάζει την κοινωνία να εστιάσει σε σοσιαλιστές, Εβραίους, κομμουνιστές, αντεπαναστάτες, ξένους, καπιταλιστές, συνδικαλιστές, Αραβες, γείτονες, μελαψούς ή ξανθούς, ανθρώπους που, υποτίθεται, την αντιμετωπίζουν με φθόνο, για να ανατροφοδοτήσει τους φόβους της και να ομογενοποιηθεί ελεγχόμενα.Αυτή, η δυσκολότερη εναντίωση είναι η σπανιότερη, η πολυτιμότερη και η πλέον αναγκαία. Σε κάθε χρόνο. Και σε κάθε τόπο.

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2003

Το ερωτηματικό στη σύγκρουση των πολιτισμών

Πριν από δέκα χρόνια, το καλοκαίρι του 1993, δημοσιευόταν το άρθρο του Σάμιουελ Χάντιγκτον «Η σύγκρουση των πολιτισμών;»1. Το 1996 το ανέπτυξε σε βιβλίο. Σήμερα, μετά την 11η Σεπτεμβρίου και τους πολέμους των ΗΠΑ και της λεγόμενης «Δύσης» στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, πολλοί αναρωτιούνται αν ο καθηγητής του Χάρβαρντ είχε δίκιο όταν προέβλεπε ότι οι μελλοντικές συγκρούσεις θα γίνονται κυρίως κατά μήκος των γραμμών διαίρεσης ή αντιπαράθεσης μεταξύ των πολιτισμών. Αυτό ακριβώς πρεσβεύουν η Αλ Κάιντα και άλλες εξτρεμιστικές ομάδες που χρησιμοποιούν το Ισλάμ ως σημείο αναφοράς. Στις ανακοινώσεις τους μιλούν συνεχώς περί νέας «σταυροφορίας» και νέων «σταυροφόρων» κατά του Ισλάμ.Αν όμως στις αρχές της δεκαετίας του '90, όταν ο Χάντιγκτον έγραφε το άρθρο του, υπήρχε παντού μια αναβίωση της θρησκείας, μια «εκδίκηση του Θεού» όπως τη χαρακτήριζε ο Ζιλ Κεπέλ2, λίγα χρόνια αργότερα το τοπίο φαίνεται να αλλάζει τόσο ώστε ο ίδιος να μιλά για «παρακμή του ισλαμισμού» και «ώρα του μετα-ισλαμισμού»3.Στην εποχή μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, η κυρίαρχη σύγκρουση με πολιτισμικά χαρακτηριστικά εμφανίστηκε να είναι αυτή ανάμεσα στη λεγόμενη «Δύση» και το πολιτικό Ισλάμ. Η ολίσθηση αυτής της αντιπαράθεσης προς τη βία δείχνει να συμπίπτει με την απαρχή της παρακμής του πολιτικού Ισλάμ, την αποτυχία του να διατηρήσει την υποστήριξη των μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων και τη συνακόλουθη ριζοσπαστικοποίησή του.Η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου στις ΗΠΑ ήταν μια προσπάθεια να δοθεί το φιλί της ζωής στο μαχητικό ισλαμικό εξτρεμισμό, μια προσπάθεια που αποδείχθηκε άκρως επιτυχημένη καθώς πέτυχε τον επιδιωκόμενο στόχο κάθε τρομοκρατικής ενέργειας: τον εξαναγκασμό του αντιπάλου σε δυσανάλογα βίαιη αντίδραση που θα τον αποξενώσει από μεγάλα τμήματα του πληθυσμού και θα ενισχύσει εξ αντανακλάσεως την πλευρά των εχθρών του.Ο πόλεμος στο Αφγανιστάν, όπου η ισλαμική ταυτότητα των αντιπάλων, Ταλιμπάν και Αλ Κάιντα, ήταν καθοριστική, ενίσχυσε αυτή την εικόνα. Για πολλούς μουσουλμάνους στόχος φάνηκε να είναι το σύνολο του Ισλάμ. Ο δεύτερος πόλεμος, αυτός στο Ιράκ, λειτούργησε πιο περίπλοκα. Από μια πλευρά απάλυνε την εικόνα του πολέμου μεταξύ πολιτισμών, την ιδέα της χριστιανικής Δύσης που διεξάγει μια νέα «σταυροφορία», καθώς, παρά τις σχετικά πρόσφατες φιλότιμες προσπάθειες του Σαντάμ Χουσεΐν, το ιρακινό καθεστώς είναι καταγεγραμμένο ως κοσμικό καθεστώς, εχθρικό προς το Ισλάμ. Από την άλλη όμως ενίσχυσε την εικόνα της «σταυροφορίας» απέναντι στους Αραβες. Στο καθαρά θρησκευτικό πεδίο, ενισχύει θετικά -και όχι αρνητικά, εξ αντανακλάσεως- συντηρητικές, όχι όμως εξτρεμιστικές, θρησκευτικές δυνάμεις μέσα στο Ιράκ, όπως φαίνεται με την ενίσχυση των σιιτικών στοιχείων.Η περιπλοκότητα της περίπτωσης του Ιράκ βρίσκεται όμως πλησιέστερα στη σημερινή διεθνή πραγματικότητα όπου το Ισλάμ αποτελεί σε μεγάλο βαθμό το όχημα της κάθε μορφής εθνικισμού, από τον αραβικό εθνικισμό, μέρος του ασιατικού, ώς τον αφρικανικό εθνικισμό, παίρνοντας τη θέση που είχε κάποτε ο σοσιαλισμός.Από την άλλη πλευρά της γραμμής αντιπαράθεσης βρίσκεται η λεγόμενη «Δύση», ό,τι και αν αυτό σημαίνει. Ακριβώς για να αφαιρεθεί το πολιτισμικό στοιχείο που ξυπνά αμυντικά ανακλαστικά απέναντι στον «πολιτισμικό ιμπεριαλισμό», τείνει πλέον να ονομάζεται κατ' ευφημισμό «Διεθνής Κοινότητα». Στην πραγματικότητα αποτελείται από τις ΗΠΑ, την Ευρώπη και ορισμένες από τις πρώην ευρωπαϊκές αποικίες, όπως η Αυστραλία, ο Καναδάς κ.λπ.Σύμφωνα με τον Ρόμπερτ Κάγκαν, η Ευρώπη και οι ΗΠΑ έχουν κοινή οπτική στον κόσμο, όμως διαφωνούν σε ό,τι αφορά την ηθική της ισχύος4. Είναι αλήθεια ότι «φαίνεται πως οι Ευρωπαίοι και οι Αμερικανοί έχουν αλλάξει θέσεις»5. Η εδώ και χρόνια διαφορετική -και σε ορισμένες περιπτώσεις αντίστροφη- εξελικτική πορεία της Ευρώπης με τις ΗΠΑ έχει οδηγήσει σε διαφοροποιήσεις που σε ορισμένες περιπτώσεις τείνουν να πάρουν τα χαρακτηριστικά ρήξης.Διεθνής κοινωνιολογική έρευνα έδειξε ότι στις ΗΠΑ, αν και σχετικά μεγάλο τμήμα του πληθυσμού αισθάνεται ανοιχτό σε άλλους πολιτισμούς, αυτό δεν ισχύει σε ό,τι αφορά τον αραβικό πολιτισμό, με τον οποίο μόλις το 4% δηλώνουν ότι αισθάνονται κάποια συνάφεια. Απ' όλους τους πολιτισμούς, ο αραβικός είναι αυτός που αντιμετωπίζεται πιο αρνητικά στις ΗΠΑ. Αντιστοίχως στη Σαουδική Αραβία, μόλις το 7% αισθάνονται κάποια συνάφεια με τον αμερικανικό πολιτισμό και ακόμη λιγότεροι με τον πολιτισμό ευρωπαϊκών ή ασιατικών χωρών6.Στην Ευρώπη, η επικρατούσα στάση απέναντι στους Αραβες μπορεί να είναι κατά τι θετικότερη απ' ό,τι στις ΗΠΑ, αυτό όμως οφείλεται σε συγκυριακούς λόγους. Τα οράματα των πολυπολιτισμικών κοινωνιών απειλούνται με διάψευση, αν και σε μικρότερο βαθμό από αυτόν που προδιαγράφεται στις ΗΠΑ, το παραδοσιακό «χωνευτήρι» όπως το είχε χαρακτηρίσει ο Ντε Τοκβίλ.Τα τελευταία στοιχεία του ΟΗΕ για τον παγκόσμιο πληθυσμό δείχνουν, μεταξύ άλλων, τις πολιτισμικές πιέσεις στις διεθνείς αλλά και τις εθνικές ισορροπίες που θα αναπτυχθούν στο κοντινό μέλλον7. Σε διεθνές επίπεδο, και μόνη η υποχώρηση της Κίνας από την πρώτη θέση του πληθυσμού, που έχει σήμερα, στη δεύτερη θέση το 2050 και η αντικατάστασή της από την Ινδία δείχνει τεράστιες αλλαγές. Προβλέπεται ακόμη η αύξηση του πληθυσμού όλων των μουσουλμανικών χωρών σε Ασία και Αφρική, ενώ χώρες της Ευρώπης, όπως η Γερμανία και η Γαλλία, εξαφανίζονται τελείως από τον κατάλογο των 20 μεγαλύτερων χωρών του κόσμου.Ακόμη πιο σημαντικό, σε ό,τι αφορά τις εσωτερικές πολιτισμικές ισορροπίες, είναι η προβλεπόμενη παραμονή των ΗΠΑ στην τρίτη θέση, με το διπλασιασμό σχεδόν του πληθυσμού τους. Διπλασιασμό που οφείλεται στα ποσοστά γεννήσεων μεταξύ των μη ευρωπαϊκής καταγωγής κατοίκων.Οι πολιτισμικές ισορροπίες δεν αποτελούν το μοναδικό παράγοντα διαμόρφωσης ισορροπιών. Συχνά είναι «ταμπέλες, γενικεύσεις και πολιτισμικές δηλώσεις», όπως τις χαρακτηρίζει ο Εντουαρντ Σαΐντ. Οπως λέει, «σε κάποιο επίπεδο... πρωτόγονα πάθη και εξελιγμένη τεχνογνωσία συγκλίνουν με τρόπους που δημιουργούν ένα οχυρωμένο σύνορο όχι μόνο ανάμεσα στη "Δύση" και το "Ισλάμ" αλλά και ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, εμάς και αυτούς, για να μη μιλήσουμε για τις ίδιες τις διαφορετικές έννοιες της ταυτότητας και της εθνότητας για τις οποίες υπάρχει ασταμάτητη διαφωνία και συζήτηση»8.Αλλωστε και ο ίδιος ο Χάντιγκτον είχε από την αρχή βάλει ένα ερωτηματικό στο άρθρο του «Η σύγκρουση των πολιτισμών;», κάτι που πολλοί παραβλέπουν.

1. Samuel Ρ. Huntington, «The Clash of Civilizations?», Foreing Affairs, καλοκαίρι 1993. 2. Gilles Kepel, «La Revanche de Dieu», εκδόσεις Seuil, Points Actuel n. 117, Ιανουάριος 1991. 3. Gilles Kepel, «Jihad - Expansion ed declin de l' Islamisme», εκδόσεις Gallimard. 4. Robert Kagan, «Of Paradise and Power: America vs Europe in the New World Order». 5. Jagoda Urban - Klaehn, «Attitudes towards the War: Europe (France, Germany) vs the USA», Bella Online. Polish Culture. 6. Thomas A.W. Miller and Geoffrey D. Feinberg, «Cultural Clash», Public Perspective, Μάρτιος / Απρίλιος 2002. 7. 2003 World Population Data Sheet. Population Reference Bureau. 8. Edward Said, «Α Clash of Ignorance», The Nation, Οκτώβριος 2001.

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2003

Ο Μπλερ υπονόμευσε και το στόχο του

«Δεν θα αφήσουμε μια χώρα να γίνει κομμουνιστική λόγω της ανευθυνότητας του λαού της».Χένρι Κίσινγκερ, μετά την εκλογή του Σαλβαδόρ Αλιέντε στη Χιλή.Αν οι προθέσεις του πρωθυπουργού της Βρετανίας, Τόνι Μπλερ, ήταν ειλικρινείς, η επιλογή του χρόνου ήταν λανθασμένη. Η προσπάθεια να πείσει τους ηγέτες των «προοδευτικών» κομμάτων απ' όλο τον κόσμο που είχαν συγκεντρωθεί στα μέσα Ιουλίου στο Λονδίνο, να εγκρίνουν διακήρυξη υπέρ του δικαιώματος της «διεθνούς κοινότητας» ώστε να επεμβαίνει εναντίον των καταπιεστικών καθεστώτων σε ολόκληρο τον κόσμο, τη στιγμή που οι ΗΠΑ και η Βρετανία, σε σύγκρουση με το μεγαλύτερο μέρος της «διεθνούς κοινότητας» αυτής εισέβαλαν και κατέλαβαν το Ιράκ, δεν είχε μόνο ως αποτέλεσμα τη μη ικανοποίηση του αιτήματός του, αλλά και την ευρύτερη δυσφήμηση της αρχής της «ανθρωπιστικής επέμβασης», την οποία πρεσβεύει από το 1999, μαζί με τον τότε υπουργό Εξωτερικών της Βρετανίας, Ρόμπιν Κουκ.1Στο κείμενο που πρότεινε προς υιοθέτηση αναφερόταν ότι «όταν ένας πληθυσμός υφίσταται σοβαρά βάσανα, ως αποτέλεσμα εσωτερικού πολέμου, εξέγερσης, καταπίεσης ή αποτυχίας του κράτους και όταν το και αρμόδιο κράτος δεν θέλει ή δεν μπορεί να τα αποφύγει ή να τα σταματήσει, η αρχή της μη επέμβασης δίνει τη θέση της σε μια προστασία της διεθνούς κοινότητας».Δηλώνοντας ότι η χώρα του πρέπει να είναι «περήφανη» που ανέτρεψε τον Σαντάμ Χουσεΐν, ο Μπλερ αποκάλυψε ότι στη βάση της πρότασής του δεν ήταν τόσο αγνές προθέσεις και ηθικά κίνητρα, αλλά μια εναγώνια προσπάθεια εξασφάλισης κάποιας στήριξης της προσωπικής πολιτικής του στο Ιράκ, κάτι στο οποίο αναφέρθηκαν και ορισμένοι από τους υψηλούς συμμετέχοντες στη συνάντηση του Λονδίνου.Αν δεχθεί κανείς -έστω ως υπόθεση εργασίας- ότι ο Μπλερ είναι απολύτως ειλικρινής στην προσπάθειά του να προωθήσει την αρχή των «ανθρωπιστικών επεμβάσεων», η απόφασή του να συνταχθεί με τις ΗΠΑ στον πόλεμο του Ιράκ αποτέλεσε τεράστιο σφάλμα. Ταυτιζόμενος με μια αμερικανική κυβέρνηση εξτρεμιστών και στη συνέχεια προσπαθώντας να δικαιολογήσει τη στάση του αυτή με την «ανθρωπιστική» διάσταση του πολέμου, δηλαδή τη διάσωση του ιρακινού λαού από ένα βάναυσο καθεστώς, δεν πέτυχε παρά να αποδείξει ότι οι ηθικές αξίες δεν αποτελούν παρά φύλλο συκής για τα παιχνίδια ηγεμονίας των ισχυρών.Ενα από τα σημαντικότερα θύματα των αποφάσεών του ήταν έτσι αυτό που εμφανίζεται ότι επιθυμεί να προωθήσει και αυτό το οποίο συζητούν πολλοί, κυρίως προοδευτικοί, σε ολόκληρο τον κόσμο: η «ανθρωπιστική» ή «κοσμοπολίτικη» επέμβαση ή ο «νέος στρατιωτικός ουμανισμός».2Ο προβληματισμός για το αν μπορούμε να παρακολουθούμε άπρακτοι να διαπράττονται φρικαλεότητες, καθώς η αρχή της εθνικής κυριαρχίας δεν επιτρέπει την επέμβαση στα εσωτερικά άλλων χωρών έχει ενισχυθεί στο διάστημα μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Η αποδυνάμωση του συγκρουσιακού χαρακτήρα της διεθνούς πολιτικής επέτρεψε μια σειρά ανθρωπιστικών επεμβάσεων, κυρίως με την έγκριση του ΟΗΕ (Ρουάντα, Σομαλία, Ανατολικό Τιμόρ). Κατά το ίδιο διάστημα, έγινε μια σειρά επεμβάσεων χωρίς την έγκριση του διεθνούς οργανισμού (Αϊτή) ή με την εκβιαστική εξασφάλισή της. (Στην περίπτωση του Κοσσυφοπεδίου, η σχετική απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας ελήφθη δύο μέρες μετά την έναρξη των βομβαρδισμών).Η κυρίαρχη νομική άποψη είναι ότι βάσει του υπάρχοντος διεθνούς δικαίου δεν υπάρχει δικαίωμα ανθρωπιστικής επέμβασης χωρίς εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας. Η απάντηση από ηθική ή πολιτική άποψη δεν είναι απαραίτητα η ίδια. Τα στοιχεία δείχνουν ότι κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, ενός αιώνα που γνώρισε δύο Παγκόσμιους Πολέμους, αυτοί που σκοτώθηκαν από τις ίδιες τις κυβερνήσεις των χωρών τους είναι τέσσερις φορές περισσότεροι απ' όσους σκοτώθηκαν σε διεθνείς ή εμφύλιες συρράξεις.3Ολο και περισσότερο διατυπώνονται ισχυρά επιχειρήματα υπέρ μιας ανθρωπιστικής διεθνούς νομικής τάξης. Οπως ο Τόνι Μπλερ, πολλοί υποστηρίζουν ότι η επέμβαση στο εσωτερικό μιας άλλης χώρας χωρίς εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας είναι δίκαιη (αν και όχι τυπικά νόμιμη) σε περίπτωση που διαπράττονται σοβαρά εγκλήματα κατά ατόμων και το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν είναι σε θέση να πάρει σχετική απόφαση (ενδεχομένως και λόγω της σημερινής του δομής με τα πέντε μόνιμα μέλη που διαθέτουν δικαίωμα αρνησικυρίας).Από την άλλη πλευρά, αν τέτοιου είδους επεμβάσεις νομιμοποιηθούν, θα καταστεί ασαφής η σημερινή γενικώς αναγνωρισμένη απαγόρευση της χρήσης βίας μεταξύ κρατών, θα κινδυνεύσει το σύστημα συλλογικής ασφάλειας και θα υπονομευθούν βασικά στοιχεία της διεθνούς νομικής τάξης.4Οπως επισημαίνει το Ινστιτούτο Διεθνών Μελετών της Δανίας σε έκθεσή του προς την κυβέρνηση της Δανίας, υπάρχουν τέσσερις τρόποι αντιμετώπισης του θέματος:1. Η στρατηγική του status quo. Η εξάρτηση οποιασδήποτε επέμβασης αποκλειστικά από το Συμβούλιο Ασφαλείας.2. Η ad hoc (κατά περίπτωση) στρατηγική. Οι ανθρωπιστικές επεμβάσεις δικαιολογούνται σε ακραίες περιπτώσεις, έστω και κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου.3. Η στρατηγική της εξαίρεσης, δηλαδή η αναγνώριση δικαιώματος ανθρωπιστικής επέμβασης, χωρίς έγκριση του ΟΗΕ, στο πλαίσιο όμως του διεθνούς δικαίου κάτω από αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να γίνει με τροποποίηση του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ, με την πρακτική των κρατών ή με υιοθέτηση ενός δόγματος ανθρωπιστικής επέμβασης εκ μέρους ενός διεθνούς οργανισμού (π.χ. ΝΑΤΟ) ή ομάδας κρατών.4. Η στρατηγική του γενικού δικαιώματος. Η αναγνώριση δηλαδή ενός γενικού δικαιώματος ανθρωπιστικής επέμβασης, κάτι σαν το δικαίωμα της αυτοάμυνας που αναγνωρίζεται σήμερα από τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ ως μοναδική νόμιμη προσφυγή στη βία μεταξύ κρατών, χωρίς την έγκριση του ΟΗΕ.Το Ινστιτούτο τάσσεται υπέρ της δεύτερης προσέγγισης σε συνδυασμό με στοιχεία της πρώτης, επισημαίνοντας ότι η τρίτη και η τέταρτη ανατρέπουν πλήρως την υπάρχουσα διεθνή νομική τάξη και απειλούν να καταστήσουν το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ πολιτικά διακοσμητικό.Ο Τόνι Μπλερ δείχνει να προτιμά την τρίτη ή και την τέταρτη. Ομως οι δικές του ενέργειες ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για την ενίσχυση των αντιδράσεων.Θεωρητικά, η συνάντηση των «προοδευτικών» κομμάτων ήταν ο ιδανικός τόπος για την προώθηση της αρχής της «ανθρωπιστικής επέμβασης», καθώς ο προοδευτικός χώρος είναι αυτός που ενδιαφέρεται περισσότερο για τα ανθρώπινα δικαιώματα έναντι του κράτους. Δεν είναι τυχαίο ότι ο πόλεμος του Κοσσυφοπεδίου, ο οποίος (με ελάχιστες εξαιρέσεις) έχει καταχωριστεί πλέον στη διεθνή συλλογική συνείδηση ως επιτυχής απόδειξη αξίας των ανθρωπιστικών επεμβάσεων, επικρίθηκε κυρίως από τους ακροδεξιούς τύπου Λεπέν.Ομως ο Τόνι Μπλερ ευθύνεται για την υπονόμευση της ιδέας της οποίας την πατρότητα αποδίδουν στον Σωκράτη και τον Διογένη, «πολίτες του κόσμου» με «ηθική ταύτιση με τη λογική ανθρωπότητα».5Στη «βαθιά πεποίθησή» του ότι κάνει το σωστό συντασσόμενος με τις ΗΠΑ στον πόλεμο του Ιράκ ενδέχεται να έπαιξε ρόλο η επιθυμία να κατοχυρωθεί το δικαίωμα της έξωθεν επέμβασης, για ανθρωπιστικούς λόγους, χωρίς όμως αυτό να οδηγήσει σε ανατροπή της διεθνούς νομικής τάξης.Το αποτέλεσμα όμως ήταν αρνητικό για όσους τάσσονται υπέρ των «ανθρωπιστικών επεμβάσεων». Διότι απέδειξε την αξία των επιχειρημάτων όσων απορρίπτουν κάτι τέτοιο ως επικίνδυνη εκτροπή από τη διεθνή νομική τάξη, η οποία είναι η μοναδική που μπορεί να μετριάσει την απόλυτη κυριαρχία της ισχύος.Σε αντίθεση με τις σκέψεις που αφήνεται να εννοηθεί ότι καθοδήγησαν τις αποφάσεις του Μπλερ, αν η κυβέρνηση των ΗΠΑ είχε αφεθεί να ενεργήσει μόνη της, αδιαφορώντας πλήρως για τη διεθνή νομιμότητα που εκφράζει ο ΟΗΕ, το πλήγμα στη διεθνή νομική τάξη θα ήταν μεμονωμένο και άρα μικρότερης σημασίας από τη συλλογική αμφισβήτηση που τείνει να δημιουργήσει προηγούμενο «πρακτικής κρατών».Ο Τόνι Μπλερ υπονόμευσε έτσι έναν στόχο που εμφανίζεται να έχει από παλιά και ο οποίος δεν στερείται αξίας. Τα ανθρώπινα δικαιώματα θα δυσκολευθούν να αναδυθούν πάνω από την προσχηματικότητα που απέδειξε η περίπωση του Ιράκ. Η συζήτηση όμως θα συνεχιστεί, με μεγαλύτερη προσοχή και περισσότερο σεβασμό στην ανάγκη διατήρησης ισορροπιών και ασφαλιστικών δικλίδων.

1. Foreign Policy and National Interest, ομιλία του Ρόμπιν Κουκ στο Βασιλικό Ινστιτούτο Διεθνών Υποθέσεων, Λονδίνο, 28 Ιανουαρίου 2000.2. Ulrich Beck στον Noam Chomsky, «The new military humanism: Lessons from Kossovo» Λονδίνο, 1999, Pluto Press.3. Murphy, Humanitarian Intervention.4. Dansk Udenrigspolitik Institut, "Humanitarian Intervention. Legal and Political Aspects", Κοπεγχάγη, 1999.5. Martha Nussbaum, «Kant and cosmopolitanism». Περιλαμβάνεται στο «Perpetual Peace: Essays on Kant's cosmopolitanism» των James Bohman Matthias και Lutz - Bacman, ΜΙΤ Press, 1997.

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2003

Οι ΗΠΑ, η δημοκρατία και η μεταφυσική τους

Σε μία από τις πόλεις-έδρες στρατιωτικών σχηματισμών στις ΗΠΑ, η σύζυγος ενός Αμερικανού λοχία που υπηρετεί στο Ιράκ είναι έξαλλη με τους Ιρακινούς, θεωρώντας τους υπεύθυνους για την καθυστέρηση της επιστροφής του συζύγου της. «Τι είδους άνθρωποι είναι αυτοί, είναι δυνατόν να υπάρχουν κάποιοι που δεν θέλουν να ζήσουν σαν Αμερικανοί;», αναρωτιέται, καταλήγοντας ότι κακώς η αμερικανική κυβέρνηση έστειλε τον άνδρα της να βοηθήσει «τέτοιους ανθρώπους».Σε μια κοινωνία όπως η αμερικανική, που από τα πρώτα στάδια της ανάπτυξής της έπρεπε να δημιουργήσει μια νέα ενιαία ταυτότητα, υπερβαίνοντας εθνικές και θρησκευτικές ιδιαιτερότητες, ήταν απαραίτητη μια νέα μεταφυσική πίστη που θα υπερείχε των διαφορών και θα συνέβαλε στην ενιαία εθνική συνείδηση. Το ρόλο αυτό κλήθηκε να παίξει η πίστη στην πατρίδα και στις αξίες της, μια πίστη που σταδιακά ολίσθησε σε μεταφυσική, αποκτώντας τα χαρακτηριστικά θρησκείας. Μιας θρησκείας της οποίας τα έντονα ιεραποστολικά χαρακτηριστικά αποκτούν κατά το τελευταίο διάστημα επιθετική μορφή.Αν μία από τις βασικές λειτουργίες τής οποιασδήποτε θρησκείας, ακόμα και εκείνων που ως ιδεολογίες απορρίπτουν τη μεταφυσική πριν ολισθήσουν σ' αυτή, είναι η κοινωνική οργάνωση και ο έλεγχος της κοινωνίας από μια ηγεσία / ιερατείο, αυτό έχει συζητηθεί στο πλαίσιο του αφορισμού «η θρησκεία είναι το όπιο των λαών». Είναι μια λειτουργία κοινωνικού ελέγχου που δεν περιορίζεται στις εμφανείς θρησκείες, αλλά και σε όλες τις μορφές συλλογικής πεποίθησης / πίστης περί καλού-κακού, σωστού-λάθους.Από τις αρχές του περασμένου αιώνα μέχρι σήμερα και ιδίως μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, η μεταφυσική πίστη στη «δημοκρατία» των ΗΠΑ και στον «αρχιερέα» πρόεδρο ως εκφραστή του ιερατείου ενισχύεται συνεχώς, με τη μανιχαϊστική διαίρεση ανάμεσα σε καλούς και κακούς να αφορά αρχικά τους «κομμουνιστές» και εσχάτως τους «τρομοκράτες».Αν όμως καθ' όλο το διάστημα αυτό, η ηγεσία - ιερατείο διατήρησε (λίγο-πολύ) την απαραίτητη επαφή με την πραγματικότητα και την απόσταση από τα κηρυσσόμενα δόγματα, η σημερινή ηγεσία των ΗΠΑ, κυριαρχούμενη από τους «νεοσυντηρητικούς», δείχνει να πιστεύει μεγάλο μέρος από όσα κηρύττει. Βοηθάει βέβαια το ότι, κατά αριστοτεχνικό τρόπο, η θρησκεία της «αμερικανικής δημοκρατίας» έχει καταφέρει να συνδυάσει τις ηθικές αξίες με τα συμφέροντα, τα οράματα με τον κυνισμό.Κάτι τέτοιο, θα μπορούσε να είναι, κατ'αρχήν, συμπαθές, έστω και αν υπήρχε έντονη διαφωνία με τις πεποιθήσεις τους. Ομως είναι εξαιρετικά επικίνδυνο, διότι οδηγεί σε πολιτικές στηριγμένες όχι στην ανάγνωση της πραγματικότητας, όσο στην πίστη, που, ως συνήθως, λίγο απέχει από τους ευσεβείς πόθους.Οι ιεραπόστολοι της αμερικανικής «δημοκρατίας» πραγματικά δυσκολεύονται να κατανοήσουν πώς είναι δυνατόν κάποιοι να μην προσμένουν το θείο δώρο που τους φέρνουν, να αρνούνται την υπαρκτή «δημοκρατία» που ευαγγελίζονται. Οταν οι σχεδιασμοί τους βασίζονται στην πίστη τους, είναι φυσικό να καταρρέουν συναντώντας την πραγματικότητα, όπως στο κατεχόμενο Ιράκ.Ηομάδα Τσένι, Περλ, Γούλφοβιτς και Ράμσφελντ έχει κατηγορηθεί για «ιδεολογική τύφλωση». Μια τύφλωση που φέρει μεν το σπέρμα της δικής τους αποτυχίας (εξασφαλισμένη, αν δεν είχε μεσολαβήσει το «δώρο» του Οσάμα μπιν Λάντεν), συνεπάγεται όμως τον κίνδυνο καταστροφικής (και για τους άλλους) κατάρρευσης.Τις ίδιες υποψίες «ιδεολογικής τύφλωσης» προκαλεί και η συμπεριφορά του Βρετανού πρωθυπουργού Τόνι Μπλερ, ο οποίος προσπαθεί με κάθε τρόπο να πείσει -και σε ένα βαθμό το έχει πετύχει- ότι πιστεύει ακράδαντα πως ό,τι κάνει είναι το σωστό, ηθικά και πολιτικά.Λίγο μετά την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου στις ΗΠΑ, Αμερικανός αναλυτής προειδοποιούσε: Είδαμε τι μπορεί να κάνουν οι ζηλωτές του μαχητικού Ισλάμ. Εύχομαι να μη χρειαστεί να δούμε τι μπορούν να κάνουν οι ζηλωτές της μαχητικής δημοκρατίας.

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2002

Ενσωματώνοντας «10» ανισότητες

Το παζάρι για τις πατάτες, το γάλα, τα κρασιά και τα αγροτικά μηχανήματα ήταν αυτό που έκρινε, την τελευταία στιγμή, τη διεύρυνση της Ευρώπης.
Ομως οι πατάτες και το γάλα δεν έχουν καμία σχέση με την ιστορικότητα της στιγμής, την επανένωση της Ευρώπης που πλέον εκτείνεται από την Ιρλανδία ώς την Κύπρο και από τη Λισαβόνα ώς το Ταλίν, περιλαμβάνοντας χώρες όχι μόνο του πρώην ανατολικού συνασπισμού αλλα και της πρώην ΕΣΣΔ.«Κλείσαμε ένα από τα πλέον αιματηρά και ζοφερά κεφάλαια της ευρωπαϊκής ιστορίας», δήλωσε ο προεδρεύων της Ε.Ε., πρωθυπουργός της Δανίας, Αντερς Φογκ Ράσμουσεν.Ο πρόεδρος της Γαλλίας, Ζακ Σιράκ, μίλησε για μια «συγκινητική στιγμή» κατά την οποία «δεν μπορεί κανείς παρά να σκεφτεί όλα τα θύματα των πολέμων του 20ού αιώνα, τους τόσο παράλογους θανάτους και δεν μπορεί κανείς να μη σκεφτεί όλα τα θύματα του αντισημιτισμού, του ρατσισμού, όλων των καταστροφών που σημάδεψαν μια ήπειρο λόγω των διαιρέσεών της, των συγκρούσεων συμφερόντων, της αφροσύνης των ανθρώπων».Στο ίδιο πνεύμα, ο Βρετανός πρωθυπουργός, Τόνι Μπλερ, δήλωσε ότι «όταν κοιτάμε την ιστορία της Ευρώπης εδώ και πολλές εκατοντάδες χρόνια... και όταν σκεφτόμαστε όλους αυτούς τους πολέμους και τις καταστροφές, αντιλαμβανόμαστε ότι σήμερα έχουμε επανενώσει την Ευρώπη».Το «κοινοτικό κεκτημένο»Η ιστορική διάσταση είναι δεδομένη. Ο στόχος της πολιτικής σταθεροποίησης της Ευρώπης, όταν οι πόλεμοι στην πρώην Γιουγκοσλαβία υπενθύμισαν ότι η ειρήνη δεν είναι αυτονόητη, το ίδιο. Ομως τα προβλήματα του μέλλοντος δεν περιορίζονται εκεί, ούτε εξαντλούνται σε όσα μπορούν να δημιουργήσουν οι διαφωνίες για τις πατάτες και το γάλα.Μια μελλοντική απειλή που πρέπει να αντιμετωπιστεί είναι η ανάπτυξη ενισχυμένων κεντρόφυγων δυνάμεων σε μια Ευρώπη των 25, όπου οι οικονομικές διαφορές ανάμεσα στα νέα μέλη και τα παλαιά είναι τεράστιες. Οπως επισημαίνει η γαλλική εφημερίδα «Λε Μοντ», το σύνολο του πλούτου των 10 νέων χωρών-μελών είναι μικρότερο από αυτόν της Ολλανδίας. Σε συνδυασμό με την ευρύτερη οικονομική κρίση, αυτή η ανισότητα μπορεί να οδηγήσει σε αδιέξοδα.Παρόμοια προβλήματα μπορεί να δημιουργήσουν οι πολλαπλές ταχύτητες που ενδέχεται να προκύψουν από την ανισότητα αυτή, αλλά και οι διαφορετικοί ρυθμοί ενσωμάτωσης του λεγόμενου «κοινοτικού κεκτημένου», με τις διαφορετικού μήκους μεταβατικές περιόδους για διάφορα θέματα και διάφορες χώρες.Δοκιμασίες αναμένονται και στο θέμα των ευρωπαϊκών θεσμών, ακόμα και σε ό,τι αφορά τη διαμόρφωση των νέων στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής συνέλευσης που επεξεργάζεται το νέο «ευρωπαϊκό σύνταγμα». Οι χώρες που βγήκαν από μια περίοδο σοβιετικής επιρροής για να περάσουν σε μια φάση έρωτα με τις ΗΠΑ δεν έχουν την ίδια οπτική για το μέλλον της Ευρώπης με άλλες.Ακόμα και πρακτικά, η ίδια η ένταξη των 10 νέων χωρών, βρίσκεται ακόμα στον αέρα, καθώς η σχετική συμφωνία πρέπει να επικυρωθεί από 25 χώρες, από τα Κοινοβούλια ή από δημοψηφίσματα. Οι νεοεισερχόμενες χώρες έχουν προγραμματίσει δημοψηφίσματα, σε μια προσπάθεια να ξεπεράσουν τις αντιρρήσεις και επιφυλάξεις τμημάτων του πληθυσμού τους κατά την περίοδο των διαπραγματεύσεων. Ομως πρόκειται περί απλής αναβολής.Τουρκία, το ερωτηματικόΕνα άλλο σημείο στο οποίο η νέα διευρυμένη Ε.Ε. θα αντιμετωπίσει πρόκληση είναι αυτό που θέτει μετ' επιτάσεως ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ρομάνο Πρόντι: την ανάγκη «πραγματικής συζήτησης» σχετικά με τα σύνορα της Ευρώπης, θέμα που αφορά και την Τουρκία. Η δυσκολία δεν περιορίζεται στο συγκερασμό των απόψεων 25 πλέον χωρών, ούτε στα διαφορετικά πολιτισμικά χαρακτηριστικά που επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή η συνάφεια πολιτισμών. Ενισχύεται και από τον τρόπο με τον οποίο γίνονται αντιληπτοί από κάθε χώρα οι απώτεροι στόχοι σχετικά με τη μορφή της Ευρωπαϊκής Ενωσης και την εκτίμηση ότι μεγαλύτερο πλάτος σημαίνει ενδεχομένως μικρότερο βάθος.

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2002

Φιλί ζωής ή στερνό αντίο;

Πριν από μερικές μέρες το δολάριο έπεσε πάλι σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα απέναντι τόσο στο ευρώ όσο και στο γεν. Τα χρηματιστήρια σε Ευρώπη και Αμερική κατακρημνίσθηκαν άλλη μια φορά. Τόσο η αμερικανική όσο και η ευρωπαϊκή οικονομία είναι βέβαιο ότι περνούν από μια φάση δοκιμασίας. Το ερώτημα είναι κατά πόσο οι οικονομικές δυσχέρειες οφείλονται ή όχι στα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου. Είναι αλήθεια ότι η εμφάνιση των οικονομικών στοιχείων που έδειχναν πως οι ΗΠΑ μπαίνουν σε περίοδο ύφεσης συνέπεσαν με την επίθεση στις ΗΠΑ. Ομως τα στοιχεία αυτά παρουσιάζουν κυρίως την κατάσταση που επικρατούσε στο παρελθόν και δείχνουν ότι η αμερικανική οικονομία είχε μπει σε ύφεση πριν από την 11η Σεπτεμβρίου. Το ΑΕΠ είχε αρχίσει να μειώνεται από το πρώτο τρίμηνο του 2001 και δεν επέστρεψε σε θετικό πρόσημο παρά το τελευταίο τρίμηνο.Πολλοί είναι αυτοί που θεωρούν ότι η 11η Σεπτεμβρίου συνέβαλε στο να βγουν οι ΗΠΑ από την οικονομική ύφεση του 2001. Αν και το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης έπεσε κατά 7,13% την πρώτη μέρα λειτουργίας του, μια εβδομάδα μετά την επίθεση, και οι καταναλωτικές δαπάνες σημείωσαν απότομη πτώση, οι αντιδράσεις της κυβέρνησης και της κεντρικής τράπεζας με την εσπευσμένη προώθηση σημαντικής ελάφρυνσης του φορολογικού βάρους και τις αλεπάλληλες γενναίες μειώσεις των επιτοκίων προκάλεσαν αύξηση της ενεργού ζήτησης και αντιστροφή της πτωτικής πορείας.Κλεισμένη μέσα στο νάρθηκα του Συμφώνου Σταθερότητας, η Ευρώπη αντέδρασε με πολύ πιο συγκρατημένες μειώσεις επιτοκίων και άλλα μέτρα. Ετσι, η ευρωπαϊκή οικονομία δεν αντέστρεψε την υφεσιακή πορεία της, η οποία όμως ήταν και παραμένει σχετικά ήπια.Λαμβανομένου υπόψη του ότι η οικονομία των ΗΠΑ και της Ευρώπης αλληλοεπηρεάζονται, παραμένει το ερώτημα ποια από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού θα αντιμετωπίσει μακροπρόθεσμα καλύτερα την κρίση. Σε ό,τι αφορά τις ΗΠΑ και δευτερευόντως, εξ αντανακλάσεως, την Ευρώπη, η αρχική φάση της οικονομικής ύφεσης δεν οφείλεται τόσο στα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου, τα οποία απλώς ενέτειναν μια τάση που ήδη είχε εμφανιστεί. Σ τις επιπτώσεις από την οικονομική πολιτική των περασμένων ετών, επί κυβέρνησης Κλίντον, προστέθηκαν τα τεράστια σκάνδαλα στις μεγάλες αμερικανικές επιχειρήσεις και οι πτωχεύσεις καθώς και το «ξεφούσκωμα» της «φούσκας» των επιχειρήσεων υψηλής τεχνολογίας. Οπως επισημαίνει ο οικονομολόγος της «Κρεντί Λιονέ», Ζαν - Πολ Μπετμπέζ, «η αμερικανική οικονομία δίνει δυο μάχες: τη μια κατά του εξωτερικού εχθρού ασφαλείας και την άλλη κατά του εσωτερικού εχθρού των πτωχεύσεων».Κατά παράδοξο τρόπο, οι οικονομικές επιπτώσεις της 11ης Σεπτεμβρίου αρχίζουν να γίνονται περισσότερο αισθητές σήμερα, ένα χρόνο αργότερα. Στο διάστημα που πέρασε ολόκληροι τομείς οικονομικής δραστηριότητας δοκιμάστηκαν ιδιαίτερα έντονα, όπως οι αερομεταφορές, η αεροπορική βιομηχανία, ο κλάδος των ασφαλειών και ο τουρισμός.Τα μέτρα που πήρε η κυβέρνηση Μπους μπορεί να ανέκοψαν τα πρώτα συμπτώματα, όμως διπλασίασαν το έλλειμμα του αμερικανικού προϋπολογισμού με ό,τι αυτό συνεπάγεται μεσοπρόθεσμα, δηλαδή από δω και πέρα. Ετσι η αμερικανική οικονομία βρίσκεται στο όριο ανάμεσα στην ανάκαμψη και στη νέα ολίσθηση προς την ύφεση.Ενας παράγοντας που μπορεί να κρίνει αν η πορεία της αμερικανικής, της ευρωπαϊκής και της διεθνούς οικονομίας θα ακολουθήσει τη μία ή την άλλη κατεύθυνση είναι η υπόθεση του Ιράκ. Ενδεχόμενη στρατιωτική δράση είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα επηρεάσει τόσο το γενικότερο αίσθημα ασφαλείας της οικονομίας όσο και τις τιμές του πετρελαίου. Οπως δήλωσαν πρόσφατα ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών και ο διοικητής της Μπούντεσμπανκ, μια τέτοια στρατιωτική περιπέτεια θα έχει «καταστροφικά» αποτελέσματα για την παγκόσμια οικονομία.Α πό την άλλη, ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι τα αποτελέσματα εξαρτώνται από την πορεία των επιχειρήσεων στο Ιράκ. Αν η όποια επιχείρηση αναληφθεί στεφθεί από επιτυχία γρήγορα, το αρνητικό κλίμα θα αναστραφεί ενώ ταυτοχρόνως ενδέχεται να σημειωθεί μεγάλη πτώση των τιμών του πετρελαίου. Φυσικά τίποτα δεν εγγυάται ότι οι πολεμικές περιπέτειες θα καταλήξουν κατ' (αμερικανική) ευχή.Ενας άλλος παράγοντας που παίζει σημαντικό ρόλο είναι η τεράστια αύξηση των αμερικανικών αμυντικών δαπανών. Ο Τζορτζ Μπους αύξησε τον αμυντικό προϋπολογισμό των ΗΠΑ κατά 50 δισεκατομμύρια δολάρια, ανεβάζοντάς τον στα 379 δισ. δολάρια, ποσό μεγαλύτερο από αυτό της εποχής του Ψυχρού Πολέμου, επί προεδρίας Ρίγκαν. Πρόκειται για το 40% του συνόλου των παγκόσμιων αμυντικών δαπανών.Οπως είναι φυσικό, οι πολεμικές βιομηχανίες είδαν τα κέρδη τους και την αξία των μετοχών τους να εκτινάσσονται στα ύψη. Μια από τις μεγαλύτερες, η «Λόκχιντ Μάρτιν», ανακοίνωσε διπλασιασμό των κερδών της. Ο δείκτης μετοχών των πολεμικών βιομηχανιών στη Γουόλ Στριτ παρουσιάζει αύξηση 10%, σε εποχή που άλλοι δείκτες μειώνονται ώς και πάνω από 20%.Δεν είναι όμως καθόλου βέβαιο ότι οι πολεμικές βιομηχανίες θα μπορέσουν να αποδειχθούν ατμομηχανή της οικονομίας. Στην περίοδο μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου προβλήθηκε κατά κόρον το «μέρισμα της ειρήνης», δηλαδή το κέρδος για την οικονομία και την κοινωνία από τη μείωση των αμυντικών δαπανών και τη διοχέτευση πόρων σε άλλους τομείς. Οι διαδικασίες δομικών αλλαγών, ώστε μια οικονομία που μέχρι εκείνη τη στιγμή κατασκεύαζε άρματα μάχης να αρχίσει να κατασκευάζει γεωργικούς ελκυστήρες, δεν αποδείχθηκαν τόσο απλές. Θα είναι απλούστερο το αντίθετο; Θα μπορέσει η οικονομία να κάνει το άλμα από το «μέρισμα της ειρήνης» στο «μέρισμα του πολέμου»;

Η αυτοκρατορία του φόβου επιτίθεται

Πριν από ένα χρόνο, ολόκληρος ο κόσμος παρακολουθούσε τη μεγαλύτερη, εντυπωσιακότερη και πλέον πολύνεκρη τρομοκρατική επίθεση στην Ιστορία. Στο επίκεντρο του παγκόσμιου ενδιαφέροντος ήταν η τρομοκρατία και η αντιμετώπισή της. Σήμερα, ένα χρόνο αργότερα, η παγκόσμια προσοχή εστιάζεται σε κάτι τελείως διαφορετικό: τη στάση και την πολιτική των ΗΠΑ και τους τρόπους αντιμετώπισής της. Σε κάποιο βαθμό, μέρος της ευθύνης για τη σημερινή κατάσταση ανήκει στον πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον. Αν αληθεύουν οι πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν προσφάτως, επί προεδρίας Κλίντον οι Ταλιμπάν και ο ηγέτης τους, μουλάς Ομάρ, είχαν αποφασίσει να απομακρύνουν από το Αφγανιστάν την οργάνωση Αλ Κάιντα και τον αρχηγό της, τον Οσάμα Μπιν Λάντεν. Η αμερικανική πυραυλική επίθεση στο Σουδάν και το Αφγανιστάν, που ακολούθησε τις βομβιστικές επιθέσεις της Αλ Κάιντα στις αμερικανικές πρεσβείες της Κένυας και της Τανζανίας, άλλαξε το κλίμα και η στάση των Ταλιμπάν αντιστράφηκε. Η Αλ Κάιντα παρέμεινε στο Αφγανιστάν και στις 11 Σεπτεμβρίου έκανε την παρουσία της εκρηκτικά αισθητή στις ΗΠΑ.Για τη νέα υπό τον Τζορτζ Μπους κυβέρνηση των ΗΠΑ, μια κυβέρνηση σε αναζήτηση ουσιαστικής ταυτότητας και εσωτερικών ισορροπιών, η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου αποτέλεσε τον καταλύτη για την ενηλικίωσή της και τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς της.Οπως ήταν φυσικό, ο συγκλονισμένος από το πρώτο στην ιστορία πλήγμα εναντίον των ηπειρωτικών ΗΠΑ (το Περλ Χάρμπορ βρίσκεται στη Χαβάη) αμερικανικός λαός συσπειρώθηκε γύρω από το -σχεδόν μεταφυσικό για τους Αμερικανούς-σύμβολο του προέδρου, δίνοντάς του μέχρι και σήμερα ποσοστά δημοτικότητας που δεν θα μπορούσε ούτε καν να ονειρευτεί.Τ αυτοχρόνως διαμόρφωσε τα πολιτικά χαρακτηριστικά του προέδρου, καταλύοντας την αντίδραση ανάμεσα στις τάσεις ενός επιτελείου που ήδη έγερνε προς τα πλέον συντηρητικά κομμάτια της αμερικανικής κοινωνίας. Το πολιτικό περιβάλλον της μετά την 11η Σεπτεμβρίου εποχής ήταν ιδιαιτέρως ευνοϊκό για την ευδοκίμηση του άξονα των unilateralists Ντικ Τσένι - Ντόναλντ Ράμσφελντ και τη συμμαχία του με τους νεοσυντηρητικούς τύπου Πολ Γούλφοβιτς. Ανέδειξε ακόμα ακραίες συντηρητικές μικροομάδες, όπως αυτή του υπουργού Δικαιοσύνης Ασκροφτ, σε βαθμό ώστε να ενοχλούνται ακόμα και οι υπερσυντηρητικές παραθρησκευτικές οργανώσεις που τον στηρίζουν. Απέναντί τους, η πολιορκημένη ομάδα των μετριοπαθών multilateralists γύρω από τον Κόλιν Πάουελ δεν είχε καμία ελπίδα.Σημειολογικά σημαντικό είναι το γεγονός ότι για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την 11η Σεπτεμβρίου, αυτός που παρέμενε σε κρυφή προστατευμένη τοποθεσία δεν ήταν ο πρόεδρος Μπους αλλά ο αντιπρόεδρος Τσένι. Κάτι που επισήμως εξηγείται από την ανάγκη διαφύλαξης της σειράς διαδοχής σε περίπτωση που ο πρόεδρος πληγεί από το νέο εχθρό, όμως δημιουργεί την αίσθηση ότι προστατεύεται ο πολύτιμος εγκέφαλος έναντι του αναλώσιμου σώματος.Η μόνη κρυστάλλινα σαφής διατύπωση της νέας αμερικανικής πολιτικής συμπυκνώνεται σε μια φράση που περικλείει τόσο την πολιτική σκέψη του Ντικ Τσένι όσο και την προσωπικότητα του Τζορτζ Μπους με τη μανιχαϊκή διάσταση καλού - κακού. «Ή είσαστε με εμάς ή είσαστε με τους τρομοκράτες». Ή υποστηρίζετε τον πολιτισμό και το καλό (εμάς) ή τη βαρβαρότητα και το κακό (αυτούς). Αυτό είναι το «δόγμα Μπους» όπως διατυπώθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 2001 και το οποίο μέχρι σήμερα παραμένει ο μοναδικός σταθερός άξονας μιας πολιτικής σε αναζήτηση.Στις αρχές της δεκαετίας του '90, ο Τσάρλς Κραουτχάμερ έγραφε ότι ο κόσμος έχει φθάσει σε μια «μονο-πολική στιγμή»1. Στο τέλος της δεκαετίας, ο Σάμουελ Χάντινγκτον αναφερόταν σε ένα «μονο-πολυ-πολικό» κόσμο που σταδιακά θα εξελισσόταν σε πολυπολικό2. Ακόμα και η σημερινή σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του προέδρου Μπους, Κοντολίζα Ράις, πριν από την εκλογική νίκη του σημερινού Αμερικανού προέδρου έγραφε ότι «η εξωτερική πολιτική σε μια ρεπουμπλικανική κυβέρνηση θα είναι σίγουρα διεθνιστική». Φρόντιζε βέβαια να διευκρινίσει ότι «αυτό θα το κάνει από τη σταθερή θέση του εθνικού συμφέροντος, όχι των συμφερόντων μιας φανταστικής διεθνούς κοινότητας»3.Λ ιγότερο από δύο χρόνια αργότερα ήρθε η επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου, η οποία έχει χαρακτηριστεί και «Δώρο του Μπιν Λάντεν προς τους Αμερικανούς υπερσυντηρητικούς». Το επακόλουθο «Δόγμα Μπους» έρχεται να διαψεύσει τις προβλέψεις για μια πορεία προς έναν πολυπολικό κόσμο με μια ενδιάμεση στάση στον «μονο-πολυπολισμό».Ακόμα και οι ιδέες του Ρίτσαρντ Χάας για τις ΗΠΑ να παίζουν το ρόλο του «παγκόσμιου σερίφη» με τη συνδρομή «τοπικών αποσπασμάτων» για την αντιμετώπιση περιφερειακών ή τοπικών κρίσεων φαίνεται να έχει εγκαταλειφθεί. Ο Χάντινγκτον μιλά πλέον για μονο-πολικό σύστημα με «μία υπερδύναμη, καμία σημαντική μεγάλη δύναμη και πολλές μικρές δυνάμεις». Οπως λέει, η κυρίαρχη υπερδύναμη σε ένα τέτοιο σύστημα θα είναι σε θέση «να επιλύει μόνη της αποτελεσματικά σημαντικά διεθνή θέματα και κανένας συνδυασμός άλλων κρατών δεν θα έχει την ισχύ να την εμποδίσει να το κάνει»4.Στη λογική αυτή εξελίχθηκε η αμερικανική στάση στον ένα χρόνο που πέρασε από τη διατύπωση του δόγματος Μπους. Στο «όποιος δεν είναι μαζί μας, είναι εναντίον μας» προστέθηκε, χωρίς να διατυπώνεται τόσο επιγραμματικά, το «δεν μας ενδιαφέρει αν όλοι είναι εναντίον μας».Αποφασιστικής σημασίας για τη διαμόρφωση της στάσης αυτής εκ μέρους του επικρατούντος άξονα στην αμερικανική ηγεσία είναι η αυτοπεποίθηση που του προσέφερε η ψυχολογία που διαμορφώθηκε στην κοινή γνώμη των ΗΠΑ μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Η συσπείρωση της αμερικανικής κοινωνίας γύρω από το σύμβολο της προεδρικής εξουσίας, ο φόβος απέναντι στην απειλή της τρομοκρατίας, κάνουν την αμερικανική κοινή γνώμη να αποδέχεται μια πολιτική, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, για την οποία κάτω από διαφορετικές συνθήκες θα είχαν ξεσηκωθεί θύελλες αντιδράσεων.Προς το συμφέρον αυτής της ηγετικής ομάδας είναι λοιπόν η διατήρηση του κλίματος αυτού. Με την έννοια αυτή, δεν είναι τυχαίο ότι κατά το τελευταίο χρονικό διάστημα παρατηρείται μια έξαρση της αμερικανικής πολεμικής ρητορικής και μάλιστα από τους βασικούς εκπροσώπους της τάσης του μονοπολισμού - ηγεμονισμού, τον Ντικ Τσένι και τον Ντόναλντ Ράμσφελντ. Μια ρητορική που έχει ως άμεσο στόχο το Ιράκ αλλά οι βασικοί της αποδέκτες φαίνεται να είναι τόσο η αμερικανική κοινή γνώμη, που αρχίζει να εμφανίζει σημάδια κόπωσης, όσο και η διεθνής κοινότητα.Ελλείψει κινδυνολογικής/πολεμικής ανατροφοδότησης, η αμερικανική κοινή γνώμη αρχίζει να απομακρύνεται από τη λογική του απολύτου, αρχίζει να αντιμετωπίζει περισσότερο κριτικά τόσο τις πολεμικές δραστηριότητες στο εξωτερικό (Αφγανιστάν, όπου δεν υπάρχουν πλέον θεαματικές εξελίξεις αλλά μια τελμάτωση, που προμηνύει φθορά), όσο και στο εσωτερικό, όπου η πρακτική συλλήψεων, παρακολουθήσεων και περιγραφής των συνταγματικών εγγυήσεων αρχίζει να μην αποτελεί το αμυντικό αυτονόητο.Την τάση αυτή μπορεί να ανακόψει ελαφρά η συναισθηματική φόρτιση της πρώτης επετείου από την επίθεση της 11ης Σεπτεμβρίου. Ομως και αυτή θα εξαχνωθεί σταδιακά. Για μονιμότερα αποτελέσματα απαιτείται επανατροφοδότηση, και κάτι τέτοιο μπορεί να προσφέρει σε κάποιο βαθμό η υπόθεση του Ιράκ. Οταν η χώρα βρίσκεται σε πόλεμο ή κοντά σε πόλεμο, η έντονη αμφισβήτηση του προέδρου και της ηγεσίας μπορεί να παρουσιαστεί ότι αγγίζει τα όρια της προδοσίας. Κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά βολικό, ιδίως σε μια προεκλογική περίοδο όπως η σημερινή, εν όψει των τμηματικών εκλογών του Νοεμβρίου για το Κογκρέσο, καθώς οι πολιτικοί αντίπαλοι αναγκάζονται να αυτοπεριορίζουν την αντιπολιτευτική τους ρητορική.Η υπόθεση του Ιράκ έχει όμως ακόμα μεγαλύτερη σημασία για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, σε αυτή τη φάση. Η άνοδος των τόνων μπορεί να αποδοθεί στο ότι η αμερικανική ηγεσία έχει αποφασίσει την πραγματοποίηση κάποιου είδους επέμβασης σχετικά σύντομα. Μπορεί όμως και να αποτελεί το όχημα με το οποίο οι ΗΠΑ επιβάλλουν και επιβεβαιώνουν την ηγεμονική θέση τους στη διεθνή κοινότητα.Οπως έχει επισημάνει ο Νόαμ Τσόμσκι, οι ΗΠΑ συχνά όχι μόνο δεν επιθυμούν να δείξουν ότι ακολουθούν τη διεθνή νομιμότητα και τις κοινώς αποδεκτές αρχές συμπεριφοράς αλλά σκοπίμως επιδεικνύουν και «διαφημίζουν» την αδιαφορία τους για τη νομιμότητα αυτή και τη διεθνή κοινή γνώμη, προβάλλοντας την εικόνα μιας εκτός ελέγχου υπερδύναμης. Με τον τρόπο αυτό αναγκάζουν τη διεθνή κοινότητα να τις αντιμετωπίζει με μεγαλύτερη προσοχή και υποχωρητικότητα5.Στη σημερινή συγκυρία υπάρχει και ένας άλλος, ανωτέρου επιπέδου, στόχος. Η προβολή και επιβεβαίωση του αμερικανικού μονομερούς ηγεμονισμού που πρεσβεύει η κυρίαρχη ηγετική αλλά και να επιβεβαιώνει την κυριαρχία του. Και τίποτα δεν την επιβεβαιώνει καλύτερα από την αδυναμία ουσιαστικής αμφισβήτησης, όταν αυτή προβάλλεται.

1. The Unipolar Moment, America and the World 1990/1991, Foreign Affairs Magazine2. The Lonely Superpower, Foreign Affairs Magazine, March/April 1999.3. Condoleezza Rice, «Campaign 200 - Promoting the National Interest», Foreign Affairs Magazine, January/ February 20004. Stephen G. Books and William C. Wohlforth, «American Rrimacy in Perspective», Foreign Affairs July/August 20025. Νόαμ Τσόμσκι , «Προπαγάνδα και Κοινή Γνώμη». Επίκειται η έκδοση στα ελληνικά - εκδόσεις ΛΙΒΑΝΗ