Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2009

Στρακαστρούκες και ξεροκέφαλοι

Οι ρουκέτες της Χαμάς, λίγο περισσότερο από στρακαστρούκες από στρατιωτικής απόψεως, ανέκαθεν είχαν κυρίως συμβολική σημασία. Η διατήρηση της δυνατότητας εκτόξευσής τους έπειτα από 7 ημέρες σαρωτικών ισραηλινών επιθέσεων αποτελεί μια συμβολική νίκη της Χαμάς, έστω και αν η ισλαμική οργάνωση έχει υποστεί σοβαρά πλήγματα στην υποδομή και στα στελέχη της. Με την έννοια αυτή, το Ισραήλ βρίσκεται ήδη στον δρόμο της επανάληψης της ήττας του 2006 στον Λίβανο, ανεξαρτήτως τελικής στρατιωτικής έκβασης και απολογισμού αίματος.

Σε συνδυασμό με την άρνηση της Χεζμπολάχ να πέσει στη παγίδα της ένοπλης εμπλοκής με το Ισραήλ στη φάση αυτή και την ευφυή επιλογή του Ιράν να μην «τσιμπήσει» και να αποφύγει τις υπερβολικές αντι-ισραηλινές κορόνες, το Ισραήλ δεν φαίνεται να πετυχαίνει ιδιαίτερα έναν από τους σημαντικούς πάγιους στόχους του, την αποδυνάμωση της ιρανικής επιρροής.

Προς μεγάλη απογοήτευση και των αραβικών καθεστώτων, όπως αυτού της Αιγύπτου, που ανησυχούν για την αυξανόμενη (και με τη βοήθεια της αμερικανικής ξεροκεφαλιάς) ιρανική επιρροή, η Τεχεράνη χρησιμοποιεί την όλο και μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση που κερδίζει τον τελευταίο καιρό για να προβάλλει την εικόνα μιας «ήρεμης δύναμης» που εκφράζει αξιόπιστα αυτό που αδυνατούν να κάνουν τα καθεστώτα των αραβικών χωρών, την αγανάκτηση της αραβικής κοινωνίας.

Αυτό υπονόμευσε την αυτοπεποίθηση Αράβων ηγετών, που μετά τη σημαντική αρχική καθυστέρηση, προσπάθησαν να καταδικάσουν φραστικά την ισραηλινή επίθεση, μη θέλοντας να αφήσουν μια μη αραβική χώρα, το Ιράν, να μονοπωλεί την έκφραση του αισθήματος των Αράβων.

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2008

Εξέγερση ή φυγή απέναντι στην εγγυημένη μιζέρια

Η πλειονότητα των νέων ανθρώπων, που εγκατέλειπαν τις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού ξεκινώντας μια δύσκολη και συχνά επικίνδυνη πορεία στο άγνωστο της «Δύσης», δεν μιλούσαν για ιδεολογία και ιδεολογικά κίνητρα, παρά μόνον όταν καταλάβαιναν ότι αυτό μόνο γινόταν κατανοητό από τον δυτικό συνομιλητή τους. Περιγράφοντας ειλικρινά αυτό που τους ανάγκασε να φύγουν, μιλούσαν για το αίσθημα ασφυξίας μπροστά σε μιά προδιαγεγραμμένη ζωή, την απελπισία της συνειδητοποίησης ότι καμία δική τους ικανότητα, ενέργεια, πράξη ή επιλογή δεν μπορούσε να επηρεάσει ουσιαστικά το, ερήμην τους προαποφασισμένο και έξωθεν καθοδηγούμενο, μέλλον τους. Προτιμούσαν τον κίνδυνο της λάθος επιλογής από τη μίζερη ασφάλεια της έλλειψης επιλογών.

Την περασμένη εβδομάδα, η φράση ενός μαθητή της τρίτης λυκείου θύμισε κάτι από τους τότε συνομηλίκους του της τότε Ανατολικής Ευρώπης: «Πολλοί συμμαθητές μου σκέφτονται να φύγουν από την Ελλάδα», είπε, κάνοντας σαφές ότι δεν αναφερόταν μόνο στις σπουδές. Διατύπωσε ακόμα το ήδη εμφανές: Οτι η πλειονότητα των συμμαθητών του αντιμετωπίζει ως προσβολή οποιαδήποτε προσπάθεια ταύτισής τους με οποιαδήποτε κόμματα. Στις δύο φράσεις αυτές περιέχονται πολλές από τις ερμηνείες για τα όσα συμβαίνουν τις τελευταίες μέρες, τουλάχιστον από την πλευρά των νέων, πηγαίνοντας πολύ πέρα από την συγκυριακή καραμέλα της οικονομικής κρίσης που, ούτως ή άλλως, είναι ακόμα πολύ πιο «λάιτ» στην Ελλάδα.

Σε ολόκληρο τον λεγόμενο «δυτικό κόσμο» και σίγουρα στην Ευρώπη, οι σημερινοί νέοι βρίσκονται αντιμέτωποι με την προοπτική να είναι η πρώτη μεταπολεμική γενιά που θα έχει συνολικά χαμηλότερο επίπεδο διαβίωσης απ' ό,τι η προηγούμενη. Η κατάχρηση αστυνομικής βίας και η εγκληματική συμπεριφορά αστυνομικών δεν λείπει από καμία αστυνομία, όπως και από κανένα σύστημα απονομής δικαιοσύνης δεν έχει πλήρως εξοβελισθεί η φυσική τάση μιας κρατικής εξουσίας να αντιμετωπίζει «φιλικά» και με κάποια «κατανόηση» τις εκτροπές κρατικών οργάνων. Φυσικά, υπάρχουν τεράστιες ποσοτικές και ποιοτικές διαφορές, που θα μπορούσαν από μόνες τους να εξηγήσουν γιατί στην Ελλάδα νέοι της μεσαίας τάξης μπορεί να αισθάνονται το ίδιο με τους αποκλεισμένους στο περιθώριο μετανάστες δεύτερης γενιάς στη Γαλλία.

Ομως η ασφυξία είναι πολύ βαθύτερη και σχεδόν αταξική για τους νέους μιας κοινωνίας που ακόμα δεν έχει ξεφύγει από τα σύνδρομα μιας παρελθούσας διαδικασίας αστικοποίησης. Η κοινωνική πίεση προς μία, οποιαδήποτε, τριτοβάθμια εκπαίδευση απλώς και μόνον ως γραφειοκρατική διαδικασία πρόσληψης στο Δημόσιο και ως εισιτήριο απόδρασης από την επαρχιακή μιζέρια εξακολουθεί να ασκείται από τις προηγούμενες γενιές που βίωσαν την πορεία αυτή, συνθλίβοντας ακόμα περισσότερο τους νέους στην άλλη πλευρά της τανάλιας ενός στείρου εξετασιοκεντρικού αποστηθιστικού συστήματος δομημένου γύρω από την ίδια λογική. Η ανολοκλήρωτη ακόμα διαδικασία κοινωνικοποίησης, δηλαδή η όχι επαρκής απεμπόληση κάθε δημιουργικής ικμάδας, επιτρέπει ακόμα στις νεαρές ηλικίες να βλέπουν το προδιαγεγραμμένο μέλλον στο Δημόσιο ή στην ιδιωτική σύμβαση των 700 ευρώ ως κατάντια ονείρων και όχι ως όνειρο βολέματος. Η κοινωνική απαξία κάθε δημιουργικής, άρα επικίνδυνης, πρωτοβουλίας διαιωνίζει έναν κύκλο συρρικνούμενης δημόσιας και μεταπρατικής ιδιωτικής μιζέριας, που καταρρέει όσο κλείνουν οι στρόφιγγες δανεισμού (ή αρπαγής σε μερικές περιπτώσεις). Αν οι συνομήλικοί τους αλλού ζούν την οικονομική κρίση ως συγκυριακό φαινόμενο, γνωρίζοντας ότι κάποια στιγμή η κοινωνία τους είναι σε θέση να παραγάγει και να δημιουργήσει την έξοδό της από την κρίση, οι Ελληνες αισθάνονται το αντίθετο.

Οι νέοι, στην ηλικία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, δεν έχουν στην πλειονότητά τους ακόμα αρπαγεί από τα, καραδοκούντα να τους προσφέρουν ελεγχόμενη εκτόνωση, πολιτικά κόμματα, τα οποία ούτως ή άλλως αδυνατούν όλο και περισσότερο να πείσουν ότι δεν αποτελούν μέρος του προβλήματος. Ασφυκτιούν, καθώς όχι μόνο δεν μπορούν να επηρεάσουν το μέλλον τους αλλά δεν μπορούν ούτε καν να εκφράσουν τη δυσφορία τους για όσα κληρονομούνται ως κοινωνικά αυτονόητα. Σε ακόμα χειρότερη θέση βρίσκονται οι οικονομικοί μετανάστες, που αποτελούν πλέον πάνω από το 10% του πληθυσμού της Ελλάδας. Γι' αυτούς και ιδίως για τα γεννημένα στην Ελλάδα παιδιά τους, η ασφυξία είναι απόλυτη, καθώς σχεδόν δεν τους αναγνωρίζεται η ίδια η ύπαρξη.

Με αυτή τη λογική, τηρουμένων των αναλογιών, υπάρχουν αρκετά στοιχεία κοινά με την προ του Μαΐου '68 ευρωπαϊκή κατάσταση, όταν το πολιτισμικό χάσμα ανάμεσα σε μια κοινωνία διαμορφωμένη σε άλλες συνθήκες και τους νέους που ζούσαν στις τρέχουσες (τότε) συνθήκες έπρεπε με κάποιο τρόπο να κλείσει.

Η βάση αυτή της κοινωνικής πολιτισμικής υστέρησης δεν στηρίζει σήμερα στον ίδιο βαθμό τη δυσφορία των νέων παντού στην Ευρώπη. Η μεταπολεμική ευημερούσα αποχαύνωση του «Β.Β.Β.Β.D» (Boulot, Bouffer, Boir, Baiser, Dormir - Δουλειά, Φαΐ, Ποτό, Πήδημα, Υπνος) της δεκαετίας του '60 καθυστέρησε να φτάσει στον Νότο της Ευρώπης ή καλύφθηκε από άλλα, πιο επείγοντα θέματα (εμφύλιος και μετεμφυλιακή περίοδος στην Ελλάδα, δικτατορία στην Ισπανία και την Ελλάδα, κοινωνικοί και πολιτικοί σπασμοί στην Ιταλία με το προβληματικό οικονομικό υπόβαθρο για όλους). Ετσι, κατά μία έννοια, η διατυπωμένη με κλασικούς ασφαλίτικους όρους ανάλυση των γαλλικών μυστικών υπηρεσιών περί ύπαρξης ενός «τόξου» συνεργασίας γενικώς «επικίνδυνων για την δημόσια τάξη» ομάδων στην Νότια Ευρώπη (Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία) μπορεί να περιέχει κάποια ψήγματα κοινωνικής ανάλυσης. Διότι στην περιοχή αυτή και ιδίως στην Ελλάδα, η ωρίμανση των συνθηκών ασφυξίας στο τμήμα της κοινωνίας που δεν έχει αποχαυνωθεί ακόμα συμπίπτει χρονικά με την παγκόσμια οικονομική κρίση (τον Μάιο του '68 οι νεανικές εξεγέρσεις έγιναν εν μέσω καλπάζουσας οικονομικής ευημερίας).

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2008

«Λόξυγγας», τέλος

Η αλλαγή τόνου δείχνει ότι ο «λόξυγγας» που προκάλεσε στις σχέσεις της Ευρώπης με τη Ρωσία η υπόθεση της Γεωργίας τελειώνει, καθώς το θυμικό υποχωρεί, επιτρέποντας και πάλι τη σταδιακή έκφραση του ρεαλισμού. Αυτό υπαινίσσονται η χθεσινή συνάντηση του γενικού γραμματέα του ΝΑΤΟ και του Ρώσου πρεσβευτή στη Συμμαχία, που έγινε στις Βρυξέλλες, για πρώτη φορά μετά την εμπλοκή, καθώς και οι απευθείας συνομιλίες της Μόσχας με τη Βαρσοβία και την Πράγα για την αντιπυραυλική ασπίδα και τα ρωσικά αντίποινα.

Μια παράλληλη εξέλιξη, η χθεσινή δήλωση του διοικητή των ρωσικών στρατηγικών δυνάμεων, σύμφωνα με την οποία η Ρωσία δεν πρόκειται να προχωρήσει σε εγκατάσταση νέων πυραυλικών συστημάτων αν οι ΗΠΑ εγκαταλείψουν την ανάπτυξη του σχεδιαζόμενου αντιπυραυλικού συστήματος στην Τσεχία και την Πολωνία, αποτελεί στην πραγματικότητα επανάληψη της απειλής. Ομως η αλλαγή διατύπωσης επιτρέπει τη μετάβαση σε μια νέα φάση εκτόνωσης, αν και η άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ υπό τη νέα διοίκηση Ομπάμα, το θελήσει.

Θα πρόκειται στην πραγματικότητα για μια επαναδιαπραγμάτευση, για την οποία η Μόσχα έχει ήδη τοποθετήσει τα αρχικά όρια με μια σειρά κινήσεων: επίσκεψη ρωσικού στόλου στη Βενεζουέλα και την Κούβα, επιστροφή στις πωλήσεις όπλων προς τη Μέση Ανατολή (Λίβανος), πυρηνική και στρατιωτική συνεργασία με το Ιράν, έξοδος του ρωσικού στόλου (ό,τι έχει απομείνει) και υπογράμμιση των ρωσικών διεκδικήσεων στον όλο και πιο γυμνό από πάγους Βόρειο Πόλο. Οι λεπτομέρειες του μηνύματος πρέπει να είναι αρκετά ξεκάθαρες μέχρι ο βασικός συνομιλητής, ο Μπαράκ Ομπάμα, να αναλάβει τα καθήκοντά του στις 20 Ιανουαρίου.

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2008

Τι είδε ο ανταποκριτής

Εμφανής η δυσκολία των απεσταλμένων ξένων ΜΜΕ στην Αθήνα να κατανοήσουν τα όσα συμβαίνουν τις τελευταίες μέρες, τουλάχιστον μέχρι να αποβάλουν την οπτική που έφεραν μαζί από τις χώρες τους. Με εξαίρεση κάποιους καλούς γνώστες της Ελλάδας, κανείς δεν μπορούσε να οργανώσει γρήγορα τη σκέψη του γύρω από μια κατάσταση αποκοπής όχι απλώς μιας κυβέρνησης από την κοινωνία, αλλά ενός κράτους σε διαρκή εχθρότητα και σύγκρουση με την κοινωνία. Αναζητούσαν όντως υπαρκτές αναλογίες με τα προβλήματα που ζουν οι κοινωνίες τους (οικονομική κρίση, αποκλεισμός κ.λπ.) με τον ίδιο τρόπο που κάποιοι ιθαγενείς οραματίζονταν αυτάρεσκα την εξέγερση που θα ανατρέψει τον καπιταλισμό να ξεκινά από τους δρόμους μιας Ελλάδας που φαντασιώνεται ότι ανήκει στον καπιταλιστικό σκληρό πυρήνα.

Η αλλοδαπή αυτή σκέψη, προβάλλοντας στην Ελλάδα ιδιότητες του «φυσιολογικού» κόσμου, δεν διανοείται την ιδιαιτερότητα της ιστορικής διαμόρφωσης ενός κράτους που λειτουργεί απέναντι στην κοινωνία σαν διορισμένο από μια ξένη δύναμη κατοχής και αντιμετωπίζεται ως τέτοιο.

Με τους πυλώνες της κρατικής συγκρότησης στην Ελλάδα να ομονοούν μόνο απέναντι στον κοινό εχθρό, την κοινωνία, είναι φυσικό εκείνη να διαμορφώνεται από ομάδες συμφερόντων που δοκιμάζουν, ανάλογα με τις συνθήκες, διάφορες αναλογίες αντίστασης, δωσιλογισμού, σαμποτάζ και μαυραγοριτισμού.

Με τον ρυθμό ανανέωσης ρόλων να ξεπερνά τα Hertz μιας επίπεδης τηλεόρασης, το αγύμναστο μάτι του «απεσταλμένου» δικαιολογείται να μην αναγνωρίζει πρόσωπα, πράγματα και βαθύτερες αιτίες, προβάλλοντας από άλλες κοινωνίες που φοβούνται (ακόμα) τον «Κλέφτη» πιο πολύ απ' ό,τι τον «Αστυνόμο» τις πιο ευθύγραμμες σχέσεις αιτίου και αιτιατού. Εκφράζοντας μια έντιμη απορία.

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2008

Η κρίση ως ευκαιρία αφύπνισης

Ο οικονομικός κατακλυσμός κάποτε θα περάσει. Οταν τραβηχτούν τα νερά, το τοπίο θα έχει αλλάξει. Οχι μόνον επειδή πολλά οικοδομήματα θα έχουν γκρεμιστεί, αλλά και επειδή η ανάγκη της επιβίωσης θα έχει οδηγήσει άτομα, ομάδες και χώρες σε αναζήτηση νέας ταυτότητας και ρόλου, φέρνοντάς τους αναγκαστικά σε επαφή με την πραγματικότητα.

Η εμμονή σε βολικές βεβαιότητες και η αποχαύνωση σε εικονικές πραγματικότητες χρειάζεται ίσως την οδυνηρή αυτή σύγκρουση για να υποχωρήσει, ώστε να επιτρέψει την αναζήτηση ρεαλιστικών επιλογών. Και με αυτή τη λογική, η οικονομική κρίση μπορεί εν τέλει να αποδειχθεί ευεργετική για χώρες, όπως η Ελλάδα.

Κατά τη δεκαετία του '70, το τεχνολογικό άλμα που άνοιγε τον δρόμο στη φτηνή υπολογιστική ισχύ επέτρεπε σε άτομα και συλλογικότητες να οραματίζονται την απελευθέρωσή τους από τα δεσμά της έντασης κεφαλαίου που είχε δημιουργήσει η ώριμη, ώς υπερώριμη, βιομηχανική εποχή. Ατομα και συλλογικότητες, που έμεναν έξω από το διαμορφωμένο βιομηχανικό περιβάλλον, έχοντας φθάσει αργά για να εξασφαλίσουν το εισιτήριο της συσσώρευσης κεφαλαίου, διέκριναν τη δυνατότητα να ξεφύγουν από την εξορία στις παρυφές του οικονομικού γίγνεσθαι μέσα από την παράκαμψη που πρόσφερε ο νέος συντελεστής παραγωγής, η πληροφορία και η προστιθέμενη αξία της διάδοσης και της επεξεργασίας της.

Οσοι έβλεπαν να έρχεται μια εποχή απόλυτης χειραφέτησης του ατόμου, το οποίο θα μπορούσε να διαθέτει πλέον πρόσβαση και δυνατότητα επεξεργασίας γνώσεων και πληροφοριών, που μέχρι τότε διέθεταν μόνον κρατικές ή μεγάλες επιχειρηματικές οντότητες, όσοι περίμεναν ότι μικρές χώρες που είχαν χάσει την ευκαιρία της βιομηχανικής επανάστασης θα έπαιρναν το επόμενο τρένο, διαψεύσθηκαν εν μέρει, όπως συχνά συμβαίνει με τους οραματιστές, όμως σε πολύ μικρότερο βαθμό απ' ό,τι περίμεναν και οι ίδιοι στις πλέον νηφάλιες στιγμές τους.

Ισχυρές βιομηχανικές δυνάμεις, σε κρατικό ή επιχειρηματικό επίπεδο, επέδειξαν την αναμενόμενη, ανάλογη του μεγέθους και του βολέματός τους, αδράνεια. Επιχειρήσεις, όπως η ΙΒΜ, αναγκάστηκαν να καταπιούν με εξαιρετικά οδυνηρό τρόπο τον αυτάρεσκο σαρκασμό τους απέναντι στους πιτσιρικάδες που άλλαξαν τον κόσμο από το γκαράζ του σπιτιού τους, φτιάχνοντας τους πρώτους προσωπικούς ηλεκτρονικούς υπολογιστές.

Κρατικές οντότητες, όπως η ΕΣΣΔ, κλονίστηκαν συθέμελα όταν δεν μπόρεσαν να προσαρμόσουν τα εργαλεία της βιομηχανικής επιδίωξης «εξηλεκτρισμού» στη μετα-βιομηχανική ανάγκη «εξηλεκτρονισμού». Διαθέτοντας εργαλεία που κερδήθηκαν και διαμορφώθηκαν με μεγάλο κόπο και κόστος για να αναλύσουν, να περιγράψουν και να διαμορφώσουν μια συγκεκριμένη βιομηχανική κοινωνική πραγματικότητα, κατέβαλαν τελικά το κόστος της προσπάθειάς τους να σταματήσουν την ιστορία με τον δικό τους τρόπο, παγώνοντάς την στη φάση αναφοράς των εργαλείων τους αυτών.

Αλλοι προσαρμόστηκαν εξαιρετικά γρήγορα στη νέα πραγματικότητα, και το αποτέλεσμα δικαίωσε σε μεγάλο βαθμό όσους προέβλεπαν ότι οι παραδοσιακές βιομηχανικές δυνάμεις θα βρουν νέους ανταγωνιστές. Χώρες όπως οι ΗΠΑ ξαφνιάζονται έτσι από την απώλεια της σχετικής προπορείας τους, όχι τόσο διότι οι ίδιες επιβράδυναν τον βηματισμό τους όσο διότι άλλοι επιτάχυναν τον δικό τους.

Η Ελλάδα δεν βρέθηκε ανάμεσα στις χώρες αυτές. Την ώρα που άλλες κοινωνίες αναζητούσαν μια δημιουργική παραγωγική θέση στη διεθνή οικονομία, η ελληνική κοινωνία αναζητούσε επιδοτήσεις από την ΕΟΚ και εξωτερικό δανεισμό για να χρηματοδοτήσει την καταναλωτική της πείνα. Οταν άλλοι επένδυαν παραγωγικά στη γνώση και στην πληροφορία, μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος, η ελληνική κοινωνία έβλεπε όλο και περισσότερο την εκπαίδευση -και ιδίως την ανώτατη- ως μια γραφειοκρατική διαδικασία για την εισαγωγή στο Δημόσιο. Η αδιαφορία της ή και η καχυποψία απέναντι σε κάθε δημιουργική εκδήλωση της γνώσης έσπρωξε το μεγαλύτερο μέρος των δημιουργικών μυαλών στο εξωτερικό για να προσφέρουν εκεί το βασικό υλικό της μετα-βιομηχανικής εποχής, την καινοτομία. Για να περηφανεύεται στη συνέχεια για τις επιτυχίες τους, φτάνει να μην απειλήσουν την τοπική παρασιτική χλωρίδα επιστρέφοντας στην Ελλάδα.

Η ελληνική φούσκα της εικονικής πραγματικότητας κάποια στιγμή θα έσκαγε, ανεξαρτήτως διεθνούς οικονομικής κρίσης. Το θέμα ήταν πότε θα έφθανε αυτή η στιγμή. Διότι τα νοικοκυριά, όπως και το ελληνικό κράτος, έχουν την τάση να διατηρήσουν ή και να αυξήσουν το επίπεδο διαβίωσης το οποίο, κάποια στιγμή, καλώς ή κακώς, τους προσφέρθηκε, στρεφόμενα αρχικά στις αποταμιεύσεις και, στη συνέχεια, στον δανεισμό. Μόνον όταν εξαντληθούν πλήρως και οι δυνατότητες δανεισμού, αρχίζει η επώδυνη προσαρμογή στην πραγματικότητα και στις αληθινές δυνατότητες.

Αν η διεθνής οικονομική κρίση επισπεύδει το σκάσιμο της φούσκας, δηλαδή την επαφή με την πραγματικότητα, θα έχει προσφέρει μια οδυνηρή, αλλά και πολύτιμη υπηρεσία. Αν η ελληνική κοινωνία, κακομαθημένη, όπως και πολλά από τα μεμονωμένα μέλη της από την «παραμύθα», ότι το σύμπαν τής χρωστάει χάρη για μόνη την ύπαρξή της, χρησιμοποιήσει την ευκαιρία αυτή για να ξεφύγει από τη στειρότητα, υπάρχει η περίπτωση να δημιουργήσει και να παράξει κάτι, έστω και αν αργήσει ακόμα να συνειδητοποιήσει τι δημιουργείται και τι παράγεται αλλού, σε όλους τους τομείς.

Από την οικονομική κρίση κερδισμένες -ή τουλάχιστον όχι χαμένες- δεν θα βγουν οι κοινωνίες όπου το θεωρητικά πιο δημιουργικό κομμάτι τους, οι νέοι, αναγκάζονται να διοχετεύσουν την ορμή τους σε όλο και πιο απελπισμένες διεκδικήσεις ενός συρρικνούμενου μεριδίου μιζέριας, αλλά εκείνες που ενθαρρύνουν, αναμένουν και απαιτούν τη δημιουργική συμμετοχή τους.

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2008

Να 'ναι καλά η Βομβάη...

Οι υπουργοί Εσωτερικών της Ε.Ε. που συνεδρίαζαν προχθές το βράδυ στις Βρυξέλλες πρέπει να ήταν πολύ ευχαριστημένοι με τα νέα από τη Βομβάη. Μια επίθεση διαρκείας με ομήρους, αίμα και φλόγες, που τροφοδότησε τα διεθνή μέσα ενημέρωσης επί δύο ημέρες ήταν ό,τι καλύτερο για τις αέναες και άοκνες προσπάθειες των κυβερνήσεων και των γραφειοκρατιών που συναποτελούν την κρατική εξουσία να ελέγξουν τα πάντα.

Η φυσική αποστροφή και ο τρόμος τους απέναντι σε οτιδήποτε ξεφεύγει από τον στενό έλεγχό τους θα εκδηλωνόταν ούτως ή άλλως. Η λήψη της προχθεσινής απόφασής τους για τον έλεγχο του Ίντερνετ, ακόμα και μέσω της εξ αποστάσεως διείσδυσης σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές ή με την υποχρέωση των παρόχων σύνδεσης σε χαφιεδισμό, ήταν απολύτως αναμενόμενη. Η λογική, άλλωστε, που επικρατεί είναι αυτή που προδίδει ο τίτλος του εισηγητή του σχετικού σχεδίου, του Γάλλου επιτρόπου Ζακ Μπαρό, αρμόδιου για θέματα Δικαιοσύνης, Ασφάλειας και Ελευθερίας, δηλαδή η υποταγή της Ελευθερίας στην Ασφάλεια με τη Δικαιοσύνη να επικουρεί τη σχέση αυτή.

Αν η έγκριση του σχεδίου από τους υπουργούς Εσωτερικών ήταν αναμενόμενη, αυτό που ήρθε ως θείο δώρο ήταν η επίθεση στη Βομβάη. Εδωσε την ευκαιρία να περάσει σχεδόν απαρατήρητη άλλη μία απόφαση περιστολής ελευθεριών και επέτρεψε στους φερόμενους ως αποφασίσαντες (τους υπουργούς) να δείχνουν στις τηλεοπτικές εικόνες για να προβάλουν την απόφασή τους ως αυτονόητη ή και μετριοπαθή. Κάποιοι απ' αυτούς, ανήκοντες στην ομάδα που πράγματι παίρνει ή προωθεί αποφάσεις, άφησαν ακόμα να εννοηθεί ότι τα γεγονότα στη Βομβάη δείχνουν ότι πρέπει να υπάρξει και συνέχεια.

Δευτέρα 24 Νοεμβρίου 2008

Γιατί χαίρεται (και φοβάται) ο κόσμος του Ομπάμα

Με τους πάντες να αναζητούν πίσω από κάθε λέξη, που έχει ώς τώρα ξεστομίσει, την πολιτική που θα εφαρμόσει ο Μπαράκ Ομπάμα από το πρώτο λεπτό της πρώτης ώς το τελευταίο λεπτό τής εικαζόμενης δεύτερης προεδρικής του θητείας, η πιο λογική κουβέντα ακούστηκε από τον πρόεδρο του Ιράν, Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ: «Πρόκειται για εκλογική περίοδο. Οποιοσδήποτε μπορεί να πει οτιδήποτε. Ετσι εμείς το αγνοούμε», είπε.

Η αγωνία για πρόβλεψη του μέλλοντος οδηγεί πολλούς να «διαβάζουν τη σπάλα» της ζωής του Ομπάμα, αναζητώντας εκεί τα σπέρματα της πολιτικής που θα ακολουθήσει, σε μια λογική που δεν απέχει πολύ από το «πήγε σχολείο στην Ινδονησία, άρα θα κλείσει το Γκουαντάναμο» και «έπαιζε μπάσκετ στη γειτονιά, άρα θα φτιάξει το σύστημα υγείας».

Ο βρετανικός «Εκόνομιστ» αναζητεί αναλογίες, γράφοντας ότι «αν ο κ. Ομπάμα μοιάζει με οποιονδήποτε στην πρόσφατη βρετανική Ιστορία, είναι με τον Τόνι Μπλερ, έναν άλλον ηγέτη από παντού και από το πουθενά που συνέθεσε χάρισμα, αισιοδοξία και πηγαία ρητορική». Το αμερικανικό «Νιούσγουικ» βλέπει αναλογίες με τον Ρόναλντ Ρίγκαν στις σχέσεις του Ομπάμα με τους ψηφοφόρους του.

Η προεκλογική περίοδος και οι εκλογές πέρασαν και τώρα οι οιωνοσκόποι εστιάζουν στα πρόσωπα που επιλέγει ή δεν επιλέγει για συνεργάτες του ο Ομπάμα, για να προβλέψουν την πολιτική του στην παραμικρή της λεπτομέρεια, ακόμα και για να προαναγγείλουν πού και πόσο θα ικανοποιήσει ή θα απογοητεύσει τους ψηφοφόρους του και τους ανά τον κόσμο «ομπαμομανείς».

Ομως η πληρέστερη ερμηνεία του «φαινομένου Ομπάμα» και η καλύτερη πρόβλεψη του ρόλου που θα παίξει προέρχεται από κάτι τελείως διαφορετικό, το οποίο δεν αναφέρεται καθόλου στο όνομά του: την έκθεση για τις «Παγκόσμιες Τάσεις 2025», που έδωσε την περασμένη Παρασκευή στη δημοσιότητα το Εθνικό Συμβούλιο Πληροφοριών των ΗΠΑ.

Στην πραγματικότητα, η έκθεση για τις τάσεις που θα διαμορφώσουν την παγκόσμια πραγματικότητα ώς το έτος 2025 δεν αποκαλύπτει κάτι άγνωστο ώς τώρα. Ομως κωδικοποιεί και αναλύει συστηματικά αυτό που διαπερνά ως αίσθηση και ως προβληματισμός κάθε γωνιά του κόσμου, εκτός από εκείνες όπου η σύγχυση ανάμεσα σε πολιτική και μικροπολιτική έχει πλέον παγιωθεί, όπως και η αντικατάσταση της αναλυτικής σκέψης από τον ιδεολογικό οπαδισμό.

Περιγράφοντας το «Παγκόσμιο Τοπίο του 2025», η έκθεση προβλέπει με σχετική βεβαιότητα ότι «η πρωτοφανής μετακίνηση σχετικού πλούτου και οικονομικής ισχύος, σε γενικές γραμμές από τη Δύση προς την Ανατολή, που έχει ήδη αρχίσει, θα συνεχισθεί». Από μόνη της η διαδικασία αυτή, επιταχυνόμενη από την τρέχουσα οικονομική κρίση και συνδυαζόμενη με την αναπόφευκτη μεταφορά ισχύος και επιρροής, αρκεί για να προκαλέσει τεκτονικές πολιτικές πιέσεις. Ενας ολόκληρος κόσμος με τις ρίζες του στην Ευρώπη, ο λεγόμενος Δυτικός, αρχίζει να υποπτεύεται την αγωνία μπροστά στο άγνωστο, μπροστά στην προοπτική ενός περιβάλλοντος που, για πρώτη φορά μετά από πολλούς αιώνες, δεν διαμορφώνεται απ' αυτόν, δεν ελέγχεται με τους δικούς του νόμους και δεν ερμηνεύεται από τις δικές του αναλύσεις.

Ο κρύος φόβος του αγνώστου ενισχύεται από την, έστω και ατελή, συνειδητοποίηση της νομοτέλειας των φυσικών μεγεθών. Και μόνη η αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού κατά 1,2 δισεκατομμύρια μέχρι το 2025 ξεπερνά κατά πολύ τους βασικούς φυσικούς πόρους (ενέργεια, τροφή, νερό) του πλανήτη και η υπάρχουσα τεχνολογία δεν μπορεί να λύσει το πρόβλημα, όπως και η υπάρχουσα κοινωνική ανάλυση δεν μπορεί να διαχειριστεί τις συνέπειες. Μια νέα τεχνολογική επανάσταση, που θα μπορούσε να πολλαπλασιάσει τους διαθέσιμους πόρους, στα πρότυπα της «πράσινης» και της «βιομηχανικής» επανάστασης δεν είναι καθόλου βέβαιον ότι θα έχει αυτή τη φορά δυτικό πρόσωπο. Και η κοινωνική ανάλυση και τα εργαλεία που θα χρειαστεί και θα γεννήσει δεν είναι καθόλου βέβαιον ότι θα εξακολουθήσουν να έχουν ευρωπαϊκό, δηλαδή δυτικό πρόσωπο. Ακόμα και βασικές έννοιες, συνδεδεμένες, παρά τις δοκιμασίες τους, με τη «Δύση», όπως η «δημοκρατία», αποκτούν ασιατικό πρόσωπο με την «κρατική δημοκρατία», που με διάφορες εκδοχές δοκιμάζεται αυτή τη στιγμή.

Ενα τμήμα των δυτικών κοινωνιών δυσκολεύεται να ξεγράψει τις επενδύσεις του σε εσωτερικές, ενδο-δυτικές διαφωνίες κοσμοθεωριών, ιδεολογιών και οικονομικών συστημάτων. Φυσικό είναι να επιθυμεί το πάγωμα (το τέλος) της ιστορίας σε μια στιγμή του παρελθόντος, για την οποία αναπτύχθηκαν τα εργαλεία που εξακολουθεί να διαθέτει ή να διατηρεί τη συνήθεια του διαπληκτισμού για την καταλληλότητα του ενός ή του άλλου εργαλείου, ακόμα και όταν ολόκληρος ο μηχανισμός αναφοράς έχει αλλάξει.

Ενα άλλο τμήμα, όμως, ολοένα και μεγαλύτερο, επικεντρώνεται στην ευρύτερη ιστορική αλλαγή, διαισθανόμενο, για παράδειγμα, ότι δεν έχει τόσο σημασία αν ο Χάγεκ, ο Κέινς ή ο Φρίντμαν είχαν δίκιο, όταν σε λίγο η ίδια συζήτηση θα αφορά ονόματα που θα προφέρονται πιο δύσκολα από τους Δυτικούς. Για το τμήμα αυτό των δυτικών κοινωνιών, η απειλή αφορά κάθε κομμάτι του ευρύτερου δυτικού προτύπου, σημαδεύει εξίσου όλες τις αποχρώσεις. Ακόμα και για όσους αναγνωρίζουν στοιχεία δικαιοσύνης στην κατάρρευση του ευρωπαϊκού/δυτικού ιμπέριουμ, ο φόβος του αγνώστου δεν βρίσκεται μακριά.

Οι ΗΠΑ βρέθηκαν να αποτελούν τη ναυαρχίδα και το σύμβολο του δυτικού αυτού πολιτισμικού ιμπεριαλισμού. Στην τρέχουσα ιστορική φάση είναι ίσως λιγότερο σημαντικό, αν ταυτοχρόνως αποτελούν ναυαρχίδα και σύμβολο ενός από τα αντιμαχόμενα δυτικά συστήματα με αναφορά στη δυτική βιομηχανική επανάσταση. Αυτό εξηγεί και τη συσπείρωση φαινομενικά ετερόκλητων πολιτικών δυνάμεων γύρω από τον Μπαράκ Ομπάμα, τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ όσο και στο εξωτερικό (κυρίως στο «δυτικό» τμήμα). Διότι οι επιμέρους διαφορές μπαίνουν στην άκρη προ του κοινού κινδύνου, έστω και αν η πλήρης αντιστροφή τής ιστορικής ροή είναι αδύνατη.

Αυτή είναι η δυναμική που στις ΗΠΑ έφερε στην εξουσία τον Μπαράκ Ομπάμα και που στο εξωτερικό οδήγησε σε μια «ομπαμομανία». Η διαχείριση της ιστορικής αλλαγής με τον ευνοϊκότερο ή τον λιγότερο οδυνηρό τρόπο για τις ΗΠΑ και για τη Δύση γενικότερα είναι η εντολή που έχει πάρει. Και αυτή θα είναι η πολιτική του.

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2008

Είναι πολλά τα... ασφάλιστρα, Αρη

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, οποιαδήποτε αναφορά στη σύγχρονη πειρατεία αφορούσε τα Στενά της Μάλακα, ανάμεσα στη Σουμάτρα της Ινδονησίας και τη Μαλαισία. Σήμερα εστιάζεται σε ένα άλλο στρατηγικό σημείο σύγκλισης, σχεδόν στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος αλλά πολύ δυτικότερα.

Το «Κέρας της Αφρικής» απέναντι από την «Ευδαίμονα Αραβία», η σημερινή Σομαλία απέναντι από τη σημερινή Υεμένη, ανέκαθεν έπαιζε στρατηγικό ρόλο στον έλεγχο των προσβάσεων της Ερυθράς Θάλασσας, του Περσικού Κόλπου και του Ινδικού Ωκεανού, ακόμα και πριν από τη διάνοιξη της Διώρυγας του Σουέζ.

Με τη Σομαλία να αποτελεί ήδη ένα ακυβέρνητο κράτος και το κράτος στην Υεμένη να χαρακτηρίζεται ήδη «αδύναμο» και «ατελές», ολόκληρη η περιοχή, από τον βορρά της Κένυας (για να μην πούμε από τα βόρεια της Μαδαγασκάρης) μέχρι τη Σαουδική Αραβία μέσω του Κόλπου του Αντεν, είναι εκτός ελέγχου ακριβώς τη στιγμή που η στρατηγική της σημασία ενισχύεται περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Αν πριν από λίγους μήνες ήταν εφικτό να αγνοηθούν οι πειρατικές επιθέσεις (στο κάτω κάτω δεν αφορούσαν παρά μόνο μερικές δεκάδες από τα 16.000 πλοία που περνούν από εκεί κάθε χρόνο), η σημερινή οικονομική κρίση δεν το επιτρέπει.

Ηδη το κλίμα που έχει δημιουργηθεί οδηγεί σε αύξηση των ασφαλίστρων για όσα πλοία πλέουν στην περιοχή. Οι αυξήσεις αυτές σε συνδυασμό με την αντίληψη του κινδύνου σπρώχνει όλο και περισσότερες εταιρείες να εγκαταλείπουν τη Διώρυγα του Σουέζ και να προσανατολίζονται στον περίπλου της Αφρικής. Τόσο στη μία όσο και στην άλλη περίπτωση, αποτέλεσμα είναι η τεράστια αύξηση του κόστους μεταφοράς αγαθών, ενέργειας και πρώτων υλών, στη χειρότερη δυνατή στιγμή, όταν η παγκόσμια οικονομία παλεύει με την ύφεση. Δεν είναι τυχαίο το ότι η λεγόμενη «Αλ Κάιντα», με μηνύματα τόσο του Οσάμα μπιν Λάντεν όσο και του Αϊμάν αλ Ζαουάχρι, έχει θέσει εδώ και χρόνια ως στόχο τον έλεγχο της περιοχής, αντιλαμβανόμενη πλήρως την ευρύτερη αποσταθεροποίηση που κάτι τέτοιο μπορεί να προκαλέσει στη Δύση, αλλά και τη σημασία που έχει στον ανταγωνισμό της με το Ιράν.

Σάββατο 8 Νοεμβρίου 2008

Ηρθε ο μεσσίας;

Ο ρεαλισμός ολισθαίνει επικίνδυνα προς τον κυνισμό αν εμποδίζει τη συγκίνηση που προκαλεί η χαρά εκατομμυρίων Αφροαμερικανών, οι οποίοι βλέπουν έναν απ' αυτούς να φτάνει στην επενδεδυμένη με μεταφυσική αξία θέση του προέδρου των ΗΠΑ. Προς τον κυνισμό ολισθαίνει και όταν αγνοεί τη -σχεδόν επαναστατική για τα δεδομένα των σύγχρονων ΗΠΑ- χαρά της συμμετοχής ακόμα περισσότερων εκατομμυρίων Αμερικανών, σε μεγάλο ποσοστό νέων, που θεωρούν ότι «πήραν τη χώρα στα χέρια τους», αποσπώντας την από το έρπον πραξικόπημα των ιδεολόγων του τρόμου της οκταετίας Μπους. Προς την ίδια κατεύθυνση ολισθαίνει όταν δυσφορεί για τον ενθουσιασμό, διακρίνοντας σ' αυτόν το δάχτυλο που κλείνει την τρύπα του φράγματος, ανακόπτοντας την πορεία προς την ολοκληρωτική κατάρρευση όσων συμβολίζουν οι ΗΠΑ.

Ομως ο ρεαλισμός εξαφανίζεται πλήρως όταν τυφλώνεται από τον έρωτα, όταν το επί χρόνια (όχι μόνο του Μπους) ποδοπατημένο από την Ουάσιγκτον διεθνές συναίσθημα εκρήγνυται αναζητώντας στο πρόσωπο ενός νέου προέδρου τον μεσσία που θα επουλώσει όλα τα τραύματα, θα αναστρέψει όλες τις αδικίες και θα φέρει μια εποχή που

«ο λύκος θα κοιμάται μαζί με το αρνί».

Η χρονίζουσα δυσφορία για την ηγεμονική συμπεριφορά των ΗΠΑ, η οργή για τις ταπεινώσεις που η Ουάσιγκτον μοιράζει δεξιά και αριστερά αυτοαναιρείται ακαριαία όταν οι ταπεινωμένοι βλέπουν και τη σωτηρία τους να πηγάζει από εκεί, όταν χορεύουν στους δρόμους και στα πρωτοσέλιδα για την έλευση του μεσσία περιμένοντας να δείξει τον δρόμο για έναν πιο δίκαιο κόσμο και να άρει τις αμαρτίες του κόσμου. «Ο τρώσας ιάσεται» αποτελεί απλή ευχή, ιδίως όταν ο «τρώσας» δεν σκοπεύει να αναληφθεί στους ουρανούς.

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2008

Ζητείται επούλωση...

Η «βούλα» του βρετανικού ναού του «φιλελευθερισμού», του περιοδικού «Εκόνομιστ», η υποστήριξη του νεο-φιλελεύθερου Φράνσις Φουκουγιάμα, αλλά και η ύπαρξη γύρω του οικονομικών συμβούλων που προέρχονται από επιχειρήσεις και οργανισμούς με ευθύνη για τη σημερινή οικονομική κρίση, ενδέχεται να ενισχύσουν τις αμφιβολίες όσων θεωρούν ότι ο Μπαράκ Ομπάμα δεν μπορεί και δεν πρόκειται να φέρει την ουσιαστική αλλαγή στις ΗΠΑ. Κάποιοι, συγχέοντας τις έννοιες του κλασικού φιλελευθερισμού με αυτές του νεο-φιλελευθερισμού, ακόμα και του νεο-συντηρητισμού και ρίχνοντάς τες στο τσουβάλι όλων των κακών που αποδίδονται στις ΗΠΑ, θεωρούν ότι μια τέτοια υποστήριξη προδιαγράφει δυσοίωνα το μέλλον.

Ομως, η υποστήριξη προς έναν υποψήφιο δεν σημαίνει απαραίτητα ταύτιση με την πολιτική που αυτός θα ακολουθήσει, όταν μάλιστα αυτή δεν είναι ακόμα ξεκάθαρη για κανέναν. Σε μεγάλο βαθμό, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνδέεται με την επείγουσα ανάγκη επούλωσης των εξαιρετικά επώδυνων τραυμάτων που προκάλεσαν στις ΗΠΑ οι δύο τετραετίες Μπους και η μέχρι πρόσφατα επικράτηση των νεο-συντηρητικών. Τραύματα που, πέραν των άλλων, έπληξαν σοβαρά την αίγλη και την αξιοπιστία φιλοσοφιών και προσεγγίσεων που, καλώς ή κακώς, συνδέονται συμβολικά με τις ΗΠΑ, όπως οι ΗΠΑ συνδέονται με τη Δύση.

Σε αντίθεση με τον ΜακΚέιν, ο Μπαράκ Ομπάμα δείχνει ότι έχει τη δυνατότητα να αλλάξει κάτι, άσχετα με το ότι κανείς δεν είναι βέβαιος ότι θα το κάνει. Εχει δώσει την εικόνα (θα φανεί αν είναι πραγματική) της νηφαλιότητας που επιτρέπει μια δημιουργική σύνθεση, η οποία, ακριβώς επειδή δεν θα ικανοποιήσει κανέναν πουριτανό ιδεολόγο ή ζηλωτή, μπορεί να επιφέρει μια βιώσιμη ισορροπία. Ετσι ώστε όσοι θέλουν να τσακωθούν, να έχουν τουλάχιστον ένα σχετικό σταθερό έδαφος να στηρίξουν τα πόδια τους. Κάτι που επιθυμούν οι περισσότεροι, πέραν εκείνων (διαμετρικά αντίθετων θέσεων) που περιμένουν την ευκαιρία τους στην ολοκληρωτική κρίση και κατάρρευση.