Η επιστήμη κάνει θαύματα. Αφού διαπίστωσε ότι η αυτοκτονία μπορεί να είναι «κολλητική» όπως και η παχυσαρκία, ετοιμάζεται να αποφανθεί αν το ίδιο ισχύει και γι' άλλα πράγματα, όπως οι πολιτικές και οι ευρύτερες πεποιθήσεις.
Ξεκινά από μια «εξωφρενική» υπόθεση εργασίας: ότι αν κάποιος έχει στην οικογένειά του, στο στενό φιλικό του περιβάλλον ή στον ευρύτερο περίγυρο άτομα κάποιων πολιτικών πεποιθήσεων, έχει περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξει και ο ίδιος τις ίδιες πεποιθήσεις. Τουλάχιστον η... διεστραμμένη επιστημονική φαντασία δεν φθάνει, επί του παρόντος, στο σημείο να υποθέσει ότι κάποιοι καθορίζουν τις πολιτικές επιλογές τους «επειδή εμείς στην οικογένειά μας πάντα με αυτούς είμαστε».
Ισως στο μακρινό μέλλον η πρόοδος της επιστήμης οδηγήσει και σε πιο αλλόκοτες διαπιστώσεις: ότι όσοι βρίσκονται σε φτωχό, εργατικό, άνεργο και στερημένο περίγυρο τείνουν να έχουν παρόμοια πολιτική και κοινωνική συμπεριφορά, συχνά διαφορετική από εκείνους που «κολλάνε» άλλη συμπεριφορά από έναν πλούσιο, προνομιούχο, ασφαλή περίγυρο. Ακόμα και ότι όσοι γεννιούνται και μεγαλώνουν σε έναν συγκεκριμένο θρησκευτικό περιβάλλον έχουν περισσότερες πιθανότητες να ασπαστούν τη συγκεκριμένη θρησκεία και όχι κάποια άλλη.
Ομως, το πιθανότερο είναι ότι στόχος δεν είναι η απλή διαπίστωση αλλά η ποσοτική ανάλυση, η μετατροπή των διαπιστώσεων σε αριθμούς και η αριθμητική έκφραση των επιμέρους επιρροών. Επόμενο βήμα, η διαμόρφωση μοντέλων πρόβλεψης της ατομικής συμπεριφοράς με «μαθηματική ακρίβεια». Η εποχή του στοργικού χωροφύλακα που σε φώναζε κάποτε στο τμήμα «για υπόθεσή σου» έχοντας πάνω στο γραφείο, δίπλα στο κλομπ, τον φάκελο του πατέρα σου, και κάποιο χαφιεδόχαρτο για τις -κακές- παρέες σου έχει όντως περάσει. Για τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές ήδη είσαι -και θα είσαι ακόμα περισσότερο στο επιστημονικότερο μέλλον- απλώς ένα νούμερο και ως τέτοιο θα προβλέπεσαι και θα αντιμετωπίζεσαι.
Σάββατο 3 Μαΐου 2008
Παρασκευή 25 Απριλίου 2008
Στην πασαρέλα των ΜΜΕ
Δυστυχώς, αποτελεί ακόμα είδηση. Η συμμετοχή γυναικών σε μια κυβέρνηση, ιδίως όταν είναι αυξημένη αριθμητικά όπως στην περίπτωση της ισπανικής, τραβάει ακόμα την προσοχή και εν μέρει αυτό είναι θετικό. Λειτουργεί ως θετική υπόμνηση, προκαλεί έναν θετικό κοινωνικό μιθριδατισμό στη συμμετοχή όλων σε ανώτερα και ανώτατα αξιώματα. Ομως υπάρχει και η αρνητική πλευρά αυτού του εθισμού. Πέραν του αυτονόητου, ότι δηλαδή είδηση αποτελεί συνήθως η εξαίρεση και όχι ο κανόνας και η φυσική πορεία των πραγμάτων, αναπτύσσεται μια πρακτική με μάλλον αρνητικές συνέπειες. Στην εποχή που η εικόνα παίζει μεγαλύτερο ρόλο από την ουσία, πολιτικοί σχηματισμοί και ηγέτες αναζητούν τρόπους συμμετοχής γυναικών απλώς και μόνο προκειμένου να προβάλουν μια προοδευτική εικόνα. Η συνειδητοποίηση αυτής της προσέγγισης από μεγάλα τμήματα της κοινωνίας απειλεί να οδηγήσει κάποιους στην αίσθηση ότι η γυναικεία συμμετοχή δεν είναι θέμα αξίας, αλλά εικόνας, ξυπνώντας μισοθαμμένες προκαταλήψεις. Οταν πρωθυπουργοί ή πρόεδροι σχηματίζουν κυβερνήσεις και σχεδόν όλοι φωτογραφίζονται χωριστά με τις γυναίκες-μέλη του νέου υπουργικού συμβουλίου, φλερτάρουν με την απώλεια της ισορροπίας, όχι πάντα άθελά τους. Τέτοιες φωτογραφίες του Μπερλουσκόνι ή, σε μικρότερο βαθμό, του Σαρκοζί μπορεί με μεγαλύτερη ευκολία να θυμίσουν στερεότυπα όπως αυτό της «γυναίκας-τροπαίου» που περιβάλλει διακοσμητικά έναν επιτυχημένο άνδρα. Αν και η αίσθηση αυτή δεν προέρχεται από τις ίδιες αλλά κυρίως από τη γενικότερη πολιτεία και εικόνα του άνδρα πολιτικού που περιβάλλουν, συνήθως καταλήγει να στρέφεται εναντίον τους. Ακόμη και σε περιπτώσεις όπως του Ισπανού πρωθυπουργού Χοσέ Λουίς Θαπατέρο, η φωτογραφική πλαισίωσή του από την πολυπληθή γυναικεία ομάδα του νέου υπουργικού συμβουλίου του θα μπορούσε να παραπέμψει σε διαφημιστική εκστρατεία όπου φωτογραφίες γυναικών χρησιμοποιούνται για να πουλήσουν αυτοκίνητα ή αλυσοπρίονα, αν δεν τηρηθούν πολύ λεπτές ισορροπίες. Και επειδή οι ισορροπίες δεν είναι πάντα εφικτές ακόμα και με τις καλύτερες προθέσεις, το φύλο, τα προσωπικά χαρακτηριστικά ή οι προσωπικές προτιμήσεις οποιουδήποτε ίσως δεν θα έπρεπε να αποτελούν από μόνα τους είδηση.
Δευτέρα 21 Απριλίου 2008
Οι διεθνείς σχέσεις και ο Θεός βοηθός!
Ηταν απαράδεκτο. Ο Δημοκρατικός υποψήφιος για το χρίσμα, Μπάρακ Ομπάμα, παραβίασε έναν βασικό κανόνα της μικροπολιτικής, το ότι άλλα συζητάς κεκλεισμένων των θυρών και άλλα λες δημοσίως όταν πρέπει να χαϊδέψεις τα αυτιά των ψηφοφόρων. Η επισήμανσή του πως οι απογοητευμένοι ψηφοφόροι της εργατικής τάξης στην Πενσυλβάνια διοχετεύουν την πικρία τους στη θρησκεία και στα όπλα (για τις ΗΠΑ μιλάμε) προκάλεσε την επίθεση της αεί καιροφυλακτούσας Χίλαρι Κλίντον, που τον κατηγόρησε για ελιτισμό και αδυναμία κατανόησης του τι είναι η θρησκευτική πίστη. Ακόμα και εκείνη πάντως απέφυγε να τον κατηγορήσει ευθέως ότι αποδέχεται την άποψη πως «η θρησκεία είναι το όπιο των λαών», κάτι που θα ήταν θανατηφόρο για έναν Αμερικανό πολιτικό. Το αντίθετο θα ήταν μέχρι πριν από λίγο καιρό εξίσου καταστρεπτικό, αν διατυπωνόταν πίσω από κλειστές πόρτες από κάποιον ρεαλιστή αμερικανό αναλυτή των διεθνών σχέσεων, όπως ο Χένρι Κίσινγκερ.
Εχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε που ο Μαρξ έλεγε πως η θρησκεία είναι ένας ατταβισμός, από τον οποίο η ανθρωπότητα θα απελευθερωθεί μέσω της επιστήμης και της υλικής προόδου. Ισως η υλική πρόοδος δεν ήταν επαρκής, πάντως η επιστήμη σήμερα διαπιστώνει ρεαλιστικά και μετρήσιμα ότι η ανθρωπότητα κάθε άλλο παρά απελευθερώθηκε και προβλέπει ότι το 80% του παγκόσμιου πληθυσμού θα διατηρήσει κάποιας μορφής θρησκευτική πίστη τουλάχιστον μέχρι το τέλος του αιώνα. Η διαπίστωση αυτή περνά σταδιακά σε τομείς, όπως η θεωρία των διεθνών σχέσεων, που ανέκαθεν απέκλειαν τη θρησκεία ως παράγοντα μετά την ευρωπαϊκή Συνθήκη της Βεστφαλίας του 1648. Καθώς σήμερα ο ρόλος θρησκειών, όπως το Ισλάμ, στη διεθνή πολιτική είναι και μακροσκοπικά ορατός, ακόμα και οι φανατικοί συνεχιστές της ρεαλιστικής σχολής των Μέτερνιχ, Ρισελιέ και του raison d' etat βάζουν λίγο αγιασμό στο κρασί τους με τον ίδιο τρόπο που σύγχρονοι οικονομολόγοι αρχίζουν να μελετούν την ανορθολογική συμπεριφορά στη λήψη αποφάσεων των οικονομικών υποκειμένων, τα οποία δεν ακολουθούν απαραίτητα το συμφέρον που προβλέπει ο αυτοματισμός της οικονομικής θεωρίας.
Η θρησκεία αρχίζει ήδη να αναγνωρίζεται ως παράγων ανορθολογισμού στη λήψη αποφάσεων κρατών ή υπερεθνικών οντοτήτων, ως συστατικό αλλά και πολλαπλασιαστής ισχύος σε περίπτωση συγκρούσεων, ως εμπόδιο ακόμα και στους φυσιολογικούς συμβιβασμούς που επιβάλλουν οι διεθνείς σχέσεις. Οι πρώτες αγχωμένες αναλύσεις δίνουν στήριξη σε περισσότερο ή λιγότερο αφελείς και «μπουνταλάδικες» απόπειρες διαμόρφωσης διεθνούς πολιτικής, όπως η προσπάθεια των ΗΠΑ να πείσουν ότι δεν έχουν τίποτα με τους μουσουλμάνους, χαρίζοντας μια νέα κρατική οντότητα, το Κοσσυφοπέδιο, σε μια μουσουλμανική εθνότητα ή ενισχύοντας και προωθώντας πρότυπα συνύπαρξης του Ισλάμ με το δυτικού τύπου κοσμικό κράτος όπως η Τουρκία.
Ομως, επί του παρόντος, οι δυτικές αναλυτικές προσπάθειες παραμένουν στο μεγαλύτερο μέρος τους δέσμιες του δικού τους υπεροπτικού ανορθολογισμού, αυτού που καταπίνει αμάσητη τη δυτική -δηλαδή την ευρωπαϊκή- εμπειρία και την προβάλλει ως αυτονόητο πρότυπο για τον υπόλοιπο κόσμο. Η ίδια προσέγγιση, που αντιμετωπίζει ως πανάκεια την ευρωπαϊκού τύπου εκλογική αντιπροσωπευτική δημοκρατία και θεωρεί προοδευτική και όχι υπεροπτική στάση την «ανοχή» αντί του «σεβασμού» απέναντι σε άλλους πολιτισμούς, αρχίζει να αναγνωρίζει τη θρησκεία ως «παίκτη» στη διεθνή πολιτική, εξακολουθεί όμως να την αντιμετωπίζει ως εκτροπή από το τακτοποιημένο «υγιές» σύστημα.
Βλέποντας στη Συνθήκη της Βεστφαλίας ένα είδος «τέλους της Ιστορίας», η προσέγγιση αυτή δυσκολεύεται να διακρίνει την εξελικτική ιστορική διαδικασία σε άλλα μέρη του κόσμου. Εμποδίζεται να εξετάσει τις αναλογίες με το ευρωπαϊκό θρησκευτικό παρελθόν, όταν ακόμα και φονταμενταλιστικά ιεραποστολικά κινήματα, με αποκλειστικό στόχο την πάση θυσία άγρα ψυχών, μετεξελίχθηκαν σταδιακά σε συστατικά της «κοινωνίας των πολιτών», όπως ο Ερυθρός Σταυρός. Δεν παρατηρεί έτσι μια αντίστοιχη διαδικασία σε αρχικά αμιγώς θρησκευτικά κινήματα, όπως η μήτρα των Αδελφών Μουσουλμάνων της Αιγύπτου, η Χαμάς της Παλαιστίνης και η Χετζμπολάχ του Λιβάνου που μεταλλάσσονται σε πολιτικά κινήματα ή, ακριβέστερα, σε κοινωνικά κινήματα πολιτών. Δεν διακρίνει εύκολα τις εσωτερικές ζυμώσεις, ενίοτε οδυνηρές, σε όλα τα κινήματα αυτά προς την αναζήτηση νέων μορφών διακυβέρνησης και συμμετοχής των πολιτών.
Η ίδια προσέγγιση, που απορρίπτει μετά βδελυγμίας το «Τέλος της Ιστορίας» του Φράνσις Φουκουγιάμα ,ορίζει ένα δικό της τέλος Ιστορίας στο ευρωπαϊκό παρελθόν και το προβάλλει παγκοσμίως. Αυτοϊκανοποιούμενη συγκρίνει τα περί «πορνείας» και πολιτικού γάμου της Ιεράς Συνόδου με τους λιθοβολισμούς μοιχών σε μουσουλμανικές χώρες, βλέπει τη θρησκευτική αστυνομία ηθών στη ουαχαμπιτική Σαουδική Αραβία και το σιιτικό Ιράν και ξεχνά την Ιερά Εξέταση και τις πυρές μαγισσών στην ευρωπαϊκή -και αμερικανική- εξέλιξη.
Με τον ίδιο τρόπο, που αρνήθηκε να δει κάτω από την πρόσοψη των λέξεων, ώστε να διακρίνει τα στοιχεία θρησκευτικού πολέμου στον Ψυχρό Πόλεμο, ακινητοποιεί σε μια στιγμιαία φωτογραφία την ιστορική εξέλιξη, αφήνοντας έξω από το κάδρο κάθε ενοχλητικό στοιχείο και σβήνοντας με το «Photoshop» ό,τι δεν είναι «πολιτικώς ορθό», δηλαδή οτιδήποτε απειλεί τον ναρκισσισμό της.
Αν η «πολιτικώς ορθή» επίθεση της Χίλαρι Κλίντον δεν τον είχε σταματήσει, ο Μπάρακ Ομπάμα ίσως να προχωρούσε περισσότερο από μια απλή διαπίστωση για μια συγκεκριμένη ομάδα σε έναν περιορισμένο γεωγραφικό χώρο. Ισως να συζητούσε ακόμα και για τρόπους παρέμβασης στους ιστορικούς αυτοματισμούς.
Εχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε που ο Μαρξ έλεγε πως η θρησκεία είναι ένας ατταβισμός, από τον οποίο η ανθρωπότητα θα απελευθερωθεί μέσω της επιστήμης και της υλικής προόδου. Ισως η υλική πρόοδος δεν ήταν επαρκής, πάντως η επιστήμη σήμερα διαπιστώνει ρεαλιστικά και μετρήσιμα ότι η ανθρωπότητα κάθε άλλο παρά απελευθερώθηκε και προβλέπει ότι το 80% του παγκόσμιου πληθυσμού θα διατηρήσει κάποιας μορφής θρησκευτική πίστη τουλάχιστον μέχρι το τέλος του αιώνα. Η διαπίστωση αυτή περνά σταδιακά σε τομείς, όπως η θεωρία των διεθνών σχέσεων, που ανέκαθεν απέκλειαν τη θρησκεία ως παράγοντα μετά την ευρωπαϊκή Συνθήκη της Βεστφαλίας του 1648. Καθώς σήμερα ο ρόλος θρησκειών, όπως το Ισλάμ, στη διεθνή πολιτική είναι και μακροσκοπικά ορατός, ακόμα και οι φανατικοί συνεχιστές της ρεαλιστικής σχολής των Μέτερνιχ, Ρισελιέ και του raison d' etat βάζουν λίγο αγιασμό στο κρασί τους με τον ίδιο τρόπο που σύγχρονοι οικονομολόγοι αρχίζουν να μελετούν την ανορθολογική συμπεριφορά στη λήψη αποφάσεων των οικονομικών υποκειμένων, τα οποία δεν ακολουθούν απαραίτητα το συμφέρον που προβλέπει ο αυτοματισμός της οικονομικής θεωρίας.
Η θρησκεία αρχίζει ήδη να αναγνωρίζεται ως παράγων ανορθολογισμού στη λήψη αποφάσεων κρατών ή υπερεθνικών οντοτήτων, ως συστατικό αλλά και πολλαπλασιαστής ισχύος σε περίπτωση συγκρούσεων, ως εμπόδιο ακόμα και στους φυσιολογικούς συμβιβασμούς που επιβάλλουν οι διεθνείς σχέσεις. Οι πρώτες αγχωμένες αναλύσεις δίνουν στήριξη σε περισσότερο ή λιγότερο αφελείς και «μπουνταλάδικες» απόπειρες διαμόρφωσης διεθνούς πολιτικής, όπως η προσπάθεια των ΗΠΑ να πείσουν ότι δεν έχουν τίποτα με τους μουσουλμάνους, χαρίζοντας μια νέα κρατική οντότητα, το Κοσσυφοπέδιο, σε μια μουσουλμανική εθνότητα ή ενισχύοντας και προωθώντας πρότυπα συνύπαρξης του Ισλάμ με το δυτικού τύπου κοσμικό κράτος όπως η Τουρκία.
Ομως, επί του παρόντος, οι δυτικές αναλυτικές προσπάθειες παραμένουν στο μεγαλύτερο μέρος τους δέσμιες του δικού τους υπεροπτικού ανορθολογισμού, αυτού που καταπίνει αμάσητη τη δυτική -δηλαδή την ευρωπαϊκή- εμπειρία και την προβάλλει ως αυτονόητο πρότυπο για τον υπόλοιπο κόσμο. Η ίδια προσέγγιση, που αντιμετωπίζει ως πανάκεια την ευρωπαϊκού τύπου εκλογική αντιπροσωπευτική δημοκρατία και θεωρεί προοδευτική και όχι υπεροπτική στάση την «ανοχή» αντί του «σεβασμού» απέναντι σε άλλους πολιτισμούς, αρχίζει να αναγνωρίζει τη θρησκεία ως «παίκτη» στη διεθνή πολιτική, εξακολουθεί όμως να την αντιμετωπίζει ως εκτροπή από το τακτοποιημένο «υγιές» σύστημα.
Βλέποντας στη Συνθήκη της Βεστφαλίας ένα είδος «τέλους της Ιστορίας», η προσέγγιση αυτή δυσκολεύεται να διακρίνει την εξελικτική ιστορική διαδικασία σε άλλα μέρη του κόσμου. Εμποδίζεται να εξετάσει τις αναλογίες με το ευρωπαϊκό θρησκευτικό παρελθόν, όταν ακόμα και φονταμενταλιστικά ιεραποστολικά κινήματα, με αποκλειστικό στόχο την πάση θυσία άγρα ψυχών, μετεξελίχθηκαν σταδιακά σε συστατικά της «κοινωνίας των πολιτών», όπως ο Ερυθρός Σταυρός. Δεν παρατηρεί έτσι μια αντίστοιχη διαδικασία σε αρχικά αμιγώς θρησκευτικά κινήματα, όπως η μήτρα των Αδελφών Μουσουλμάνων της Αιγύπτου, η Χαμάς της Παλαιστίνης και η Χετζμπολάχ του Λιβάνου που μεταλλάσσονται σε πολιτικά κινήματα ή, ακριβέστερα, σε κοινωνικά κινήματα πολιτών. Δεν διακρίνει εύκολα τις εσωτερικές ζυμώσεις, ενίοτε οδυνηρές, σε όλα τα κινήματα αυτά προς την αναζήτηση νέων μορφών διακυβέρνησης και συμμετοχής των πολιτών.
Η ίδια προσέγγιση, που απορρίπτει μετά βδελυγμίας το «Τέλος της Ιστορίας» του Φράνσις Φουκουγιάμα ,ορίζει ένα δικό της τέλος Ιστορίας στο ευρωπαϊκό παρελθόν και το προβάλλει παγκοσμίως. Αυτοϊκανοποιούμενη συγκρίνει τα περί «πορνείας» και πολιτικού γάμου της Ιεράς Συνόδου με τους λιθοβολισμούς μοιχών σε μουσουλμανικές χώρες, βλέπει τη θρησκευτική αστυνομία ηθών στη ουαχαμπιτική Σαουδική Αραβία και το σιιτικό Ιράν και ξεχνά την Ιερά Εξέταση και τις πυρές μαγισσών στην ευρωπαϊκή -και αμερικανική- εξέλιξη.
Με τον ίδιο τρόπο, που αρνήθηκε να δει κάτω από την πρόσοψη των λέξεων, ώστε να διακρίνει τα στοιχεία θρησκευτικού πολέμου στον Ψυχρό Πόλεμο, ακινητοποιεί σε μια στιγμιαία φωτογραφία την ιστορική εξέλιξη, αφήνοντας έξω από το κάδρο κάθε ενοχλητικό στοιχείο και σβήνοντας με το «Photoshop» ό,τι δεν είναι «πολιτικώς ορθό», δηλαδή οτιδήποτε απειλεί τον ναρκισσισμό της.
Αν η «πολιτικώς ορθή» επίθεση της Χίλαρι Κλίντον δεν τον είχε σταματήσει, ο Μπάρακ Ομπάμα ίσως να προχωρούσε περισσότερο από μια απλή διαπίστωση για μια συγκεκριμένη ομάδα σε έναν περιορισμένο γεωγραφικό χώρο. Ισως να συζητούσε ακόμα και για τρόπους παρέμβασης στους ιστορικούς αυτοματισμούς.
Σάββατο 19 Απριλίου 2008
La bella figura
Τη σύγκριση την έκανε ο ίδιος ο Μπερλουσκόνι, όταν δήλωσε ότι είναι πιο ψηλός από τον Βλαντιμίρ Πούτιν και τον Νικολά Σαρκοζί. Το ύψος των τριών θα είχε ίσως ενδιαφέρον σε μια ψυχαναλυτική προσέγγιση στη διαμόρφωση της πολιτικής τους προσωπικότητας. Ομως περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η παρόρμηση του Μπερλουσκόνι να συγκρίνει τον εαυτό του μαζί τους, έστω και αν αυτή εξαντλήθηκε στην περι ύψους συζήτηση. Διότι οι επιτυχίες και των τριών οφείλονται σε συγγενικούς λόγους: Στη διάχυτη δυσφορία και απογοήτευση της εκλογικής βάσης και στην απουσία πολιτικών προτάσεων, έστω και απλώς διαχειριστικών, που θα μπορούσαν να πείσουν ότι όντως υπάρχει κάποιο φως στο βάθος του τούνελ.
Φυσική αγελαία αντίδραση η αναζήτηση παρηγορητικής ασφάλειας στο πρόσωπο ενός «ισχυρού» ηγέτη και αυτή την εικόνα προβάλλουν -με προφανή, αν και σε διαφορετικό βαθμό επιτυχία- οι τρεις πολιτικοί. Με τον Καίσαρα αυτοσυγκρίνεται ο Μπερλουσκόνι, δηλώνοντας ότι θα μπορούσε να συνομιλήσει στα λατινικά μαζί του, η εικόνα του «τσάρου» (Καίσαρα στα ρωσικά) περιβάλλει ως αύρα τον Πούτιν και ο Σαρκοζί δεν δείχνει να αισθάνεται ιδιαίτερα άβολα συγκρινόμενος με τον Ναπολέοντα, έστω και ως καρικατούρα.
Σε κάθε κοινωνία, τα χαρακτηριστικά που ξυπνούν αρχέγονα ένστικτα συσπείρωσης μπορεί να είναι ελαφρώς διαφορετικά, ξεκινώντας από την «bella figura» και την εικόνα του καταφερτζή και φθάνοντας σε αυτή του σωματικά ισχυρού ηγέτη με τη σιδερένια γροθιά.
Οπως δείχνει η περίπτωση του Σαρκοζί, η εικόνα του ισχυρού ηγέτη μπορεί να πληγωθεί, να διαψευσθεί, να φθαρεί ή και να καταρρεύσει. Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτόματη επιστροφή στην αναζήτηση άλλης λύσης στη βάση ιδεολογικών πολιτικών προτάσεων, ιδίως όσο αυτές δεν διαφοροποιούνται πειστικά από την ήδη βιωμένη απογοήτευση και αμηχανία. Στο ενδιάμεσο, η αποκαθήλωση μιας ηγετικής φυσιογνωμίας, πραγματικής ή απλώς προβαλλόμενης, οδηγεί απλώς στην αναζήτηση μιας άλλης.
Φυσική αγελαία αντίδραση η αναζήτηση παρηγορητικής ασφάλειας στο πρόσωπο ενός «ισχυρού» ηγέτη και αυτή την εικόνα προβάλλουν -με προφανή, αν και σε διαφορετικό βαθμό επιτυχία- οι τρεις πολιτικοί. Με τον Καίσαρα αυτοσυγκρίνεται ο Μπερλουσκόνι, δηλώνοντας ότι θα μπορούσε να συνομιλήσει στα λατινικά μαζί του, η εικόνα του «τσάρου» (Καίσαρα στα ρωσικά) περιβάλλει ως αύρα τον Πούτιν και ο Σαρκοζί δεν δείχνει να αισθάνεται ιδιαίτερα άβολα συγκρινόμενος με τον Ναπολέοντα, έστω και ως καρικατούρα.
Σε κάθε κοινωνία, τα χαρακτηριστικά που ξυπνούν αρχέγονα ένστικτα συσπείρωσης μπορεί να είναι ελαφρώς διαφορετικά, ξεκινώντας από την «bella figura» και την εικόνα του καταφερτζή και φθάνοντας σε αυτή του σωματικά ισχυρού ηγέτη με τη σιδερένια γροθιά.
Οπως δείχνει η περίπτωση του Σαρκοζί, η εικόνα του ισχυρού ηγέτη μπορεί να πληγωθεί, να διαψευσθεί, να φθαρεί ή και να καταρρεύσει. Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτόματη επιστροφή στην αναζήτηση άλλης λύσης στη βάση ιδεολογικών πολιτικών προτάσεων, ιδίως όσο αυτές δεν διαφοροποιούνται πειστικά από την ήδη βιωμένη απογοήτευση και αμηχανία. Στο ενδιάμεσο, η αποκαθήλωση μιας ηγετικής φυσιογνωμίας, πραγματικής ή απλώς προβαλλόμενης, οδηγεί απλώς στην αναζήτηση μιας άλλης.
Σάββατο 12 Απριλίου 2008
Μια «τελετή ενηλικίωσης»
Η δυτική ευθύγραμμη λογική θα μιλούσε για αποτυχία. Η ολυμπιακή λαμπαδηδρομία είναι βέβαιο ότι δεν ταιριάζει στην περιγραφή «Περίπλους της Αρμονίας» που της έδωσαν οι Κινέζοι. Ούτε καν οι, κατά τον πρόεδρο της βρετανικής Ολυμπιακής Επιτροπής, «τραμπούκοι» με τα μπλε, που έστειλε η Κίνα να προστατεύσουν τη Φλόγα, κατάφεραν να επιβάλουν την αρμονία με μεθόδους κινεζικών ειδικών δυνάμεων.
Ομως είναι λάθος να δίνει κανείς ιδιαίτερη προσοχή στις ολάνθιστες και ελαφρώς γλυκερές στα δυτικά αυτιά κινεζικές φράσεις χωρίς να ανασκάπτει πολλά επίπεδα πιο κάτω, αναζητώντας τα παραδοσιακά κινεζικά σκληρά παιχνίδια εξουσίας, ανέκαθεν λιγότερο ευθύγραμμα ακόμα και από τα κινεζικά ιδεογράμματα.
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2008 δεν είναι απλώς μια «τελετή ενηλικίωσης» για την Κίνα, ένας χορός «ντεμπιτάντ» για την είσοδό της στην καλή κοινωνία των ενηλίκων. Σημαντικότερη ίσως είναι η εσωτερική διάσταση, αυτή που αφορά την άνοδο, την πτώση και την επικράτηση ομάδων, τάσεων και προσώπων στη δυσανάγνωστη κινεζική πολιτική σκηνή και στα αχαρτογράφητα δαιδαλώδη μονοπάτια του Κομμουνιστικού Κόμματος. Οι επίδοξοι κυρίαρχοι του παιχνιδιού δεν ποντάρουν έτσι μόνο στην επιτυχία, αλλά και στην αποτυχία. Αν, για παράδειγμα, αποδειχθεί αποτυχημένη η αποστολή των προστατών «ρομπότ» της Ολυμπιακής Φλόγας, κάποια ομάδα κερδίζει από την αποτυχία μιας αντίπαλης ιδέας, αν οι επιλογές ανοίγματος και φιλελευθεροποίησης αποτύχουν, κερδίζουν οι συντηρητικοί, αυτοί που θέλουν βραδύτερες αλλαγές.
Το 2008 είναι ό,τι πρέπει για να χτίσει κάποιος την πορεία του ώς το συνέδριο του κόμματος το 2012, όταν θα αλλάξει η ηγεσία. Και επί του παρόντος, δύο ονόματα έχουν πάρει θέση στην εκκίνηση: οι γραμματείς του κόμματος στη Σανγκάη, Ζι Τζινπίνγκ και στην επαρχία Λιαονίνγκ, Λι Κεκιάνγκ. Η εξέλιξη των Ολυμπιακών Αγώνων θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό αν ένας από τους δύο θα πάρει το προβάδισμα, ίσως και το κατά πόσον θα παραμείνουν στον αγώνα.
Ομως είναι λάθος να δίνει κανείς ιδιαίτερη προσοχή στις ολάνθιστες και ελαφρώς γλυκερές στα δυτικά αυτιά κινεζικές φράσεις χωρίς να ανασκάπτει πολλά επίπεδα πιο κάτω, αναζητώντας τα παραδοσιακά κινεζικά σκληρά παιχνίδια εξουσίας, ανέκαθεν λιγότερο ευθύγραμμα ακόμα και από τα κινεζικά ιδεογράμματα.
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2008 δεν είναι απλώς μια «τελετή ενηλικίωσης» για την Κίνα, ένας χορός «ντεμπιτάντ» για την είσοδό της στην καλή κοινωνία των ενηλίκων. Σημαντικότερη ίσως είναι η εσωτερική διάσταση, αυτή που αφορά την άνοδο, την πτώση και την επικράτηση ομάδων, τάσεων και προσώπων στη δυσανάγνωστη κινεζική πολιτική σκηνή και στα αχαρτογράφητα δαιδαλώδη μονοπάτια του Κομμουνιστικού Κόμματος. Οι επίδοξοι κυρίαρχοι του παιχνιδιού δεν ποντάρουν έτσι μόνο στην επιτυχία, αλλά και στην αποτυχία. Αν, για παράδειγμα, αποδειχθεί αποτυχημένη η αποστολή των προστατών «ρομπότ» της Ολυμπιακής Φλόγας, κάποια ομάδα κερδίζει από την αποτυχία μιας αντίπαλης ιδέας, αν οι επιλογές ανοίγματος και φιλελευθεροποίησης αποτύχουν, κερδίζουν οι συντηρητικοί, αυτοί που θέλουν βραδύτερες αλλαγές.
Το 2008 είναι ό,τι πρέπει για να χτίσει κάποιος την πορεία του ώς το συνέδριο του κόμματος το 2012, όταν θα αλλάξει η ηγεσία. Και επί του παρόντος, δύο ονόματα έχουν πάρει θέση στην εκκίνηση: οι γραμματείς του κόμματος στη Σανγκάη, Ζι Τζινπίνγκ και στην επαρχία Λιαονίνγκ, Λι Κεκιάνγκ. Η εξέλιξη των Ολυμπιακών Αγώνων θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό αν ένας από τους δύο θα πάρει το προβάδισμα, ίσως και το κατά πόσον θα παραμείνουν στον αγώνα.
Δευτέρα 7 Απριλίου 2008
Επανεκκίνηση συστήματος και γυμναστήριο ουτοπίας
Ξυπνάς μπαφιασμένος από τα δύο πακέτα τσιγάρα της προηγούμενης μέρας. Ο χρόνιος τηλεοπτικός καναπεδισμός φέρνει την κοιλιά ανάμεσα σε σένα και τα παπούτσια σου όταν προσπαθείς να τα δέσεις. Η τηλεοπτική ανοησιογενής εγκεφαλική πλαδαρότητα χτίζει ουρανοξύστες πάνω στον χρόνιο εθισμό στο «junk food» ιδεολογικών βαλσάμων, ταχυφαγικών τσιτάτων, καταπραϋντικών απλουστεύσεων, κομματικών φληναφημάτων και εκτονωτικής μαχητικότητας από τις κερκίδες.
Η εαρινή συνειδητοποίηση και ανάγκη ανανέωσης μετακινεί καναπέδες στο καθιστικό, τακτοποιεί τα cd στα ράφια, πυροδοτεί οικογενειακούς καυγάδες για όσα «τακτοποιήθηκαν», ρίχνει προβληματισμένα βλέμματα στο γυμναστήριο της γειτονιάς. Στρέφεται σε λαχανικά και χαμηλά λιπαρά για να ανακτήσει την εξουσία επί των λιποκυττάρων, στο κουμπί του τηλεκοντρόλ και στο μισοξεχασμένο βιβλίο για να ελέγξει ξανά τα φαιά κύτταρα. Ανοίγει τα παράθυρα για να δεχτεί καθαρό -τρόπος του λέγειν- αέρα και η άνοιξη αυτή συνοδεύει την αναζωογόνηση μιας ανάγκης αναζήτησης των ουσιαστικά βασικών.
Από ένα ολόκληρο βιβλίο πολιτικού και διπλωματικού παρασκηνίου και γεωστρατηγικής ανάλυσης το μάτι σταματά σε μια παρεμπίπτουσα επισήμανση, ότι ο παγκόσμιος πληθυσμός θα φτάσει μέχρι το 2050 τα 9, ίσως και τα 10, δισεκατομμύρια από τα σημερινά 6,5.
Η εποχική αισιοδοξία δεν επιτρέπει αυτοκτονικούς ιδεασμούς. Η χλωρή πρασινάδα στα «μάτια» της διασωζόμενης κληματαριάς οδηγεί σε αμπελοφιλοσοφίες τύπου «αυτή η γη που την πατούμε...» και τα εαρινά θυρανοίξια ανασύρουν τις λέξεις «παγκόσμιος φεντεραλισμός» από μια προηγούμενη σελίδα. Πυροδοτούν, έτσι, μια καρτεσιανή φαντασίωση αναζήτησης της ουσίας και από εκεί ανοικοδομεί στη λογική «το αγώγι ξυπνά τον αγωγιάτη».
Ισορροπίες δυνάμεων, οικονομικές και κοινωνικές θεωρίες, οι διάφορες έννοιες που μπορούν να δοθούν στην επίκαιρη λέξη «παγκοσμιοποίηση» εξατμίζονται ως εποικοδόμημα από τη στιγμή που αναζητούνται φυσικά μεγέθη. Εννοιες που αντιμετωπίζονται σχεδόν σαν φυσικά μεγέθη, όπως οι τρεις συντελεστές παραγωγής (Γη, Κεφάλαιο, Εργασία) της εφηβικής «Εισαγωγής στα Μακροοικονομικά» συμπυκνώνονται στο πραγματικό φυσικό μέγεθος του πρώτου, από τον οποίο εκδιώκεται κάθε διασταλτική ερμηνεία. Η λογική της παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου ή της εργασίας χάνει έτσι το νόημά της. Και σε ό,τι αφορά τη Γη, με τη φυσική της έννοια, κάτι το εκ φύσεως παγκόσμιο, δεν μπορεί να παγκοσμιοποιηθεί.
Αυτό που μπορεί να παγκοσμιοποιηθεί είναι ο τρόπος διαχείρισης. Η πίεση της κλιματικής αλλαγής έχει ήδη οδηγήσει σε μια ατελώς διεθνή προσπάθεια συνεργασίας, ξεκινώντας από το Κιότο και συνεχίζοντας με τη διάσκεψη της Μπανγκόκ, που άρχισε την περασμένη εβδομάδα. Οι συνδυασμένες και σε μεγάλο βαθμό συνδεόμενες πιέσεις της κλιματικής αλλαγής και της πληθυσμιακής έκρηξης απειλούν, όμως, να οδηγήσουν σε οδυνηρή συνειδητοποίηση της ανεπάρκειας ακόμα και των καλύτερων σημερινών προσπαθειών στη βάση των υπαρχόντων σχημάτων διεθνούς συνεργασίας για την αντιμετώπιση του παγκόσμιου προβλήματος.
Ομως, αυτά τα σχήματα είναι το καλύτερο αποτέλεσμα, στο οποίο μπόρεσε να καταλήξει η παγκόσμια κοινότητα για να απαντήσει στις πιέσεις που γνώρισε στο παρελθόν. Ο ένοπλος μηχανισμός κάθε κράτους προετοιμάζεται κάθε φορά για να πολεμήσει τον επόμενο πόλεμο με βάση τα διδάγματα του προηγούμενου και αλλάζει δραστικά μόνο ύστερα από μια οδυνηρή συντριπτική καταστροφή και όχι όταν σημαντικό τμήμα του βλέπει την καταστροφή να έρχεται. Ο διεθνής μηχανισμός αντιμετώπισης της περιβαλλοντικής επίθεσης δεν έχει ακόμα γνωρίσει ή συνειδητοποιήσει την ολοκληρωτική, συντριπτική, διαπεραστική κάθε στρώματος της παγκόσμιας κοινωνίας ήττα που θα τον οδηγούσε σε πραγματικά ριζική προσαρμογή.
Στο κλίμα της εποχής, βρίσκεται ακόμα στις πρώτες μέρες της Σαρακοστής, μόλις που αρχίζει να συνέρχεται από την κραιπάλη μιας Τσικνοπέμπτης και μιας νηστήσιμα υπερβολικής Καθαράς Δευτέρας. Βλέπει τη Μεγάλη Εβδομάδα να έρχεται αλλά δεν την έχει ακόμα αισθανθεί ως Εβδομάδα των Παθών. Θεωρεί αυτονόητη διαδικασία και όχι θαύμα την Ανάσταση που ακολουθεί. Για να επιδιώξει το δικό της επαναστατικό θαύμα, χρειάζεται να ζήσει τα δικά της πάθη.
Η αισιοδοξία, στην οποία η άνοιξη δίνει σχεδόν μεταφυσικές διαστάσεις, προσφέρει άλλοθι στην, κατ' εξαίρεση, πίστη στις δυνατότητες συλλογικής ανάστασης μετά τον παγκόσμιο υπαρξιακό συγκλονισμό. Γραπώνεται στον «παγκόσμιο φεντεραλισμό» σαν μαυροντυμένη θεοσεβούμενη ηλικιωμένη που ετοιμάζεται να δώσει εξετάσεις για τον Παράδεισο, ακόμα και αν βλέπει με μισό μάτι το παπαδαριό που βιοπορίζεται απ' αυτόν.
Στην ακραία εκτροπή της δεν διακρίνει κήπους της Εδέμ, «τόπους χλοερούς, τόπους αναψύξεως». Διαλέγει μια παγκοσμιοποιημένη συλλογικότητα και για πρώτη φορά καταλαβαίνει τους Καθολικούς Φιλιππινέζους αυτοσταυρωνόμενους και τους μουσουλμάνους σιίτες αυτομαστιγωνόμενους, θλιβόμενη αλλά αποδεχόμενη τη γενεσιουργό αναγκαιότητα του πόνου.
Ομως η άνοιξη κάποτε τελειώνει και η θερμική δυσφορία του καλοκαιριού καταρρίπτει συχνά τις μεταφυσικές εκτροπές, προετοιμάζει τον χειμέριο ορθολογισμό. Αυτόν που διαβάζει στο πακέτο ότι «Το κάπνισμα μπορεί να σκοτώσει». Αλλά, επί του παρόντος, το τσιγάρο που ανάβει είναι ένας εαρινός αυτοκαταστροφικός αναστεναγμός.
Η εαρινή συνειδητοποίηση και ανάγκη ανανέωσης μετακινεί καναπέδες στο καθιστικό, τακτοποιεί τα cd στα ράφια, πυροδοτεί οικογενειακούς καυγάδες για όσα «τακτοποιήθηκαν», ρίχνει προβληματισμένα βλέμματα στο γυμναστήριο της γειτονιάς. Στρέφεται σε λαχανικά και χαμηλά λιπαρά για να ανακτήσει την εξουσία επί των λιποκυττάρων, στο κουμπί του τηλεκοντρόλ και στο μισοξεχασμένο βιβλίο για να ελέγξει ξανά τα φαιά κύτταρα. Ανοίγει τα παράθυρα για να δεχτεί καθαρό -τρόπος του λέγειν- αέρα και η άνοιξη αυτή συνοδεύει την αναζωογόνηση μιας ανάγκης αναζήτησης των ουσιαστικά βασικών.
Από ένα ολόκληρο βιβλίο πολιτικού και διπλωματικού παρασκηνίου και γεωστρατηγικής ανάλυσης το μάτι σταματά σε μια παρεμπίπτουσα επισήμανση, ότι ο παγκόσμιος πληθυσμός θα φτάσει μέχρι το 2050 τα 9, ίσως και τα 10, δισεκατομμύρια από τα σημερινά 6,5.
Η εποχική αισιοδοξία δεν επιτρέπει αυτοκτονικούς ιδεασμούς. Η χλωρή πρασινάδα στα «μάτια» της διασωζόμενης κληματαριάς οδηγεί σε αμπελοφιλοσοφίες τύπου «αυτή η γη που την πατούμε...» και τα εαρινά θυρανοίξια ανασύρουν τις λέξεις «παγκόσμιος φεντεραλισμός» από μια προηγούμενη σελίδα. Πυροδοτούν, έτσι, μια καρτεσιανή φαντασίωση αναζήτησης της ουσίας και από εκεί ανοικοδομεί στη λογική «το αγώγι ξυπνά τον αγωγιάτη».
Ισορροπίες δυνάμεων, οικονομικές και κοινωνικές θεωρίες, οι διάφορες έννοιες που μπορούν να δοθούν στην επίκαιρη λέξη «παγκοσμιοποίηση» εξατμίζονται ως εποικοδόμημα από τη στιγμή που αναζητούνται φυσικά μεγέθη. Εννοιες που αντιμετωπίζονται σχεδόν σαν φυσικά μεγέθη, όπως οι τρεις συντελεστές παραγωγής (Γη, Κεφάλαιο, Εργασία) της εφηβικής «Εισαγωγής στα Μακροοικονομικά» συμπυκνώνονται στο πραγματικό φυσικό μέγεθος του πρώτου, από τον οποίο εκδιώκεται κάθε διασταλτική ερμηνεία. Η λογική της παγκοσμιοποίησης του κεφαλαίου ή της εργασίας χάνει έτσι το νόημά της. Και σε ό,τι αφορά τη Γη, με τη φυσική της έννοια, κάτι το εκ φύσεως παγκόσμιο, δεν μπορεί να παγκοσμιοποιηθεί.
Αυτό που μπορεί να παγκοσμιοποιηθεί είναι ο τρόπος διαχείρισης. Η πίεση της κλιματικής αλλαγής έχει ήδη οδηγήσει σε μια ατελώς διεθνή προσπάθεια συνεργασίας, ξεκινώντας από το Κιότο και συνεχίζοντας με τη διάσκεψη της Μπανγκόκ, που άρχισε την περασμένη εβδομάδα. Οι συνδυασμένες και σε μεγάλο βαθμό συνδεόμενες πιέσεις της κλιματικής αλλαγής και της πληθυσμιακής έκρηξης απειλούν, όμως, να οδηγήσουν σε οδυνηρή συνειδητοποίηση της ανεπάρκειας ακόμα και των καλύτερων σημερινών προσπαθειών στη βάση των υπαρχόντων σχημάτων διεθνούς συνεργασίας για την αντιμετώπιση του παγκόσμιου προβλήματος.
Ομως, αυτά τα σχήματα είναι το καλύτερο αποτέλεσμα, στο οποίο μπόρεσε να καταλήξει η παγκόσμια κοινότητα για να απαντήσει στις πιέσεις που γνώρισε στο παρελθόν. Ο ένοπλος μηχανισμός κάθε κράτους προετοιμάζεται κάθε φορά για να πολεμήσει τον επόμενο πόλεμο με βάση τα διδάγματα του προηγούμενου και αλλάζει δραστικά μόνο ύστερα από μια οδυνηρή συντριπτική καταστροφή και όχι όταν σημαντικό τμήμα του βλέπει την καταστροφή να έρχεται. Ο διεθνής μηχανισμός αντιμετώπισης της περιβαλλοντικής επίθεσης δεν έχει ακόμα γνωρίσει ή συνειδητοποιήσει την ολοκληρωτική, συντριπτική, διαπεραστική κάθε στρώματος της παγκόσμιας κοινωνίας ήττα που θα τον οδηγούσε σε πραγματικά ριζική προσαρμογή.
Στο κλίμα της εποχής, βρίσκεται ακόμα στις πρώτες μέρες της Σαρακοστής, μόλις που αρχίζει να συνέρχεται από την κραιπάλη μιας Τσικνοπέμπτης και μιας νηστήσιμα υπερβολικής Καθαράς Δευτέρας. Βλέπει τη Μεγάλη Εβδομάδα να έρχεται αλλά δεν την έχει ακόμα αισθανθεί ως Εβδομάδα των Παθών. Θεωρεί αυτονόητη διαδικασία και όχι θαύμα την Ανάσταση που ακολουθεί. Για να επιδιώξει το δικό της επαναστατικό θαύμα, χρειάζεται να ζήσει τα δικά της πάθη.
Η αισιοδοξία, στην οποία η άνοιξη δίνει σχεδόν μεταφυσικές διαστάσεις, προσφέρει άλλοθι στην, κατ' εξαίρεση, πίστη στις δυνατότητες συλλογικής ανάστασης μετά τον παγκόσμιο υπαρξιακό συγκλονισμό. Γραπώνεται στον «παγκόσμιο φεντεραλισμό» σαν μαυροντυμένη θεοσεβούμενη ηλικιωμένη που ετοιμάζεται να δώσει εξετάσεις για τον Παράδεισο, ακόμα και αν βλέπει με μισό μάτι το παπαδαριό που βιοπορίζεται απ' αυτόν.
Στην ακραία εκτροπή της δεν διακρίνει κήπους της Εδέμ, «τόπους χλοερούς, τόπους αναψύξεως». Διαλέγει μια παγκοσμιοποιημένη συλλογικότητα και για πρώτη φορά καταλαβαίνει τους Καθολικούς Φιλιππινέζους αυτοσταυρωνόμενους και τους μουσουλμάνους σιίτες αυτομαστιγωνόμενους, θλιβόμενη αλλά αποδεχόμενη τη γενεσιουργό αναγκαιότητα του πόνου.
Ομως η άνοιξη κάποτε τελειώνει και η θερμική δυσφορία του καλοκαιριού καταρρίπτει συχνά τις μεταφυσικές εκτροπές, προετοιμάζει τον χειμέριο ορθολογισμό. Αυτόν που διαβάζει στο πακέτο ότι «Το κάπνισμα μπορεί να σκοτώσει». Αλλά, επί του παρόντος, το τσιγάρο που ανάβει είναι ένας εαρινός αυτοκαταστροφικός αναστεναγμός.
Σάββατο 5 Απριλίου 2008
Η πιάτσα άδειασε τον «προστάτη»
Το ρουμανικό παγωτό που τόσο του άρεσε σίγουρα δεν αρκεί για να σκεπάσει την άσχημη γεύση που άφησε στο στόμα του Τζορτζ Μπους η σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ στο Βουκουρέστι. Μια γεύση που γίνεται πιο πικρή από τη συνειδητοποίηση ότι το πρωτοφανές «άδειασμά» του από «φίλους και συμμάχους» αποτελεί τμήμα μόνο του αρνητικού μηνύματος που εισπράττει -ή τουλάχιστον οφείλει να εισπράξει- η Ουάσιγκτον. Το πρώτο σκέλος είναι εμφανές: στη Συμμαχία κλήθηκαν να ενταχθούν μόνο δύο από τα πέντε κράτη που ήθελαν οι ΗΠΑ και μάλιστα όχι αυτά για τα οποία ο ίδιος ο πρόεδρος είχε ασκήσει το μέγιστο των πιέσεων. Οι αμερικανικές πιέσεις για αύξηση της συμμαχικής εμπλοκής στο Αφγανιστάν μόλις που προστατεύθηκαν από τον εκκωφαντικό γδούπο της κατακρήμνισης. Και αυτό, από τη συμβολική, μεγαλόψυχη χειρονομία του Σαρκοζί να στείλει ακόμη ένα γαλλικό τάγμα. Οσο για τα αμερικανικά σχέδια περί αντιπυραυλικής ασπίδας, η αποδοχή τους από τους εταίρους θα μπορούσε να αποτελεί επιτυχία αν δεν οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στο ευμενές κλείσιμο του ματιού από τη Μόσχα που εκμαίευσε μια σειρά υποχωρήσεων από την Ουάσιγκτον.
Το πιο πικρό για τον Αμερικανό πρόεδρο, όμως, είναι ο τρόπος που ο τεράστιος πανίσχυρος μηχανισμός υποστήριξής του τον οδήγησε και τον εξέθεσε γυμνό σε κοινή θέα, κάτι σαν παλιό διάσημο καλλιτέχνη που επιμένει να τραγουδά στα γεράματα, εισπράττοντας μόνο τα πικρά χειροκροτήματα του οίκτου. Οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων σπανίως αφήνονται να εκτεθούν προσωπικά στην υπεράσπιση μιας υπόθεσης, αν δεν έχει προηγηθεί στο παρασκήνιο η προετοιμασία μιας συμφωνίας ή αν δεν κρίνονται απολύτως ζωτικά συμφέροντα της χώρας τους. Σε διαφορετική περίπτωση, διακινδυνεύουν το προσωπικό κύρος τους και το κύρος της χώρας τους. Οταν μάλιστα η χώρα αυτή θέλει να λειτουργεί σαν «προστάτης», όλα βασίζονται στην αξιοπιστία της προστασίας που πουλάει. Μια δικαιολογία του τύπου «δεν με ενδιέφερε ιδιαίτερα να προσπαθήσω» μπορεί να διασώσει για λίγο την εικόνα του «φουσκωτού». Το «προσπάθησα, αλλά απέτυχα» τον ξεφουσκώνει αμέσως.
Το πιο πικρό για τον Αμερικανό πρόεδρο, όμως, είναι ο τρόπος που ο τεράστιος πανίσχυρος μηχανισμός υποστήριξής του τον οδήγησε και τον εξέθεσε γυμνό σε κοινή θέα, κάτι σαν παλιό διάσημο καλλιτέχνη που επιμένει να τραγουδά στα γεράματα, εισπράττοντας μόνο τα πικρά χειροκροτήματα του οίκτου. Οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων σπανίως αφήνονται να εκτεθούν προσωπικά στην υπεράσπιση μιας υπόθεσης, αν δεν έχει προηγηθεί στο παρασκήνιο η προετοιμασία μιας συμφωνίας ή αν δεν κρίνονται απολύτως ζωτικά συμφέροντα της χώρας τους. Σε διαφορετική περίπτωση, διακινδυνεύουν το προσωπικό κύρος τους και το κύρος της χώρας τους. Οταν μάλιστα η χώρα αυτή θέλει να λειτουργεί σαν «προστάτης», όλα βασίζονται στην αξιοπιστία της προστασίας που πουλάει. Μια δικαιολογία του τύπου «δεν με ενδιέφερε ιδιαίτερα να προσπαθήσω» μπορεί να διασώσει για λίγο την εικόνα του «φουσκωτού». Το «προσπάθησα, αλλά απέτυχα» τον ξεφουσκώνει αμέσως.
Σάββατο 29 Μαρτίου 2008
Εξουσία με στιλ
Θεωρητικά θα μπορούσε να είχε δίκιο όταν, κατά την προχθεσινή επίσκεψη στη Βρετανία, δήλωσε πως οι αντίπαλοί του τον κατηγορούν για το «στιλ» του, επειδή δεν έχουν τίποτα να πουν για την πολιτική του. Ομως οι επικρίσεις κατά του Σαρκοζί δεν είχαν προλάβει να αναφερθούν στην υποβόσκουσα επίδειξη θαμπωμένου επαρχιωτισμού -κάθε άλλο παρά αρμόζουσα στην «gloire» της Γαλλικής Δημοκρατίας- απέναντι στην τυπικά ισότιμή του βασίλισσα Ελισάβετ, κάτι που, ούτως ή άλλως, θα αποτελούσε παρωνυχίδα. Αναφέρονται ακριβώς στη βάση, σε αυτό που έφερε τον Σαρκοζί στην εξουσία και αυτό που διαψεύσθηκε πριν ακόμα ολοκληρώσει τον πρώτο χρόνο του στην προεδρία.
Στην εποχή της τηλεοπτικής δημοκρατίας, λιγότερο ή περισσότερο «παραθυράτης», το στιλ, η εικόνα που χτίζει και μεταδίδει ένας πολιτικός είναι αποφασιστικής σημασίας, προκειμένου να αντλήσει τη θυμική εμπιστοσύνη που καθιστά αξιόπιστη την πολιτική την οποία -σε διαφορετικούς βαθμούς σαφήνειας- επαγγέλλεται.
Σχεδόν κανείς δεν αναμένει ότι ο επόμενος πολιτικός που θα αναλάβει την εξουσία, στη Γαλλία ή οπουδήποτε, θα είναι ένας νέος Κιγκινάτος που θα θυσιάσει κάθε τι το προσωπικό όταν η πατρίδα τον καλέσει να την σώσει και μετά θα αποσυρθεί κατεστραμμένος. Ελάχιστοι όμως δείχνουν κατανόηση απέναντι σε έναν πολιτικό που δεν καταφέρνει να κρύψει την ανάγκη του ή τη «λιγούρα» για εξουσία ως αναπλήρωση προσωπικών αδυναμιών και ανασφαλειών.
Είναι πιθανόν ο Νικολά Σαρκοζί να κατηγορείται αδίκως ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει τον γαλλικό κρατικό μηχανισμό, τις μυστικές υπηρεσίες και κάτι αντίστοιχο του ελληνικού ΣΔΟΕ, για να εκδικηθεί όσους παραβρέθηκαν στο γάμο της πρώην συζύγου του. Ομως και μόνο το γεγονός ότι οι φόβοι αυτοί διατυπώνονται και η διατύπωσή τους δεν ακούγεται πλέον και τόσο εξωφρενική δείχνει πόσο εύκολα μπορεί να καταρρεύσει ένα προσεκτικά οικοδομημένο αλλά κενό «στιλ».
Στην εποχή της τηλεοπτικής δημοκρατίας, λιγότερο ή περισσότερο «παραθυράτης», το στιλ, η εικόνα που χτίζει και μεταδίδει ένας πολιτικός είναι αποφασιστικής σημασίας, προκειμένου να αντλήσει τη θυμική εμπιστοσύνη που καθιστά αξιόπιστη την πολιτική την οποία -σε διαφορετικούς βαθμούς σαφήνειας- επαγγέλλεται.
Σχεδόν κανείς δεν αναμένει ότι ο επόμενος πολιτικός που θα αναλάβει την εξουσία, στη Γαλλία ή οπουδήποτε, θα είναι ένας νέος Κιγκινάτος που θα θυσιάσει κάθε τι το προσωπικό όταν η πατρίδα τον καλέσει να την σώσει και μετά θα αποσυρθεί κατεστραμμένος. Ελάχιστοι όμως δείχνουν κατανόηση απέναντι σε έναν πολιτικό που δεν καταφέρνει να κρύψει την ανάγκη του ή τη «λιγούρα» για εξουσία ως αναπλήρωση προσωπικών αδυναμιών και ανασφαλειών.
Είναι πιθανόν ο Νικολά Σαρκοζί να κατηγορείται αδίκως ότι μπορεί να χρησιμοποιήσει τον γαλλικό κρατικό μηχανισμό, τις μυστικές υπηρεσίες και κάτι αντίστοιχο του ελληνικού ΣΔΟΕ, για να εκδικηθεί όσους παραβρέθηκαν στο γάμο της πρώην συζύγου του. Ομως και μόνο το γεγονός ότι οι φόβοι αυτοί διατυπώνονται και η διατύπωσή τους δεν ακούγεται πλέον και τόσο εξωφρενική δείχνει πόσο εύκολα μπορεί να καταρρεύσει ένα προσεκτικά οικοδομημένο αλλά κενό «στιλ».
Δευτέρα 24 Μαρτίου 2008
Μάχες οπισθοφυλακής της «μοναδικής» υπερδύναμης
Αναφερόμενη στο συγκεχυμένο μείγμα στρατιωτικής και πολιτικής δράσης που δημιούργησε η Ουάσιγκτον και που ακόμα προσπαθεί να αναλύσει τόσο η ίδια όσο και ο υπόλοιπος κόσμος, η χρήση στρατιωτικών όρων για να περιγραφεί μια πολιτική -ή καλύτερα μια αναζήτηση πολιτικής- μπορεί να προκαλέσει σύγχυση. Ομως αυτό που κάνουν σήμερα οι ΗΠΑ, πέντε χρόνια μετά την φανφαρόνικη εισβολή στο Ιράκ είναι να δίνουν μια κλασική μάχη οπισθοφυλακής, να διεξάγουν επιβραδυντικό αγώνα για να κερδίσουν χρόνο.
Με τα αρχικά σχέδιά της να μην κάνουν ούτε για χαρτοπόλεμο, είτε διότι ουδέποτε υπήρξαν είτε διότι οι παρουσιάσεις PowerPoint σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές δεν προσφέρονται για κάτι τέτοιο, η Ουάσιγκτον αναζητεί και σε κάποιο βαθμό πετυχαίνει μια αναβολή της καθοριστικής ήττας, ένα περιθώριο ανάσας για ανασυγκρότηση της πολιτικής της. Ομως κινδυνεύει να αντιληφθεί, για άλλη μια φορά καθυστερημένα, ότι οι απώλειες που έχει ήδη υποστεί είναι τόσο εκτεταμένες, ότι οι περισσότερες ευκαιρίες ανάταξης έχουν ήδη ξεπεραστεί και ότι όσες παραμένουν εκπνέουν νωρίτερα από τη δική της ικανότητα δημιουργικής προσαρμογής.
Το πρόβλημα έχει ξεπεράσει εδώ και καιρό το Ιράκ. Αλλωστε είναι πλέον δεδομένο ότι, ανεξαρτήτως τελικής έκβασης, το αποτέλεσμα δεν θα έχει καμία σχέση με τους στόχους εκείνων που, μέσα στην αναμπουμπούλα της 11ης Σεπτεμβρίου, κατέλαβαν εξ εφόδου τα χειμερινά ανάκτορα του Λευκού Οίκου. Ξεπερνά σχεδόν ακόμα και τη συζήτηση αν ένα νέο «σύμπλεγμα του Ιράκ» θα αντικαταστήσει το παλαιότερο «σύνδρομο του Βιετνάμ», με τις ΗΠΑ να επιλέγουν μια περίοδο εσωστρέφειας και νέου απομονωτισμού.
Τσακίζοντας το στρατιωτικό τους δυναμικό στη σκόνη του Ιράκ, σπαταλώντας τα αποθέματα αξιοπιστίας, πειθούς και πειθαναγκασμού, αποξενώνοντας υπαρκτούς και εν δυνάμει φίλους και συμμάχους, πληγώνοντας την αμερικανική οικονομία, συμβάλλοντας στην αποσταθεροποίηση της διεθνούς οικονομίας με την άνοδο των τιμών του πετρελαίου, η Ουάσιγκτον αποδείχθηκε εξαιρετικά ικανή στην ανάσχεση της «μοναδικής υπερδύναμης», δηλαδή του εαυτού της.
Βυθισμένη εθελοντικά στον λαβύρινθο της «μάχης κατά της τρομοκρατίας», μέσα σε πλήρη σύγχυση σχετικά με την αναγνώριση των προκλήσεων (για παράδειγμα, η τρομοκρατία είναι μέσον, όχι στόχος προς επίτευξη, άρα η κήρυξη μάχης εναντίον της αποτελεί κήρυξη μάχης κατά ενός μέσου, ενός εργαλείου) η Ουάσιγκτον των Τσένι και Μπους ξέχασε ότι η θέση της «μοναδικής υπερδύναμης» δεν προέκυψε και δεν διατηρείται απλώς «ελέω Θεού», όσο και αν μεγάλο μέρος των Αμερικανών και της αμερικανικής πολιτικής ελίτ φαίνεται να το πιστεύει.
Κατά τον 19ο αιώνα, ο καγκελάριος της Γερμανίας, Οττο φον Μπίσμαρκ είχε επισημάνει ότι οι μεγάλες δυνάμεις θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικές όταν χρησιμοποιούν τη στρατιωτική τους ισχύ. Διότι, αν η χρήση της δεν είναι συντριπτικά αποτελεσματική, η αντίληψη που θα επικρατήσει είναι ότι ηττήθηκαν. Και η εξουσία των μεγάλων δυνάμεων, πόσω μάλλον των «μοναδικών», είναι σαν αυτή των νονών της νύχτας. Στηρίζεται στην αντίληψη, έστω και λανθασμένη, της παντοδυναμίας τους.
Ομως οι συναρπαστικές περιπέτειες των ΗΠΑ στο Ιράκ δεν έπληξαν απλώς την αξιοπιστία της αμερικανικής ισχύος, ούτε μόνο τη γενικότερη αξιοπιστία της Ουάσιγκτον και το όποιο ηθικό της κύρος. Σε μια κρίσιμη μεταβατική φάση, εμπόδισαν τις ΗΠΑ να φροντίσουν τη μοναδικότητά τους, να ασχοληθούν με «τα βαθιά σημαντικά γεγονότα που θα διαμορφώσουν αυτόν τον αιώνα, όπως οι αναπτυσσόμενοι ρόλοι της Κίνας, της Ινδίας και της Ρωσίας ως μεγάλων δυνάμεων, η έλλειψη αξιόπιστων ενεργειακών πηγών και η αυξανόμενη επίδραση της κλιματικής αλλαγής», όπως δήλωσε στην αμερικανική Γερουσία ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Τζόζεφ Μπάιντεν.
Στα πέντε χρόνια που πέρασαν, η Ουάσιγκτον δεν παραμέλησε απλώς παθητικά τη συντήρηση της απόστασής της από τις άλλες αναδυόμενες ή επαν-αναδυόμενες δυνάμεις αλλά τις βοήθησε ενεργητικά, όπως όταν έστρωσε το κόκκινο χαλί για την ανάκαμψη της Ρωσίας μέσω της συμβολής της στην άνοδο των τιμών του πετρελαίου.
Ακόμα και στους τομείς που οι ΗΠΑ έδειχναν να κυριαρχούν, εξάγοντας πρότυπα κομμένα και ραμμένα στα δικά τους μέτρα, η «λειτουργία στον αυτόματο», που επέβαλε η νευρωτική ενασχόληση με το Ιράκ, συνέβαλε στην αποδυνάμωσή τους. Το 2002, το 82% των Αμερικανών πολιτών θεωρούσαν το ελεύθερο διεθνές εμπόριο ως θετικό για τη χώρα τους. Το 2007, το ποσοστό αυτό είχε μειωθεί σε 59%. Αντιθέτως, σε μια εκθαμβωτική ένδειξη της αλλαγής περιβάλλοντος, οι θετικές απόψεις των Κινέζων έφθασαν το 91% και των Ρώσων το 82%.
Το τελευταίο μισό της δεύτερης προεδρικής θητείας Μπους δείχνει ότι πολλά απ' αυτά άρχισαν να γίνονται αντιληπτά στην Ουάσιγκτον, αν και δύσκολα μπορεί κανείς να το διαπιστώσει ακούγοντας τη συνεχιζόμενη ευαγγελική ρητορική του Αμερικανού προέδρου. Μία διαφορά είναι ίσως ότι η ρητορική αυτή προκαλεί σήμερα περισσότερα συγκαταβατικά μειδιάματα. Ομως, στην πράξη, οι κινήσεις της αμερικανικής ηγεσίας (εξαιρουμένου ίσως του αντιπροέδρου Ντικ Τσένι) έχουν αρχίσει να αποκτούν περισσότερα ψήγματα ορθολογισμού από τις συνεχείς αναφορές του «πρώτου εμψυχωτή» στη θρησκευτική του πίστη. Οι αμερικανικές πιέσεις για θέματα όπως το Κοσσυφοπέδιο, η ΠΓΔΜ, η πυραυλική ασπίδα στην Ευρώπη έχουν διαφορετικό άρωμα, αν όχι ουσία, από τότε που ο πρώην υπουργός Αμυνας, Ντόναλντ Ράμσφελντ, έπαιζε και τον υπουργό Εξωτερικών. Ακόμα και στο θέμα της κλιματικής αλλαγής, η Ουάσιγκτον αρχίζει να στέλνει μηνύματα διαλλακτικότητας, με όση δυσπιστία και αν γίνονται δεκτά.
Με την προεδρική θητεία εκπνέουσα σε εννέα μήνες, με τα περισσότερα στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης να αλληθωρίζουν προς τη μελλοντική τους επαγγελματική αποκατάσταση, δεν μπορεί να αναμένεται ουσιαστική και θεαματική αλλαγή πλεύσης, πόσω μάλλον ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ομολογία αποτυχίας που θα υπονόμευε τις πιθανότητες εκλογής τον Νοέμβριο ενός ακόμα Ρεπουμπλικανού προέδρου. Ετσι η μάχη οπισθοφυλακής σε όλους τους τομείς έχει στόχο μόνο να κερδηθεί χρόνος μέχρι να έρθει ο νέος πρόεδρος, που θα κληθεί να βγάλει το φίδι από την τρύπα, αν οι αντικειμενικές συνθήκες και οι μνήμες που άφησε η περασμένη πενταετία τού το επιτρέψουν.
Διότι, όπως επισήμανε ανώτατο στέλεχος της Ε.Ε., αναφερόμενο στο βρετανικό αποικιοκρατικό παρελθόν, «το θύμα πάντα θυμάται πράγματα που ο νικητής ξεχνά... Είναι εντυπωσιακό πόσα στοιχεία προδοσίας εκ μέρους των Βρετανών υπάρχουν στις ιστορίες χωρών που ούτε καν γνωρίζαμε ότι είχαμε προδώσει».
Με τα αρχικά σχέδιά της να μην κάνουν ούτε για χαρτοπόλεμο, είτε διότι ουδέποτε υπήρξαν είτε διότι οι παρουσιάσεις PowerPoint σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές δεν προσφέρονται για κάτι τέτοιο, η Ουάσιγκτον αναζητεί και σε κάποιο βαθμό πετυχαίνει μια αναβολή της καθοριστικής ήττας, ένα περιθώριο ανάσας για ανασυγκρότηση της πολιτικής της. Ομως κινδυνεύει να αντιληφθεί, για άλλη μια φορά καθυστερημένα, ότι οι απώλειες που έχει ήδη υποστεί είναι τόσο εκτεταμένες, ότι οι περισσότερες ευκαιρίες ανάταξης έχουν ήδη ξεπεραστεί και ότι όσες παραμένουν εκπνέουν νωρίτερα από τη δική της ικανότητα δημιουργικής προσαρμογής.
Το πρόβλημα έχει ξεπεράσει εδώ και καιρό το Ιράκ. Αλλωστε είναι πλέον δεδομένο ότι, ανεξαρτήτως τελικής έκβασης, το αποτέλεσμα δεν θα έχει καμία σχέση με τους στόχους εκείνων που, μέσα στην αναμπουμπούλα της 11ης Σεπτεμβρίου, κατέλαβαν εξ εφόδου τα χειμερινά ανάκτορα του Λευκού Οίκου. Ξεπερνά σχεδόν ακόμα και τη συζήτηση αν ένα νέο «σύμπλεγμα του Ιράκ» θα αντικαταστήσει το παλαιότερο «σύνδρομο του Βιετνάμ», με τις ΗΠΑ να επιλέγουν μια περίοδο εσωστρέφειας και νέου απομονωτισμού.
Τσακίζοντας το στρατιωτικό τους δυναμικό στη σκόνη του Ιράκ, σπαταλώντας τα αποθέματα αξιοπιστίας, πειθούς και πειθαναγκασμού, αποξενώνοντας υπαρκτούς και εν δυνάμει φίλους και συμμάχους, πληγώνοντας την αμερικανική οικονομία, συμβάλλοντας στην αποσταθεροποίηση της διεθνούς οικονομίας με την άνοδο των τιμών του πετρελαίου, η Ουάσιγκτον αποδείχθηκε εξαιρετικά ικανή στην ανάσχεση της «μοναδικής υπερδύναμης», δηλαδή του εαυτού της.
Βυθισμένη εθελοντικά στον λαβύρινθο της «μάχης κατά της τρομοκρατίας», μέσα σε πλήρη σύγχυση σχετικά με την αναγνώριση των προκλήσεων (για παράδειγμα, η τρομοκρατία είναι μέσον, όχι στόχος προς επίτευξη, άρα η κήρυξη μάχης εναντίον της αποτελεί κήρυξη μάχης κατά ενός μέσου, ενός εργαλείου) η Ουάσιγκτον των Τσένι και Μπους ξέχασε ότι η θέση της «μοναδικής υπερδύναμης» δεν προέκυψε και δεν διατηρείται απλώς «ελέω Θεού», όσο και αν μεγάλο μέρος των Αμερικανών και της αμερικανικής πολιτικής ελίτ φαίνεται να το πιστεύει.
Κατά τον 19ο αιώνα, ο καγκελάριος της Γερμανίας, Οττο φον Μπίσμαρκ είχε επισημάνει ότι οι μεγάλες δυνάμεις θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτικές όταν χρησιμοποιούν τη στρατιωτική τους ισχύ. Διότι, αν η χρήση της δεν είναι συντριπτικά αποτελεσματική, η αντίληψη που θα επικρατήσει είναι ότι ηττήθηκαν. Και η εξουσία των μεγάλων δυνάμεων, πόσω μάλλον των «μοναδικών», είναι σαν αυτή των νονών της νύχτας. Στηρίζεται στην αντίληψη, έστω και λανθασμένη, της παντοδυναμίας τους.
Ομως οι συναρπαστικές περιπέτειες των ΗΠΑ στο Ιράκ δεν έπληξαν απλώς την αξιοπιστία της αμερικανικής ισχύος, ούτε μόνο τη γενικότερη αξιοπιστία της Ουάσιγκτον και το όποιο ηθικό της κύρος. Σε μια κρίσιμη μεταβατική φάση, εμπόδισαν τις ΗΠΑ να φροντίσουν τη μοναδικότητά τους, να ασχοληθούν με «τα βαθιά σημαντικά γεγονότα που θα διαμορφώσουν αυτόν τον αιώνα, όπως οι αναπτυσσόμενοι ρόλοι της Κίνας, της Ινδίας και της Ρωσίας ως μεγάλων δυνάμεων, η έλλειψη αξιόπιστων ενεργειακών πηγών και η αυξανόμενη επίδραση της κλιματικής αλλαγής», όπως δήλωσε στην αμερικανική Γερουσία ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Τζόζεφ Μπάιντεν.
Στα πέντε χρόνια που πέρασαν, η Ουάσιγκτον δεν παραμέλησε απλώς παθητικά τη συντήρηση της απόστασής της από τις άλλες αναδυόμενες ή επαν-αναδυόμενες δυνάμεις αλλά τις βοήθησε ενεργητικά, όπως όταν έστρωσε το κόκκινο χαλί για την ανάκαμψη της Ρωσίας μέσω της συμβολής της στην άνοδο των τιμών του πετρελαίου.
Ακόμα και στους τομείς που οι ΗΠΑ έδειχναν να κυριαρχούν, εξάγοντας πρότυπα κομμένα και ραμμένα στα δικά τους μέτρα, η «λειτουργία στον αυτόματο», που επέβαλε η νευρωτική ενασχόληση με το Ιράκ, συνέβαλε στην αποδυνάμωσή τους. Το 2002, το 82% των Αμερικανών πολιτών θεωρούσαν το ελεύθερο διεθνές εμπόριο ως θετικό για τη χώρα τους. Το 2007, το ποσοστό αυτό είχε μειωθεί σε 59%. Αντιθέτως, σε μια εκθαμβωτική ένδειξη της αλλαγής περιβάλλοντος, οι θετικές απόψεις των Κινέζων έφθασαν το 91% και των Ρώσων το 82%.
Το τελευταίο μισό της δεύτερης προεδρικής θητείας Μπους δείχνει ότι πολλά απ' αυτά άρχισαν να γίνονται αντιληπτά στην Ουάσιγκτον, αν και δύσκολα μπορεί κανείς να το διαπιστώσει ακούγοντας τη συνεχιζόμενη ευαγγελική ρητορική του Αμερικανού προέδρου. Μία διαφορά είναι ίσως ότι η ρητορική αυτή προκαλεί σήμερα περισσότερα συγκαταβατικά μειδιάματα. Ομως, στην πράξη, οι κινήσεις της αμερικανικής ηγεσίας (εξαιρουμένου ίσως του αντιπροέδρου Ντικ Τσένι) έχουν αρχίσει να αποκτούν περισσότερα ψήγματα ορθολογισμού από τις συνεχείς αναφορές του «πρώτου εμψυχωτή» στη θρησκευτική του πίστη. Οι αμερικανικές πιέσεις για θέματα όπως το Κοσσυφοπέδιο, η ΠΓΔΜ, η πυραυλική ασπίδα στην Ευρώπη έχουν διαφορετικό άρωμα, αν όχι ουσία, από τότε που ο πρώην υπουργός Αμυνας, Ντόναλντ Ράμσφελντ, έπαιζε και τον υπουργό Εξωτερικών. Ακόμα και στο θέμα της κλιματικής αλλαγής, η Ουάσιγκτον αρχίζει να στέλνει μηνύματα διαλλακτικότητας, με όση δυσπιστία και αν γίνονται δεκτά.
Με την προεδρική θητεία εκπνέουσα σε εννέα μήνες, με τα περισσότερα στελέχη της αμερικανικής κυβέρνησης να αλληθωρίζουν προς τη μελλοντική τους επαγγελματική αποκατάσταση, δεν μπορεί να αναμένεται ουσιαστική και θεαματική αλλαγή πλεύσης, πόσω μάλλον ότι κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ομολογία αποτυχίας που θα υπονόμευε τις πιθανότητες εκλογής τον Νοέμβριο ενός ακόμα Ρεπουμπλικανού προέδρου. Ετσι η μάχη οπισθοφυλακής σε όλους τους τομείς έχει στόχο μόνο να κερδηθεί χρόνος μέχρι να έρθει ο νέος πρόεδρος, που θα κληθεί να βγάλει το φίδι από την τρύπα, αν οι αντικειμενικές συνθήκες και οι μνήμες που άφησε η περασμένη πενταετία τού το επιτρέψουν.
Διότι, όπως επισήμανε ανώτατο στέλεχος της Ε.Ε., αναφερόμενο στο βρετανικό αποικιοκρατικό παρελθόν, «το θύμα πάντα θυμάται πράγματα που ο νικητής ξεχνά... Είναι εντυπωσιακό πόσα στοιχεία προδοσίας εκ μέρους των Βρετανών υπάρχουν στις ιστορίες χωρών που ούτε καν γνωρίζαμε ότι είχαμε προδώσει».
Δευτέρα 3 Μαρτίου 2008
«Γιουρούσι» στα blogs «νιρβάνα» στην πολιτική
Μπορεί να είναι η τεχνολογία της απελευθέρωσης ή της υποδούλωσης, η «μεγαλύτερη δημοκρατική κατάκτηση στην Ιστορία» ή η μεγαλύτερη συνωμοσία για την αποδυνάμωση της δημοκρατίας. Μπορεί να είναι ελεύθερη και ανεξέλεγκτη ή να αποτελεί Δούρειο Ιππο οικονομικών συμφερόντων, νεο-ιμπεριαλιστικών επιθέσεων και σκοτεινών κέντρων τύπου CIA, NSA και άλλων κακόφημων αρκτικόλεξων. Μπορεί να ελέγχεται από τους χρήστες της ή από μυστηριώδη διευθυντήρια. Μπορεί να προσφέρει πεδίο δράσης σε κοινωνικά κινήματα ή σε παιδεραστές («παιδόφιλους» κατά τον νεότερο, μετά τα «βακτήρια», αντιδανεισμό).
Ομως, ό,τι και αν είναι, η τεχνολογία επικοινωνίας και μετάδοσης πληροφοριών βρίσκεται εδώ και εξελίσσεται συνεχώς. Οποια χαρακτηριστικά και αν της αποδίδονται, πραγματικά ή φανταστικά, απ' όπου και αν ξεκινά, καθορίζει τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος με τρόπους συχνά απρόβλεπτους. Το μόνο προβλέψιμο είναι η αδυναμία της κατεστημένης πολιτικής ανάλυσης και έκφρασης, ιδίως στην Ελλάδα, να ξεκολλήσει το βλέμμα της από τα δέντρα των επί μέρους συστατικών για να δει το δάσος στο οποίο καλείται να προσανατολιστεί.
Η περίπτωση των ιστολογίων (blogs κατά το ελληνικότερο), που ξεφύτρωσε στην ελληνική επικαιρότητα τις τελευταίες μέρες, έδειξε για άλλη μια φορά την ανεπάρκεια παραγωγής αναλυτικής σκέψης από τους πολιτικούς μηχανισμούς που εξαντλούνται στην αναζήτηση τακτικών διατήρησης ή διεκδίκησης εξουσίας, περιοριζόμενοι σε αποσπασματικά «γιουρούσια» όπου αισθάνονται ότι απειλείται η φυσική τους τάση για έλεγχο των πάντων. Αυτή τη φορά, τουλάχιστον, οι περί την εξουσία πολιτικές δυνάμεις προσπάθησαν, με οριακή επιτυχία, να αποφύγουν τη γελοιοποίηση τύπου «θα καταρρίψουμε τους δορυφόρους». Ομως ποτέ δεν είναι αργά...
Φυσικά, οι ευρύτερες -και βαθιές- κοινωνικές αλλαγές που έφερε, φέρνει και θα φέρει η τεχνολογική εξέλιξη, από την κινητή τηλεφωνία ώς το Διαδίκτυο και τις ταχυμεταφορές, δεν απασχολούν κανέναν παρά μόνο τους επικοινωνιολόγους και τους τακτικιστές που αναζητούν συνεχώς τρόπους εκμετάλλευσης των νέων επικοινωνιακών δυνατοτήτων. Το αποτέλεσμα είναι όλο και πιο ορατό στην αυξανόμενη απορία με την οποία οι πολιτικοί -όλο και πιο στεγνά κομματικοί- μηχανισμοί κοιτάζουν το περιβάλλον.
Αν κάτι έχει αρχίσει να γίνεται αμυδρά αντιληπτό, όπως δείχνει και η περί «καταρρίψεως των δορυφόρων» διαφορά, είναι ο περιορισμός της έννοιας της «εθνικής κυριαρχίας» που συνοδεύει την τεχνολογική εξέλιξη, αφαιρώντας όλο και περισσότερο το στοιχείο του «χώρου» από τις κοινωνικές διεργασίες. Πρόκειται για μια διαδικασία πολύ πιο αποτελεσματική, διεισδυτική και ανεξέλεγκτη από την παράδοση στοιχείων εθνικής κυριαρχίας σε θεσμούς όπως το λεγόμενο «διευθυντήριο» των Βρυξελλών.
Η σταδιακή αποδέσμευση μεγάλου τμήματος των κοινωνιών στον αναπτυγμένο κόσμο από τους περιορισμούς του φυσικού χώρου φαίνεται δυσνόητη για τις κοινωνικές ομάδες που ακολουθούν διαφορετικούς ρυθμούς (θέμα διαφορετικής ανάλυσης το πώς και το γιατί) αλλά και για τους πολιτικούς μηχανισμούς. Ακόμα δυσκολότερη φαίνεται η προσαρμογή των τελευταίων στην ύπαρξη αυτών των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων που συνυπάρχουν και, ενδεχομένως, θα συνυπάρχουν σε διαφορετικές αναλογίες στο ορατό μέλλον.
Εκείνο όμως που δυσκολεύει ακόμα περισσότερο τους πολιτικούς σχηματισμούς εξουσίας, χτισμένους σε ιεραρχική βάση και συνηθισμένους να αλληλεπιδρούν με μια ιεραρχικά δομημένη κοινωνία, είναι αποδυνάμωση των ιεραρχικών δομών που συνεπάγεται η τεχνολογική εξέλιξη για όλο και μεγαλύτερες κοινωνικές ομάδες.
Η κινητή τηλεφωνία είχε την ευρύτερη επίδραση στη μετεξέλιξη αυτή, με την έννοια ότι δεν αφορά τμήμα των αναπτυγμένων κοινωνιών, όπως το Διαδίκτυο, αλλά το σύνολό του. Ξεκίνησε αποδεσμεύοντας την επικοινωνία από τον χώρο. Αυτή η αλλαγή οδήγησε σε μια ευρύτερη μεταμόρφωση.
Δεν επικοινωνείς πλέον από ένα γραφείο ή σπίτι με ένα άλλο γραφείο ή σπίτι, δεν έρχεσαι σε επαφή μέσω μιας ιεραρχίας, ενός οργανισμού ή μιας οικογένειας, αλλά απευθείας, ως άτομο προς άτομο, με το κάθε μέλος μιας οργάνωσης ή μιας οικογένειας να έχει την προσωπική του ανεξάρτητη ταυτότητα.
Σε διαφορετικό βαθμό για διάφορα τμήματα του πληθυσμού, το Διαδίκτυο «χτίζει» ακόμα εντονότερα την τάση αυτή οδηγώντας τα στη σταδιακή αντικατάσταση της τοποθέτησής τους σε κάθετες ιεραρχικές δομές από ένταξη σε οριζόντια δίκτυα, συχνά υπερεθνικά, βασισμένα σε ατομικές επιλογές και ενδιαφέροντα. Ετσι, για παράδειγμα, όλο και περισσότερο ένα άτομο μπορεί να ταυτίζεται πολύ περισσότερο με ένα διεθνές άμορφο δίκτυο κοινών ενδιαφερόντων απ' ό,τι με την ιεραρχική συνδικαλιστική δομή που υποτίθεται ότι το εκπροσωπεί ή με ένα πολιτικό κόμμα.
Ο μως η αλληλεπίδραση των θεσμικών πολιτικών μηχανισμών με την κοινωνία είναι δομημένη γύρω από την παραδοσιακή ιεραρχική αντιπροσωπευτική δομή που σταδιακά ξεφτίζει. Η διάρθρωση αυτή είναι φυσιολογικά πολύ πιο ισχυρή και άκαμπτη στις δομές εξουσίας, δηλαδή στα κόμματα εξουσίας, κάτι που μπορεί εν μέρει, πέραν όλων των άλλων, να εξηγεί και την αυξανόμενη αποστασιοποίηση όλο και μεγαλύτερων τμημάτων του πληθυσμού απ' αυτά και την αναζήτηση ενός διαφορετικού προτύπου.
Η διαμόρφωση κοινωνικών ομάδων διαφορετικών ταχυτήτων σε ό,τι αφορά την πλήρη πρόσβαση και ενσωμάτωση των τεχνολογικών εξελίξεων, συνήθως παρουσιάζεται ως αρνητική για τις ομάδες εκείνες που παραμένουν αποκλεισμένες, που αδυνατούν ή εμποδίζονται να απολαύσουν τις δυνατότητες και τις επιλογές που προσφέρει ένα πλαίσιο που διαμορφώνεται ερήμην τους.
Η άλλη πλευρά παρουσιάζεται ως προνομιούχος, ως μια ελίτ που απειλεί να αφήσει πίσω της, να αποκλείσει, να ποδηγετήσει ή να εκμεταλλευτεί τα λιγότερο τεχνολογικά αναπτυγμένα τμήματα της κοινωνίας.
Αυτό που σπανίως αναφέρεται, αν αναφέρεται ποτέ, είναι η διαφορετική ανάγνωση της διάστασης αυτής: Οτι ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, το θεσμικό πλαίσιο, είναι δομημένο σε μια παραδοσιακή βάση και εκπροσωπεί, λιγότερο ή περισσότερο επιτυχώς, τα τμήματα εκείνα της κοινωνίας που παραμένουν στερεωμένα, αγκιστρωμένα ή περιορισμένα, στη βάση αυτή. Οι κοινωνικές ομάδες που διαμορφώνονται κάτω από τις νέες συνθήκες είναι αυτές που δυσκολεύονται ασφυκτικά να βρουν πολιτική εκπροσώπηση και υποχρεούνται να «υποστούν» τελείως ξένες λογικές εξουσίας που δεν τις εκπροσωπούν. Ακόμα χειρότερα, διακρίνουν στους κεντρικούς πολιτικούς σχηματισμούς την πλήρη αδυναμία αντίληψης της δικής τους πραγματικότητας, πόσω μάλλον της δυνατότητας συνεκτικού συγκερασμού σε μια κεντρική συνιστώσα.
Στην οπτική αυτή, τα άτομα που απαρτίζουν τη «δικτυωμένη ατομικότητα» δεν έχουν λόγο να συμμετάσχουν στο υπαρκτό πολιτικό παιχνίδι. Και επί του παρόντος, «παίρνουν την μπάλα τους και φεύγουν».
Ομως, ό,τι και αν είναι, η τεχνολογία επικοινωνίας και μετάδοσης πληροφοριών βρίσκεται εδώ και εξελίσσεται συνεχώς. Οποια χαρακτηριστικά και αν της αποδίδονται, πραγματικά ή φανταστικά, απ' όπου και αν ξεκινά, καθορίζει τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος με τρόπους συχνά απρόβλεπτους. Το μόνο προβλέψιμο είναι η αδυναμία της κατεστημένης πολιτικής ανάλυσης και έκφρασης, ιδίως στην Ελλάδα, να ξεκολλήσει το βλέμμα της από τα δέντρα των επί μέρους συστατικών για να δει το δάσος στο οποίο καλείται να προσανατολιστεί.
Η περίπτωση των ιστολογίων (blogs κατά το ελληνικότερο), που ξεφύτρωσε στην ελληνική επικαιρότητα τις τελευταίες μέρες, έδειξε για άλλη μια φορά την ανεπάρκεια παραγωγής αναλυτικής σκέψης από τους πολιτικούς μηχανισμούς που εξαντλούνται στην αναζήτηση τακτικών διατήρησης ή διεκδίκησης εξουσίας, περιοριζόμενοι σε αποσπασματικά «γιουρούσια» όπου αισθάνονται ότι απειλείται η φυσική τους τάση για έλεγχο των πάντων. Αυτή τη φορά, τουλάχιστον, οι περί την εξουσία πολιτικές δυνάμεις προσπάθησαν, με οριακή επιτυχία, να αποφύγουν τη γελοιοποίηση τύπου «θα καταρρίψουμε τους δορυφόρους». Ομως ποτέ δεν είναι αργά...
Φυσικά, οι ευρύτερες -και βαθιές- κοινωνικές αλλαγές που έφερε, φέρνει και θα φέρει η τεχνολογική εξέλιξη, από την κινητή τηλεφωνία ώς το Διαδίκτυο και τις ταχυμεταφορές, δεν απασχολούν κανέναν παρά μόνο τους επικοινωνιολόγους και τους τακτικιστές που αναζητούν συνεχώς τρόπους εκμετάλλευσης των νέων επικοινωνιακών δυνατοτήτων. Το αποτέλεσμα είναι όλο και πιο ορατό στην αυξανόμενη απορία με την οποία οι πολιτικοί -όλο και πιο στεγνά κομματικοί- μηχανισμοί κοιτάζουν το περιβάλλον.
Αν κάτι έχει αρχίσει να γίνεται αμυδρά αντιληπτό, όπως δείχνει και η περί «καταρρίψεως των δορυφόρων» διαφορά, είναι ο περιορισμός της έννοιας της «εθνικής κυριαρχίας» που συνοδεύει την τεχνολογική εξέλιξη, αφαιρώντας όλο και περισσότερο το στοιχείο του «χώρου» από τις κοινωνικές διεργασίες. Πρόκειται για μια διαδικασία πολύ πιο αποτελεσματική, διεισδυτική και ανεξέλεγκτη από την παράδοση στοιχείων εθνικής κυριαρχίας σε θεσμούς όπως το λεγόμενο «διευθυντήριο» των Βρυξελλών.
Η σταδιακή αποδέσμευση μεγάλου τμήματος των κοινωνιών στον αναπτυγμένο κόσμο από τους περιορισμούς του φυσικού χώρου φαίνεται δυσνόητη για τις κοινωνικές ομάδες που ακολουθούν διαφορετικούς ρυθμούς (θέμα διαφορετικής ανάλυσης το πώς και το γιατί) αλλά και για τους πολιτικούς μηχανισμούς. Ακόμα δυσκολότερη φαίνεται η προσαρμογή των τελευταίων στην ύπαρξη αυτών των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων που συνυπάρχουν και, ενδεχομένως, θα συνυπάρχουν σε διαφορετικές αναλογίες στο ορατό μέλλον.
Εκείνο όμως που δυσκολεύει ακόμα περισσότερο τους πολιτικούς σχηματισμούς εξουσίας, χτισμένους σε ιεραρχική βάση και συνηθισμένους να αλληλεπιδρούν με μια ιεραρχικά δομημένη κοινωνία, είναι αποδυνάμωση των ιεραρχικών δομών που συνεπάγεται η τεχνολογική εξέλιξη για όλο και μεγαλύτερες κοινωνικές ομάδες.
Η κινητή τηλεφωνία είχε την ευρύτερη επίδραση στη μετεξέλιξη αυτή, με την έννοια ότι δεν αφορά τμήμα των αναπτυγμένων κοινωνιών, όπως το Διαδίκτυο, αλλά το σύνολό του. Ξεκίνησε αποδεσμεύοντας την επικοινωνία από τον χώρο. Αυτή η αλλαγή οδήγησε σε μια ευρύτερη μεταμόρφωση.
Δεν επικοινωνείς πλέον από ένα γραφείο ή σπίτι με ένα άλλο γραφείο ή σπίτι, δεν έρχεσαι σε επαφή μέσω μιας ιεραρχίας, ενός οργανισμού ή μιας οικογένειας, αλλά απευθείας, ως άτομο προς άτομο, με το κάθε μέλος μιας οργάνωσης ή μιας οικογένειας να έχει την προσωπική του ανεξάρτητη ταυτότητα.
Σε διαφορετικό βαθμό για διάφορα τμήματα του πληθυσμού, το Διαδίκτυο «χτίζει» ακόμα εντονότερα την τάση αυτή οδηγώντας τα στη σταδιακή αντικατάσταση της τοποθέτησής τους σε κάθετες ιεραρχικές δομές από ένταξη σε οριζόντια δίκτυα, συχνά υπερεθνικά, βασισμένα σε ατομικές επιλογές και ενδιαφέροντα. Ετσι, για παράδειγμα, όλο και περισσότερο ένα άτομο μπορεί να ταυτίζεται πολύ περισσότερο με ένα διεθνές άμορφο δίκτυο κοινών ενδιαφερόντων απ' ό,τι με την ιεραρχική συνδικαλιστική δομή που υποτίθεται ότι το εκπροσωπεί ή με ένα πολιτικό κόμμα.
Ο μως η αλληλεπίδραση των θεσμικών πολιτικών μηχανισμών με την κοινωνία είναι δομημένη γύρω από την παραδοσιακή ιεραρχική αντιπροσωπευτική δομή που σταδιακά ξεφτίζει. Η διάρθρωση αυτή είναι φυσιολογικά πολύ πιο ισχυρή και άκαμπτη στις δομές εξουσίας, δηλαδή στα κόμματα εξουσίας, κάτι που μπορεί εν μέρει, πέραν όλων των άλλων, να εξηγεί και την αυξανόμενη αποστασιοποίηση όλο και μεγαλύτερων τμημάτων του πληθυσμού απ' αυτά και την αναζήτηση ενός διαφορετικού προτύπου.
Η διαμόρφωση κοινωνικών ομάδων διαφορετικών ταχυτήτων σε ό,τι αφορά την πλήρη πρόσβαση και ενσωμάτωση των τεχνολογικών εξελίξεων, συνήθως παρουσιάζεται ως αρνητική για τις ομάδες εκείνες που παραμένουν αποκλεισμένες, που αδυνατούν ή εμποδίζονται να απολαύσουν τις δυνατότητες και τις επιλογές που προσφέρει ένα πλαίσιο που διαμορφώνεται ερήμην τους.
Η άλλη πλευρά παρουσιάζεται ως προνομιούχος, ως μια ελίτ που απειλεί να αφήσει πίσω της, να αποκλείσει, να ποδηγετήσει ή να εκμεταλλευτεί τα λιγότερο τεχνολογικά αναπτυγμένα τμήματα της κοινωνίας.
Αυτό που σπανίως αναφέρεται, αν αναφέρεται ποτέ, είναι η διαφορετική ανάγνωση της διάστασης αυτής: Οτι ολόκληρο το πολιτικό σύστημα, το θεσμικό πλαίσιο, είναι δομημένο σε μια παραδοσιακή βάση και εκπροσωπεί, λιγότερο ή περισσότερο επιτυχώς, τα τμήματα εκείνα της κοινωνίας που παραμένουν στερεωμένα, αγκιστρωμένα ή περιορισμένα, στη βάση αυτή. Οι κοινωνικές ομάδες που διαμορφώνονται κάτω από τις νέες συνθήκες είναι αυτές που δυσκολεύονται ασφυκτικά να βρουν πολιτική εκπροσώπηση και υποχρεούνται να «υποστούν» τελείως ξένες λογικές εξουσίας που δεν τις εκπροσωπούν. Ακόμα χειρότερα, διακρίνουν στους κεντρικούς πολιτικούς σχηματισμούς την πλήρη αδυναμία αντίληψης της δικής τους πραγματικότητας, πόσω μάλλον της δυνατότητας συνεκτικού συγκερασμού σε μια κεντρική συνιστώσα.
Στην οπτική αυτή, τα άτομα που απαρτίζουν τη «δικτυωμένη ατομικότητα» δεν έχουν λόγο να συμμετάσχουν στο υπαρκτό πολιτικό παιχνίδι. Και επί του παρόντος, «παίρνουν την μπάλα τους και φεύγουν».
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)